ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 19ης Νοεμβρίου 2018 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως και αγωγή αποζημιώσεως – Οικονομική και Νομισματική Ένωση – Τραπεζική ένωση – Ενιαίος μηχανισμός εξυγιάνσεως πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων (ΕΜΕ) – Ενιαίο ταμείο εξυγιάνσεως (ΕΤΕ) – Καθορισμός της εκ των προτέρων εισφοράς για το 2016 – Εσφαλμένος προσδιορισμός της καθής – Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής – Εκπρόθεσμο – Υποθετικές πράξεις – Αγωγή αποζημιώσεως – Στενός δεσμός με την προσφυγή ακυρώσεως – Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας – Προδήλως απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-494/17,
Iccrea Banca SpA Istituto Centrale del Credito Cooperativo, με έδρα τη Ρώμη (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους P. Messina, F. Isgrò και A. Dentoni Litta, δικηγόρους,
προσφεύγουσα-ενάγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον V. Di Bucci, την A. Steiblytė και τον K.-Ph. Wojcik,
και
Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγιάνσεως (ΕΣΕ), εκπροσωπούμενου από τους G. Rumi, S. Raes, M. Merola και T. Van Dyck, δικηγόρους,
καθών-εναγομένων,
με αντικείμενο, αφενός, προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως που εξέδωσε το ΕΣΕ, κατά την εκτελεστική σύνοδό του, στις 15 Απριλίου 2016, σχετικά με τις εκ των προτέρων εισφορές στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγιάνσεως για το 2016 (SRB/ES/SRF/2016/06), καθώς και κάθε μεταγενέστερης αποφάσεώς του στις οποίες βασίστηκε η Banca d’Italia για την έκδοση των εθνικών αποφάσεων 1249264/15 της 24ης Νοεμβρίου 2015, 1262091/15 της 26ης Νοεμβρίου 2015, 1547337/16 της 29ης Δεκεμβρίου 2016, 333162/17 της 14ης Μαρτίου 2017 και 334520/17 της 14ης Μαρτίου 2017, στο μέτρο που αφορούν την προσφεύγουσα, αφετέρου, αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ και, επικουρικώς, αίτημα βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. M. Collins, πρόεδρο, R. Barents και J. Passer (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1
Με απόφαση της 15ης Απριλίου 2016 σχετικά με τις εκ των προτέρων εισφορές για το 2016 στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγιάνσεως (SRB/ES/SRF/2016/06) (στο εξής: απόφαση της 15ης Απριλίου 2016), το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγιάνσεως (στο εξής: ΕΣΕ) ενέκρινε, κατά την εκτελεστική σύνοδό του, τις εκ των προτέρων εισφορές για το 2016 στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγιάνσεως (ΕΤΕ), το οποίο συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ 2014, L 225, σ. 1).
2
Το ΕΣΕ κοινοποίησε την απόφαση αυτή στις εθνικές αρχές εξυγιάνσεως (στο εξής: ΕΑΕ) οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την είσπραξη των επιμέρους εισφορών από τις οικείες τράπεζες στις αντίστοιχες επικράτειές τους.
3
Με επιστολή της 3ης Μαΐου 2016, παραληφθείσα την ίδια ημέρα, η Banca d’Italia (στο εξής: ιταλική εθνική αρχή εξυγιάνσεως) ενημέρωσε την προσφεύγουσα‑ενάγουσα, Iccrea Banca SpA Istituto Centrale del Credito Cooperativo, ότι το ΕΣΕ είχε καθορίσει την εκ των προτέρων εισφορά της για το 2016 στο ΕΤΕ και της ανακοίνωσε το ποσό.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
4
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 28 Ιουλίου 2017, η προσφεύγουσα-ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή.
5
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:
–
αφενός, να ακυρώσει, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την απόφαση της 15ης Απριλίου 2016 καθώς και κάθε μεταγενέστερη απόφαση του ΕΣΕ στην οποία βασίστηκε η ιταλική ΕΑΕ για την έκδοση των εθνικών αποφάσεων 1249264/15 της 24ης Νοεμβρίου 2015, 1262091/15 της 26ης Νοεμβρίου 2015, 1547337/16 της 29ης Δεκεμβρίου 2016, 333162/17 της 14ης Μαρτίου 2017 και 334520/17 της 14ης Μαρτίου 2017, στο μέτρο που την αφορούν, και, αφετέρου, να υποχρεώσει το ΕΣΕ να αποκαταστήσει, δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, τη ζημία που της προκάλεσε το 2015 και το 2016 κατά την άσκηση των καθηκόντων του που αφορούν τον καθορισμό των οφειλόμενων από αυτήν εισφορών, ζημία η οποία συνίσταται στις υψηλότερες εισφορές που αυτή κατέβαλε·
–
επικουρικώς, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, να κηρύξει ανίσχυρο το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και στʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/63 της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις εκ των προτέρων συνεισφορές σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης (ΕΕ 2015, L 11, σ. 44), ή, ενδεχομένως, τον κανονισμό αυτόν στο σύνολό του·
–
να καταδικάσει το ΕΣΕ στα δικαστικά έξοδα.
6
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 31η Οκτωβρίου 2017, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβαλε, βάσει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ένσταση απαραδέκτου. Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει με διάταξη την προσφυγή-αγωγή ως στερούμενη αντικειμένου ή ως προδήλως απαράδεκτη·
–
επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή ως στερούμενη αντικειμένου ή ως απαράδεκτη·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα-ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
7
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Νοεμβρίου 2017, το ΕΣΕ υπέβαλε υπόμνημα αντικρούσεως. Το ΕΣΕ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή ως απαράδεκτη·
–
επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή ως αβάσιμη·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα-ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
8
Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 11 Ιανουαρίου 2018, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου της Επιτροπής καθώς και υπόμνημα απαντήσεως.
9
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει τις ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλαν η Επιτροπή και το ΕΣΕ·
–
να κάνει δεκτή την προσφυγή-αγωγή κατά τα αιτήματά της.
10
Με διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 2018, στο πλαίσιο της διεξαγωγής αποδείξεων, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε το ΕΣΕ να προσκομίσει μεταξύ άλλων, σε εμπιστευτική και μη εμπιστευτική μορφή, το πλήρες αντίγραφο του πρωτοτύπου της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016, περιλαμβανομένου του παραρτήματός της.
11
Στις 21 Φεβρουαρίου 2018, το ΕΣΕ ανταποκρίθηκε στη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 5ης Φεβρουαρίου 2018.
12
Με έγγραφο της 12ης Μαρτίου 2018, το Γενικό Δικαστήριο έθεσε, ως μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας, ερωτήσεις στο ΕΣΕ.
13
Στις 27 Μαρτίου 2018, το ΕΣΕ απάντησε εν μέρει στις ερωτήσεις αυτές, προβάλλοντας την αναγκαιότητα εκδόσεως διάταξη, στο πλαίσιο της διεξαγωγής αποδείξεων, για τις λοιπές ερωτήσεις λόγω της υπάρξεως εμπιστευτικών πληροφοριών.
14
Στις 2 Μαΐου 2018, το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε τη σχετική διάταξη στο πλαίσιο της διεξαγωγής αποδείξεων.
15
Με έγγραφο της 18ης Μαΐου 2018, το οποίο τακτοποιήθηκε στις 8 και στις 29 Ιουνίου 2018, το ΕΣΕ ανταποκρίθηκε στη διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 2018.
16
Με απόφαση της 16ης Ιουλίου 2018, το Γενικό Δικαστήριο αφαίρεσε από τη δικογραφία τις εμπιστευτικές εκδοχές των εγγράφων που προσκόμισε το ΕΣΕ, εξαιρουμένων των αρχείων σε μορφή TXT που περιέχονταν στα κλειδιά USB που προσκόμισε το ΕΣΕ στις 18 Μαΐου 2018, τα οποία δεν περιείχαν καμία εμπιστευτική πληροφορία, αρχεία τα οποία περιλήφθηκαν σε έγχαρτη μορφή στη δικογραφία.
Σκεπτικό
Επί της προβληθείσας από την Επιτροπή ενστάσεως απαραδέκτου
17
Δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφοι 1 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο καθού μπορεί να ζητήσει από το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει επί του απαραδέκτου ή της ελλείψεως αρμοδιότητας, χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η Επιτροπή κατέθεσε αίτημα βάσει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι είναι επαρκώς ενημερωμένο από τα στοιχεία της δικογραφίας, αποφασίζει να αποφανθεί επί του αιτήματος αυτού χωρίς να συνεχιστεί η διαδικασία.
18
Η Επιτροπή διατείνεται ότι η προσφυγή-αγωγή είναι προδήλως απαράδεκτη ως προς την ίδια, δεδομένου ότι η απόφαση της 15ης Απριλίου 2016 είναι απόφαση του ΕΣΕ. Η δε ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλε η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν μπορεί να κλονίσει τη διαπίστωση αυτή.
19
Κατά πάγια νομολογία, προσφυγή ακυρώσεως ασκούμενη δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ πρέπει να στρέφεται κατά του θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εξέδωσε στην επίμαχη πράξη (πρβλ. αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, Αυστρία κατά Συμβουλίου, C-445/00, EU:C:2003:445, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, La Ferla κατά Επιτροπής και ECHA, T-392/13, EU:T:2016:478, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
20
Εν προκειμένω, η απόφαση της 15ης Απριλίου 2016 δεν είναι απόφαση της Επιτροπής, αλλά απόφαση του ΕΣΕ. Επιβάλλεται η επισήμανση ότι, βάσει του δικογράφου της προσφυγής, το ίδιο ισχύει για κάθε ενδεχόμενη «άλλη απόφαση του [ΕΣΕ]» στις οποίες ενδέχεται να βασίστηκε η ιταλική ΕΑΕ για να εκδώσει τις πέντε εθνικές αποφάσεις που μνημονεύονται στο δικόγραφο της προσφυγής.
21
Επιπλέον, η επίκληση, όπως εν προκειμένω, του ανεφάρμοστου πράξεως γενικής ισχύος, κατά το άρθρο 277 ΣΛΕΕ, δεν αποτελεί αυτοτελές μέσο έννομης προστασίας και μπορεί να χωρήσει μόνον παρεμπιπτόντως. Επομένως, η προβολή από την προσφεύγουσα-ενάγουσα ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας κατά του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63, τον οποίο εξέδωσε η Επιτροπή, δεν καθιστά δυνατή την άσκηση προσφυγής κατά του εν λόγω θεσμικού οργάνου ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα αναιρούσε το γεγονός ότι η δυνατότητα επικλήσεως του ανεφάρμοστου πράξεως γενικής ισχύος κατά το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δεν συνιστά αυτοτελές μέσο έννομης προστασίας (βλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, La Ferla κατά Επιτροπής και ECHA, T‑392/13, EU:T:2016:478, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22
Από τις προεκτεθείσες παρατηρήσεις προκύπτει ότι η υπό κρίση προσφυγή ακυρώσεως είναι απαράδεκτη στο μέτρο που στρέφεται κατά της Επιτροπής.
Επί της προβληθείσας από το ΕΣΕ ενστάσεως απαραδέκτου
23
Κατά το άρθρο 126 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι είναι επαρκώς ενημερωμένο από τα στοιχεία της δικογραφίας ώστε να αποφανθεί χωρίς να συνεχιστεί η διαδικασία.
Επί του απαραδέκτου της προσφυγής, ως εκπρόθεσμης, στο μέτρο που βάλλει κατά της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016
24
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι άσκησε εμπρόθεσμα την προσφυγή‑αγωγή. Διατείνεται ότι δεν έλαβε πραγματικά γνώση της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016 πριν από τις 29 Μαΐου 2017. Εξ αυτού συνάγεται ότι η υπό κρίση προσφυγή ακυρώσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα. Εξάλλου, η προσφεύγουσα-ενάγουσα επισημαίνει ότι η προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per il Lazio (περιφερειακού διοικητικού δικαστηρίου Lazio, Ιταλία) αφορούσε επίσης τις λοιπές ιταλικές αποφάσεις για τα έτη 2015 και 2017, για τις οποίες δεν προσκομίσθηκαν εντούτοις οι αντίστοιχες αποφάσεις του ΕΣΕ.
25
Το ΕΣΕ υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι προδήλως εκπρόθεσμη, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα, καίτοι έλαβε γνώση της υπάρξεως της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016 το αργότερο τον Μάιο του 2016, άσκησε την προσφυγή ακυρώσεως περισσότερο από έναν χρόνο αργότερα.
26
Κατά το ΕΣΕ, εν πάση περιπτώσει, η απόφαση της 15ης Απριλίου 2016 δεν αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα-ενάγουσα. Μόνον η πράξη που εξέδωσε η ιταλική ΕΑΕ, βάσει της αποφάσεως του ΕΣΕ, παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς την προσφεύγουσα-ενάγουσα. Απόκειται στην προσφεύγουσα-ενάγουσα να προσφύγει στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο θα μπορούσε να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
27
Κατά πρώτον, από την εφαρμοστέα εν προκειμένω νομοθεσία, και ειδικότερα από το άρθρο 54, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 70, παράγραφος 2, του κανονισμού 806/2014, προκύπτει ότι το ΕΣΕ είναι τόσο ο συγκεκριμένος υπεύθυνος για τον υπολογισμό των ατομικών εισφορών όσο και ο συντάκτης της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016 με την οποία εγκρίθηκαν οι εισφορές αυτές. Το γεγονός ότι υφίσταται συνεργασία μεταξύ του ΕΣΕ και των ΕΑΕ δεν μεταβάλλει τη διαπίστωση αυτή.
28
Κατά δεύτερον, επισημαίνεται ότι, ανεξάρτητα από τις ορολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων του άρθρου 5 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/81 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2014, περί ενιαίων όρων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις εκ των προτέρων εισφορές στο Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (ΕΕ 2015, L 15, σ. 1), τα όργανα στα οποία το ΕΣΕ, συντάκτης της αποφάσεως περί καθορισμού των εκ των προτέρων εισφορών, απευθύνει την εν λόγω απόφαση είναι οι ΕΑΕ και όχι οι τράπεζες. Οι ΕΑΕ είναι, εκ των πραγμάτων και κατ’ εφαρμογήν της ισχύουσας νομοθεσίας, οι μόνες οντότητες στις οποίες ο συντάκτης της επίμαχης αποφάσεως οφείλει να την αποστείλει και είναι, επομένως, σε τελική ανάλυση, οι αποδέκτες της αποφάσεως αυτής κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
29
Η διαπίστωση ότι οι ΕΑΕ είναι αποδέκτες της αποφάσεως του ΕΣΕ κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το γεγονός ότι, στο σύστημα που θεσπίζεται με τον κανονισμό 806/2014 και βάσει του άρθρου 67, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, αυτές είναι επιφορτισμένες με την είσπραξη των ατομικών εισφορών από τις τράπεζες.
30
Χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί η τήρηση των προϋποθέσεων παραδεκτού του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υπό κρίση προσφυγή-αγωγή είναι, για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, προδήλως απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη.
31
Κατά το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η προσφυγή ακυρώσεως ασκείται εντός δύο μηνών υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως.
32
Εν προκειμένω, η απόφαση της 15ης Απριλίου 2016 ούτε δημοσιεύθηκε ούτε κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα, η οποία δεν είναι αποδέκτης της.
33
Κατά πάγια νομολογία, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής ξεκινά από το χρονικό σημείο που ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του ακριβούς περιεχομένου και της αιτιολογίας της επίμαχης πράξεως, υπό την προϋπόθεση ότι ζήτησε το πλήρες κείμενο εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Υπό την επιφύλαξη αυτή, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ξεκινά από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του ακριβούς περιεχομένου και της αιτιολογίας της σχετικής πράξεως, ώστε να μπορεί να κάνει χρήση του δικαιώματός του προς άσκηση προσφυγής (πρβλ. διάταξη της 5ης Μαρτίου 1993, Ferriere Acciaierie Sarde κατά Επιτροπής, C-102/92, EU:C:1993:86, σκέψη 18, και αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 1998, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C-309/95, EU:C:1998:66, σκέψη 18, και της 14ης Μαΐου 1998, Windpark Groothusen κατά Επιτροπής, C-48/96 P, EU:C:1998:223, σκέψη 25).
34
Επομένως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δίμηνη προθεσμία, η οποία ξεκινά, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως της πράξεως που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, από την ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση αυτής, διαφέρει από το εύλογο χρονικό διάστημα το οποίο διαθέτει ο προσφεύγων για να ζητήσει να του κοινοποιηθεί το πλήρες κείμενο της πράξεως αυτής προκειμένου να λάβει ακριβή γνώση (διάταξη της 10ης Νοεμβρίου 2011, Αγαπίου-Ιωσηφίδη κατά Επιτροπής και EACEA, C-626/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:726, σκέψη 128).
35
Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα έλαβε, όπως όλα τα ιδρύματα τα οποία όφειλαν να καταβάλουν εκ των προτέρων εισφορά για το 2016 στο ΕΤΕ, τα αναγκαία έγγραφα και ερωτηματολόγια για την παροχή των στοιχείων για τον υπολογισμό από τον ΕΣΕ των ατομικών εισφορών. Τα εν λόγω έγγραφα και ερωτηματολόγια ενημέρωναν την προσφεύγουσα-ενάγουσα ότι η εισφορά στο ΕΤΕ υπολογίζεται από το ΕΣΕ. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα έλαβε υποχρεωτικώς γνώση των εγγράφων αυτών προκειμένου να απαντήσει σχετικώς.
36
Εν συνεχεία, η προσφεύγουσα-ενάγουσα έλαβε γνώση της υπάρξεως της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016 με την επιστολή της ιταλικής ΕΑΕ της 3ης Μαΐου 2016, την οποία παρέλαβε αυθημερόν.
37
Στην εν λόγω επιστολή, η ιταλική ΕΑΕ ενημέρωσε την προσφεύγουσα-ενάγουσα ότι το ΕΣΕ είχε υπολογίσει την εκ των προτέρων εισφορά της για το 2016 στο ΕΤΕ και της ανακοίνωσε το οφειλόμενο ποσό.
38
Επομένως, εφόσον η προσφεύγουσα-ενάγουσα γνώριζε την ύπαρξη της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016, όφειλε, εάν όχι να ασκήσει προσφυγή για την παροχή προσωρινής προστασίας εν αναμονή της κοινοποιήσεως της επίδικης αποφάσεως, να ζητήσει την κοινοποίηση αυτής εντός του εύλογου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στην παρατιθέμενη στις σκέψεις 33 και 34 ανωτέρω νομολογία.
39
Το «εύλογο χρονικό διάστημα» για την υποβολή αιτήσεως κοινοποιήσεως αποφάσεως, αφού ο ενδιαφερόμενος λάβει γνώση της υπάρξεώς της, δεν είναι προκαθορισμένη προθεσμία η οποία συνάγεται αυτομάτως από τη διάρκεια της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως, αλλά χρονικό διάστημα το οποίο εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε περιπτώσεως (πρβλ. απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2013, επανεξέταση Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, C‑334/12 RX-II, EU:C:2013:134, σκέψεις 32 έως 34).
40
Όσον αφορά την έννοια του εύλογου χρονικού διαστήματος, επισημαίνεται, αφενός, ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε, σε άλλες υποθέσεις, ότι χρονικό διάστημα δύο μηνών, υπολογιζόμενο από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση της υπάρξεως αποφάσεως ώστε να ζητήσει την κοινοποίησή της, υπερβαίνει το εύλογο χρονικό διάστημα (διάταξη της 5ης Μαρτίου 1993, Ferriere Acciaierie Sarde κατά Επιτροπής, C-102/92, EU:C:1993:86, σκέψη 19· πρβλ., επίσης, διάταξη της 10ης Νοεμβρίου 2011, Αγαπίου-Ιωσηφίδη κατά Επιτροπής και EACEA, C-626/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:726, σκέψεις 131 και 132).
41
Επισημαίνεται, αφετέρου, ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, σε άλλες υποθέσεις, ότι αίτηση κοινοποιήσεως του πλήρους κειμένου αποφάσεως η οποία υποβάλλεται περισσότερους από τέσσερις μήνες αφότου ο προσφεύγων έλαβε γνώση της υπάρξεως της πράξεως θα πρέπει να θεωρείται ότι υποβάλλεται καθ’ υπέρβαση κάθε εύλογου χρονικού διαστήματος (πρβλ. διατάξεις της 15ης Ιουλίου 1998, LPN και GEOTA κατά Επιτροπής, T-155/95, EU:T:1998:167, σκέψη 44, και της 18ης Μαΐου 2010, Abertis Infraestructuras κατά Επιτροπής, T-200/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:200, σκέψη 63).
42
Λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, δεν χωρεί εκτίμηση διαφορετική από αυτή που διατύπωσαν το Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο.
43
Διαπιστώνεται ότι εν προκειμένω, αφού έλαβε γνώση της υπάρξεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν ζήτησε την κοινοποίηση της αποφάσεως αυτής, πόσω μάλλον εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
44
Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι «μπόρεσε να λάβει γνώση της υπάρξεως των αποφάσεων του ΕΣΕ» και της αναγκαιότητας να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης μόνον επ’ ευκαιρία προσφυγής που άσκησε σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 2017, σε εθνικό επίπεδο, κατά της ιταλικής ΕΑΕ και λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που αυτή κατέθεσε στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής.
45
Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 35 έως 37 ανωτέρω, η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν μπορούσε να αγνοεί, από τις 3 Μαΐου 2016, την ύπαρξη της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016.
46
Εξάλλου, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ούτε προέβαλε ούτε απέδειξε την ύπαρξη τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας που θα επέτρεπαν παρέκκλιση από την επίμαχη προθεσμία βάσει του άρθρου 45, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 53 του εν λόγω Οργανισμού.
47
Ως εκ τούτου, η υπό κρίση προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016, η οποία ασκήθηκε στις 28 Ιουλίου 2017, είναι προδήλως εκπρόθεσμη και πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.
Επί του απαραδέκτου της προσφυγής στο μέτρο που βάλλει κατά κάθε άλλης αποφάσεως του ΕΣΕ στην οποία βασίστηκε η ιταλική ΕΑΕ για την έκδοση των εθνικών αποφάσεων 1249264/15 της 24ης Νοεμβρίου 2015, 1262091/15 της 26ης Νοεμβρίου 2015, 1547337/16 της 29ης Δεκεμβρίου 2016, 333162/17 της 14ης Μαρτίου 2017 και 334520/17 της 14ης Μαρτίου 2017
48
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί την ακύρωση κάθε άλλης αποφάσεως του ΕΣΕ στην οποία βασίστηκε η ιταλική ΕΑΕ για την έκδοση των εθνικών αποφάσεων 1249264/15 της 24ης Νοεμβρίου 2015, 1262091/15 της 26ης Νοεμβρίου 2015, 1547337/16 της 29ης Δεκεμβρίου 2016, 333162/17 της 14ης Μαρτίου 2017 και 334520/17 της 14ης Μαρτίου 2017.
49
Το ΕΣΕ επισημαίνει ότι οι συγκεκριμένες αποφάσεις της ιταλικής ΕΑΕ δεν βασίστηκαν στις αποφάσεις του. Είναι όλες αποφάσεις οι οποίες σχετίζονται με εισφορές στο ιταλικό εθνικό ταμείο εξυγιάνσεως, τις οποίες ζήτησε και υπολόγισε η εν λόγω εθνική αρχή εξυγιάνσεως εκτός του πεδίου αρμοδιότητας του ΕΣΕ. Επιπλέον, ορισμένες από τις αποφάσεις αυτές της ιταλικής ΕΑΕ είναι, μάλιστα, προγενέστερες της αναθέσεως στο ΕΣΕ της αρμοδιότητας υπολογισμού των εκ των προτέρων εισφορών στο ΕΤΕ.
50
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα απαντά ότι επιδιώκει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να εξασφαλίσει πλήρη δικαστική προστασία κατά «ενδεχόμενων μη γνωστών αποφάσεων του ΕΣΕ» στις οποίες ενδέχεται να βασίστηκαν οι μνημονευόμενες στη σκέψη 48 ανωτέρω αποφάσεις της ιταλικής ΕΑΕ.
51
Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, βάσει του άρθρου 76 του Κανονισμού Διαδικασίας, κάθε δικόγραφο προσφυγής πρέπει να μνημονεύει το αντικείμενο της διαφοράς, η δε μνεία αυτή πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής ώστε να μπορεί ο αντίδικος να προετοιμάσει την άμυνά του και το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως, χωρίς πρόσθετα στοιχεία (αποφάσεις της 23ης Μαΐου 2014, European Dynamics Luxembourg κατά ΕΚΤ, T-553/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:275, σκέψη 53, και της 5ης Οκτωβρίου 2017, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T-149/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:693, σκέψη 33). Επομένως, ο προσφεύγων, στον οποίο απόκειται η τήρηση της προμνησθείσας διατάξεως, δεν μπορεί να αναμένει από το Γενικό Δικαστήριο και το Γενικό Δικαστήριο δεν υποχρεούται να προσδιορίσει, αντί του προσφεύγοντος, το αντικείμενο της προσφυγής (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της 24ης Μαρτίου 1993, Benzler κατά Επιτροπής, T-72/92, EU:T:1993:27, σκέψεις 18 και 19, και αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 2009, Ridolfi κατά Επιτροπής, F-3/09, EU:F:2009:162, σκέψη 81, και της 5ης Μαρτίου 2015, Gyarmathy κατά FRA, F‑97/13, EU:F:2015:7, σκέψη 29).
52
Από τις προεκτεθείσες παρατηρήσεις συνάγεται ότι η υπό κρίση προσφυγή‑αγωγή, στο μέτρο που αφορά την ακύρωση ενδεχόμενων και μη γνωστών, και επομένως υποθετικών, αποφάσεων του ΕΣΕ στις οποίες ενδέχεται να βασίστηκαν οι πέντε ιταλικές αποφάσεις που μνημονεύονται στη σκέψη 48 ανωτέρω, είναι προδήλως απαράδεκτη λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 76 του Κανονισμού Διαδικασίας. Το αίτημα της προσφεύγουσας-ενάγουσας η οποία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να διατάξει το ΕΣΕ να της επιτρέψει να εξετάσει τις αποφάσεις που εκδόθηκαν ως προς αυτήν για τα έτη 2015 έως 2017 καθώς και να λάβει αντίγραφα αυτών δεν πρέπει να γίνει δεκτό (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 2012, Ελληνικά Ναυπηγεία και Hoern κατά Επιτροπής, T-466/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:558, σκέψη 28).
Επί του απαραδέκτου της αγωγής αποζημιώσεως
53
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί το ΕΣΕ να αποκαταστήσει, δυνάμει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, τη ζημία που της προκάλεσε το 2015 και το 2016 κατά την άσκηση των καθηκόντων του που αφορούν τον καθορισμό των οφειλόμενων από αυτήν εισφορών, ζημία η οποία συνίσταται στις υψηλότερες εισφορές που κατέβαλε.
54
Στο υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα-ενάγουσα προβάλλει ότι η αγωγή αποζημιώσεως είναι αυτοτελής σε σχέση με τα αιτήματα ακυρώσεως. Υποστηρίζει ότι, εάν γίνουν δεκτά τα αιτήματα ακυρώσεως, θα εξασφαλίσει την επιστροφή των ήδη καταβληθέντων ποσών καθώς και, όσον αφορά τον μελλοντικό καθορισμό των εισφορών, την εξαίρεση από τη βάση της εισφοράς των ενδοομιλικών υποχρεώσεων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και στʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63, ενώ, εάν γίνει δεκτή η αγωγή αποζημιώσεως, θα εξασφαλίσει την αποκατάσταση των υφιστάμενων και μελλοντικών ζημιών που υπέστη οι οποίες απορρέουν από το γεγονός ότι δεν είχε στη διάθεσή της τα καταβληθέντα ποσά. Κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, το γεγονός ότι δεν είχε στη διάθεσή της τα επιπλέον καταβληθέντα ποσά τής στέρησε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει επενδύσεις, ελλείψει των οποίων αναγκάστηκε να καταφύγει στην αδρά αμειβόμενη συνδρομή συμβούλων.
55
Το ΕΣΕ υποστηρίζει ότι η αγωγή αποζημιώσεως δεν έχει αυτοτελή χαρακτήρα σε σχέση με τα αιτήματα ακυρώσεως και ισοδυναμεί με απόπειρα παρακάμψεως του απαραδέκτου των εν λόγω αιτημάτων.
56
Κατά πάγια νομολογία, καίτοι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει αγωγή για αστική ευθύνη χωρίς να υποχρεούται από καμία διάταξη να επιδιώξει την ακύρωση της παράνομης πράξεως που του προξενεί ζημία, εντούτοις, δεν μπορεί, με το τέχνασμα αυτό, να αποφύγει το απαράδεκτο προσφυγής, βάλλουσας κατά της ιδίας παρανομίας και επιδιώκουσας τα ίδια οικονομικά αποτελέσματα (βλ. απόφαση της 12ης Μαΐου 2016, Holistic Innovation Institute κατά Επιτροπής, T‑468/14, EU:T:2016:296, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
57
Επομένως, η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να κρίνεται απαράδεκτη οσάκις σκοπεί, στην πραγματικότητα, στην ανάκληση ατομικής αποφάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη και, εάν γινόταν δεκτή, θα είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των έννομων αποτελεσμάτων της αποφάσεως αυτής. Τούτο συντρέχει όταν ο ενάγων επιδιώκει, μέσω αγωγής αποζημιώσεως, να επιτύχει ίδιο αποτέλεσμα με εκείνο που θα του παρείχε η ευδοκίμηση προσφυγής ακυρώσεως την οποία παρέλειψε να ασκήσει εμπροθέσμως (απόφαση της 12ης Μαΐου 2016, Holistic Innovation Institute κατά Επιτροπής, T-468/14, EU:T:2016:296, σκέψη 47).
58
Επιπλέον, αγωγή αποζημιώσεως θα μπορούσε επίσης να είναι ικανή να εξαφανίσει τα έννομα αποτελέσματα αποφάσεως που έχει καταστεί απρόσβλητη, οσάκις ο ενάγων επιδιώκει ευρύτερο όφελος, το οποίο όμως περιλαμβάνει εκείνο που θα του είχε προσπορίσει ακυρωτική απόφαση. Σε τέτοια περίπτωση, πρέπει εντούτοις να διαπιστωθεί η ύπαρξη στενού δεσμού μεταξύ της αγωγής αποζημιώσεως και της προσφυγής ακυρώσεως ώστε να συναχθεί το απαράδεκτο της πρώτης (διάταξη της 13ης Ιανουαρίου 2014, Investigación y Desarrollo en Soluciones y Servicios IT κατά Επιτροπής, T-134/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:31, σκέψη 62, και απόφαση της 12ης Μαΐου 2016, Holistic Innovation Institute κατά Επιτροπής, T-468/14, EU:T:2016:296, σκέψη 48).
59
Εν προκειμένω, επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, η υπόμνηση των διαπιστώσεων που εκτέθηκαν στη σκέψη 52 ανωτέρω σχετικά με το απαράδεκτο της προσφυγής‑αγωγής ως προς το άρθρο 76 του Κανονισμού Διαδικασίας, στο μέτρο που αυτή αφορά την ακύρωση ενδεχόμενων μη γνωστών αποφάσεων του ΕΣΕ, στις οποίες ενδέχεται να βασίζονται ορισμένες ιταλικές αποφάσεις. Λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων αυτών, η αγωγή αποζημιώσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί παραδεκτή μόνον όσον αφορά την απόφαση της 15ης Απριλίου 2016.
60
Όσον αφορά την απόφαση της 15ης Απριλίου 2016, επισημαίνεται ότι η αγωγή αποζημιώσεως περιλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, αφενός, αίτημα αποκαταστάσεως από το ΕΣΕ της ζημίας που υπέστη η προσφεύγουσα-ενάγουσα, συνιστάμενης στις υψηλότερες εισφορές τις οποίες κατέβαλε λόγω της αποφάσεως αυτής, και, αφετέρου, αίτημα αποζημιώσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας από το ΕΣΕ για τις συνέπειες της στερήσεως των καταβληθέντων ποσών, ήτοι την αδυναμία να πραγματοποιήσει ορισμένες επενδύσεις και τη χρησιμοποίηση εξωτερικών συμβούλων.
61
Όσον αφορά, πρώτον, το αίτημα αποκαταστάσεως από το ΕΣΕ της ζημίας που υπέστη η προσφεύγουσα-ενάγουσα, συνιστάμενης στις υψηλότερες εισφορές τις οποίες κατέβαλε λόγω της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016, το αίτημα αυτό ισοδυναμεί, εν τέλει, με αίτημα επιστροφής των προβαλλόμενων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως αυτής. Επομένως, σκοπός του αιτήματος αυτού είναι να παρακάμψει τον απρόσβλητο χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής. Επιδιώκει, από οικονομική άποψη, τα ίδια αποτελέσματα με την ακύρωση η οποία δεν είναι πλέον δυνατή λόγω της εκπνοής των προθεσμιών. Επομένως, τέτοιο αίτημα είναι προδήλως απαράδεκτο λόγω του στενού δεσμού του με την προσφυγή ακυρώσεως η οποία είναι η ίδια προδήλως απαράδεκτη.
62
Όσον αφορά, δεύτερον, το αίτημα που σχετίζεται με τις συνέπειες που ισχυρίζεται ότι υπέστη η προσφεύγουσα-ενάγουσα επειδή δεν διέθετε πλέον τα ποσά που κατέβαλε κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016, συνέπειες συνιστάμενες, κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, στην αδυναμία πραγματοποιήσεως ορισμένων επενδύσεων και στην αναγκαιότητα χρησιμοποιήσεως εξωτερικών συμβούλων, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, με το αίτημα αυτό, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί, κατ’ ουσίαν, την επαναφορά της, από οικονομική άποψη, στην κατάσταση στην οποία θα ευρισκόταν απουσία της αποφάσεως αυτής. Επομένως, το αίτημα αυτό εμφανίζει στενό δεσμό, κατά την έννοια της παρατεθείσας στη σκέψη 58 ανωτέρω νομολογίας, με την προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής. Συνεπώς, τέτοιο αίτημα είναι επίσης προδήλως απαράδεκτο.
63
Συμπερασματικά, βάσει των προεκτεθεισών παρατηρήσεων, εφόσον η αγωγή αποζημιώσεως οδηγεί με τα δύο σκέλη της στην καταστρατήγηση των συνεπειών του απρόσβλητου χαρακτήρα της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016, ο οποίος επήλθε λόγω της μη ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως εντός των προβλεπόμενων στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ προθεσμιών, η αγωγή αυτή είναι απορριπτέα ως προδήλως απαράδεκτη.
Επί του απαραδέκτου του αιτήματος να κηρυχθεί ανίσχυρο το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και στʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63 ή ο κανονισμός αυτός στο σύνολό του
64
Επικουρικώς ως προς την προσφυγή ακυρώσεως, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο, εάν δεν κάνει δεκτές την προσφυγή ακυρώσεως και την αγωγή αποζημιώσεως, να κηρύξει εντούτοις ανίσχυρο το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και στʹ, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63 ή, ενδεχομένως, τον κανονισμό αυτόν στο σύνολό του.
65
Όπως επισημάνθηκε ήδη στη σκέψη 21 ανωτέρω, η δυνατότητα επικλήσεως του παράνομου χαρακτήρα πράξεως γενικής ισχύος κατά το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δεν συνιστά αυτοτελές μέσο έννομης προστασίας και δεν μπορεί να ασκείται ελλείψει δικαιώματος ασκήσεως κύριας προσφυγής (βλ. απόφαση της 6ης Ιουνίου 2013, T & L Sugars και Sidul Açúcares κατά Επιτροπής, T-279/11, EU:T:2013:299, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
66
Ως εκ τούτου, το αίτημα της προσφεύγουσας-ενάγουσας περί αναγνωρίσεως του ολικώς ή μερικώς παράνομου χαρακτήρα του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63, το οποίο υποβάλλεται για την περίπτωση που δεν ακυρωθεί η απόφαση της 15ης Απριλίου 2016, είναι προδήλως απαράδεκτο, ελλείψει αυτοτελούς δικαιώματος ασκήσεως κύριας προσφυγής για την επίκληση του παράνομου χαρακτήρα πράξεως γενικής ισχύος.
67
Επιπλέον, και δεδομένου ότι το αίτημα της προσφεύγουσας-ενάγουσας περί αναγνωρίσεως του ολικώς ή μερικώς παράνομου χαρακτήρα του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63 αφορά εμμέσως πλην κατ’ ανάγκην, a fortiori, την εξασφάλιση διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η έλλειψη αυτοτελούς δικαιώματος ασκήσεως κύριας προσφυγής σημαίνει επίσης ότι το απαράδεκτο της κύριας προσφυγής συνεπάγεται το απαράδεκτο της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας που προβάλλεται προς στήριξή της.
68
Διαπιστώθηκε, όμως, ότι η προσφυγή ακυρώσεως, στο μέτρο που βάλλει κατά της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 2016, μόνης επίμαχης αποφάσεως εν προκειμένω, είναι προδήλως απαράδεκτη (βλ. σκέψη 47 ανωτέρω). Ως εκ τούτου, το αίτημα της προσφεύγουσας-ενάγουσας περί αναγνωρίσεως του ολικώς ή μερικώς παράνομου χαρακτήρα του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού 2015/63 είναι, εν πάση περιπτώσει, προδήλως απαράδεκτο.
Συνολικό συμπέρασμα
69
Από το σύνολο των ως άνω παρατηρήσεων προκύπτει ότι η υπό κρίση προσφυγή‑αγωγή πρέπει να απορριφθεί, ως προς τις διάφορες πτυχές και τα διάφορα σκέλη της, ως απαράδεκτη στο μέτρο που στρέφεται κατά της Επιτροπής, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 130 του Κανονισμού Διαδικασίας, και ως προδήλως απαράδεκτη στο μέτρο που στρέφεται κατά του ΕΣΕ, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 126 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
70
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα του ΕΣΕ και της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή‑αγωγή.
2)
Καταδικάζει την Iccrea Banca SpA Istituto Centrale del Credito Cooperativo στα δικαστικά της έξοδα καθώς και στα έξοδα του Ενιαίου Συμβουλίου Εξυγιάνσεως (ΕΣΕ) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Λουξεμβούργο, 19 Νοεμβρίου 2018.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
A. M. Collins
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy