ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 21ης Ιουλίου 2017 ( *1 )
«Ασφαλιστικά μέτρα – Εσωτερική αγορά φυσικού αερίου – Οδηγία 2009/73/EK – Αίτηση της Bundesnetzagentur για τροποποίηση των όρων εξαιρέσεως από τους κανόνες της Ένωσης για την εκμετάλλευση του αγωγού φυσικού αερίου OPAL – Απόφαση της Επιτροπής περί τροποποιήσεως των όρων εξαιρέσεως από τους κανόνες της Ένωσης – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Έλλειψη επείγοντος»
Στην υπόθεση T‑130/17 R,
Polskie Górnictwo Naftowe i Gazownictwo S.A., με έδρα τη Βαρσοβία (Πολωνία), εκπροσωπούμενη από τον M. Jeżewski, δικηγόρο,
αιτούσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τις O. Beynet και K. Herrmann,
καθής,
υποστηριζόμενης από
την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους T. Henze και R. Kanitz,
παρεμβαίνουσα,
με αντικείμενο αίτηση βάσει των άρθρων 278 και 279 ΣΛΕΕ για την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως C(2016) 6950 τελικό της Επιτροπής, της 28ης Οκτωβρίου 2016, περί τροποποιήσεως των όρων εξαιρέσεως του αγωγού φυσικού αερίου OPAL από τους κανόνες σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων και από την τιμολογιακή ρύθμιση που καθορίστηκαν με την οδηγία 2003/55/ΕΚ,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1
Με την απόφαση C(2009) 4694, της 12ης Ιουνίου 2009, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζήτησε από την Bundesnetzagentur (BNetzA, Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων, Γερμανία), δυνάμει του άρθρου 22 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ (ΕΕ 2003, L 176, σ. 57), να τροποποιήσει την από 25 Φεβρουαρίου 2009 απόφασή της, η οποία απέκλειε τη δυναμικότητα μεταφοράς του αγωγού φυσικού αερίου Ostseepipeline-Anbindungsleitung (OPAL), που είναι το χερσαίο τμήμα, στα ανατολικά, του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 1, του οποίου το σημείο εισόδου βρίσκεται κοντά στην κωμόπολη Lubmin, πλησίον της πόλεως Greifswald, στη Γερμανία και το σημείο εξόδου στον μικρό οικισμό Brandov, στην Τσεχική Δημοκρατία, από την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων που προβλέπονται από το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας και από την τιμολογιακή ρύθμιση, που προβλέπεται από το άρθρο 25, παράγραφοι 2 έως 4, της ίδιας οδηγίας.
2
Η απόφαση της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου 2009 προέβλεπε τους ακόλουθους όρους:
«α)
Με επιφύλαξη του κανόνα που προβλέπεται στο στοιχείο βʹ, μια επιχείρηση δεσπόζουσα σε μία ή περισσότερες, χρονικώς προηγούμενες ή χρονικώς επόμενες, μεγάλες αγορές φυσικού αερίου και η οποία καλύπτει την Τσεχική Δημοκρατία δεν δύναται να δεσμεύσει, ετησίως, άνω του 50 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού φυσικού αερίου OPAL στα τσεχικά σύνορα. Οι δεσμεύσεις από επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, όπως η Gazprom και η Wingas, θα εξεταστούν από κοινού. Οι δεσμεύσεις από δεσπόζουσες επιχειρήσεις/από ομίλους επιχειρήσεων που έχουν συνάψει μεγάλες μακροπρόθεσμες συμβάσεις εφοδιασμού με φυσικό αέριο θα εξεταστούν συνολικά […]
β)
Είναι δυνατόν να γίνει υπέρβαση του ορίου του 50 % της δυναμικότητας εάν η οικεία επιχείρηση εκχωρήσει στην αγορά όγκο 3 δισεκατομμυρίων m3 φυσικού αερίου επί του αγωγού OPAL, σύμφωνα με ανοιχτή, διαφανή και αμερόληπτη διαδικασία (“πρόγραμμα εκχωρήσεως φυσικού αερίου”). Η εταιρία-διαχειριστής του αγωγού ή η επιχείρηση που υποχρεούται να υλοποιήσει το πρόγραμμα οφείλει να εγγυάται τη διαθεσιμότητα της αντίστοιχης δυναμικότητας μεταφοράς και την ελεύθερη επιλογή του σημείου εξόδου (“πρόγραμμα εκχωρήσεως δυναμικότητας”). Η μορφή των προγραμμάτων “εκχώρηση φυσικού αερίου” και “εκχώρηση δυναμικότητας” υπόκειται στην έγκριση της BNetzA.»
3
Στις 7 Ιουλίου 2009, η BNetzA τροποποίησε την από 25 Φεβρουαρίου 2009 απόφασή της προσαρμόζοντάς την στους προαναφερθέντες όρους που προβλέπονται από την απόφαση της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου 2009. Η BNetzA χορήγησε εξαίρεση από τους κανόνες για περίοδο 22 ετών.
4
Ο αγωγός φυσικού αερίου OPAL τέθηκε σε λειτουργία στις 13 Ιουλίου 2011 και διαθέτει δυναμικότητα της τάξεως των 36,5 δισεκατομμυρίων m3. Δυνάμει των αποφάσεων της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου 2009 και της BNetzA της 25ης Φεβρουαρίου 2009, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με την από 7 Ιουλίου 2009 απόφασή της, η δυναμικότητα μεταφοράς του αγωγού OPAL εξαιρέθηκε εξ ολοκλήρου από την εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων και από την τιμολογιακή ρύθμιση βάσει της οδηγίας 2003/55.
5
Το μη δεσμευμένο τμήμα του 50 % της δυναμικότητας του αγωγού αυτού ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε, καθόσον η Gazprom δεν έθεσε σε εφαρμογή το πρόγραμμα εκχωρήσεως φυσικού αερίου που μνημονεύεται στην απόφαση της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου 2009. Η δυναμικότητα εισόδου του αγωγού κοντά στην πόλη Greifswald δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον παρά μόνον για τους τρίτους που είναι σε θέση να διοχετεύσουν φυσικό αέριο σε αυτό το σημείο του αγωγού. Με την ισχύουσα σήμερα τεχνική διαμόρφωση, η προμήθεια του φυσικού αερίου σε αυτό το σημείο εισόδου δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον μέσω του αγωγού Nord Stream 1, τον οποίο χρησιμοποιεί ο όμιλος Gazprom για να μεταφέρει φυσικό αέριο από τα ρωσικά κοιτάσματα, και επομένως φαίνεται a priori να γίνεται χρήση μόνον του 50 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL.
6
Στις 13 Μαΐου 2016, η BNetzA γνωστοποίησε στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 36 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55 (EE 2009, L 211, σ. 94), την πρόθεσή της να τροποποιήσει ορισμένες διατάξεις της χορηγηθείσας το 2009 εξαιρέσεως όσον αφορά το υπαγόμενο στη διαχείριση της Opal Gastransport GmbH & Co. KG (στο εξής: OGΤ) τμήμα του αγωγού OPAL.
7
Στις 28 Οκτωβρίου 2016, η Επιτροπή εξέδωσε, βάσει του άρθρου 36, παράγραφος 9, της οδηγίας 2009/73, την απόφαση C(2016) 6950 τελικό, περί τροποποιήσεως των όρων εξαιρέσεως του αγωγού OPAL από τους κανόνες σχετικά με την πρόσβαση των τρίτων και από την τιμολογιακή ρύθμιση που καθορίστηκαν με την οδηγία 2003/55 (στο εξής: προσβληθείσα απόφαση), με αποδέκτη την BNetzA.
8
Με την προσβληθείσα απόφαση, η Επιτροπή διατήρησε την εξαίρεση από τους κανόνες προσβάσεως των τρίτων που είχε χορηγηθεί στον αγωγό OPAL για το τμήμα μεταξύ του σημείου εισόδου κοντά στην πόλη Greifswald και του σημείου εξόδου στο Brandov για το μέγιστο όριο του 50 % της δυναμικότητας, που είχε ήδη εγκρίνει με την από 12 Ιουνίου 2009 απόφασή της. Αντίθετα, το εναπομείναν 50 % της δυναμικότητας του εν λόγω τμήματος –το οποίο έως τότε παρέμενε αχρησιμοποίητο λόγω της μη θέσεως σε εφαρμογή του προγράμματος εκχωρήσεως φυσικού αερίου από την Gazprom– αποδεσμεύθηκε, δηλαδή υπήχθη στους κανόνες προσβάσεως των τρίτων. Η αποδέσμευση αυτή πρέπει να γίνει υπό τη μορφή κατανομής της δυναμικότητας μεταφοράς, στην οποία ο διαχειριστής του αγωγού υποχρεούται να προβεί στο πλαίσιο μιας διαφανούς και χωρίς διακρίσεις δημοπρασίας.
9
Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η χωρίς διακρίσεις και διαφανής διάθεση της δυναμικότητας μεταφοράς που αποδεσμεύθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούσε επίσης να οδηγήσει, de facto, στη χρήση της από την Gazprom eksport, η Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι τρίτοι θα μπορούν να έχουν πράγματι πρόσβαση στην «αποδεσμευθείσα» δυναμικότητα, ήρε το προτεινόμενο από την BNetzA όριο όσον αφορά τη δυναμικότητα διασυνδέσεως τύπου FZK (feste frei zuordenbare Kapazitäten/σταθερή και ελεύθερα διαθέσιμη δυναμικότητα) στο σημείο εξόδου του αγωγού. Συγκεκριμένα, ο διαχειριστής του αγωγού OPAL θα υποχρεούται να θέσει στη διάθεση άλλων χρηστών, πέραν της δεσπόζουσας στην τσεχική αγορά του φυσικού αερίου επιχειρήσεως, στο πλαίσιο δημοπρατήσεως, δυναμικότητα διασυνδέσεως FZK συνολικού όγκου 3,2 εκατομμυρίων kWh. Εάν εντούτοις φαίνεται ότι, κατά την ετήσια δημοπρασία, η ζήτηση δυναμικότητας τύπου FZK στο σημείο εξόδου στο Brandov υπερβαίνει το 90 % της προσφερόμενης δυναμικότητας, η BNetzA υποχρεούται να αυξήσει κατά 1,6 εκατομμύριο kWh την ποσότητα της διαθέσιμης δυναμικότητας FZK κατά την επόμενη ετήσια δημοπρασία. Η διαθέσιμη δυναμικότητα FZK μπορεί να αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου έως τον όγκο των 6,4 εκατομμυρίων kWh, ήτοι το 20 % της συνολικής δυναμικότητας του αγωγού OPAL.
10
Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα της δημοπρασίας ως δημοπρασίας αυξανόμενου τιμήματος και προκειμένου να αποφευχθεί οιαδήποτε υπερπλειοδοσία από τη δεσπόζουσα στην τσεχική αγορά οντότητα, η Επιτροπή εισήγαγε έναν πρόσθετο όρο σύμφωνα με τον οποίο μια τέτοια οντότητα δεν μπορεί να υποβάλει την προσφορά της, στο πλαίσιο δημοπρατήσεως της δυναμικότητας FZK, παρά μόνον στη βασική τιμή της δυναμικότητας, γεγονός που συνεπάγεται ότι η προταθείσα τιμή δεν θα μπορεί να υπερβεί τη μέση βασική ρυθμιζόμενη τιμή του συστήματος μεταφοράς από την εμπορική ζώνη της Gaspool στη Γερμανία προς την Τσεχική Δημοκρατία για συγκρίσιμα προϊόντα κατά το ίδιο έτος.
11
Στις 28 Νοεμβρίου 2016, η BNetzA τροποποίησε τη χορηγηθείσα με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009 εξαίρεση στον διαχειριστή του αγωγού OPAL σύμφωνα με την προσβληθείσα απόφαση.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
12
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Μαρτίου 2017, η αιτούσα, Polskie Górnictwo Naftowe i Gazownictwo S.A. (στο εξής: PGNiG), άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της προσβληθείσας αποφάσεως.
13
Με χωριστό έγγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, η PGNiG υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητεί, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
–
να αναστείλει την εκτέλεση της προσβληθείσας αποφάσεως, έως την έκδοση αποφάσεως που περατώνει την κύρια δίκη·
–
να διατάξει την Επιτροπή να απαιτήσει από την BNetzA να λάβει όλα τα δυνατά νομικά μέτρα για να ανασταλεί, έως την έκδοση της αποφάσεως που περατώνει την κύρια δίκη, η εκτέλεση αποφάσεως, συναλλαγής, συμβάσεως δημοσίου δικαίου ή κάθε άλλου μέτρου εφαρμογής που τροποποιεί, συμπληρώνει, καταργεί ή επηρεάζει με άλλο τρόπο την απόφαση της BNetzA της 25ης Φεβρουαρίου 2009, όπως αναδιατυπώθηκε στις 7 Ιουλίου 2009·
–
να διατάξει την BNetzA να λάβει όλα τα απαραίτητα νομικά μέτρα για να ανασταλεί, έως την έκδοση της αποφάσεως που περατώνει την κύρια δίκη, η εφαρμογή της αποφάσεως, της συναλλαγής, της συμβάσεως συναλλαγής ή κάθε άλλου μέτρου εφαρμογής που τροποποιεί, συμπληρώνει, καταργεί ή αφορά με άλλο τρόπο την απόφαση της BNetzA της 25ης Φεβρουαρίου 2009, όπως αναδιατυπώθηκε στις 7 Ιουλίου 2009·
–
να διατάξει την Επιτροπή να απαιτήσει από την OGT να αναστείλει, έως την έκδοση της αποφάσεως που περατώνει την κύρια δίκη, τη δημοπράτηση της δυναμικότητας μεταφοράς που απορρέει από την εφαρμογή της προσβληθείσας αποφάσεως και τη χορήγηση προσβάσεως στη δυναμικότητα μεταφοράς του αγωγού OPAL υπό όρους διαφορετικούς από αυτούς που καθορίστηκαν με την απόφαση της BNetzA της 25ης Φεβρουαρίου 2009, όπως αναδιατυπώθηκε στις 7 Ιουλίου 2009·
–
να διατάξει την OGT να αναστείλει, έως την έκδοση της αποφάσεως που περατώνει την κύρια δίκη, τη δημοπράτηση της δυναμικότητας μεταφοράς που απορρέει από την εφαρμογή της προσβληθείσας αποφάσεως και τη χορήγηση προσβάσεως στη δυναμικότητα μεταφοράς του αγωγού OPAL υπό όρους διαφορετικούς από αυτούς που καθορίστηκαν με την απόφαση της BNetzA της 25ης Φεβρουαρίου 2009, όπως αναδιατυπώθηκε στις 7 Ιουλίου 2009·
–
να διατάξει την Επιτροπή να απαιτήσει από την BNetzA, την OGT, την OAO Gazprom και την OOO Gazprom, να αναστείλουν, έως την έκδοση της αποφάσεως που περατώνει την κύρια δίκη, την εφαρμογή της συμβάσεως συναλλαγής με τους όρους που ενέκρινε η προσβληθείσα απόφαση·
–
να διατάξει την BNetzA, την OGT, την OAO Gazprom και την OOO Gazprom να αναστείλουν, έως την έκδοση της αποφάσεως που περατώνει την κύρια δίκη, την εφαρμογή της συμβάσεως συναλλαγής με τους όρους που ενέκρινε η προσβληθείσα απόφαση.
14
Με τις διατάξεις της 23ης Δεκεμβρίου 2016, PGNiG Supply & Trading κατά Επιτροπής (T‑849/16 R), και της 23ης Δεκεμβρίου 2016, Πολωνία κατά Επιτροπής (T‑883/16 R), ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου χορήγησε, δυνάμει του άρθρου 157, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, αναστολή εκτελέσεως της προσβληθείσας αποφάσεως, αναστολή η οποία ζητήθηκε από τις προσφεύγουσες στις δύο αυτές υποθέσεις, έως την έκδοση των διατάξεων που θα περατώνουν τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
15
Με τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, τις οποίες κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Μαρτίου 2017, η Επιτροπή ζητεί, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
–
να απορρίψει την υπό κρίση αίτηση·
–
να καταδικάσει την PGNiG στα δικαστικά έξοδα.
16
Στις 22 Μαρτίου 2017, η Gazprom eksport ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Στις 4 Απριλίου 2017, η Επιτροπή και η PGNiG κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της εν λόγω αιτήσεως.
17
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Μαρτίου 2017, η OGT ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής. Στις 6 Απριλίου 2017, η Επιτροπή και η PGNiG κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της εν λόγω αιτήσεως.
18
Στις 28 Απριλίου 2017, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτή την αίτηση παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που κατατέθηκε στις 28 Μαρτίου 2017, έναντι της οποίας τόσο η Επιτροπή όσο και η PGNiG δεν εξέφρασαν αντίρρηση με τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν στις 7 Απριλίου 2017. Το υπόμνημα παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προς υποστήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε από τη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Μαΐου 2017. Στις 29 Μαΐου 2017, η Επιτροπή και η PGNiG κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί του εν λόγω υπομνήματος.
19
Με επιστολή της 22ας Ιουνίου 2017, οι διάδικοι κλήθηκαν να παραστούν στην ακρόαση που ορίστηκε στις 5 Ιουλίου 2017, για να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους σχετικά με τις προϋποθέσεις τους επείγοντος και τη στάθμιση των συμφερόντων.
20
Η OGT και η Gazprom κλήθηκαν επίσης να παραστούν στην ακρόαση για να εκθέσουν τα επιχειρήματά τους σχετικά με τη στάθμιση των συμφερόντων, με την επιφύλαξη της τελικής αποφάσεως επί της αποδοχής των αντίστοιχων αιτήσεων παρεμβάσεως.
21
Στις 5 Ιουλίου 2017, η PGNiG, η Επιτροπή και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καθώς και οι δύο αιτούσες την παρέμβαση εξέθεσαν τα επιχειρήματά τους κατά την ακρόαση και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου. Καίτοι επετράπη στην OGT και την Gazprom να εκθέσουν επιχειρήματα σχετικά με τη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, εντούτοις ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε ως προς την απόφασή του σχετικά με την οριστική αποδοχή τους.
Σκεπτικό
Γενικές παρατηρήσεις
22
Από τον συνδυασμό των άρθρων 278 και 279 ΣΛΕΕ, αφενός, και του άρθρου 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αφετέρου, προκύπτει ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δύναται, εφόσον κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως πράξεως προσβαλλόμενης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή να επιβάλει τα απαραίτητα προσωρινά μέτρα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 156 του Κανονισμού Διαδικασίας. Εντούτοις, το άρθρο 278 ΣΛΕΕ καθιερώνει την αρχή του μη ανασταλτικού αποτελέσματος των ενδίκων βοηθημάτων, καθόσον οι πράξεις που εκδίδουν τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απολαύουν του τεκμηρίου νομιμότητας. Επομένως, μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως πράξεως προσβαλλόμενης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή να επιβάλει προσωρινά μέτρα (διάταξη της 19ης Ιουλίου 2016, Βέλγιο κατά Επιτροπής, T‑131/16 R, EU:T:2016:427, σκέψη 12).
23
Επιπλέον, το άρθρο 156, παράγραφος 4, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν «το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται».
24
Επομένως, η αναστολή εκτελέσεως και τα άλλα προσωρινά μέτρα μπορούν να διατάσσονται από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων εφόσον αποδεικνύεται ότι η χορήγησή τους δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως από τα πραγματικά και νομικά στοιχεία (fumus boni juris) και ότι είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια υπόθεση. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, οπότε οι αιτήσεις προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτονται, όταν δεν πληρούται έστω και μία από αυτές. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, εφόσον παραστεί ανάγκη, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων. (βλ. διάταξη της 2ας Μαρτίου 2016, Evonik Degussa κατά Επιτροπής, C‑162/15 P-R, EU:C:2016:142, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
25
Στο πλαίσιο αυτού του συνολικού ελέγχου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και παραμένει ελεύθερος να καθορίσει, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της συγκεκριμένης υποθέσεως, τον τρόπο με τον οποίο θα διακριβωθεί αν πληρούνται οι διάφορες προϋποθέσεις αυτές, καθώς και τη σειρά της εξετάσεως αυτής, δεδομένου ότι κανένας κανόνας δικαίου δεν του επιβάλλει να ακολουθήσει προκαθορισμένη ανάλυση προκειμένου να εκτιμήσει την ανάγκη προσωρινής ρυθμίσεως. [βλ. διάταξη της 19ης Ιουλίου 2012, Akhras κατά Συμβουλίου, C‑110/12 P(R), μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:507, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
26
Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, χωρίς να απαιτείται η κρίση επί των ενστάσεων απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί εάν πληρούται η σχετική με το επείγον προϋπόθεση.
Επί του επείγοντος
27
Προκειμένου να ελεγχθεί αν τα προσωρινά μέτρα, των οποίων ζητείται η λήψη, είναι επείγοντα, πρέπει να υπομνησθεί ότι σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της μελλοντικής αμετάκλητης αποφάσεως, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στην έννομη προστασία που διασφαλίζει ο δικαστής της Ένωσης. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, το επείγον πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την αναγκαιότητα που υπάρχει για την έκδοση προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος την προσωρινή προστασία. Στον διάδικο αυτό εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αναμείνει την έκβαση της δίκης επί της ουσίας χωρίς να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία (βλ. διάταξη της 14ης Ιανουαρίου 2016, AGC Glass Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑517/15 P-R, EU:C:2016:21, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28
Στην υπό κρίση υπόθεση, η PGNiG φοβάται ότι θα υποστεί ζημία που συνίσταται, κατ’ ουσίαν, στην απώλεια, αφενός, της προσβάσεως σε διαφοροποιημένες πηγές εφοδιασμού και, αφετέρου, της δυνατότητας κατοχυρώσεως της ασφάλειας και της συνέχειας του εφοδιασμού στους τελικούς πελάτες στην Πολωνία, σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
29
Συγκεκριμένα, η PGNiG φρονεί ότι η προσβληθείσα απόφαση θα έχει ως συνέπεια τον περιορισμό των δυνατοτήτων διαφοροποιήσεως των πηγών από τις οποίες αγοράζει το φυσικό αέριο είτε λόγω της αυξήσεως του βαθμού εξαρτήσεως του εφοδιασμού από την Gazprom είτε λόγω της ανάγκης να υποβληθεί σε υψηλότερο κόστος προμήθειας φυσικού αερίου από εναλλακτικούς φορείς. Ο περιορισμός αυτός θα είχε επίπτωση στην ασφάλεια και τη συνέχεια του εφοδιασμού, που η PGNiG υποχρεούται να διασφαλίζει δυνάμει του «νόμου περί ενέργειας» και του καταστατικού της.
30
Πρώτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με την απώλεια της προσβάσεώς της σε διαφοροποιημένες πηγές εφοδιασμού, η PGNiG υπογραμμίζει, αφενός, ότι η δέσμευση της δυναμικότητας μεταφοράς που θα δημοπρατηθεί σύμφωνα με τους νέους όρους χρήσεως του αγωγού OPAL θα μπορεί να γίνεται για χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών. Ωστόσο, η PGNiG υποστηρίζει ότι πρέπει να αναμένει κανείς ότι η Gazprom θα δεσμεύσει το μεγαλύτερο μέρος της δυναμικότητας μεταφοράς για το χρονικό αυτό διάστημα, παγώνοντας έτσι την κατάσταση για τα επόμενα δεκαπέντε έτη.
31
Συγκεκριμένα, η PGNiG υποστηρίζει ότι η εκτέλεση της προσβληθείσας αποφάσεως θα δίνει τη δυνατότητα στην Gazprom να δεσμεύσει τουλάχιστον το 90 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL. Κατά την PGNiG, η προσβληθείσα απόφαση οργανώνει τη δημοπράτηση του 50 % της συνολικής δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL. Εντούτοις, κατά την PGNiG, οι όροι της βάσει της ρυθμίσεως χορηγούμενης εξαιρέσεως που προβλέπονται από την προσβληθείσα απόφαση θα έχουν ως συνέπεια να επιτρέπουν στην Gazprom να αποκτήσει το 80 % τουλάχιστον της μερικώς ρυθμιζόμενης δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL που θα δημοπρατηθεί. Στο μέτρο που το υπόλοιπο 50 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL αποκλείεται από το δίκαιο της Ένωσης καθώς και από τους κανόνες τους σχετικούς με την πρόσβαση των τρίτων, και χορηγείται εξ ολοκλήρου στην Gazprom, η τελευταία στην πραγματικότητα θα μπορεί να έχει εγγυημένη πρόσβαση σε τουλάχιστον 90 % της συνολικής δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL. Ως εκ τούτου, επιτρέποντας στην Gazprom να κάνει χρήση του συνόλου σχεδόν της εν λόγω δυναμικότητας μεταφοράς για χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών, η προσβληθείσα απόφαση τροποποιεί σημαντικά, κατά την άποψη της PGNiG, την πολωνική αγορά της διανομής φυσικού αερίου.
32
Αφετέρου, η PGNiG διευκρινίζει ότι η μακρόχρονη δέσμευση από την Gazprom της προσφάτως «αποδεσμευθείσας» πρόσθετης δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL θα έχει μη αναστρέψιμες συνέπειες στις συμβάσεις τις μεταγενέστερα συναπτόμενες από φορείς που δραστηριοποιούνται στη μεταφορά, τη διανομή και την παράδοση του φυσικού αερίου του οποίου προμηθευτής είναι η Gazprom. Κατά την PGNiG, οι δεσμεύσεις, οι οποίες θα έχουν τη μορφή συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, θα καταστούν στη συνέχεια πηγές δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που υπόκεινται σε προστασία, ανεξαρτήτως της εκβάσεως της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου, ακόμη και η ακύρωση της προσβληθείσας αποφάσεως δεν θα μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση των συμβάσεων μεταφοράς ή προμήθειας φυσικού αερίου μέσω του αγωγού OPAL. Η PGNiG υπογραμμίζει επίσης ότι οι εν λόγω συμβάσεις μεταφοράς θα έχουν ως παράλληλη συνέπεια τη σύναψη εμπορικών συμβάσεων εμπορίας φυσικού αερίου, προκαλώντας έτσι ένα πρόσθετο εμπόδιο όσον αφορά τη λύση των συμβάσεων μεταφοράς.
33
Συγκεκριμένα, λόγω, αφενός, της περιπλοκότητας των σχέσεων μεταξύ των διοικητικών αρχών και των εμπλεκομένων μεμονωμένων οντοτήτων, και, αφετέρου, των έννομων σχέσεων που συνδέουν τις εν λόγω οντότητες οι οποίες θα ενεργήσουν βάσει πράξεων που απολαύουν του τεκμηρίου νομιμότητας της προσβληθείσας αποφάσεως, η PGNiG φρονεί ότι δεν θα είναι δυνατόν να επιτύχει αποκατάσταση της ζημίας της.
34
Χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτιμηθεί ο ενδεχομένως υποθετικός χαρακτήρας της στάσεως που θα ακολουθήσει η Gazprom κατά τη δημοπράτηση της δυναμικότητας μεταφοράς που αποδεσμεύεται με την προσβληθείσα απόφαση, αρκεί να επισημανθεί ότι η προβαλλόμενη ζημία φαίνεται, a priori, να εξαρτάται από τον μακροπρόθεσμα μη αναστρέψιμο χαρακτήρα των καταστάσεων που θα δημιουργηθούν υπό το νομικό καθεστώς που καθιστά δυνατό η προσβληθείσα απόφαση.
35
Πράγματι, η PGNiG φαίνεται να υποστηρίζει ότι η δυνατότητα της Gazprom να πραγματοποιεί, κατά τις επόμενες ετήσιες δημοπρασίες του 50 % της δυναμικότητας μεταφοράς που αποδεσμεύεται με την προσβληθείσα απόφαση, μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις θα έχει ως συνέπεια το πάγωμα της καταστάσεως κατά τρόπο ώστε η έκταση των έννομων συνεπειών της προσβληθείσας αποφάσεως να υπερβαίνει κατά πολύ τη διάρκεια της νομικής της υπάρξεως.
36
Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι η εν λόγω ανάλυση βασίζεται σε μια εσφαλμένη αντίληψη της λειτουργίας της ιδιαίτερης έννομης τάξεως που έχει θεσπιστεί με τις Συνθήκες (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, Costa, 6/64, EU:C:1964:66, σ.1158). Σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβληθείσας αποφάσεως, οι όροι χρήσεως του αγωγού OPAL, όπως επιτρέπονται από την εν λόγω απόφαση, δεν θα ισχύουν πλέον. Κατά συνέπεια, καμία πράξη ιδιωτικού δικαίου που στηρίζεται στους εν λόγω όρους δεν θα μπορεί να εφαρμοστεί. Η Επιτροπή έχει ορθά υπογραμμίσει ειδικά αυτήν την πτυχή τόσο στα έγγραφά της όσο και κατά την ακρόαση της 5ης Ιουλίου 2017, όπως άλλωστε και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με την ίδια ευκαιρία.
37
Συναφώς, πέραν των νομικών κωλυμάτων, των οποίων η ύπαρξη δεν μπορεί να γίνει δεκτή, όπως έχει υπομνησθεί ανωτέρω στη σκέψη 36, η PGNiG προβάλλει εν συνεχεία την ύπαρξη πρακτικών δυσκολιών κατά την εφαρμογή των συνεπειών μιας τέτοιας ακυρώσεως. Εντούτοις, πρέπει να απορριφθεί και αυτό το επιχείρημα. Πράγματι, αφενός, όπως έχει υπογραμμίσει κατηγορηματικά η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της επί του υπομνήματος παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας καθώς και κατά την ακρόαση της 5ης Ιουλίου 2017, και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με την ίδια ευκαιρία, εάν το Γενικό Δικαστήριο ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση, οι συμβάσεις δεσμεύσεως προϊόντων δυναμικότητας για χρονικές περιόδους που έπονται της εκδόσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου δεν θα μπορούν να εκτελεστούν. Αφετέρου, κατά την εν λόγω ακρόαση, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, πρώτον, από τους γενικούς όρους της συμβάσεως που εφαρμόζονται στη μεταφορά φυσικού αερίου μέσω του αγωγού OPAL απορρέει ότι η σύμβαση μεταφοράς που έχει συναφθεί μεταξύ των χρηστών του συστήματος και της OGT όσον αφορά την απόκτηση προϊόντων δυναμικότητας μέσω της δημοπρασίας μπορεί να λυθεί αμελλητί για σημαντικούς λόγους, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται αναμφισβήτητα και η ακύρωση της προσβληθείσας αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο· δεύτερον, η ακύρωση αυτή θα συνιστά τυχαίο γεγονός έχον έννομες συνέπειες επί της συμβάσεως, υπό την έννοια ότι δικαιολογεί την προσαρμογή των όρων της εν λόγω συμβάσεως, και, τρίτον, οι εν λόγω γενικοί όροι επιτρέπουν στην OGT να τροποποιήσει τους όρους της συμβάσεως στο μέλλον εάν τούτο επιβάλλεται από την ανάγκη να ληφθεί υπόψη η μεταβολή της νομικής καταστάσεως, παραδείγματος χάρη, λόγω αποφάσεως εκδοθείσας από διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Κατά τα λοιπά, δεν φαίνεται να αποκλείεται, a priori, το ότι, σε σχέση με τη δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ενδέχεται να εισαχθεί μια ρήτρα διασφαλίσεως στο σύνολο των υπογραφεισών συμβάσεων σε σχέση με μελλοντικές δημοπρασίες (παραδείγματος χάρη, συμβάσεις μεταγενέστερα συναπτόμενες από τους φορείς που δραστηριοποιούνται στη μεταφορά, τη διανομή και την παράδοση του φυσικού αερίου του οποίου προμηθευτής είναι η Gazprom αλλά και εμπορικές συμβάσεις εμπορίας φυσικού αερίου) προκειμένου να προβλεφθούν οι συνέπειες μιας νέας ενδεχόμενης αναστολής της προσβληθείσας αποφάσεως ή ακυρώσεως αυτής. Εν πάση περιπτώσει, στο μέτρο που έχουν κινηθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίες κατά της προσβληθείσας αποφάσεως, υφίσταται αναμφισβήτητα ένας εμπορικός κίνδυνος τον οποίο οι φορείς της αγοράς δεν μπορούν να αγνοούν.
38
Τέλος, η PGNiG υπογραμμίζει το γεγονός ότι, παρά τις διατάξεις, ιδίως, της 23ης Δεκεμβρίου 2016, στην υπόθεση PGNiG Supply & Trading κατά Επιτροπής (T‑849/16 R), και της 23ης Δεκεμβρίου 2016, στην υπόθεση Πολωνία κατά Επιτροπής (T‑883/16 R), ο αγωγός OPAL έτυχε εκμεταλλεύσεως σε επίπεδο που μαρτυρά χρήση της οργανωθείσας πριν την αναστολή εκτελέσεως της προσβληθείσας αποφάσεως δυναμικότητας σύμφωνα με τους επιτρεπόμενους από την απόφαση αυτή όρους. Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί, πρώτον, ότι, μολονότι μπορεί να τεθούν θεμιτά ζητήματα όσον αφορά τα σχετικά με τη χρήση της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL γεγονότα που επήλθαν μετά την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων, εντούτοις, από τα στοιχεία του φακέλου, τα οποία επιβεβαιώθηκαν κατά την ακρόαση της 5ης Ιουλίου 2017, προκύπτει ότι η τωρινή χρήση του εν λόγω αγωγού διέπεται σαφώς από τους όρους που ίσχυαν πριν την έκδοση της προσβληθείσας αποφάσεως, και δεύτερον, ότι, μολονότι, κατά την ακρόαση, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επιβεβαίωσε ότι ορισμένες συμβάσεις, συνδεόμενες με δημοπρασίες που είχαν διοργανωθεί πριν την έκδοση των διατάξεων της 23ης Δεκεμβρίου 2016, PGNiG Supply & Trading κατά Επιτροπής (T‑849/16 R), και της 23ης Δεκεμβρίου 2016, Πολωνία κατά Επιτροπής (T‑883/16 R), εκτελέσθηκαν κατά παράβαση των αποτελεσμάτων των αναστολών που διέταξε ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων με τις εν λόγω διατάξεις του, εντούτοις, υπογράμμισε την ύπαρξη συγχύσεως που περιέβαλε την κατάσταση αυτή. Πράγματι, μετά την έκδοση των εν λόγω διατάξεων, κινήθηκε μια διαδικασία ενώπιον του Oberlandesgericht Düsseldorf (Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο του Ντύσελντορφ, Γερμανία) η οποία οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως της 30ής Δεκεμβρίου 2016 με την οποία ανεστάλη η μεταξύ της OGT και της BNetzA συναφθείσα συμφωνία της 28ης Νοεμβρίου 2016. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστήριξε έτσι, εσφαλμένα, όπως αναγνώρισε και η ίδια κατά την ακρόαση, ότι οι εν λόγω αναστολές αφορούσαν μόνον τη μελλοντική διοργάνωση δημοπρασιών, αποκλείοντας κάθε συνέπεια στην εκτέλεση συμβάσεων που συνδέονταν με παρελθούσες δημοπρασίες. Με γνώμονα την ανταλλαγή απόψεων που εν συνεχεία έλαβε χώρα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φρονεί ότι δεν θα επαναληφθεί μια τέτοια εσφαλμένη ερμηνεία τόσο στην περίπτωση νέας αναστολής απαγγελθείσας από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων όσο και σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβληθείσας αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο. Συναφώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διευκρίνισε ότι η γερμανική νομοθεσία της παρείχε εξουσίες εξαναγκασμού της BNetzA που αρκούν για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου και του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι μια νέα αναστολή, που θα διαταχθεί στην περίπτωση προσφυγής στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 160 του Κανονισμού Διαδικασίας, και η ακύρωση της προσβληθείσας αποφάσεως θα συνοδευτούν από τα αποτελέσματα που συνεπάγονται τέτοιες δικαστικές αποφάσεις.
39
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, ακόμη και αν είχε αποδειχθεί με τον απαιτούμενο βαθμό πιθανολογήσεως ο βέβαιος χαρακτήρας τους, όλες οι συνέπειες που συνδέονται με τα περιστατικά που περιγράφονται ανωτέρω στις σκέψεις 30 έως 32, αντί να αφορούν περίοδο δεκαπέντε ετών, στην πραγματικότητα, περιορίζονται στο να αφορούν την περίοδο προ της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου που πρόκειται να περατώσει την κύρια δίκη.
40
Ως εκ τούτου, μόνον η περιγραφείσα ανωτέρω στις σκέψεις 30 και 31 υποθετική περίπτωση, για την οποία κάνει λόγο η PGNiG, θα μπορούσε ενδεχομένως να λάβει χώρα κατά την περίοδο προ της εκδόσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου που πρόκειται να περατώσει την κύρια δίκη. Ωστόσο, η υποθετική αυτή περίπτωση, η οποία συνίσταται στη χρήση τουλάχιστον του 90 % της δυναμικότητας μεταφοράς του αγωγού OPAL από την Gazprom, δεν συνιστά αυτή καθεαυτή τη ζημία που προβάλλει η PGNiG στο μέτρο που η ζημία αυτή εξαρτάται από το κατά πόσον η κατάσταση αυτή θα συνεχιστεί επί μακρόν. Συνεπώς, ακόμη και αν οι συνέπειες της εν λόγω υποθετικής περιπτώσεως ήσαν μη αναστρέψιμες, δεν θα επληρούτο η απαίτηση της αποδείξεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας της PGNiG που να δικαιολογεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων τα οποία ζητούνται.
41
Δεύτερον, όσον αφορά τον ισχυρισμό σχετικά με την απώλεια της δυνατότητας να κατοχυρώσει την ασφάλεια και τη συνέχεια του εφοδιασμού στους τελικούς πελάτες στην Πολωνία, η PGNiG τονίζει ότι είναι υπεύθυνη, –ούσα αυτεπαγγέλτως πωλητής–, για τον εφοδιασμό σε φυσικό αέριο των πελατών στην Πολωνία, όπως προκύπτει από το καταστατικό της.
42
Η PGNiG φρονεί ότι, στο μέτρο που η προσβληθείσα απόφαση θα οδηγήσει στην αύξηση της δυναμικότητας μεταφοράς μέσω του αγωγού OPAL, η εκμετάλλευση των άλλων αγωγών φυσικού αερίου που καθιστούν δυνατή την εξαγωγή φυσικού αερίου από την Gazprom προς τη Δυτική Ευρώπη, ιδίως των αγωγών Yamal-Europe και Αδελφοσύνη, θα μειωθεί. Κατά την άποψη της PGNiG, η μείωση αυτή της χρήσεως θα έχει ως συνέπεια αύξηση των τιμών της προερχόμενης από τη δύση μεταφοράς. Η αύξηση των τιμών μεταφοράς θα μειώσει την ανταγωνιστικότητα των εναλλακτικών προμηθευτών φυσικού αερίου από τη δύση και τον νότο σε σχέση με την Gazprom η οποία χρησιμοποιεί στην ανατολή «μονοπωλιακώς» σημεία εισόδου στο πολωνικό σύστημα μεταφοράς. Κατά συνέπεια, τούτο θα περιορίσει για την PGNiG τις δυνατότητες διαφοροποιήσεως των πηγών αγοράς φυσικού αερίου, γεγονός που θα έχει επίπτωση στην ασφάλεια και τη συνέχεια του εφοδιασμού στο μέτρο που, κατά την αιτούσα, η Gazprom θα μπορεί να περιορίσει τις παραδόσεις της μέσω του αγωγού φυσικού αερίου Yamal-Europe, κατ’ εφαρμογή της προσβληθείσας αποφάσεως. Η PGNiG υπογραμμίζει ότι τούτο εγκυμονεί αυτομάτως και άμεσα κίνδυνο όσον αφορά την υλοποίηση των καθηκόντων της και ιδίως την κατοχύρωση της ασφάλειας και της συνέχειας του εφοδιασμού, και προς τους προστατευόμενους πελάτες υπό την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 994/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 2010, σχετικά με τα μέτρα κατοχύρωσης της ασφάλειας εφοδιασμού με αέριο και την κατάργηση της οδηγίας 2004/67/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2010, L 295, σ. 1). Επιπροσθέτως, η αιτούσα θα πρέπει να λάβει μια σειρά μέτρων (ανεύρεση νέων προμηθευτών, σύναψη νέων συμβάσεων), που θα τροποποιήσουν ουσιωδώς τη θέση της στην αγορά.
43
Εκ νέου, χωρίς να απαιτείται να εκτιμηθεί, αφενός, ο ενδεχομένως υποθετικός χαρακτήρας των περιστατικών που περιγράφονται ανωτέρω στη σκέψη 42, για τα οποία η PGNiG προσκομίζει ορισμένο αριθμό πληροφοριών και εγγράφων προκειμένου να αποδειχθεί ο επαρκής βαθμός βεβαιότητας, ο οποίος εντούτοις αμφισβητείται από την Επιτροπή και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, και, αφετέρου, το υποστατό του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των περιστατικών αυτών και της προσβληθείσας αποφάσεως, αρκεί να επισημανθεί ότι στην παρούσα υπόθεση ελλείπει ο επικείμενος χαρακτήρας της προβαλλόμενης ζημίας.
44
Όπως έχει υπομνησθεί ανωτέρω στη σκέψη 27, κατά πάγια νομολογία, το επείγον μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να κρίνεται σε σχέση με την ανάγκη που υπάρχει να εκδοθεί προσωρινή απόφαση προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας του αιτούντος τα προσωρινά μέτρα διαδίκου πριν την έκδοση αποφάσεως επί του προβληθέντος με την κύρια προσφυγή αιτήματος ακυρώσεως και ότι εναπόκειται στον εν λόγω διάδικο να προσκομίσει επαρκή απόδειξη για το ότι δεν μπορούσε να αναμένει την έκβαση της δίκης επί της κύριας προσφυγής χωρίς να υποστεί προσωπικά ζημία τέτοιας φύσεως.
45
Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, από την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προκύπτει ότι αυτή τη στιγμή είναι σε ισχύ μια σύμβαση διαμετακομίσεως που έχει συναφθεί με την Gazprom για τη μεταφορά φυσικού αερίου μέσω του πολωνικού τμήματος του αγωγού Yamal-Europe για τον εφοδιασμό των αγορών της Δυτικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας, έως το 2020 καθώς και μια σύμβαση συναφθείσα μεταξύ της PGNiG και της Gazprom για παραδόσεις φυσικού αερίου, η οποία λήγει στο τέλος του 2022. Με την παρούσα αίτηση, η PGNiG τονίζει ότι, μετά τη λήξη, το 2020, της συμβάσεως που τη συνδέει με την Gazprom όσον αφορά τη διαμετακόμιση του φυσικού αερίου μέσω του αγωγού Yamal-Europe, είναι πολύ πιθανό, ή και βέβαιο, ότι η χρήση της δυναμικότητας μεταφοράς του εν λόγω αγωγού δεν θα ανέρχεται παρά σε 2,9 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα κατ’ έτος, και ότι, μετά τη λήξη, το 2022, της συμβάσεως που συνδέει τους δύο αυτούς φορείς για τον εφοδιασμό της πολωνικής αγοράς με φυσικό αέριο, η δυναμικότητα μεταφοράς του εν λόγω αγωγού ενδέχεται να απενεργοποιηθεί τελείως.
46
Από τις εν λόγω συμβάσεις απορρέει ότι η εκμετάλλευση της δυναμικότητας μεταφοράς του πολωνικού τμήματος του αγωγού Yamal-Europe έχει, εκ πρώτης όψεως, διασφαλιστεί έως τα τέλη του 2019 τουλάχιστον και ότι οι παραδόσεις της Gazprom στην πολωνική αγορά είναι διασφαλισμένες έως το 2022. Όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της επί της παρούσας αιτήσεως, οι δύο αυτές συμβάσεις διασφαλίζουν την πλήρη εκμετάλλευση της δυναμικότητας μεταφοράς του πολωνικού τμήματος του αγωγού Yamal-Europe. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η μη τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων συνεπάγεται τη δυνατότητα ασκήσεως ειδικών ενδίκων βοηθημάτων, τα οποία εναπόκειται στην PGNiG να ασκήσει εάν παραστεί ανάγκη. Στο πλαίσιο αυτό, είναι επίσης δυνατόν να γίνει χρήση, εκ μέρους της PGNiG, του άρθρου 160 του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο της παρέχει, ως εκ τούτου, αποτελεσματική δικαστική προστασία στο πλαίσιο της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ένδικης διαφοράς της, σε περίπτωση παραβάσεως των εν λόγω υποχρεώσεων.
47
Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που αποδειχθεί ο βέβαιος χαρακτήρας της προβαλλόμενης από την PGNiG ζημίας, το νωρίτερο που μπορεί να επέλθει η εν λόγω ζημία είναι με τη λήξη των εν λόγω συμβάσεων, εφόσον βέβαια οι εν λόγω συμβάσεις δεν ανανεωθούν. Λαμβανομένης υπόψη, όμως, της μέσης διάρκειας των ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασιών, η απόφαση επί της ουσίας στην παρούσα υπόθεση θα εκδοθεί κατά πάσα πιθανότητα εντός χρονικού διαστήματος δύο ετών, ήτοι εντός του 2019. Επιπροσθέτως, εάν η λήξη των εν λόγω συμβάσεων πραγματοποιηθεί ενώ δεν έχει εκδοθεί ακόμη η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, δεν αποκλείεται το Γενικό Δικαστήριο να εκτιμήσει ότι υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις και έτσι να αποφασίσει αυτεπαγγέλτως την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής με ταχεία διαδικασία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 151, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Άλλως, δεν αποκλείεται επίσης, εάν τούτο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να αποφασίσει την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 67, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού.
48
Ως εκ τούτου, πρέπει να επισημανθεί ότι η PGNiG δεν προσκομίζει επαρκή απόδειξη ως προς το ότι δεν μπορούσε να αναμένει την έκβαση της δίκης επί της κύριας προσφυγής χωρίς να υποστεί προσωπικά σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
49
Συναφώς, πρέπει, εντούτοις, να σημειωθεί ότι η PGNiG προβάλλει ότι η μεταφορά του φυσικού αερίου μπορεί να περιοριστεί επίσης για λόγους πολιτικούς, παρά την ισχύ των συμβάσεων. Λόγω του ότι καθιστά δυνατή μια αύξηση της μεταφοράς φυσικού αερίου μέσω του αγωγού OPAL, η προσβληθείσα απόφαση αυξάνει, κατά την αιτούσα, τον κίνδυνο αυτό. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της, η PGNiG αναφέρεται σε μια σειρά καθολικών διακοπών των παραδόσεων φυσικού αερίου μέσω του αγωγού Yamal-Europe προς την Πολωνία και τη Γερμανία ενώ οι συμβάσεις προμήθειας φυσικού αερίου ήταν σε ισχύ και ήταν τεχνικά αδύνατη η μεταφορά του φυσικού αερίου μέσω άλλων αγωγών, κάτι που θα είναι πλέον δυνατό λόγω της προσβληθείσας αποφάσεως. Οι αυξημένες πιθανότητες ανακατευθύνσεως όγκων φυσικού αερίου στους αγωγούς Nord Stream 1 και OPAL θα αυξήσουν, κατά την άποψη της αιτούσας, σημαντικά τον κίνδυνο να επαναληφθούν στο μέλλον παρόμοιες καταστάσεις.
50
Χωρίς να παρίσταται ανάγκη να διατυπωθεί κρίση στο παρόν στάδιο, αφενός, ως προς τον ενδεχομένως υποθετικό χαρακτήρα των περιστατικών που περιγράφονται ανωτέρω στη σκέψη 49 και, αφετέρου, ως προς την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ των περιστατικών αυτών και της προσβληθείσας αποφάσεως, αρκεί να επισημανθεί, πρώτον, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι διακοπές, των οποίων οι λόγοι έχουν χαρακτηριστεί από την αιτούσα ως πολιτικοί, μπορεί να εξηγούνται από τεχνικούς λόγους. Σε κάθε περίπτωση, για να παρουσιάζει σοβαρό και ανεπανόρθωτο χαρακτήρα, η προβαλλόμενη ζημία πρέπει να έχει προκληθεί από διακοπή μεγάλης διάρκειας. Εντούτοις, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι δικαιολογείται ένας τέτοιος φόβος, στο μέτρο που εάν πραγματοποιηθεί μια τέτοια κατάσταση, θα συνιστά, κατά πάσα πιθανότητα, νέο περιστατικό που επιτρέπει στην PGNiG να προσφύγει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 160 του Κανονισμού Διαδικασίας, στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, ο οποίος στην περίπτωση αυτή δύναται να λάβει νέο μέτρο αναστολής ακόμη και χωρίς την προηγούμενη ακρόαση του αντιδίκου (inaudita altera parte), δυνάμει του άρθρου 157, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, προκειμένου να αποκατασταθεί προσωρινά η ρύθμιση που ίσχυε πριν τεθεί σε ισχύ το προβλεπόμενο από την προσβληθείσα απόφαση καθεστώς, και έως ότου αποφανθεί για το βάσιμο της νέας αιτήσεως με βάση τα υποβληθέντα στοιχεία. Δεύτερον, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της επί της παρούσας αιτήσεως και κατά την ακρόαση της 5ης Ιουλίου 2017, η αιτούσα δεν προσκόμισε, με την αρχική της αίτηση, επαρκείς πληροφορίες που να παρέχουν τη δυνατότητα στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να εκτιμήσει εάν είναι αδύνατη η προσφυγή σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού.
51
Συνεπώς, συνάγεται ότι, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ο επικείμενος χαρακτήρας της προβαλλόμενης ζημίας, η PGNiG δεν πληροί την προϋπόθεση κατά την οποία απαιτείται να μην μπορεί ο διάδικος να αναμένει την έκβαση της δίκης επί της κύριας προσφυγής χωρίς να υποστεί προσωπικά σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία εξαιτίας της εκτελέσεως της προσβληθείσας αποφάσεως.
52
Επαλλήλως, πρέπει να επισημανθεί ότι η PGNiG μνημονεύει, μεταξύ των επιχειρημάτων της σχετικά με την απόδειξη του εννόμου συμφέροντός της, μια πρόσθετη ζημία που συνίσταται, κατ’ ουσία, στην απώλεια εισοδημάτων λόγω των συνεπειών που έχει η προσβληθείσα απόφαση για την Europol Gaz S.A., ιδιοκτήτρια του αγωγού φυσικού αερίου Yamal-Europe, της οποίας η αιτούσα είναι ο πλειοψηφών μέτοχος. H αναμενόμενη αλλαγή της μεταφοράς του φυσικού αερίου από τον αγωγό Yamal-Europe προς τον αγωγό Nord Stream 1 θα προκαλέσει οικονομικές απώλειες λόγω της αδυναμίας καλύψεως του παγίου κόστους της δραστηριότητας της Europol Gaz και λόγω της μη γένεσης κερδών από τη δραστηριότητα της μεταφοράς. Συνεπώς, η αιτούσα, ως μέτοχος της Europol Gaz, θα στερηθεί των πλεονεκτημάτων που συνδέονται με τη δραστηριότητα της εν λόγω εταιρίας, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας εισπράξεως μερισμάτων.
53
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, μια χρηματική ζημία δεν δύναται, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι η χρηματική αποκατάσταση είναι, κατά κανόνα, ικανή να επαναφέρει τον ζημιωθέντα στην πριν από την επέλευση της ζημίας κατάσταση. Μια τέτοια ζημία θα μπορούσε να αποκατασταθεί ειδικά στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως βάσει των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ (βλ. διάταξη της 7ης Ιουλίου 2016, Επιτροπή κατά Bilbaína de Alquitranes κ.λπ., C‑691/15 P-R, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:597, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
54
Όταν η προβαλλόμενη ζημία είναι οικονομική, τα προσωρινά μέτρα, των οποίων ζητείται η λήψη, δικαιολογούνται αν, κατά τα φαινόμενα, ελλείψει των μέτρων αυτών, ο αιτών τη λήψη των προσωρινών μέτρων θα βρισκόταν σε κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητά του πριν την έκδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη επί της ουσίας ή τα μερίδιά του στην αγορά θα τροποποιούνταν σημαντικά, υπό το πρίσμα, ιδίως, του μεγέθους και του κύκλου εργασιών της επιχειρήσεώς του, καθώς και ενδεχομένως, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει (βλ. διάταξη της 12ης Ιουνίου 2014, Επιτροπή κατά Rusal Armenal, C‑21/14 P-R, EU:C:2014:1749, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
55
Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η αιτούσα δεν προσκόμισε την παραμικρή πληροφορία σχετικά με το μέγεθος της επιχειρήσεώς της, τον κύκλο εργασιών της ούτε τον όμιλο στον οποίο ενδεχομένως ανήκει και, ενδεχομένως, τα χαρακτηριστικά του τελευταίου.
56
Ελλείψει οιασδήποτε πληροφορίας όσον αφορά τα στοιχεία που μνημονεύονται ανωτέρω στη σκέψη 55, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αιτούσα, προβάλλοντας την ουσιώδη μεταβολή της θέσεώς της στην αγορά, την εξασθένηση της ανταγωνιστικότητάς της καθώς και την πτώση των μερισμάτων της και της αξίας των μετοχών της που οφείλεται στη μείωση της τιμής της εταιρίας, απέδειξε το επείγον.
57
Επίσης, για τον ίδιο λόγο, ήτοι την απουσία οιασδήποτε πληροφορίας όσον αφορά τα στοιχεία που μνημονεύονται ανωτέρω στη σκέψη 55, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ότι η προβαλλόμενη ζημία δύναται να χαρακτηριστεί ως «αντικειμενικά σημαντική οικονομική ζημία» υπό την έννοια της σκέψεως 33 της διατάξεως της 7ης Μαρτίου 2013, EDF κατά Επιτροπής [C‑551/12 P(R), EU:C:2013:157].
58
Συναφώς, πρέπει να προστεθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να εκτιμήσει εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω στη σκέψη 27, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να διαθέτει συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία, που να στηρίζονται σε λεπτομερείς και βεβαιωμένες έγγραφες αποδείξεις, τα οποία αποδεικνύουν την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο αιτών τη λήψη των προσωρινών μέτρων και καθιστούν δυνατή την εκτίμηση των συνεπειών που θα προκύψουν κατά πάσα πιθανότητα από τη μη λήψη των μέτρων τα οποία ζητούνται. Συνεπώς, ο διάδικος αυτός, ιδίως όταν προβάλλει την επέλευση ζημίας οικονομικής φύσεως, πρέπει να παρέχει, με την προσκόμιση εγγράφων, μια σφαιρική και πιστή εικόνα της οικονομικής του καταστάσεως (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, διάταξη της 29ης Φεβρουαρίου 2016, ICA Laboratories κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑732/15 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:129, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
59
Ως εκ τούτου, εάν η αιτούσα δεν παραθέτει με την αίτησή της των ασφαλιστικών μέτρων τέτοια στοιχεία, δεν εναπόκειται στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να αναζητήσει, αντί του ενδιαφερομένου, τα στοιχεία αυτά.
60
Κατά συνέπεια, δεν πληρούται η σχετική με το επείγον προϋπόθεση, οπότε η υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη fumus boni juris ή να γίνει στάθμιση των συμφερόντων.
61
Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας κατά την οποία λαμβάνεται υπόψη, ενδεχομένως, το προβαλλόμενο από τον παρεμβαίνοντα συμφέρον στο πλαίσιο της σταθμίσεως των συμφερόντων (διάταξη της 26ης Ιουλίου 2004, Microsoft κατά Επιτροπής, T‑201/04 R, EU:T:2004:246, σκέψη 34), δεν απαιτείται να αποφανθεί ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων επί των αιτήσεων παρεμβάσεως της OGT και της Gazprom.
62
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, με αίτημα της 13ης Απριλίου 2017, η PGNiG ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση ορισμένων πληροφοριών έναντι της OGT και της Gazprom. Λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω σκέψεως 61, το αίτημα αυτό πρέπει να επαναχαρακτηριστεί ως αίτημα εμπιστευτικής μεταχειρίσεως έναντι του κοινού, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Κανονισμού Διαδικασίας. Στο πλαίσιο αυτό, αρκεί να επισημανθεί ότι, όσον αφορά τις πληροφορίες που περιέχονται στην παρούσα διάταξη, είτε αυτές υποβλήθηκαν και συζητήθηκαν κατά τη δημόσια ακρόαση που διεξήχθη στις 5 Ιουλίου 2017 είτε το αίτημα για την παράλειψή τους δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένο, και ότι, συνεπώς, δεν συντρέχει θεμιτός λόγος να γίνει δεκτό το αίτημα αυτό.
63
Δυνάμει του άρθρου 158, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 21 Ιουλίου 2017.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
M. Jaeger
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.
Full & Egal Universal Law Academy