31.7.2017
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 249/36
Προσφυγή της 29ης Μαΐου 2017 — Austrian Power Grid και Voralberger Übertragungsnetz κατά ACER
(Υπόθεση T-333/17)
(2017/C 249/52)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Austrian Power Grid AG (Βιέννη, Αυστρία) και Voralberger Übertragungsnetz GmbH (Bregenz, Αυστρία) (εκπρόσωποι: H. Kristoferitsch και S. Huber, δικηγόροι)
Καθού: Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER)
Αιτήματα
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση του συμβουλίου προσφυγών του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER), της 17ης Μαρτίου 2017, υπόθεση A-001-2017 (ενοποιημένο κείμενο), και να ακυρώσει τα ακόλουθα τμήματα και διατάξεις της αποφάσεως του ACER αριθ. 06/2016, της 17ης Νοεμβρίου 2016, σχετικά με την πρόταση των διαχειριστών του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας για τον προσδιορισμό των περιφερειών υπολογισμού δυναμικότητας:
i.
άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό με
—
το παράρτημα I, άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο c·
—
τη λέξη «επίσης» και το τμήμα του κειμένου «για τους σκοπούς της κατανομής δυναμικότητας εντός των επηρεαζόμενων συνόρων ζωνών προσφοράς μέχρι να εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις, οι οποίες περιγράφονται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, αυτού του εγγράφου» στο παράρτημα I, άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο e·
ii.
το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως·
iii.
το παράρτημα IV·
iv.
το παράρτημα V·
επικουρικώς,
ζητεί να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να αναπέμψει την υπόθεση στο συμβούλιο προσφυγών·
—
να καταδικάσει τον καθού στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν επτά λόγους ακυρώσεως.
1.
Με τον πρώτο λόγο της προσφυγής προβάλλεται ότι εσφαλμένως το συμβούλιο προσφυγών έκρινε ότι ο ACER ήταν αρμόδιος να τροποποιήσει την πρόταση των διαχειριστών συστήματος μεταφοράς (στο εξής: ΔΣΜ).
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη στο μέτρο που το συμβούλιο προσφυγών δεν έλαβε υπόψη ότι ο ACER δεν ήταν αρμόδιος να τροποποιήσει ουσιωδώς τη συνολική πρόταση των ΔΣΜ για τις περιφέρειες υπολογισμού δυναμικότητας (στο εξής: ΠΥΔ).
2.
Με τον δεύτερο λόγο της προσφυγής προβάλλεται ότι το συμβούλιο προσφυγών υπέλαβε εσφαλμένως ότι ήταν στη διακριτική ευχέρεια του ACER να μη λάβει υπόψη του την αίτηση τροποποιήσεως που υπέβαλε η E-Control.
Κατά τις προσφεύγουσες, η αίτηση της αυστριακής εθνικής ρυθμιστικής αρχής (στο εξής: ΕΡΑ), E-Control, με την οποία ζητήθηκε να τροποποιηθεί το συνολικό σχέδιο των ΔΣΜ για τις ΠΥΔ, δεν εξετάσθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 9, παράγραφος 12, του κανονισμού CACM (1). Όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, το συμβούλιο προσφυγών υπέπεσε σε νομικό σφάλμα εγκρίνοντας την παράνομη αυτή εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 12, του κανονισμού CACM.
3.
Με τον τρίτο λόγο της προσφυγής προβάλλεται ότι το συμβούλιο προσφυγών υπέλαβε εσφαλμένως ότι ο ACER είναι αρμόδιος να καθορίσει ζώνες προσφοράς στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 15 του κανονισμού CACM.
Κατά τις προσφεύγουσες, όλες οι διαθέσιμες μέθοδοι ερμηνείας, η νομολογία και η ερμηνεία της ίδιας της Επιτροπής συνηγορούν σαφώς υπέρ της απόψεως ότι η διάσπαση μιας υφιστάμενης ζώνης προσφοράς και η υποχρέωση δημιουργίας μηχανισμού κατανομής δυναμικότητας δεν είναι δυνατό να βασίζονται στο άρθρο 15 του κανονισμού CACM. Αντιθέτως, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η ερμηνεία του ACER, την οποία δέχθηκε το συμβούλιο προσφυγών, στηρίζεται σε εσφαλμένη και ελλιπή ερμηνεία του νόμου και των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως.
4.
Με τον τέταρτο λόγο προσφυγής προβάλλεται ότι το συμβούλιο προσφυγών ερμήνευσε εσφαλμένως την έννοια της «διαρθρωτικής συμφορήσεως» και την έκταση του ελέγχου του.
Κατά τις προσφεύγουσες, η ερμηνεία της διαρθρωτικής συμφορήσεως που έδωσε ο ACER στην απόφαση για τις ΠΥΔ δεν έχει έρεισμα ούτε στον κανονισμό CACM ούτε στον κανονισμό (ΕΚ) 714/2009 (2), και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να στηριχθεί η άποψη ότι τα σύνορα Γερμανίας-Αυστρίας υπόκεινται σε διαρθρωτική συμφόρηση. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, δεχόμενο de facto την εν λόγω εσφαλμένη ερμηνεία του εφαρμοστέου νόμου, το συμβούλιο προσφυγών εξέδωσε ουσιαστικά παράνομη απόφαση. Επιπλέον, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, δεχόμενο την υπόθεση του ACER για την ύπαρξη διαρθρωτικής συμφορήσεως στη διασύνδεση Γερμανίας-Αυστρίας, το συμβούλιο προσφυγών μετέθεσε εσφαλμένως το βάρος της αποδείξεως στις προσφεύγουσες και παραβίασε το καθήκον του να εκτιμήσει πλήρως τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και να παραθέσει αιτιολογία.
5.
Με τον πέμπτο λόγο προσφυγής προβάλλεται ότι το συμβούλιο προσφυγών έκρινε εσφαλμένως ότι η διάσπαση της ζώνης προσφοράς μεταξύ της Γερμανίας και της Αυστρίας ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
Οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι κατέδειξαν με σαφήνεια ότι η διάσπαση της ζώνης προσφοράς μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας που διατάχθηκε από τον ACER συνιστά αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας επέμβαση στα δικαιώματά τους. Εντούτοις, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, το συμβούλιο προσφυγών παρέλειψε να δώσει απαντήσεις στα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες με τις προσφυγές. Πάντως, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, το συμβούλιο προσφυγών εσφαλμένως έκρινε ότι η διάσπαση της ζώνης προσφοράς και η δημιουργία μηχανισμού κατανομής δυναμικότητας συνιστούν κατάλληλα μέτρα.
6.
Με τον έκτο λόγο προσφυγής προβάλλεται ότι το συμβούλιο προσφυγών έκρινε εσφαλμένως ότι η δημιουργία ζώνης προσφοράς μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας δεν περιορίζει τις θεμελιώδεις ελευθερίες.
Οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι κατέδειξαν ότι, εν αντιθέσει προς το συμπέρασμα του ACER και του συμβουλίου προσφυγών, η δημιουργία μηχανισμού κατανομής δυναμικότητας στα γερμανο-αυστριακά σύνορα περιορίζει την ελεύθερη διακίνηση των αγαθών, η οποία κατοχυρώνεται στα άρθρα 34 και 35 ΣΛΕΕ, και την ελευθερία παροχής υπηρεσιών (άρθρο 56 ΣΛΕΕ). Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το συμβούλιο προσφυγών απέρριψε, συνοπτικά και αβασίμως, τα επιχειρήματά τους και διατύπωσε την άποψη ότι οι ποσοτικοί περιορισμοί όσον αφορά το εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ δύο κρατών μελών δεν θίγουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Ως εκ τούτου, κατά τις προσφεύγουσες, το συμβούλιο προσφυγών παραβίασε το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης και το καθήκον διατυπώσεως επαρκούς αιτιολογίας.
7.
Με τον έβδομο λόγο προσφυγής προβάλλεται ότι το συμβούλιο προσφυγών έκρινε εσφαλμένα ότι η απόφαση της Υπηρεσίας για τις ΠΥΔ ήταν σύμφωνη με τους διαδικαστικούς κανόνες.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι απέδειξαν στις προσφυγές τους ότι η απόφαση της Υπηρεσίας για τις ΠΥΔ είναι εν μέρει εσφαλμένη για τους ακόλουθους λόγους: (i) η Υπηρεσία, με την κήρυξη της υπ’ αριθ. 09/2015 μη δεσμευτικής γνώμης, η οποία εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2015, ως δεσμευτικής υπερέβη τις αρμοδιότητές της, και, δεδομένου του ότι η γνώμη δεν τέθηκε υπό διαβούλευση, η ACER παραβίασε θεμελιωδώς τα δικαιώματα των προσφευγουσών επί της διαδικασίας· (ii) στον φάκελο της Υπηρεσίας σχετικά με την προετοιμασία της αποφάσεως για τις ΠΥΔ δεν υφίστανται τεχνικές μελέτες, αναλύσεις και εις βάθος εκτιμήσεις: είτε η Υπηρεσία παρείχε στις προσφεύγουσες ιδιαιτέρως ελλιπή πληροφόρηση, και κατά συνέπεια προσέβαλε το δικαίωμά τους για πλήρη πρόσβαση στον φάκελο της υποθέσεως κατά το άρθρο 41 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, είτε δεν προετοίμασε και/ή δεν δέχθηκε καθόλου εξειδικευμένες τεχνικές μελέτες και αναλύσεις, προκειμένου να στηρίξει την απόφασή της για τις ΠΥΔ σε ασφαλή πραγματικά δεδομένα· (iii) η Υπηρεσία δεν έλαβε υπόψη της τα υποχρεωτικά κριτήρια για την επανεξέταση της ζώνης προσφοράς, όπως εκτίθενται στο άρθρο 33 του κανονισμού CACM· (iv) η απόφαση για τις ΠΥΔ στηρίζεται σε γεγονότα, τα οποία δεν έχουν αποσαφηνισθεί επαρκώς, καθόσον η Υπηρεσίες απέτυχε να διατυπώσει παρατηρήσεις.
Κατά τις προσφεύγουσες, παρά τις εν λόγω σημαντικές παραβάσεις των νομίμων διαδικαστικών κανόνων από τον ACER, το συμβούλιο προσφυγών επικύρωσε, και πάλι κατά τρόπο γενικό, την απόφαση για τις ΠΥΔ και, ως εκ τούτου, ενήργησε παρανόμως.
(1) Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1222 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2015, σχετικά με τον καθορισμό κατευθυντήριων γραμμών για την κατανομή της δυναμικότητας και τη διαχείριση της συμφόρησης (ΕΕ 2015, L 197, σ. 24).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 714/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενεργείας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1228/2003 (ΕΕ 2009, L 211, σ. 8).
Full & Egal Universal Law Academy