ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 3ης Ιουλίου 2017 ( *1 )
«Ασφαλιστικά μέτρα – Δημόσιες συμβάσεις – Διαδικασία με διαπραγμάτευση – Αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων – Έλλειψη επείγοντος»
Στην υπόθεση T‑117/17 R,
Proximus SA/NV, με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τον B. Schutyser, δικηγόρο,
αιτούσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τις A. Jaume και S. Cholakova, επικουρούμενες από τους P. de Bandt, P. Teerlinck και M. Gherghinaru, δικηγόρους,
καθού,
με αντικείμενο αίτηση στηριζόμενη στα άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ με την οποία ζητείται η λήψη προσωρινών μέτρων προκειμένου, αφενός, να ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως του Συμβουλίου να αναθέσει σε άλλον διαγωνιζόμενο τη σύμβαση-πλαίσιο και, αφετέρου, να ανασταλεί η εκτέλεση της συμφωνίας-πλαισίου που συνήφθη μεταξύ του Συμβουλίου και του αναδόχου,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς, διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1
Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 2016, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάλεσε την αιτούσα, Proximus SA/NV, καθώς και [εμπιστευτικό] ( 1 ) να μετάσχουν σε διαδικασία διαγωνισμού με διαπραγμάτευση για τη σύναψη συμβάσεως-πλαισίου.
2
Με έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 2016, οι διαγωνιζόμενοι που μετείχαν στη διαδικασία αναθέσεως συμβάσεως προσκλήθηκαν σε διαπραγματευτική συνεδρίαση για τις οικονομικές πτυχές, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, ορισμένων αιτημάτων παροχής διευκρινίσεων.
3
Η διαπραγματευτική συνεδρίαση έλαβε χώρα την 1η Δεκεμβρίου 2016.
4
Κατόπιν της ανωτέρω συνεδριάσεως, το Συμβούλιο κάλεσε τους διαγωνιζόμενους να απαντήσουν στα ζητήματα που επισήμανε στο πρακτικό της συνεδριάσεως και να υποβάλουν έως τις 8 Δεκεμβρίου 2016 τροποποιημένη οικονομική προσφορά προς αντικατάσταση της τελευταίας και καλύτερης προσφοράς τους.
5
Με έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 2016, το Συμβούλιο ενημέρωσε την αιτούσα ότι η προσφορά της είχε απορριφθεί και ότι η σύμβαση είχε ανατεθεί σε άλλον διαγωνιζόμενο (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Την ίδια ημέρα κοινοποιήθηκε στην αιτούσα η αξιολόγηση της προσφοράς της.
6
Στις 29 Δεκεμβρίου 2016, η αιτούσα απέστειλε επιστολή στο Συμβούλιο. Ζήτησε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά και το πλεονέκτημα της επιλεγείσας προσφοράς. Επιπλέον, ανέφερε ότι η εφαρμογή του κριτηρίου της τιμής ήταν, κατά την άποψή της, εσφαλμένη, στο μέτρο που είχε λάβει βαθμολογία χαμηλότερη από εκείνη του επιλεγέντος διαγωνιζόμενου, ενώ η προσφορά του τελευταίου αντιστοιχούσε σε υψηλότερη συνολική τιμή. Τέλος, η αιτούσα κάλεσε το Συμβούλιο να επανεξετάσει την απόφασή του.
7
Με επιστολή της 6ης Ιανουαρίου 2017, η αιτούσα κάλεσε εκ νέου το Συμβούλιο να επανεξετάσει την απόφασή του και να μην υπογράψει τη σύμβαση με τον επιλεγέντα διαγωνιζόμενο. Στην επιστολή αυτή, η αιτούσα εξέθεσε λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή της, η μέθοδος που εφαρμόσθηκε για την αξιολόγηση της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς ήταν εσφαλμένη και η εφαρμογή της είχε καταλήξει σε «απαράδεκτο» αποτέλεσμα. Επιπλέον, η αιτούσα ανέφερε ότι οι τιμές που προσέφερε ο επιλεγείς διαγωνιζόμενος για τα «service packages» 1 και 2 ήταν ασυνήθιστα χαμηλές. Στις 10 Ιανουαρίου 2017, η αιτούσα απέστειλε και νέα επιστολή στο Συμβούλιο, η οποία επαναλάμβανε ελαφρώς τροποποιημένο το περιεχόμενο της επιστολής της 6ης Ιανουαρίου 2017.
8
Το Συμβούλιο, με έγγραφο της 13ης Ιανουαρίου 2017, απάντησε στην από 29 Δεκεμβρίου 2016 επιστολή της αιτούσας και την ενημέρωσε ότι θα ελάμβανε χωριστή απάντηση επί της από 6 Ιανουαρίου 2017 επιστολής της.
9
Με επιστολή της 16ης Ιανουαρίου 2017, η αιτούσα ανέπτυξε τα επιχειρήματά της σε σχέση με τις ασυνήθιστα χαμηλές τιμές που προσέφερε ο επιλεγείς διαγωνιζόμενος για τα «service packages» 1 και 2 και επανέλαβε το αίτημά της να επανεξετάσει το Συμβούλιο την απόφασή του και να μη συνάψει τη σύμβαση με τον επιλεγέντα διαγωνιζόμενο.
10
Με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 2017, το Συμβούλιο έλαβε θέση επί των επιστολών της αιτούσας της 6ης και της 16ης Ιανουαρίου 2017. Επιπλέον, ανέφερε ότι, κατά την άποψή του, δεν συνέτρεχε λόγος να επανεξετάσει την απόφασή του περί αναθέσεως ή να μη συνάψει τη σύμβαση.
11
Με επιστολή της 7ης Φεβρουαρίου 2017, η αιτούσα διεμήνυσε στο Συμβούλιο ότι θεωρούσε μη ικανοποιητικές τις απαντήσεις που της είχε δώσει και ότι είχε αποφασίσει να κινηθεί δικαστικώς, τόσο με την άσκηση προσφυγής όσο και με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, που θα κατέθετε τις επόμενες εβδομάδες. Επιπλέον, κάλεσε το Συμβούλιο να μην υπογράψει εν τω μεταξύ τη σύμβαση.
12
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Φεβρουαρίου 2017, η αιτούσα άσκησε προσφυγή με την οποία ζήτησε, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
13
Με χωριστό έγγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Φεβρουαρίου 2017, η αιτούσα υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητεί, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
–
να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως·
–
να αναστείλει την εκτέλεση της συμβάσεως, εφόσον αυτή έχει ήδη συναφθεί με τον ανάδοχο, έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση·
–
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
14
Με τις παρατηρήσεις του επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, τις οποίες κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Μαρτίου 2017, το Συμβούλιο ζητεί από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
–
να απορρίψει την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων·
–
να καταδικάσει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα.
15
Απαντώντας σε ερώτηση του Προέδρου του Γενικού Δικαστηρίου, το Συμβούλιο ανέφερε, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, ότι η σύμβαση με τον ανάδοχο είχε υπογραφεί στις 15 Φεβρουαρίου 2017, η δε εκτέλεσή της είχε ήδη αρχίσει.
Σκεπτικό
16
Από τον συνδυασμό των άρθρων 278 και 279 ΣΛΕΕ, αφενός, και του άρθρου 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αφετέρου, προκύπτει ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν, να διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πράξεως ή τα αναγκαία προσωρινά μέτρα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 156 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Εντούτοις, το άρθρο 278 ΣΛΕΕ καθιερώνει την αρχή του μη ανασταλτικού αποτελέσματος των ενδίκων βοηθημάτων, καθώς οι πράξεις που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης απολαύουν του τεκμηρίου νομιμότητας. Επομένως, μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως προσβαλλομένης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πράξεως ή να επιβάλει προσωρινά μέτρα (διάταξη της 19ης Ιουλίου 2016, Βέλγιο κατά Επιτροπής, T‑131/16 R, EU:T:2016:427, σκέψη 12).
17
Το άρθρο 156, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν «το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται».
18
Επομένως, η αναστολή εκτελέσεως και τα άλλα προσωρινά μέτρα μπορούν να διατάσσονται από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων εφόσον αποδεικνύεται ότι η χορήγησή τους δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως από τα πραγματικά και νομικά στοιχεία (fumus boni juris) και ότι είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια υπόθεση. Οι προϋποθέσεις αυτές τίθενται σωρευτικώς, οπότε οι αιτήσεις προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτονται, όταν δεν πληρούται έστω και μία από αυτές. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, εφόσον παραστεί ανάγκη, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (βλ. διάταξη της 2ας Μαρτίου 2016, Evonik Degussa κατά Επιτροπής, C‑162/15 P-R, EU:C:2016:142, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
19
Στο πλαίσιο του συνολικού αυτού ελέγχου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και παραμένει ελεύθερος να καθορίσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της συγκεκριμένης υποθέσεως, τον τρόπο με τον οποίο θα εξακριβωθεί εάν πληρούνται οι διάφορες προϋποθέσεις αυτές, καθώς και τη σειρά της εξετάσεως αυτής, δεδομένου ότι κανένας κανόνας δικαίου δεν του επιβάλλει να ακολουθήσει προκαθορισμένη ανάλυση προκειμένου να εκτιμήσει την ανάγκη προσωρινής ρυθμίσεως [βλ. διάταξη της 19ης Ιουλίου 2012, Akhras κατά Συμβουλίου, C‑110/12 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:507, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
20
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων της δικογραφίας, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να αποφανθεί επί της υπό κρίση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να χρειάζεται να ακούσει προηγουμένως τις προφορικές εξηγήσεις των διαδίκων.
21
Υπό τις περιστάσεις της προκειμένης υποθέσεως, πρέπει να εξεταστεί κατ’ αρχάς κατά πόσον πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος.
22
Προκειμένου να κριθεί κατά πόσον τα ζητηθέντα προσωρινά μέτρα είναι επείγοντα, πρέπει να υπομνησθεί ότι σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μελλοντικής οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να αποφευχθούν κενά στην έννομη προστασία που διασφαλίζει ο δικαστής της Ένωσης (βλ., συναφώς, διάταξη της 14ης Ιανουαρίου 2016, AGC Glass Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑517/15 P-R, EU:C:2016:21, σκέψη 27).
23
Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, το επείγον πρέπει εν γένει να εκτιμάται σε σχέση με την αναγκαιότητα που υπάρχει για την έκδοση προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος την προσωρινή προστασία. Στον τελευταίο εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατό να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία (βλ., συναφώς, διάταξη της 14ης Ιανουαρίου 2016, AGC Glass Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑517/15 P-R, EU:C:2016:21, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
24
Όσον αφορά, εντούτοις, τις διαφορές σχετικά με τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, πρέπει, προκειμένου να αξιολογηθεί το επείγον, να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των διαφορών αυτών.
25
Πράγματι, όπως προκύπτει από τη νομολογία, λαμβανομένων υπόψη των επιταγών περί εξασφαλίσεως αποτελεσματικής προστασίας στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, οσάκις ο αποκλεισθείς διαγωνιζόμενος κατορθώνει να αποδείξει την ύπαρξη ιδιαίτερα σοβαρού fumus boni juris, δεν είναι δυνατόν να απαιτείται από αυτόν να αποδείξει ότι η απόρριψη της αιτήσεώς του για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ενδέχεται να του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία, διότι διαφορετικά θα θιγόταν κατά τρόπο υπέρμετρο και αδικαιολόγητο η αποτελεσματική ένδικη προστασία της οποίας απολαύει δυνάμει του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [βλ., συναφώς, διάταξη της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψη 41].
26
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη νομολογία, η άμβλυνση αυτή των προϋποθέσεων προς εκτίμηση της υπάρξεως επείγοντος, η οποία αποβλέπει στη διασφάλιση του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προσφυγής, έχει εφαρμογή μόνον κατά την προσυμβατική περίοδο, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται η ανασταλτική προθεσμία του άρθρου 118, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1), και του άρθρου 171, παράγραφος 1, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού 966/2012 (ΕΕ 2012, L 362, σ. 1). Η αναθέτουσα αρχή συνήψε τη σύμβαση με τον ανάδοχο μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής και πριν από την κατάθεση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, οπότε η προμνησθείσα άμβλυνση των προϋποθέσεων δεν δικαιολογείται πλέον [βλ., συναφώς, διάταξη της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψεις 34 και 42].
27
Πρέπει συναφώς να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 171, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1268/2012, η ανασταλτική προθεσμία δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω, εφόσον η σύμβαση ανατέθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας με διαπραγμάτευση.
28
Κατά την αιτούσα, χωρούσε εν προκειμένω άμβλυνση των προϋποθέσεων προς εκτίμηση της υπάρξεως επείγοντος, δεδομένων της περιπλοκότητας της υποθέσεως και της επιμέλειας την οποία αυτή επέδειξε κατόπιν της κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
29
Το επιχείρημα αυτό δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει.
30
Ακόμα και αν η νομολογία για την άμβλυνση των προϋποθέσεων προς εκτίμηση της υπάρξεως επείγοντος μπορούσε να εφαρμοστεί σε μια περίπτωση στην οποία, όπως εν προκειμένω, ο κανονισμός 1268/2012 διευκρινίζει ότι δεν χωρεί ανασταλτική προθεσμία, εντούτοις, η αιτούσα δεν υπέβαλε εγκαίρως την αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων ώστε να απολαύει της αμβλύνσεως αυτής.
31
Πράγματι, πρέπει να επισημανθεί καταρχάς ότι η αιτούσα δεν υπέβαλε την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά την προσυμβατική περίοδο, αλλά μόλις στις 23 Φεβρουαρίου 2017, ενώ η σύμβαση είχε υπογραφεί στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
32
Πλην όμως, όπως αποδεικνύει το από 6 Ιανουαρίου 2017 έγγραφό της, η αιτούσα διέθετε, το αργότερο κατά τον χρόνο αυτό, στοιχεία που κατεδείκνυαν επαρκώς τον ενδεχόμενο παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως περί αναθέσεως, ώστε να υποβάλει αίτηση περί λήψεως προσωρινών μέτρων πριν από τη σύναψη της συμβάσεως μεταξύ του Συμβουλίου και του αναδόχου στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
33
Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι οι τέσσερις λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η αιτούσα προς στήριξη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων αφορούν τη μέθοδο αξιολογήσεως της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς και την εφαρμογή της εν προκειμένω. Πλην όμως, η αιτούσα είχε ήδη προβάλει τη μομφή αυτή με την από 6 Ιανουαρίου 2017 επιστολή της.
34
Με τη μομφή αυτή, την οποία προέβαλε ως λόγο ακυρώσεως και προς στήριξη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, θα μπορούσε η προσφεύγουσα να έχει ασκήσει λυσιτελώς προσφυγή ακυρώσεως συνοδευόμενη από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με σκοπό να αποτραπεί η σύναψη συμβάσεως μεταξύ του Συμβουλίου και του αναδόχου. Μια τέτοια αίτηση, υποβληθείσα εγκαίρως, θα είχε ως αποτέλεσμα να επιτύχει η αιτούσα την έκδοση διατάξεως, βάσει του άρθρου 157, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, με την οποία θα αναστελλόταν η εκτέλεση της αποφάσεως περί αναθέσεως της συμβάσεως, πριν ακόμη ο αντίδικος υποβάλει τις παρατηρήσεις του, για τη διάρκεια της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων (βλ., συναφώς, διάταξη της 30ής Μαΐου 2017, Enrico Colombo και Corinti Giacomo κατά Επιτροπής, T‑690/16 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:370, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35
Περαιτέρω, η αιτούσα δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιεί ως επιχείρημα το γεγονός ότι ζήτησε επανειλημμένα από το Συμβούλιο να μην υπογράψει τη σύμβαση. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο ουδέποτε άφησε να εννοηθεί ότι προετίθετο να αναστείλει την υπογραφή της συμβάσεως. Αντιθέτως, στο από 23 Ιανουαρίου 2017 έγγραφό του, το Συμβούλιο ανέφερε ότι, κατά την άποψή του, δεν συνέτρεχε λόγος να επανεξετάσει την απόφασή του περί αναθέσεως ή να μη συνάψει τη σύμβαση.
36
Τέλος, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα της αιτούσας ότι έπρεπε να «διαθέτει εύλογη προθεσμία προκειμένου να αναλύσει την απάντηση» του Συμβουλίου της 23ης Ιανουαρίου 2017. Πράγματι, σε κάθε περίπτωση, από την επιστολή της αιτούσας της 7ης Φεβρουαρίου 2017 προκύπτει ότι είχε θεωρήσει τις απαντήσεις του Συμβουλίου μη ικανοποιητικές και ότι είχε γνωστοποιήσει στο Συμβούλιο την πρόθεσή της να κινηθεί δικαστικώς. Εντούτοις, άσκησε την αγωγή ακυρώσεως συνοδευόμενη με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μόλις στις 23 Φεβρουαρίου 2017.
37
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, συνάγεται ότι δεν χωρεί εν προκειμένω άμβλυνση των προϋποθέσεων προς εκτίμηση της υπάρξεως επείγοντος σε σχέση με δημόσιες συμβάσεις.
38
Πρέπει επιπλέον να εξετασθεί κατά πόσον η αιτούσα απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι η εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ενδέχετο να της προξενήσει βλάβη που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί όχι μόνον σοβαρή, αλλά και ανεπανόρθωτη, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 23 ανωτέρω.
39
Συναφώς, πρέπει, κατά πρώτο λόγο, να υπομνησθεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία μια χρηματική ζημία δεν μπορεί, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να θεωρείται ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι η χρηματική αποκατάσταση είναι, κατά κανόνα, δυνατό να επαναφέρει τον ζημιωθέντα στην προ της επελεύσεως της ζημίας κατάσταση. Μια τέτοια ζημία μπορεί να αποκατασταθεί ιδίως στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως ασκούμενης βάσει των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ [βλ. διάταξη της 23ης Απριλίου 2015, Επιτροπή κατά Vanbreda Risk & Benefits, C‑35/15 P(R), EU:C:2015:275, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
40
Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι αρνητικές οικονομικές συνέπειες για τον αποκλεισθέντα διαγωνιζόμενο, οι οποίες οφείλονται στην απόρριψη της προσφοράς του, αποτελούν, καταρχήν, μέρος του συνήθους επιχειρηματικού κινδύνου, τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζει κάθε επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στην αγορά. Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι η απόρριψη της προσφοράς μπορεί να έχει αρνητικές οικονομικές συνέπειες, έστω και σοβαρές, για τον αποκλεισθέντα διαγωνιζόμενο δεν μπορεί να δικαιολογήσει, αυτό καθαυτό, τα προσωρινά μέτρα που αυτός ζητεί (βλ., συναφώς, διάταξη της 11ης Μαρτίου 2013, Communicaid Group κατά Επιτροπής, T‑4/13 R, EU:T:2013:121, σκέψεις 28 έως 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
41
Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι τα ουσιώδη και βασικά στοιχεία μιας συμβάσεως που συνήφθη κατόπιν διαδικασίας διαγωνισμού για την ανάθεση δημόσιας συμβάσεως είναι, αφενός, η εκτέλεση της συμβάσεως από την ανάδοχο επιχείρηση και, αφετέρου, η καταβολή του προβλεπόμενου στη σύμβαση χρηματικού ποσού από την αναθέτουσα αρχή. Αντιθέτως, τυχόν εκτιμήσεις σχετικά με τη φήμη του επιλεγέντος διαγωνιζόμενου ή τη δυνατότητά του να χρησιμοποιήσει την ανάθεση μιας υψηλού κύρους συμβάσεως ως αναφορά σε κάποιον μελλοντικό διαγωνισμό ή εντός άλλων ανταγωνιστικών πλαισίων δεν αφορούν παρά τυχαία και παρεπόμενα στοιχεία της εν λόγω συμβάσεως. Πλην όμως, εφόσον η ζημία που υφίσταται ο αποκλεισθείς διαγωνιζόμενος εξαιτίας της μη λήψεως του προβλεπόμενου στη σύμβαση ποσού –στοιχείου ουσιώδους και βασικού της οικείας δημόσιας συμβάσεως– δεν είναι δυνατόν να δικαιολογήσει τη λήψη προσωρινού μέτρου, πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να ισχύει το ίδιο όσον αφορά την απώλεια των προμνησθέντων τυχαίων και παρεπόμενων στοιχείων (βλ., συναφώς, διάταξη της 30ής Μαΐου 2017, Enrico Colombo και Corinti Giacomo κατά Επιτροπής, T‑690/16 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:370, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
42
Τα επιχειρήματα της αιτούσας προς απόδειξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, τα οποία αντλούνται από τον χαρακτήρα της επίμαχης συμβάσεως ως «συμβάσεως αναφοράς», από το «υψηλό κύρος» της συμβάσεως, από τη μη δυνατότητα αναπτύξεως ικανοτήτων χάριν στην υλοποίηση της συμβάσεως και από τη μη δυνατότητα δημιουργίας πραγματικής εταιρικής σχέσης με άλλες εταιρίες, ή ακόμα από την απώλεια της δυνατότητας, δεδομένης της σημασίας της συμβάσεως, να επιτύχει εκπτώσεις και πλεονεκτήματα εκ μέρους των προμηθευτών της τα οποία θα μπορούσε ακολούθως να μετακυλήσει στους πελάτες της, αφορούν τυχαία και παρεπόμενα στοιχεία της επίμαχης συμβάσεως κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στην προηγούμενη σκέψη. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία, τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσουν.
43
Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγεται ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε το επείγον της υποθέσεως, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η ύπαρξη fumus boni juris ούτε να πραγματοποιηθεί στάθμιση των συμφερόντων.
44
Δυνάμει του άρθρου 158, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 3 Ιουλίου 2017.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
M. Jaeger
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Εμπιστευτικά στοιχεία που δεν αποκαλύπτονται.