ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 15ης Μαΐου 2019 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως – Απόφαση της Επιτροπής για τη χρηματοδότηση προτάσεων έργων στον τομέα των μεταφορών στο πλαίσιο του μηχανισμού “Συνδέοντας την Ευρώπη” (CEF) “Multimodal Container Terminal Paskov, Φάση III” και “Intermodal Terminal Mělník, Φάσεις 2 και 3” – Προθεσμία άσκησης προσφυγής – Χρονικό σημείο έναρξης – Εκπρόθεσμο – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T‑262/17,
Metrans a.s., με έδρα την Πράγα (Τσεχική Δημοκρατία), εκπροσωπούμενη από τον A. Schwarz, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τις J. Hottiaux και J. Samnadda,
και
Εκτελεστικού Οργανισμού Καινοτομίας και Δικτύων (INEA), εκπροσωπούμενου από τον I. Ramallo και την D. Silhol, επικουρούμενους από τον A. Duron, δικηγόρο,
καθών,
με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα, αφενός, την ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως C(2016) 5047 τελικό της Επιτροπής, της 5ης Αυγούστου 2016, για την κατάρτιση καταλόγου προτάσεων που έχουν επιλεγεί για χρηματοδοτική συνδρομή από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF) – Τομέας μεταφορών, κατόπιν των προσκλήσεων για υποβολή προτάσεων, της 5ης Νοεμβρίου 2015, βάσει του πολυετούς προγράμματος εργασιών, καθόσον αφορά δύο προτάσεις με τίτλο «Multimodal Container Terminal Paskov, Φάση III» και «Intermodal Terminal Mělník, Φάσεις 2 και 3», και, αφετέρου, την ακύρωση των δύο σχετιζόμενων με τις δύο αυτές προτάσεις συμβάσεων επιχορήγησης τις οποίες συνήψε ο INEA,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, J. Schwarcz και Κ. Ηλιόπουλο (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η προσφεύγουσα, Metrans a.s., είναι εταιρία του τσεχικού δικαίου, η οποία δραστηριοποιείται κυρίως στην εκμετάλλευση τερματικών σταθμών διατροπικών μεταφορών στην Τσεχική Δημοκρατία.
2
Στις 5 Νοεμβρίου 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε δύο προσκλήσεις για υποβολή προτάσεων, μία «πρόσκληση [για υποβολή προτάσεων] στο πλαίσιο της συνοχής» και μία «γενική πρόσκληση [για υποβολή προτάσεων]», στο πλαίσιο του πολυετούς προγράμματος εργασιών για χρηματοδοτική συνδρομή στο πλαίσιο του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF) – Τομέας μεταφορών για την περίοδο 2014-2020, όπως τροποποιήθηκε με την εκτελεστική απόφαση C(2015) 7358 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 2015. Καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή προτάσεων έργων ήταν η 16η Φεβρουαρίου 2016.
3
Υποβλήθηκαν συνολικά 427 προτάσεις, εκ των οποίων 140 αφορούσαν την «πρόσκληση [για υποβολή προτάσεων] στο πλαίσιο της συνοχής». Δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε πρόταση ανταποκρινόμενη στις δύο προσκλήσεις για υποβολή προτάσεων. Στους συμμετέχοντες στην «πρόσκληση [για υποβολή προτάσεων] στο πλαίσιο της συνοχής» καταλέγονταν οι εταιρίες Advanced World Transport a.s. (στο εξής: AWT) και České přístavy a.s.
4
Με δελτίο Τύπου της 17ης Ιουνίου 2016, η Επιτροπή δημοσιοποίησε τον κατάλογο των 195 προτάσεων έργων μεταφορών που επρόκειτο να χρηματοδοτηθούν στο πλαίσιο του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF) στον τομέα των μεταφορών και ανακοίνωσε ότι η προτεινόμενη απόφαση χρηματοδότησης έπρεπε να εγκριθεί επίσημα από την επιτροπή συντονισμού του CEF, η οποία επρόκειτο να συνεδριάσει στις 8 Ιουλίου 2016.
5
Με δελτίο Τύπου της 8ης Ιουλίου 2016 δημοσιευθέν στον διαδικτυακό τόπο του, ο Εκτελεστικός Οργανισμός Καινοτομίας και Δικτύων (INEA), ο οποίος συστάθηκε το 2014 με την εκτελεστική απόφαση 2013/801/ΕΕ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2013, για την ίδρυση του [INEA] και για την κατάργηση της απόφασης 2007/60/ΕΚ όπως τροποποιήθηκε με την [α]πόφαση 2008/593/ΕΚ (ΕΕ 2013, L 352, σ. 65), ανακοίνωσε ότι η επιτροπή συντονισμού του CEF γνωμοδότησε υπέρ του καταλόγου της Επιτροπής με τις προτάσεις έργων μεταφορών τα οποία επρόκειτο να χρηματοδοτηθούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του CEF στον τομέα των μεταφορών. Στο δελτίο Τύπου είχε επισυναφθεί, και ήταν προσβάσιμο μέσω υπερσυνδέσμου, φυλλάδιο με τα επιλεγέντα έργα, το οποίο περιείχε, μεταξύ άλλων, τα ενημερωτικά δελτία για τα εν λόγω έργα. Τα έργα που πρότειναν η AWT (ήτοι, το έργο Paskov) και η České přístavy (ήτοι, το έργο Mělník) μνημονεύονταν στις σελίδες 271 και 272, αντιστοίχως, του φυλλαδίου αυτού (βλ. σκέψη 8 κατωτέρω).
6
Στις 5 Αυγούστου, η Επιτροπή εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση C(2016) 5047 τελικό, για την κατάρτιση καταλόγου προτάσεων που έχουν επιλεγεί για χρηματοδοτική συνδρομή από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF) – Τομέας μεταφορών, κατόπιν των προσκλήσεων για υποβολή προτάσεων, της 5ης Νοεμβρίου 2015, βάσει του πολυετούς προγράμματος εργασιών (στο εξής: εκτελεστική απόφαση). Ο κατάλογος αυτός παρατίθεται στο παράρτημα της εκτελεστικής απόφασης.
7
Η εκτελεστική απόφαση και το παράρτημά της δημοσιεύθηκαν στις 30 Αυγούστου 2015 στον διαδικτυακό τόπο της αρμόδιας Γενικής Διεύθυνσης της Επιτροπής (ΓΔ «Κινητικότητα και Μεταφορές»), στη διεύθυνση , και στις 29 Σεπτεμβρίου 2015 στον διαδικτυακό τόπο του μητρώου εγγράφων της Επιτροπής στη διεύθυνση , κατόπιν θετικής απάντησης σε αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα αυτά.
8
Οι προτάσεις που υπέβαλαν η České přístavy, με κωδικό 2015-CZ-TM-0406-W και τίτλο «Intermodal Terminal Mělník, Φάσεις 2 και 3» (στο εξής: έργο Mělník), και η AWT, με κωδικό 2015-CZ-TM-0330-M και τίτλο «Multimodal Container Terminal Paskov, Φάση III» (στο εξής: έργο Paskov), μνημονεύονταν στο παράρτημα της εκτελεστικής απόφασης και έλαβαν χρηματοδότηση στο πλαίσιο της προτεραιότητας «συνδέσεις με πολυτροπικές πλατφόρμες υλικοτεχνικής υποστήριξης και ανάπτυξη αυτών», του κεφαλαίου «B) [Δ]ιάθεση πόρων κατόπιν της πρόσκλησης [για υποβολή προτάσεων] στο πλαίσιο της συνοχής».
9
Μετά την έκδοση της εκτελεστικής απόφασης, ο INEA συνήψε, στις 21 Οκτωβρίου και στις 7 Νοεμβρίου 2016, αντιστοίχως, συμβάσεις επιχορήγησης (στο εξής, από κοινού με την εκτελεστική απόφαση: προσβαλλόμενες πράξεις) με τη České přístavy, με κωδικό INEA/CEF/TRAN/M2015/1138714 (στο εξής: σύμβαση επιχορήγησης του έργου Mělník), και με την AWT, με κωδικό INEA/CEF/TRAN/M2015/1133813 (στο εξής: σύμβαση επιχορήγησης του έργου Paskov).
10
Τα ενημερωτικά δελτία πληροφοριών για τα έργα Mělník και Paskov δημοσιεύθηκαν στον διαδικτυακό τόπο του INEA, με μεταφορτώσιμα αρχεία, στις ακόλουθες ημερομηνίες και ώρες: το έργο Mělník, στις 7 Νοεμβρίου 2016, στις 19:05, και το έργο Paskov, στις 11 Νοεμβρίου 2016, στις 11:58.
11
Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Δεκεμβρίου 2016, το οποίο απηύθυνε στην Επιτροπή, ο A. Schwarz, εκπρόσωπος της προσφεύγουσας στην υπό κρίση προσφυγή, ζήτησε πρόσβαση στις προσβαλλόμενες πράξεις, στο μέτρο που αφορούσαν το έργο Mělník.
12
Στις 22 Δεκεμβρίου 2016, ο Α. Schwarz υπέβαλε νέα αίτηση πρόσβασης στις προσβαλλόμενες πράξεις μέσω του εντύπου επικοινωνίας που διατίθεται στον διαδικτυακό τόπο του INEA.
13
Με έγγραφο της 20ής Ιανουαρίου 2017, ο INEA έδωσε συνέχεια στις αιτήσεις αυτές και απάντησε στον Α. Schwarz διαβιβάζοντάς του τις προσβαλλόμενες πράξεις.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
14
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Απριλίου 2017, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
15
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει με άμεση ισχύ την πρόταση του έργου Paskov και την πρόταση του έργου Mělník, οι οποίες περιέχονται στο παράρτημα της εκτελεστικής απόφασης·
–
να ακυρώσει ή, επικουρικώς, να κηρύξει άκυρη και χωρίς έννομα αποτελέσματα τη σύμβαση επιχορήγησης του έργου Paskov ή να υποχρεώσει τον INEA να καταγγείλει την εν λόγω σύμβαση·
–
να ακυρώσει ή, επικουρικώς, να κηρύξει άκυρη και χωρίς έννομα αποτελέσματα τη σύμβαση επιχορήγησης του έργου Mělník ή να υποχρεώσει τον INEA να καταγγείλει την εν λόγω σύμβαση·
–
να καταδικάσει τον INEA και την Επιτροπή αλληλεγγύως και εις ολόκληρον στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας στην παρούσα διαδικασία.
16
Με χωριστά δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 και στις 8 Σεπτεμβρίου 2017, αντιστοίχως, η Επιτροπή και ο INEA προέβαλαν ένσταση απαραδέκτου, δυνάμει του άρθρου 130 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
17
Η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των δύο αυτών ενστάσεων απαραδέκτου στις 21 Οκτωβρίου 2017.
18
Με την ένσταση απαραδέκτου, η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής.
19
Με την ένσταση απαραδέκτου, ο INEA ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την ασκηθείσα κατ’ αυτού προσφυγή ως απαράδεκτη·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα του INEA.
20
Στις παρατηρήσεις της επί των ενστάσεων απαραδέκτου, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει τις ενστάσεις απαραδέκτου ως αβάσιμες·
–
να αποφανθεί επί της διαφοράς βάσει των αιτημάτων, όπως αυτά προκύπτουν από το δικόγραφο της προσφυγής.
Σκεπτικό
21
Κατά το άρθρο 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο καθού μπορεί να ζητήσει από το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει επί του απαραδέκτου, χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 130, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου.
22
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Επιτροπή και ο INEA ζήτησαν από το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει επί του απαραδέκτου, το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία της δικογραφίας, αποφασίζει να αποφανθεί επί των εν λόγω αιτημάτων χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
23
Προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε, η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους απαραδέκτου. Ο πρώτος στηρίζεται στον εκπρόθεσμο χαρακτήρα της προσφυγής, ενώ ο δεύτερος στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά ατομικά την προσφεύγουσα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
24
Προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε, ο INEA προβάλλει τρεις λόγους απαραδέκτου, οι οποίοι στηρίζονται, ο πρώτος, όπως και στην περίπτωση της Επιτροπής, στον εκπρόθεσμο χαρακτήρα της προσφυγής, ο δεύτερος, στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και ο τρίτος, στο ότι η προσφυγή ακυρώσεως της εκτελεστικής απόφασης δεν μπορεί να στρέφεται κατά του ΙΝΕΑ.
25
Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά σκόπιμο να εξετάσει, καταρχάς, τον λόγο απαραδέκτου με τον οποίο προβάλλεται το εκπρόθεσμο της προσφυγής.
Επιχειρήματα των διαδίκων
26
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, το κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό του χρονικού σημείου έναρξης της δίμηνης προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ είναι η ημέρα κατά την οποία η προσφεύγουσα έλαβε γνώση των προσβαλλομένων πράξεων, ήτοι η 5η Δεκεμβρίου 2016, ημερομηνία της πρώτης αίτησης πρόσβασης στις προσβαλλόμενες πράξεις που υπέβαλε ο A. Schwarz (εκπρόσωπος της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής), ή, το αργότερο, η 20ή Ιανουαρίου 2017, ημερομηνία κατά την οποία διαβιβάστηκε στον Α. Schwarz το σύνολο των εγγράφων, κατόπιν των αιτήσεών του της 5ης και της 22ας Δεκεμβρίου 2016. Επομένως, η άσκηση της προσφυγής στις 30 Απριλίου 2017 ήταν εκπρόθεσμη.
27
Ειδικότερα, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, κατόπιν συνάντησης με τους υπαλλήλους της Επιτροπής, στις 28 Νοεμβρίου 2016, ο Α. Schwarz, «ενεργώντας εξ ονόματος της προσφεύγουσας», ζήτησε από την Επιτροπή, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Δεκεμβρίου 2016 κοινοποιηθέν στον γενικό διευθυντή της προσφεύγουσας, S., να του παράσχει πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούσαν «τις σχετικές αποφάσεις των αρχών περί εγκρίσεως των επιχορηγήσεων του CEF υπέρ των έργων που προσδιορίζονται κατωτέρω», συμπεριλαμβανομένων των συναφών εγγράφων, και στις «συμβάσεις που αφορούν τις επιχορηγήσεις για τη χρηματοδότηση των ακόλουθων έργων». Ο Α. Schwarz υπέβαλε παρόμοια αίτηση στον INEA στις 22 Δεκεμβρίου 2016. Ο INEA, υπεύθυνος να απαντά στις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα οι οποίες υποβάλλονται στην Επιτροπή, απάντησε, στις 20 Ιανουαρίου 2017, εξ ονόματός του και εξ ονόματος της Επιτροπής, στον Α. Schwarz, διαβιβάζοντάς του τις προσβαλλόμενες πράξεις.
28
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά την υποβολή της πρώτης αίτησης πρόσβασης στα έγγραφα στις 5 Δεκεμβρίου 2016, αλλά και πριν από την ημερομηνία αυτή, η προσφεύγουσα γνώριζε όχι μόνο την ύπαρξη αλλά και το περιεχόμενο της εκτελεστικής απόφασης, περιλαμβανομένου του παραρτήματός της. Συγκεκριμένα, οι αιτήσεις πρόσβασης υποβλήθηκαν μετά από τη συνάντηση με τους υπαλλήλους της Επιτροπής. Δεύτερον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι αιτήσεις πρόσβασης στα έγγραφα που υποβλήθηκαν στις 5 και στις 22 Δεκεμβρίου 2016 περιγράφουν τα έργα Paskov και Mělník με τέτοιο βαθμό λεπτομέρειας και ακρίβειας ώστε δεν μπορούσαν παρά να σκοπούν στην επιβεβαίωση των όσων η προσφεύγουσα γνώριζε ήδη. Συγκεκριμένα, η εκτελεστική απόφαση είχε δημοσιευθεί με ανάρτηση στον διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής στις 30 Αυγούστου 2016 και τα ενημερωτικά δελτία σχετικά με τις συμβάσεις επιχορήγησης των έργων Mělník και Paskov είχαν δημοσιευθεί στον διαδικτυακό τόπο του INEA στις 7 και στις 11 Νοεμβρίου 2016, αντιστοίχως. Τρίτον, και εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η προσφεύγουσα είχε ήδη στη διάθεσή της τις προσβαλλόμενες πράξεις από τις 20 Ιανουαρίου 2017, και έτσι εξηγείται ότι η προσφεύγουσα μπόρεσε να επισυνάψει τα κείμενα των συμβάσεων επιχορήγησης των έργων Mělník και Paskov, τα οποία δεν είναι δημόσια διαθέσιμα, στο δικόγραφο της προσφυγής της. Πάντως, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη ως χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής η τελευταία αυτή ημερομηνία, η προσφυγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
29
Πρώτον, ο INEA προβάλλει ότι το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει ότι οι προσφυγές ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης πράξεως και ότι, κατά τη σκέψη 32 της απόφασης της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά EΟΧΠ (C‑625/11 P, EU:C:2013:594), η δημοσίευση, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, περιλαμβάνει και τη δημοσίευση τέτοιας πράξης στο διαδίκτυο. Συναφώς, ο INEA υπενθυμίζει ότι η εκτελεστική απόφαση εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε, ειδικότερα, στον διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής στις 30 Αυγούστου 2016, ότι η σύμβαση επιχορήγησης του έργου Paskov δημοσιεύθηκε στον διαδικτυακό τόπο του INEA στις 11 Νοεμβρίου 2016 και η σύμβαση επιχορήγησης του έργου Mělník στις 7 Νοεμβρίου 2016. Επομένως, ο INEA επισημαίνει ότι, βάσει του άρθρου 59 του Κανονισμού Διαδικασίας, η προθεσμία για την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής άρχισε να τρέχει από το τέλος της δέκατης τέταρτης ημέρας από την ημερομηνία δημοσίευσης καθεμίας από τις προσβαλλόμενες πράξεις στο διαδίκτυο.
30
Δεύτερον, ο INEA υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα έλαβε γνώση, αφενός, της σύμβασης επιχορήγησης του έργου Mělník, και ιδίως του γεγονότος ότι δικαιούχος αυτής ήταν η České přístavy, το αργότερο στις 5 Δεκεμβρίου 2016, ημερομηνία κατά την οποία ο δικηγόρος της υπέβαλε την αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα σχετικά με τη χρηματοδότηση του εν λόγω έργου, και, αφετέρου, της σύμβασης επιχορήγησης του έργου Paskov, το αργότερο στις 22 Δεκεμβρίου 2016, ημερομηνία κατά την οποία ο δικηγόρος της προσφεύγουσας υπέβαλε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα σχετικά με τα έργα Paskov και Mělník. Στην απάντησή του σε γραπτή ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ο INEA, όπως και η Επιτροπή, διευκρίνισε ότι η προθεσμία άσκησης προσφυγής θα μπορούσε επίσης να αρχίσει να τρέχει το αργότερο στις 20 Ιανουαρίου 2017, ημερομηνία κατά την οποία η προσφεύγουσα έλαβε τα αντίγραφα των συμβάσεων επιχορήγησης των έργων Paskov και Mělník.
31
Όσον αφορά την προσφεύγουσα, αυτή υποστηρίζει, πρώτον, ότι το κύριο κριτήριο καθορισμού του χρονικού σημείου έναρξης της εφαρμοστέας προθεσμίας άσκησης προσφυγής πρέπει να είναι κατά κανόνα η δημοσίευση των προσβαλλομένων πράξεων και ότι η Επιτροπή και ο INEA δεν μπορούν να επικαλεστούν το κριτήριο του χρονικού σημείου κατά το οποίο λαμβάνεται γνώση των προσβαλλομένων πράξεων δεδομένου ότι, αφενός, δεν δημοσιοποίησαν προσηκόντως τις προσβαλλόμενες πράξεις μέσω συνοπτικής δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως επιβάλλεται από τη νομολογία, και, αφετέρου, η δημοσίευση στους διαδικτυακούς τόπους της Επιτροπής και του INEA δεν μπορεί να θεωρηθεί δημοσίευση κατά την έννοια του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
32
Δεύτερον, εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα αντικρούει το επιχείρημα της Επιτροπής και του INEA ότι είχε στη διάθεσή της τις προσβαλλόμενες πράξεις από τις 20 Ιανουαρίου 2017, υποστηρίζοντας ότι ούτε η Επιτροπή ούτε ο INEA κοινοποίησαν στην ίδια ή στους εκπροσώπους της τις προβαλλόμενες πράξεις και ότι, στις 20 Ιανουαρίου 2017, οι προσβαλλόμενες πράξεις εστάλησαν μόνο στην ηλεκτρονική διεύθυνση του δικηγόρου της, Α. Schwarz, ο οποίος δεν την εκπροσωπούσε τότε. Με άλλα λόγια, η Επιτροπή και ο INEA δεν απέδειξαν την ακριβή ημερομηνία έναρξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής. Τέλος, η προσφεύγουσα υπονοεί ότι ο Α. Schwarz γνωστοποίησε σε αυτήν τις προσβαλλόμενες πράξεις το πρώτον στις 12 Απριλίου 2017, ημερομηνία κατά την οποία το δικηγορικό γραφείο στο οποίο αυτός εργαζόταν εξουσιοδοτήθηκε να την εκπροσωπήσει στο πλαίσιο της υπό κρίση διαφοράς.
Εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου
33
Κατά το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η προσφυγή ακυρώσεως ασκείται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως. Από το ίδιο το γράμμα της διάταξης αυτής προκύπτει ότι το κριτήριο της ημερομηνίας κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξης ως σημείου αφετηρίας της προθεσμίας άσκησης προσφυγής έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με τα κριτήρια της δημοσίευσης ή της κοινοποίησης της πράξης (απόφαση της 10ης Μαρτίου 1998, Γερμανία κατά Συμβουλίου, C‑122/95, EU:C:1998:94, σκέψη 35).
34
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 59 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η προθεσμία άσκησης προσφυγής κατά πράξης οργάνου αρχίζει να τρέχει από τη δημοσίευση της πράξης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η προθεσμία αυτή υπολογίζεται, κατά την έννοια του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας από το τέλος της δεκάτης τετάρτης ημέρας από τη δημοσίευση αυτή.
35
Τέλος, κατά το άρθρο 60 του Κανονισμού Διαδικασίας, η προθεσμία αυτή πρέπει, επιπλέον, να παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπήν.
36
Κατά πάγια νομολογία, η προβλεπόμενη στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προθεσμία άσκησης προσφυγής είναι δημόσιας τάξεως και η αυστηρή εφαρμογή των δικονομικών κανόνων ανταποκρίνεται στην επιταγή της ασφάλειας δικαίου, αποτρέποντας την επ’ αόριστον δυνατότητα αμφισβήτησης των πράξεων της Ένωσης που παράγουν έννομα αποτελέσματα (βλ. διάταξη της 25ης Νοεμβρίου 2008, S.A.BA.R. κατά Επιτροπής, C‑501/07 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:652, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία) καθώς και στην ανάγκη αποφυγής κάθε δυσμενούς διάκρισης ή αυθαίρετης μεταχείρισης κατά την απονομή της δικαιοσύνης (διάταξη της 30ής Σεπτεμβρίου 2014, Faktor B. i W. Gęsina κατά Επιτροπής, C‑138/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2256, σκέψη 17).
37
Επιπλέον, απόκειται στον διάδικο που επικαλείται την εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής, λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας που καθορίζεται, συγκεκριμένα, στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να αποδείξει την ημερομηνία επελεύσεως του γεγονότος που συνεπάγεται την έναρξη της προθεσμίας (πρβλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑167/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:651, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
38
Εν προκειμένω, διαπιστώνεται εκ προοιμίου ότι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι το κριτήριο της κοινοποίησης των προσβαλλομένων πράξεων, κατά την έννοια του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν εφαρμόζεται, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν αποδέκτης των πράξεων αυτών. Επομένως, για να αποφανθεί επί της προβαλλόμενης εκπρόθεσμης άσκησης της προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να καθορίσει, καταρχάς, αν εφαρμόζεται εν προκειμένω το κριτήριο της δημοσίευσης της προσβαλλομένης πράξεως, κατά την έννοια του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, λαμβανομένου υπόψη του επικουρικού χαρακτήρα του κριτηρίου της ημερομηνίας κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει γνώση της πράξης σε σχέση με το κριτήριο της δημοσίευσης, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί του πραγματικού ζητήματος κατά πόσον η προσφεύγουσα έλαβε όντως γνώση των προσβαλλομένων πράξεων το αργότερο στις 20 Ιανουαρίου 2017, όπως διατείνονται η Επιτροπή και ο INEA.
Επί της δημοσίευσης των προσβαλλομένων πράξεων κατά την έννοια του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ
39
Εκ προοιμίου διαπιστώνεται ότι, προκειμένου να αποτελεί η δημοσίευση των προσβαλλομένων πράξεων το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η δημοσίευση αυτή πρέπει είτε να επιβάλλεται από διάταξη του πρωτογενούς ή του παράγωγου δικαίου της Ένωσης είτε, τουλάχιστον, να απορρέει από πάγια πρακτική που η προσφεύγουσα μπορούσε θεμιτώς να υπολογίζει ότι επρόκειτο να ακολουθηθεί (πρβλ. αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1998, Γερμανία κατά Συμβουλίου, C‑122/95, EU:C:1998:94, σκέψεις 36 και 37, και της 15ης Ιουνίου 2005, Olsen κατά Επιτροπής, T‑17/02, EU:T:2005:218, σκέψη 77).
40
Κατά πρώτον, όσον αφορά την υποχρέωση δημοσίευσης δυνάμει του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή όφειλε να δημοσιοποιήσει την εκτελεστική απόφαση ή τουλάχιστον συνοπτική ανακοίνωση αυτής στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του άρθρου 297, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι «οι αποφάσεις, όταν δεν καθορίζουν τους αποδέκτες τους, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Ειδικότερα, δεδομένου ότι, κατά την προσφεύγουσα, δεν καθορίζει κανέναν αποδέκτη, η εκτελεστική απόφαση έχει «ακριβώς τον ίδιο χαρακτήρα» με τις αποφάσεις που προβλέπει η εν λόγω διάταξη του άρθρου 297 ΣΛΕΕ. Συναφώς, η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι στον κατάλογο των προτάσεων που παρατίθενται στο παράρτημα της εκτελεστικής απόφασης δεν απαριθμούνται σε καμία περίπτωση συγκεκριμένοι αποδέκτες –μνημονεύονται μόνον τα έργα τα οποία έλαβαν χρηματοδότηση στο πλαίσιο του CEF.
41
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 297, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:
«Οι μη νομοθετικές πράξεις που εκδίδονται υπό μορφή κανονισμών, οδηγιών και αποφάσεων, όταν δεν καθορίζουν τους αποδέκτες τους, υπογράφονται από τον πρόεδρο του θεσμικού οργάνου που τις εξέδωσε.
Οι κανονισμοί, οι οδηγίες που απευθύνονται σε όλα τα κράτη μέλη, καθώς και οι αποφάσεις, όταν δεν καθορίζουν τους αποδέκτες τους, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρχίζουν να ισχύουν από την ημερομηνία που ορίζουν ή, άλλως, την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή τους.
Οι άλλες οδηγίες καθώς και οι αποφάσεις που καθορίζουν τον αποδέκτη τους, κοινοποιούνται στους αποδέκτες τους και αρχίζουν να παράγουν αποτελέσματα από την κοινοποίησή τους.»
42
Εν προκειμένω, καταρχάς, διαπιστώνεται ότι η εκτελεστική απόφαση είναι εκτελεστική πράξη εκδοθείσα από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΕ) 1316/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, για τη σύσταση [του CEF], την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 913/2010 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 680/2007 και (ΕΚ) αριθ. 67/2010 (ΕΕ 2013, L 348, σ. 129, στο εξής: κανονισμός για τον CEF), και σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού διαδικασία, στο πλαίσιο της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής, κατά την έννοια του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Επομένως, πρόκειται για μη νομοθετική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
43
Περαιτέρω, όσον αφορά το ζήτημα αν η εκτελεστική απόφαση μπορεί να θεωρηθεί απόφαση που «δεν καθορίζ[ει] τ[ον] αποδέκτ[η της]», κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά τη νομολογία, ο όρος «αποδέκτης» προσδιορίζει πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα καθορίζεται επαρκώς στην οικεία απόφαση και προς το οποίο πρέπει αυτή αναγκαίως να απευθύνεται. Επιπλέον, έχει κριθεί ότι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της απόφασης, συγκρινόμενης με πράξη γενικής ισχύος, προκύπτουν από τον περιορισμό των αποδεκτών, οι οποίοι καθορίζονται ή των οποίων η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί και στους οποίους απευθύνεται η απόφαση (βλ. διάταξη της 13ης Μαρτίου 2015, European Coalition to End Animal Experiments κατά ECHA, T‑673/13, EU:T:2015:167, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44
Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας αυτής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εκτελεστική απόφαση σε κανένα σημείο δεν ορίζει ρητώς τον ή τους αποδέκτες της. Εντούτοις, η απόφαση προσδιορίζει και αναφέρει τους υποψηφίους των οποίων οι προτάσεις έγιναν δεκτές προκειμένου να τύχουν της χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 1 της εν λόγω απόφασης προβλέπει ότι εγκρίνονται «ο κατάλογος με τα επιλεγέντα έργα κοινού ενδιαφέροντος στον τομέα του [CEF] τα οποία λαμβάνουν χρηματοδοτική συνδρομή από την ΕΕ, οι εκτιμώμενες επιλέξιμες συνολικές δαπάνες για την υλοποίηση των δράσεων, το ποσοστό χρηματοδοτικής στήριξης που αναλογεί στις εκτιμώμενες επιλέξιμες συνολικές δαπάνες και τα αντίστοιχα ανώτατα όρια χρηματοδοτικής στήριξης που παρατίθενται στο παράρτημα». Το παράρτημα, το οποίο συνιστά, επομένως, αναπόσπαστο μέρος της εκτελεστικής απόφασης, καθορίζει, επιπλέον του καταλόγου των προτάσεων που έγιναν δεκτές, το όνομα κάθε αιτούντος που επιλέχθηκε για να λάβει χρηματοδοτική συνδρομή από την Ένωση. Συνεπώς, και εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το παράρτημα της εκτελεστικής απόφασης δεν παραθέτει μόνο τον κατάλογο των έργων που τυγχάνουν χρηματοδότησης στο πλαίσιο του CEF, αλλά προσδιορίζει ονομαστικώς αποδέκτες των οποίων η ταυτότητα καθορίζεται επαρκώς. Ως εκ τούτου, καίτοι η εκτελεστική απόφαση δεν προσδιορίζει ρητώς αποδέκτες, η ύπαρξη αποδεκτών προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης (πρβλ. διάταξη της 13ης Μαρτίου 2015, European Coalition to End Animal Experiments κατά ECHA, T‑673/13, EU:T:2015:167, σκέψη 26).
45
Επομένως, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εκτελεστική απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί απόφαση η οποία «δεν καθορίζ[ει] τ[ον] αποδέκτ[η της]», κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, αλλά απόφαση η οποία «καθορίζ[ει]» αποδέκτες, κατά την έννοια του άρθρου 297, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
46
Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το άρθρο 2 της εκτελεστικής απόφασης διευκρινίζει ότι το αρμόδιο για την κινητικότητα και τις μεταφορές μέλος της Επιτροπής εξουσιοδοτείται να ενημερώσει τους αιτούντες «των οποίων τα έργα δεν επιλέχθηκαν» για το τελικό αποτέλεσμα της εξέτασης της υποψηφιότητάς τους, ενώ η απόφαση αυτή θα έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 297, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να κοινοποιηθεί στους αιτούντες των οποίων τα έργα επιλέχθηκαν.
47
Συναφώς, πρέπει να εξεταστεί η αναφερθείσα από την Επιτροπή περίσταση ότι η εκτελεστική απόφαση «δεν κοινοποιήθηκε σε κανέναν υποψήφιο, ανεξαρτήτως του αν η πρότασή του απορρίφθηκε ή επιλέχθηκε». Η παράλειψη αυτή όσον αφορά την κοινοποίηση της εκτελεστικής απόφασης, καίτοι μπορεί να επηρεάζει την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης, δεν μπορεί να αναιρέσει, στο πλαίσιο της εξέτασης του παραδεκτού της προσφυγής και του καθορισμού του χρονικού σημείου έναρξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να δημοσιεύσει την απόφαση αυτή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του άρθρου 297, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, C‑521/06 P, EU:C:2008:422, σκέψεις 43 και 44).
48
Κατά δεύτερον, διαπιστώνεται ότι, εν προκειμένω, το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης δεν επέβαλε καμία υποχρέωση δημοσίευσης. Συναφώς, καταρχάς, επισημαίνεται ότι, καίτοι, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43), η εκτελεστική απόφαση πρέπει να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο μέτρο που εμπίπτει στην κατηγορία των «αποφάσε[ων] εκτός εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο [297, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ]», η δημοσίευση αυτή πραγματοποιείται μόνο «κατά το δυνατόν». Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, καίτοι η επίμαχη δημοσίευση συνιστά στόχο που πρέπει να τηρηθεί, δεν έχει εντούτοις επιτακτικό χαρακτήρα (πρβλ. απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2003, Regione Siciliana κατά Επιτροπής, T‑190/00, EU:T:2003:316, σκέψη 139).
49
Περαιτέρω, όσον αφορά το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού 1049/2001, κατά το οποίο «[κ]άθε θεσμικό όργανο μπορεί, στον εσωτερικό κανονισμό του, να καθορίσει ποια επιπρόσθετα έγγραφα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα», διαπιστώνεται ότι ούτε ο εσωτερικός κανονισμός της Επιτροπής ούτε εκείνος του INEA περιέχουν διάταξη σχετική με τη δημοσίευση «επιπρόσθετων εγγράφων».
50
Τέλος, όπως βεβαιώνει η Επιτροπή, οι ισχύουσες κανονιστικές διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται στον CEF δεν προβλέπουν τη δημοσίευση των αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο του CEF. Συγκεκριμένα, το άρθρο 28 του κανονισμού για τον CEF, με τίτλο «Πληροφόρηση, επικοινωνία και δημοσιότητα», ορίζει στην παράγραφο 2, μόνη διάταξη η οποία σχετίζεται με τη δημοσίευση, ότι «[η] Επιτροπή οργανώνει δράσεις πληροφόρησης και προβολής, τόσο για τα έργα που χρηματοδοτούνται από τ[ον CEF] όσο και για τις επιπτώσεις τους», και δεν περιέχει, συνεπώς, καμία μνεία σε ενδεχόμενη δημοσίευση των αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο του CEF.
51
Κατά τρίτον, όσον αφορά το ζήτημα αν δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απορρέει από πάγια πρακτική που η προσφεύγουσα μπορούσε θεμιτώς να υπολογίζει ότι επρόκειτο να ακολουθηθεί, η προσφεύγουσα δεν επικαλείται κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη της ύπαρξης τέτοιας πρακτικής.
52
Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να δημοσιοποιήσει την εκτελεστική απόφαση μέσω δημοσίευσης. Επιπλέον, δεν αποδεικνύεται ότι τέτοια δημοσίευση απορρέει από πάγια πρακτική του οικείου θεσμικού οργάνου που η προσφεύγουσα μπορούσε θεμιτώς να υπολογίζει ότι επρόκειτο να ακολουθηθεί.
53
Αυτή η διαπίστωση της έλλειψης υποχρέωσης δημοσίευσης της εκτελεστικής απόφασης και οι λόγοι που τη στηρίζουν μπορούν να εφαρμοστούν στις περιπτώσεις των δύο επίδικων συμβάσεων επιχορήγησης, στο μέτρο που οι συμβάσεις επιχορήγησης δεν υπόκεινται σε καθεστώς δημοσίευσης διαφορετικό εκείνου που ισχύει για τις εκτελεστικές αποφάσεις.
54
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι, εν προκειμένω, το κριτήριο της δημοσίευσης, ως χρονικού σημείου έναρξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, δεν μπορεί να θεωρηθεί λυσιτελές για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Επομένως, η ενδεχόμενη εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής πρέπει να κριθεί βάσει της ημερομηνίας κατά την οποία η προσφεύγουσα έλαβε γνώση των προσβαλλομένων πράξεων, ήτοι βάσει του επικουρικού κριτηρίου που προβλέπει το εν λόγω άρθρο.
Επί της γνώσης των προσβαλλομένων πράξεων από την προσφεύγουσα
55
Όσον αφορά τη γνώση των προσβαλλομένων πράξεων από την προσφεύγουσα, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, μετά την άτυπη συνάντηση, στις Βρυξέλλες (Βέλγιο), με τους υπαλλήλους της Επιτροπής στις 28 Νοεμβρίου 2016, ο Α. Schwarz, εκπρόσωπος της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, ζήτησε πρόσβαση στις προσβαλλόμενες πράξεις.
56
Ειδικότερα, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Δεκεμβρίου 2016 προς τους υπαλλήλους της Επιτροπής που μετείχαν στη συνάντηση της 28ης Νοεμβρίου 2016, κοινοποιηθέν στον γενικό διευθυντή της προσφεύγουσας, S., ο Α. Schwarz επισήμανε τα εξής:
«Μετά τη συνάντησή μας στα γραφεία σας, θα θέλαμε να ζητήσουμε πρόσβαση στα έγγραφα και στις πληροφορίες σχετικά με τη χρηματοδότηση του [έργου Mělník] (όπως δημοσιεύθηκε στον διαδικτυακό τόπο στον σύνδεσμο ).
Σας παρακαλούμε να μας κοινοποιήσετε ιδίως: τη σύμβαση επιχορήγησης [του έργου Mělník], την (τις) απόφαση (-εις) των αρμόδιων αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί έγκρισης της χρηματοδότησης αυτής, καθώς και, ενδεχομένως, κάθε άλλη σχετική πληροφορία παρέχουσα λεπτομερέστερη και σαφέστερη επισκόπηση των συγκεκριμένων πράξεων που χρηματοδοτούνται μέσω της επίμαχης δράσης.»
57
Στις 6 Δεκεμβρίου 2016, οι υπηρεσίες της Επιτροπής κοινοποίησαν στον INEA την ως άνω αίτηση πρόσβασης της 5ης Δεκεμβρίου 2016, βάσει του σημείου 2.7.2, με τίτλο «Διαχείριση των εγγράφων και πρόσβαση σε αυτά», του μνημονίου συμφωνίας, της 15ης Φεβρουαρίου 2016, μεταξύ του INEA, αφενός, και, μεταξύ άλλων, της αρμόδιας γενικής διεύθυνσης της Επιτροπής, αφετέρου.
58
Εν συνεχεία, στις 22 Δεκεμβρίου 2016, ο Α. Schwarz υπέβαλε την ακόλουθη αίτηση μέσω του εντύπου επικοινωνίας που διατίθεται στον διαδικτυακό τόπο του INEA:
«Παρακαλούμε να μας παράσχετε τα ακόλουθα έγγραφα:
–
την(τις) σχετική(-ές) απόφαση(-εις) των αρχών περί έγκρισης των επιχορηγήσεων του CEF για τα έργα που προσδιορίζονται κατωτέρω·
–
συμφωνίες περί χρηματοδότησης επιχορηγήσεων των κατωτέρω έργων ·
–
πληροφορίες σχετικά με την αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων για τα επίμαχα έργα ·
–
πληροφορίες σχετικά με τα έργα, τη χρήση των πόρων, το κείμενο των προσφορών που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των προσκλήσεων και πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο επίλυσης των προβλημάτων ανταγωνισμού.
Η ως άνω αίτηση αφορά τα ακόλουθα έργα: [έργο Paskov] [έργο Mělník]».
59
Με έγγραφο της 20ής Ιανουαρίου 2017, ο INEA, επιφορτισμένος, δυνάμει του σημείου 2.7.2 του προμνησθέντος μνημονίου συμφωνίας, να απαντήσει και εξ ονόματος της Επιτροπής στις αιτήσεις πρόσβασης που υπέβαλε ο Α. Schwarz στις 5 και 22 Δεκεμβρίου 2016, απάντησε σε αυτόν διαβιβάζοντάς του τις προσβαλλόμενες πράξεις.
60
Αποδεικνύεται, επομένως, ότι στις 20 Ιανουαρίου 2017, ο Α. Schwarz είχε στη διάθεσή του το σύνολο των κρίσιμων πληροφοριών και των προσβαλλομένων πράξεων, ήτοι τα αντίγραφα της εκτελεστικής απόφασης και τα μη εμπιστευτικά αντίγραφα των δύο επίδικων συμβάσεων επιχορήγησης.
61
Συνεπώς, απομένει να εξακριβωθεί αν, κατά την ημερομηνία αυτή παραλαβής των εγγράφων, ο Α. Schwarz ενεργούσε με δική του πρωτοβουλία, ως ανεξάρτητος σύμβουλος, όπως διατείνεται η προσφεύγουσα, ή ως εκπρόσωπος της προσφεύγουσας, πράγμα που, κατά την Επιτροπή και τον INEA, θα επιβεβαίωνε ότι η ημερομηνία κατά την οποία η προσφεύγουσα έλαβε γνώση των προσβαλλομένων πράξεων είναι η 20ή Ιανουαρίου 2017, ημερομηνία κατά την οποία ο Α. Schwarz έλαβε τα έγγραφα και τα γνωστοποίησε στην προσφεύγουσα.
62
Συναφώς, κατά πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, στην απάντηση της 21ης Νοεμβρίου 2016 στο ηλεκτρονικό μήνυμα που του είχε αποστείλει η Επιτροπή για τον καθορισμό της συνάντησης της 28ης Νοεμβρίου 2018, ο γενικός διευθυντής της προσφεύγουσας, S., επισήμανε τα εξής: «[Θ]α έλθουμε (ο δικηγόρος μας [Α. Schwarz] και εγώ ο ίδιος) στις 28 Νοεμβρίου και ώρα 9:30 π.μ.» Επομένως, επισημαίνεται σαφώς στους υπαλλήλους της Επιτροπής ότι ο Α. Schwarz ενεργούσε, κατά τη συνάντηση, ως δικηγόρος της προσφεύγουσας. Εξάλλου, ο Α. Schwarz και ο S. ήταν οι μόνοι μετέχοντες στη συνάντηση με τους υπαλλήλους της Επιτροπής και ο Α. Schwarz δεν θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση ότι εκπροσωπούσε επίσης άλλο μέρος κατά τη συνάντηση αυτή ή ότι ενεργούσε για ίδιο λογαριασμό. Συγκεκριμένα, η περιγραφή, από την προσφεύγουσα, του ρόλου του Α. Schwarz κατά τη συνάντηση, ήτοι του ρόλου «παροχής συνδρομής στον [S.] στην περίπτωση που η συζήτηση θα αφορούσε νομικό και τεχνικό θέμα ως προς ζητήματα σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις και το δίκαιο του ανταγωνισμού», αντιστοιχεί απολύτως σε εκείνη του ρόλου δικηγόρου ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό του πελάτη του. Ομοίως, το γεγονός ότι, όπως επισημαίνει η προσφεύγουσα, η συμμετοχή του Α. Schwarz «περιορίστηκε στο να διατυπώσει τη διαφωνία του με την άποψη του [υπαλλήλου της Επιτροπής] ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν δεσμε[υόταν] από τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων όπως προβλέπονται στη Συνθήκη της Λισσαβώνας» επιβεβαιώνει αυτόν τον ρόλο του ως δικηγόρου της προσφεύγουσας.
63
Κατά δεύτερον, διαπιστώνεται ότι, κατά τη συνάντηση της 28ης Νοεμβρίου 2016, η προσφεύγουσα ζήτησε να της χορηγηθεί αντίγραφο της σύμβασης επιχορήγησης του έργου Mělník και οι υπάλληλοι της Επιτροπής απάντησαν καλώντας την να υποβάλει στον INEA επίσημη αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα, όπως όντως έπραξε ο Α. Schwarz στις 5 Δεκεμβρίου 2016. Επομένως, από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει σαφώς ότι δεν είναι δυνατόν να προσαφθεί στους υπαλλήλους της Επιτροπής ότι θεώρησαν, κατόπιν της συνάντησης της 28ης Νοεμβρίου 2016, ότι ο Α. Schwarz ενεργούσε ως νομικός σύμβουλος της προσφεύγουσας και του S. Ως εκ τούτου, δεν είναι κρίσιμο αν ο Α. Schwarz διέθετε εντολή εκπροσώπησης.
64
Κατά τρίτον, στην πρώτη αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα, ο Α. Schwarz αναφέρθηκε ρητώς στη συνάντηση της 28ης Νοεμβρίου 2016 και κοινοποίησε την εν λόγω αίτηση στον S. Επομένως, όπως επισημαίνει ο INEA, δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τέτοιες ενέργειες συνιστούν προσωπική πρωτοβουλία του Α. Schwarz χωρίς συντονισμό με την προσφεύγουσα και χωρίς την έγκριση αυτής. Συγκεκριμένα, το γεγονός και μόνο της κοινοποίησης της αίτησης στον S. υποδηλώνει ότι επρόκειτο για ενέργεια εγκεκριμένη από την προσφεύγουσα και, εν πάση περιπτώσει, ότι η προσφεύγουσα είχε πλήρη γνώση των ενεργειών του Α. Schwarz. Εξάλλου, το ότι ο Α. Schwarz δεν κοινοποίησε στην προσφεύγουσα τη δεύτερη αίτηση πρόσβασης στα έγγραφα της 22ας Δεκεμβρίου 2016 εξηγείται από το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε μέσω του διαδικτυακού εντύπου επικοινωνίας του INEA, το οποίο δεν παρέχει τέτοια δυνατότητα.
65
Συγκεκριμένα, η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, στις δύο αιτήσεις πρόσβασης στα έγγραφα, ο Α. Schwarz κάνει συνεχώς χρήση του πληθυντικού αριθμού και τούτο σχετίζεται σαφώς με το μοναδικό άλλο πρόσωπο στο οποίο κοινοποιήθηκε η πρώτη αίτηση, τον S. Υπό τις συγκεκριμένες αυτές πραγματικές περιστάσεις, η εξήγηση της προσφεύγουσας ότι η «χρήση του πληθυντικού αριθμού είναι τυποποιημένη επίσημη υφολογική επιλογή, ιδίως όταν το επίσημο έγγραφο αποστέλλεται από δικηγορικό γραφείο», δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
66
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα έλαβε αναμφίβολα γνώση των προσβαλλομένων πράξεων μέσω του Α. Schwarz, στις 20 Ιανουαρίου 2017, και ότι η προσφυγή ασκήθηκε επομένως εκπρόθεσμα.
67
Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί από τη νομολογία που επικαλείται η προσφεύγουσα, κατά την οποία, «όταν ο προσφεύγων έλαβε γνώση της προσβαλλομένης πράξεως μέσω επιστολής της οποίας η ημερομηνία παραλαβής δεν μπορεί να διαπιστωθεί μετά βεβαιότητας, η προθεσμία άσκησης προσφυγής αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία κατά την οποία ο ίδιος ο προσφεύγων μνημονεύει την πράξη σε έγγραφο» σχετικό με την κοινοποίηση μέτρου. Δεδομένου ότι η εκτελεστική απόφαση δεν κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα κατά την έννοια του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η νομολογία αυτή είναι αλυσιτελής. Εν πάση περιπτώσει, η νομολογία που επικαλείται η προσφεύγουσα δεν διατυπώνει τέτοια αρχή. Συγκεκριμένα, στη διάταξη της 28ης Απριλίου 1994, Pevasa και Inpesca κατά Επιτροπής (T‑452/93 και T‑453/93, EU:T:1994:45), διευκρινίζεται, στη σκέψη 36, ότι οι προσφεύγουσες έλαβαν κατ’ ανάγκη γνώση των επίδικων στην υπόθεση εκείνη προσβαλλομένων πράξεων το αργότερο κατά την ημερομηνία μνείας των εν λόγω πράξεων στο έγγραφο που οι ίδιες απέστειλαν. Εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη προγενέστερη ημερομηνία. Η απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2000, Dreyfus κατά Επιτροπής (T‑485/93, T‑491/93, T‑494/93 και T‑61/98, EU:T:2000:255), την οποία επίσης επικαλείται η προσφεύγουσα, δεν αφορά το ζήτημα της έλλειψης βέβαιης ημερομηνίας παραλαβής κοινοποίησης.
68
Τέλος, δεν είναι επίσης δυνατόν να προσαφθεί στην Επιτροπή και στον INEA ότι δεν ζήτησαν από τον Α. Schwarz να προσκομίσει πληρεξούσιο ή απόδειξη εντολής εκ μέρους της προσφεύγουσας. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001 καθώς και κατά τη νομολογία, η πρόσβαση στα έγγραφα δεν εξαρτάται από το έννομο συμφέρον προσώπου να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτά (πρβλ. διάταξη της 26ης Οκτωβρίου 2016, Edeka-Handelsgesellschaft Hessenring κατά Επιτροπής, T‑611/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:643, σκέψη 45). Επομένως, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να ζητήσει από τον Α. Schwarz, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του, να διευκρινίσει αν ενεργούσε εξ ονόματος και για λογαριασμό άλλου προσώπου ή οντότητας ούτε, κατά μείζονα λόγο, να του ζητήσει να προσκομίσει απόδειξη σχετικής εντολής.
69
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος απαραδέκτου ο οποίος αντλείται από εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής και να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη, χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν οι λόγοι απαραδέκτου με τους οποίους προβάλλεται, αφενός, ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και, αφετέρου, ότι η προσφυγή ακυρώσεως της εκτελεστικής απόφασης της Επιτροπής δεν είναι δυνατόν να στρέφεται κατά του INEA.
Επί των δικαστικών εξόδων
70
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
71
Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής και του INEA.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Η Metrans a.s. φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Εκτελεστικού Οργανισμού Καινοτομίας και Δικτύων (INEA).
Λουξεμβούργο, 15 Μαΐου 2019.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
H. Kanninen
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy