27.3.2017
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 95/24
Προσφυγή της 8ης Φεβρουαρίου 2017 — Consorzio IB Innovation κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-84/17)
(2017/C 095/32)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Consorzio IB Innovation (Bentivoglio, Ιταλία) (εκπρόσωποι: A. Masutti και P. Manzini, δικηγόροι)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενδεχομένως εν μέρει, βάσει των προβαλλόμενων λόγων·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Λόγοι και κύρια επιχειρήματα
Η παρούσα προσφυγή βάλλει κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 30 Νοεμβρίου 2016 η Γενική Διεύθυνση Έρευνας και Καινοτομίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ref. Ares 2016 — 6711369), με την οποία η Επιτροπή συμφώνησε με την τελική έκθεση υπ’ αριθ. 14-BA259-027 της Lubbock Fine, της 21ης Νοεμβρίου 2016, και, ως εκ τούτου, αποφάσισε ότι η IBI υποχρεούται να επιστρέψει το ποσό των 294 925,43 ευρώ σε σχέση με τη σύμβαση υπ’ αριθ. 261679-CONTAIN και το ποσό των 155 482,91 ευρώ σε σχέση με τη σύμβαση υπ’ αριθ. 288383-ICARGO, καθώς και να ελέγξει την ύπαρξη συστημικών σφαλμάτων σε σχέση με σειρά περαιτέρω συμβάσεων.
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει πέντε λόγους.
1.
Ο πρώτος λόγος αντλείται από εσφαλμένη και αντιφατική ερμηνεία των εννοιών του «δικαιούχου» και των «τρίτων» κατά παράβαση της General Agreement (Γενικής Συμφωνίας), (στο εξής: GA) και των General Conditions (γενικών όρων) που περιέχονται στο παράρτημα II της GA.
—
Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της κοινοπραξίας, το σύνολο των μελών της κοινοπραξίας συνιστά τη συλλογική οντότητα η οποία θεωρείται δικαιούχος της GA. Επομένως, τα μέλη της κοινοπραξίας δεν είναι τρίτοι σε σχέση με τον δικαιούχο, αλλά απαρτίζουν τον δικαιούχο. Υπό την έννοια αυτή, το προσωπικό το οποίο τα μέλη της κοινοπραξίας διαθέτουν στην κοινοπραξία για την προβλεπόμενη από τη GA δραστηριότητα θεωρείται προσωπικό του δικαιούχου και δεν πρέπει να μνημονεύεται στο παράρτημα I, όπως ζητεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
2.
Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομικής βάσεως, ότι η αιτιολογία της είναι αντιφατική και ότι παραβιάζει την αρχή της χρηστής διοικήσεως.
—
Συναφώς, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει υποχρεωτικά να θεμελιώνεται σε ρητό κανόνα δικαίου και όχι, όπως εν προκειμένω, σε Guide on Financial issues (οδηγό για οικονομικά ζητήματα), ο οποίος έχει εκδοθεί από τις υπηρεσίες της Επιτροπής και στερείται νομικής ισχύος. Η απόφαση δεν λαμβάνει επίσης υπόψη την αρχή της χρηστής διοικήσεως, η οποία απαγορεύει στην Επιτροπή να εκδίδει προς τους αποδέκτες υποχρεωτικές πράξεις βασιζόμενη σε έκθεση εξωτερικού ελεγκτή, η οποία περιέχει κενά και αντιφάσεις.
3.
Ο τρίτος λόγος αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου II. 15. 2.c του παραρτήματος II της GA CONTAIN και της GA ICARGO.
—
Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι σύμβουλοι της IBI, τα έμμεσα έξοδα των οποίων δεν επιστρέφονται, ήταν επαγγελματίες οι οποίοι δεν απασχολούνταν από οποιαδήποτε άλλη οντότητα, ήταν δηλαδή «self-employed» (αυτοαπασχολούμενοι). Επομένως, αυτοί δεν εμπίπτουν σε καμία από τις δύο περιπτώσεις σε σχέση με τις οποίες η παράγραφος 2.c των επίμαχων διατάξεων αποκλείει τη δυνατότητα αποζημιώσεως των εξόδων. Εάν οι σύμβουλοι της IBI που κάνουν χρήση τηλεργασίας δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις εξαιρέσεως, υπάγονται υποχρεωτικά στον γενικό κανόνα και τούτο σημαίνει ότι τα έμμεσα έξοδα αυτών υπάγονται στον κανόνα του flat rate (κατ’ αποκοπή συντελεστής) 60 %.
4.
Ο τέταρτος λόγος αντλείται από παράβαση του γλωσσικού καθεστώτος που εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
—
Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τόσο η έκθεση του ελεγκτή όσο και η απόφαση της καθής που την υιοθέτησε έχουν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα, δηλαδή σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα της IBI. Ως εκ τούτου, παραβιάζεται το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 1958, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
5.
Ο πέμπτος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως λόγω μη επιδείξεως επιμέλειας και συνέσεως κατά την εξέταση της υποθέσεως.
—
Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, όταν η Επιτροπή αναθέτει σε εξωτερικό ελεγκτή να ελέγξει τη λογιστική ακρίβεια των έργων, η υποχρέωση επιμέλειας μεταβιβάζεται στον ελεγκτή. Επιπλέον, μετά την παραλαβή της εκθέσεως του ελεγκτή, η αρχή της χρηστής διοικήσεως επιβάλλει στην Επιτροπή να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή κατά την ανάλυσή της και της παρέχει τη δυνατότητα παρεμβάσεως, εφόσον συντρέχει περίπτωση, για την τροποποίηση του περιεχομένου της εκθέσεως. Η Επιτροπή αθέτησε την εν λόγω υποχρέωση επιμέλειας.
Full & Egal Universal Law Academy