16.10.2017
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 347/34
Προσφυγή-αγωγή της 31ης Ιουλίου 2017 — Haswani κατά Συμβουλίου
(Υπόθεση T-477/17)
(2017/C 347/43)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγων-ενάγων: George Haswani (Yabroud, Συρία) (εκπρόσωπος: G. Karouni, δικηγόρος)
Καθού-εναγόμενο: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα
Ο προσφεύγων-ενάγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2016/850 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2016, για την τροποποίηση της απόφασης 2013/255/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Συρίας·
—
να ακυρώσει τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2016/840 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2016, για την εφαρμογή του κανονισμού (EE) 36/2012 σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Συρία·
—
να ακυρώσει την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2017/917 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2017 για την τροποποίηση της απόφασης 2013/255/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Συρίας·
—
να ακυρώσει τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/907 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2017, για την εφαρμογή του κανονισμού (EE) 36/2012 σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Συρία·
—
να ακυρώσει την εκτελεστική απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2017/1245 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 2017, για την εφαρμογή της απόφασης 2013/255/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Συρίας·
—
να ακυρώσει τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/1241 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουλίου 2017, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 36/2012 σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στη Συρία·
—
κατά συνέπεια,
—
να διατάξει την απαλοιφή του ονόματος του G. Haswani από τα παραρτήματα των ανωτέρω πράξεων·
—
να υποχρεώσει το Συμβούλιο να καταβάλει το ποσόν των 100 000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο προσφεύγων-ενάγων·
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικά του δικαστικά έξοδα, καθώς και στα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντα-ενάγοντα, τα οποία ο τελευταίος επιφυλάσσεται να δικαιολογήσει κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας.
Λόγοι και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής-αγωγής του, ο προσφεύγων-ενάγων προβάλλει τέσσερις λόγους.
1.
Ο πρώτος λόγος αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, η οποία απορρέει από το άρθρο 296, εδάφιο 2, ΣΛΕΕ. Ο προσφεύγων-ενάγων προσάπτει στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες διατυπώσεις χωρίς να μνημονεύσει, συγκεκριμένα και ειδικά, τους λόγους για τους οποίους εκτιμά, στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας, ότι πρέπει να επιβληθούν τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα στον προσφεύγοντα-ενάγοντα. Ως εκ τούτου, δεν παρατέθηκε κανένα συγκεκριμένο και αντικειμενικό στοιχείο δυνάμενο να προσαφθεί στον προσφεύγοντα-ενάγοντα.
2.
Ο δεύτερος λόγος αντλείται από την απαίτηση περί αναλογικότητας όταν θίγονται θεμελιώδη δικαιώματα. Ο προσφεύγων-ενάγων εκτιμά ότι τα επίδικα μέτρα πρέπει να ακυρωθούν καθόσον είναι δυσανάλογα σε σχέση με τον σκοπό που φέρεται να επιδιώκεται και αποτελούν υπέρμετρη παραβίαση της επιχειρηματικής ελευθερίας και προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας, τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 16 και 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιστοίχως. Η δυσαναλογία προκύπτει, κατά τον προσφεύγοντα-ενάγοντα, λόγω του ότι τα μέτρα αφορούν κάθε σημαντική οικονομική δραστηριότητα, χωρίς κανένα άλλο κριτήριο.
3.
Με τον τρίτο λόγο, προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον το Συμβούλιο φέρεται να έκανε δεκτά στις διαδοχικές αιτιολογίες που παρέθεσε προς στήριξη των περιοριστικών μέτρων στοιχεία τα οποία προδήλως στερούνται πραγματικής βάσεως, δεδομένου ότι τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά είναι έωλα.
4.
Ο τέταρτος λόγος αφορά το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως, καθόσον η απόδοση στον προσφεύγοντα-ενάγοντα ορισμένων σοβαρών, μη αποδεδειγμένων γεγονότων, θέτει τον ίδιο και την οικογένειά του, όπως υποστηρίζει, σε κίνδυνο, στοιχείο που αποδεικνύει τη σημασία της ηθικής βλάβης που έχει υποστεί και το οποίο δικαιολογεί το αίτημά του περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως.