26.2.2018
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 72/38
Προσφυγή της 14ης Δεκεμβρίου 2017 — Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-816/17)
(2018/C 072/49)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγον: Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου (εκπρόσωποι: D. Holderer, D. Waelbroeck και A. Steichen, δικηγόροι)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Το προσφεύγον ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να κρίνει την παρούσα προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη·
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.38944 που φέρεται να χορήγησε το Λουξεμβούργο στην Amazon·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.38944 που φέρεται να χορήγησε το Λουξεμβούργο στην Amazon, στο μέτρο που επιβάλλει την ανάκτηση της ενισχύσεως·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής του, το προσφεύγον προβάλλει πέντε λόγους.
1.
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως, που υποδιαιρείται σε τρία σκέλη, αντλείται από παράβαση του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη πλεονεκτήματος υπέρ της Amazon EU S.à.r.l (στο εξής: LuxOpCO).
—
Το πρώτο σκέλος στηρίζεται στο ότι η εφαρμογή της φορολογικής αποφάσεως και η ανανέωσή της το 2011 δεν οδήγησαν σε παροχή οιουδήποτε πλεονεκτήματος, στο μέτρο που το ποσό το οποίο θα έπρεπε να καταβάλει ένας τρίτος για να λάβει άδεια εκμεταλλεύσεως των άυλων περιουσιακών στοιχείων θα ήταν μεγαλύτερο από το ποσό που κατέβαλε η LuxOpCo στην Amazon Europe Holding Technologies SCS (στο εξής: LuxSCS) δυνάμει της συμφωνίας για την παροχή άδειας εκμεταλλεύσεως. Το προσφεύγον εκτιμά ότι η απόφαση της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.38944 που φέρεται να χορήγησε το Λουξεμβούργο στην Amazon (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) δέχεται εσφαλμένως ότι το ποσό που όντως καταβλήθηκε από την LuxOpCo διαφέρει από την τιμή πλήρους ανταγωνισμού.
—
Το δεύτερο σκέλος αντλείται από πρόδηλες πλάνες περί τα πραγματικά περιστατικά και περί το δίκαιο, οι οποίες καθιστούν πλημμελή την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ανάλυση σχετικά με την προβαλλόμενη εσφαλμένη εφαρμογή της μεθόδου του καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγής στο πλαίσιο της φορολογικής αποφάσεως, όσον αφορά τόσο την επιλογή του ελεγχόμενου μέρους όσο και την εφαρμογή των παραμέτρων της εν λόγω μεθόδου.
—
Το τρίτο σκέλος στηρίζεται στο επιχείρημα ότι, αντιθέτως, ο εκ μέρους της Επιτροπής υπολογισμός της τιμής μεταβιβάσεως στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι αυτός που οδηγεί σε αποτέλεσμα το οποίο παρεκκλίνει προδήλως από την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού.
2.
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, που υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, αντλείται από παράβαση του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν απέδειξε την επιλεκτική μεταχείριση στο πλαίσιο της επίμαχης φορολογικής αποφάσεως.
—
Το πρώτο σκέλος στηρίζεται στο ότι η Επιτροπή δέχθηκε εσφαλμένως ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση συνεπάγεται επιλεκτική μεταχείριση ενώ, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας, η Επιτροπή δεν μπορούσε να συνάγει την ύπαρξη πλεονεκτήματος ώστε να δεχθεί την εν λόγω επιλεκτική μεταχείριση, αλλά όφειλε υποχρεωτικώς, κατά την ανάλυση της επιλεκτικής μεταχειρίσεως, καταρχάς να ορίσει το ισχύον πλαίσιο αναφοράς και ακολούθως να προσδιορίσει τυχόν παρεκκλίσεις από το εν λόγω πλαίσιο αναφοράς.
—
Το δεύτερο σκέλος στηρίζεται στην περίσταση ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την προβαλλόμενη επιλεκτική μεταχείριση της ενισχύσεως στο πλαίσιο των επικουρικών βάσεων αιτιολογήσεως της αποφάσεώς της. Αυτές οι δύο επικουρικές διαπιστώσεις επιλεκτικής μεταχειρίσεως είναι προδήλως πλημμελείς, στο μέτρο που η Επιτροπή έσφαλε όσον αφορά τα πλαίσια αναφοράς και, εν πάση περιπτώσει, δεν απέδειξε την ύπαρξη οιασδήποτε παρεκκλίσεως από τα πλαίσια αυτά.
3.
Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παράβαση των άρθρων 4 και 5 ΣΛΕΕ, στο μέτρο που η Επιτροπή προέβη σε συγκαλυμμένη φορολογική εναρμόνιση επιβάλλοντας τη δική της ερμηνεία της «δέουσας» τιμής μεταβιβάσεως που η LuxOpCo θα έπρεπε να καταβάλει στη LuxSCS δυνάμει της επίμαχης συμφωνίας για την παροχή άδειας εκμεταλλεύσεως. Συναφώς, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εκμεταλλεύτηκε στην πραγματικότητα το δίκαιο περί κρατικών ενισχύσεων για να πετύχει τη συγκαλυμμένη φορολογική εναρμόνιση σε σχέση με τις τιμές μεταβιβάσεως, προσβάλλοντας την αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα της άμεσης φορολογίας.
4.
Ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παράβαση του κανονισμού 2015/1589 και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, στο μέτρο που η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας εκδίδοντας απόφαση, η οποία απέρριπτε εκ των υστέρων προσκομισθέντα από την Amazon στοιχεία, ενώ ως προς το κεντρικό επιχείρημά της περί εσφαλμένης επιλογής του ελεγχόμενου μέρους για τις ανάγκες της μεθόδου του καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγής ούτε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ούτε η Amazon είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν προηγουμένως τις απόψεις τους.
5.
Ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, αντλείται από παράβαση εκ μέρους της Επιτροπής του άρθρου 16 του κανονισμού 2015/1589, στο μέτρο που η ανάκτηση της ενισχύσεως δεν συνάδει προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, λαμβανομένου υπόψη ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ενήργησε καλόπιστα εφαρμόζοντας τις τιμές μεταβιβάσεως και δεν μπορούσε να προβλέψει τη νέα προσέγγιση τιμών μεταβιβάσεως που εφάρμοσε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση.