ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 11ης Δεκεμβρίου 2018 ( *1 )
«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως εικονιστικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Cheapflights – Παραπομπή της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος ενώπιον του εξεταστή για εξέταση απόλυτων λόγων απαραδέκτου – Αμφισβήτηση από τον δικαιούχο του προγενέστερου σήματος – Αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως περιέχουσα εκτίμηση της εγκυρότητας του προγενέστερου σήματος – Αμφισβήτηση από τον δικαιούχο του προγενέστερου σήματος – Εν μέρει απαράδεκτο – Αντίθετα αιτήματα υποβαλλόμενα βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) 216/96 – Ανάκληση της προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών – Μερική κατάργηση της δίκης»
Στην υπόθεση T-565/17,
CheapFlights International Ltd, με έδρα το Speenoge (Ιρλανδία), εκπροσωπούμενη από τους A. von Mühlendahl και H. Hartwig, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τον A. Folliard-Monguiral,
καθού,
αντίδικος στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO:
Momondo Group Ltd, με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο),
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών μείζονος συνθέσεως του EUIPO της 1ης Ιουνίου 2017 (R 1893/2011-G), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της CheapFlights International και της Momondo Group,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Prek (εισηγητή), πρόεδρο, F. Schalin και M. J. Costeira, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Αυγούστου 2017,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Νοεμβρίου 2017,
έχοντας υπόψη τις γραπτές ερωτήσεις που το Γενικό Δικαστήριο έθεσε στους διαδίκους και τις απαντήσεις τους στις ερωτήσεις αυτές, οι οποίες κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Ιουνίου και στις 4 Ιουλίου 2018,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 30 Οκτωβρίου 2003 ο δικαιοπάροχος της Momondo Group Ltd, αντιδίκου κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO, υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε [αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε, ο οποίος έχει αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1)].
2
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνίσταται στο ακόλουθο εικονιστικό σημείο:
3
Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ή τις οποίες ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 35, 38, 39 και 41 έως 44 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:
–
κλάση 9: «Υλικός εξοπλισμός και λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών· λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών για αναζήτηση σε βάσεις δεδομένων σε φυσική γλώσσα· εγχειρίδια χρήσεως και οδηγιών σε ηλεκτρονική μορφή»·
–
κλάση 16: «Πλαστικά υλικά συσκευασίας (μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις)· κατάλογοι, διαφημιστικά έντυπα και φυλλάδια· περιοδικά και περιοδικές εκδόσεις· εγχειρίδια οδηγιών και χρήσεως»·
–
κλάση 35: «Συλλογή, αποθήκευση, ανάλυση και ανάκτηση δεδομένων και πληροφοριών· διατήρηση, καταλογοποίηση και ηλεκτρονική διανομή διαφημιστικού υλικού· δημιουργία ευρετηρίων πληροφοριών, διαδικτυακών τόπων και άλλων πηγών πληροφοριών· δημιουργία ευρετηρίων πληροφοριών, διαδικτυακών τόπων και άλλων διαθέσιμων πηγών σε παγκόσμιo δίκτυo ηλεκτρονικών υπολογιστών»·
–
κλάση 38: «Παροχή και/ή λειτουργία μηχανών αναζητήσεως· υπηρεσίες παρέχουσες σε χρήστες παγκόσμιου δικτύου ηλεκτρονικών υπολογιστών τη δυνατότητα να διεξάγουν έρευνες για εύρεση πληροφοριών σχετικά με ευρύ φάσμα θεμάτων· παροχή online συνδέσμων προς πληροφορίες στους τομείς της ψυχαγωγίας, της υγείας, της οικογένειας, των προσωπικών χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, των αγορών και των ταξιδίων»·
–
κλάση 39: «Ταξιδιωτικές υπηρεσίες, πρακτορεία ταξιδίων, υπηρεσίες κρατήσεων και έκδοσης εισιτηρίων· υπηρεσίες ενοικιάσεως αυτοκινήτων, ταξιδίων· κρατήσεις ταξιδίων αναψυχής, υπηρεσίες παροχής πληροφοριών για ταξιδιώτες και παραθεριστές, προετοιμασία εκθέσεων σχετικά με τις τουριστικές ειδήσεις για ταξιδιώτες, υπηρεσίες προγραμματισμού δρομολογίων, παροχή βάσεων δεδομένων (πληροφόρηση σε σχέση με ταξίδια) για ταξιδιώτες, παροχή και/ή λειτουργία μηχανών κρατήσεων για πτήσεις και ταξίδια· υπηρεσίες παροχής συμβουλών σε σχέση όλα τα προαναφερθέντα»·
–
κλάση 41: «Ψυχαγωγία τουριστών· παροχή ειδήσεων σε ταξιδιώτες· οργάνωση διαγωνισμών»·
–
κλάση 42: «Σχολιασμός προτύπων και μεθόδων με σκοπό την εξασφάλιση συμμορφώσεως με τις προβλεπόμενες προδιαγραφές κατά την παρουσίαση ιατρικών δεδομένων· εξατομικευμένος σχεδιασμός λειτουργιών ερωταπαντήσεων για διαδικτυακούς τόπους, συντήρηση, παρακολούθηση και ανάλυση αποδόσεως διαδικτυακών τόπων στο Διαδίκτυο· δημιουργία λογισμικού και προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών για συσκευές επεξεργασίας πληροφοριών· υπηρεσίες έρευνας και σχεδιασμού σε σχέση με υλικό εξοπλισμό και λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών· υπηρεσίες μετεωρολογικών εκθέσεων, υπηρεσίες γραφικού σχεδιασμού, υπηρεσίες σχεδιασμού διαδικτυακών τόπων, παροχή βάσεων δεδομένων (μετεωρολογικών προβλέψεων) για ταξιδιώτες»·
–
κλάση 43: «Υπηρεσίες ξενοδοχείων και προσωρινού καταλύματος· οργάνωση παραθεριστικού καταλύματος, παροχή βάσεων δεδομένων (πληροφορίες σχετικά με προσωρινά καταλύματα) για ταξιδιώτες· παροχή και/ή λειτουργία μηχανών κρατήσεων σε ξενοδοχεία»·
–
κλάση 44: «Υπηρεσίες ιατρικής βοήθειας για ταξιδιώτες».
4
Η αίτηση καταχωρίσεως του σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 49/2004, της 6ης Δεκεμβρίου 2004.
5
Στις 2 Μαρτίου 2005 η προσφεύγουσα, CheapFlights International Ltd, άσκησε ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του σήματος η οποία είχε ζητηθεί για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που αναφέρονται στη σκέψη 3 ανωτέρω.
6
Η ανακοπή στηριζόταν, ιδίως, στο κάτωθι προγενέστερο εικονιστικό εθνικό σήμα, το οποίο έχει καταχωρισθεί στην Ιρλανδία με αριθμό 227053, για υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 35, 36, 38, 39 και 41 έως 44:
7
Ο λόγος που προβλήθηκε προς στήριξη της ανακοπής αφορούσε τον κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων.
8
Στις 22 Ιουνίου 2007 το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή ως προς τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 35 και ως προς ορισμένες υπηρεσίες που εμπίπτουν στην κλάση 42, ήτοι σχετικά με «[τον] σχολιασμό προτύπων και μεθόδων με σκοπό την εξασφάλιση συμμορφώσεως με τις προβλεπόμενες προδιαγραφές κατά την παρουσίαση ιατρικών δεδομένων· [τη] δημιουργία λογισμικού και προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών για συσκευές επεξεργασίας πληροφοριών· [τις] υπηρεσίες έρευνας και σχεδιασμού σε σχέση με υλικό εξοπλισμό και λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών· [τις] υπηρεσίες γραφικού σχεδιασμού».
9
Αντίθετα, δέχθηκε την ανακοπή ως προς τις λοιπές εμπίπτουσες στην κλάση 42 υπηρεσίες, δηλαδή σχετικά με «[τον] εξατομικευμένο σχεδιασμό λειτουργιών ερωταπαντήσεων για διαδικτυακούς τόπους, [τη] συντήρηση, [την] παρακολούθηση και [την] ανάλυση απόδοσης διαδικτυακών τόπων, [τις] υπηρεσίες μετεωρολογικών εκθέσεων, [τις] υπηρεσίες σχεδιασμού διαδικτυακών τόπων, [την] παροχή βάσεων δεδομένων (μετεωρολογικών προβλέψεων) για ταξιδιώτες», καθώς και για τις υπηρεσίες των κλάσεων 38, 39, 41, 43 και 44.
10
Στις 21 Αυγούστου 2007 η αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του EUIPO άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών, καθόσον με αυτή είχε γίνει δεκτή η ανακοπή της προσφεύγουσας.
11
Με απόφαση της 31ης Αυγούστου 2009 το τέταρτο τμήμα προσφυγών του EUIPO έκανε δεκτή την προσφυγή που άσκησε η αντίδικος ενώπιον του EUIPO με το αιτιολογικό ότι δεν υφίστατο κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων.
12
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Νοεμβρίου 2009 η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως του τετάρτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 31ης Αυγούστου 2009, που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-460/09.
13
Με την απόφαση της 5ης Μαΐου 2011, CheapFlights International κατά ΓΕΕΑ – Cheapflights (Cheapflights) (T-460/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:198), το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον λόγο που αφορούσε τον κίνδυνο συγχύσεως και ακύρωσε την απόφαση του τετάρτου τμήματος προσφυγών.
14
Με απόφαση του προεδρείου των τμημάτων προσφυγών του EUIPO, της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, η υπόθεση παραπέμφθηκε ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως, με τον αριθμό υποθέσεως R 1893/2011-G, προκειμένου αυτό να αποφανθεί εκ νέου.
15
Με προσωρινή απόφαση της 4ης Ιουλίου 2012 (στο εξής: προσωρινή απόφαση), το τμήμα μείζονος συνθέσεως παρέπεμψε την αίτηση καταχωρίσεως σήματος ενώπιον του εξεταστή για εξέταση των απόλυτων λόγων απαραδέκτου.
16
Με δύο αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 2016 και της 14ης Φεβρουαρίου 2017, ο εξεταστής αρνήθηκε την καταχώριση του σήματος για τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 38, 39, 41, 43, 44, καθώς και για τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στην κλάση 42, ήτοι «[τον] εξατομικευμένο σχεδιασμό λειτουργιών ερωταπαντήσεων για διαδικτυακούς τόπους, [τη] συντήρηση, [την] παρακολούθηση και [την] ανάλυση απόδοσης διαδικτυακών τόπων· [τις] υπηρεσίες μετεωρολογικών εκθέσεων, [τις] υπηρεσίες σχεδιασμού διαδικτυακών τόπων, [την] παροχή βάσεων δεδομένων (μετεωρολογικών προβλέψεων) για ταξιδιώτες», ως προς τις οποίες το τμήμα ανακοπών είχε δεχθεί την ανακοπή. Επίσης, αρνήθηκε τη ζητούμενη καταχώριση του σήματος για «λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών· προγράμματα και λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών· λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών για αναζήτηση σε βάσεις δεδομένων σε φυσική γλώσσα» που εμπίπτουν στην κλάση 9 και για τα «πλαστικά υλικά συσκευασίας (μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις)· καταλόγους, διαφημιστικά έντυπα και φυλλάδια· περιοδικά και περιοδικές εκδόσεις» που εμπίπτουν στην κλάση 16, ως προς τα οποία το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή.
17
Με απόφαση της 1ης Ιουνίου 2017 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως, αφενός, έκρινε από την επανεξέταση των απόλυτων λόγων απαραδέκτου ότι η αίτηση καταχωρίσεως σήματος είχε απορριφθεί για το σύνολο των υπηρεσιών για τις οποίες το τμήμα ανακοπών είχε κάνει δεκτή την ανακοπή και ότι, κατά συνέπεια, οι διαδικασίες ανακοπής και προσφυγής είχαν καταστεί άνευ αντικειμένου και έπρεπε να περατωθούν.
18
Αφετέρου, έκανε δεκτή την αίτηση καταχωρίσεως σήματος για «[τον] υλικό εξοπλισμό ηλεκτρονικών υπολογιστών· [τα] εγχειρίδια χρήσης και οδηγιών σε ηλεκτρονική μορφή» που εμπίπτουν στην κλάση 9, τα «εγχειρίδια οδηγιών και χρήσης» που εμπίπτουν στην κλάση 16, «[τη] συλλογή, [την] αποθήκευση, [την] ανάλυση και [την] ανάκτηση δεδομένων και πληροφοριών· [τη] διατήρηση, [την] ευρετηριοποίηση και [την] ηλεκτρονική διανομή διαφημιστικού υλικού· [τη] δημιουργία ευρετηρίων πληροφοριών, διαδικτυακών τόπων και άλλων πηγών πληροφοριών· [τη] δημιουργία ευρετηρίων πληροφοριών, διαδικτυακών τόπων και άλλων διαθέσιμων πηγών σε παγκόσμιo δίκτυo ηλεκτρονικών υπολογιστών» που εμπίπτουν στην κλάση 35, καθώς και για τον «σχολιασμό προτύπων και μεθόδων με σκοπό την εξασφάλιση συμμορφώσεως κατά την παρουσίαση ιατρικών δεδομένων· [τη] δημιουργία λογισμικού και προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών για συσκευές επεξεργασίας πληροφοριών· [τις υπηρεσίες έρευνας και σχεδιασμού σε σχέση με υλικό εξοπλισμό και λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών· [τις] υπηρεσίες γραφικού σχεδιασμού» που εμπίπτουν στην κλάση 42.
Αιτήματα των διαδίκων
19
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
–
να καταδικάσει το EUIPO καθώς και τη δικαιούχο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, σε περίπτωση που αυτή παρέμβει στην παρούσα δίκη, στα δικαστικά έξοδα.
20
Το EUIPO ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
21
Στις 16 Ιανουαρίου 2018, μετά την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, το EUIPO ενημέρωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι η αντίδικος παραιτήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2017 από την προσφυγή της ενώπιον του τμήματος προσφυγών η οποία είχε υποβληθεί στις 21 Αυγούστου 2007 και η οποία μνημονεύεται στην σκέψη 10 ανωτέρω. Κατά την άποψη του EUIPO, λόγω της αποσύρσεως αυτής ο τρίτος λόγος ακυρώσεως της προσφεύγουσας κατέστη άνευ αντικειμένου.
22
Στις 13 Φεβρουαρίου 2018 η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του εγγράφου του EUIPO με ημερομηνία 16 Ιανουαρίου 2018. Με αυτές η προσφεύγουσα αντέκρουσε την άποψη ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως της προσφυγής έχει καταστεί άνευ αντικειμένου.
Σκεπτικό
23
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Οι τρεις πρώτοι λόγοι ακυρώσεως αφορούν την παράβαση, αντιστοίχως, του άρθρου 65, παράγραφος 6, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρου 72, παράγραφος 6, του κανονισμού 2017/1001), του άρθρου 75, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρου 94, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2017/1001) και του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 216/96 της Επιτροπής, της 5ης Φεβρουαρίου 1996, σχετικά με τον κανονισμό διαδικασίας των τμημάτων προσφυγών του Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΕΕ 1996, L 28, σ. 11). Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι ορισμένες αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως θέτουν υπό αμφισβήτηση ή αρνούνται την εγκυρότητα του προγενέστερου εθνικού σήματος, του οποίου αυτή είναι δικαιούχος.
24
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως περάτωσε τη διαδικασία προσφυγής όσον αφορά τις εμπίπτουσες στις κλάσεις 16, 38, 39 και 41 έως 43 υπηρεσίες που αναφέρονται στη σκέψη 16 ανωτέρω, για τις οποίες ο εξεταστής αρνήθηκε τη ζητούμενη καταχώριση του σήματος. Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, αμφισβητεί τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως περάτωσε τη διαδικασία προσφυγής όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 35 και 42, όπως αναφέρονται στη σκέψη 18 ανωτέρω, για τα οποία και τις οποίες το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή και ως προς τα οποία και τις οποίες υποστηρίζει ότι άσκησε αντίθετη προσφυγή με το υπόμνημα απαντήσεως που υπέβαλε ενώπιον του τμήματος προσφυγών κατόπιν της προσφυγής τής αντιδίκου. Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον αυτή, κατά την άποψή της, έλαβε θέση επί της εγκυρότητας του προγενέστερου εθνικού σήματος, του οποίου η ίδια είναι δικαιούχος.
25
Κατά το άρθρο 129 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αυτεπαγγέλτως, αφού ακούσει τους κύριους διαδίκους, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη επί των λόγων απαραδέκτου δημοσίας τάξεως.
26
Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι έχει επαρκώς ενημερωθεί από τα στοιχεία της δικογραφίας, ώστε να αποφανθεί χωρίς να συνεχιστεί η διαδικασία.
Επί της προσφυγής κατά το μέρος που στρέφεται κατά της περατώσεως της διαδικασίας προσφυγής ως προς τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 38, 39 και 41 έως 43, για τις οποίες ο εξεταστής αρνήθηκε τη ζητούμενη καταχώριση του σήματος
27
Όπως προκύπτει από τη σκέψη 15 ανωτέρω, το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως με την προσωρινή απόφασή του παρέπεμψε την αίτηση καταχωρίσεως σήματος ενώπιον του εξεταστή προκειμένου αυτός να προβεί στην εξέτασή της λαμβάνοντας υπόψη τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου.
28
Στο σημείο 13 της προσωρινής αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε ότι η απόρριψη της ανακοπής της προσφεύγουσας ως προς τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 35 και ως προς ορισμένες υπηρεσίες που εμπίπτουν στην κλάση 42, ήτοι «[τον] σχολιασμό προτύπων και μεθόδων με σκοπό την εξασφάλιση συμμορφώσεως με τις προβλεπόμενες προδιαγραφές κατά την παρουσίαση ιατρικών δεδομένων· [τη] δημιουργία λογισμικού και προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών για συσκευές επεξεργασίας πληροφοριών· [τις] υπηρεσίες έρευνας και σχεδιασμού σε σχέση με υλικό εξοπλισμό και λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών· [τις] υπηρεσίες γραφικού σχεδιασμού», είχε καταστεί απρόσβλητη. Στο ίδιο σημείο, το τμήμα προσφυγών υπογράμμισε ότι ανέστειλε τη διαδικασία ανακοπής όσον αφορά τις υπηρεσίες για τις οποίες η ανακοπή της προσφεύγουσας είχε γίνει δεκτή και ότι παρέπεμψε την αίτηση καταχωρίσεως σήματος ενώπιον του εξεταστή όσον αφορά τις υπηρεσίες αυτές.
29
Με τον πρώτο λόγο της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών του EUIPO ότι, αντίθετα προς όσα του επιβάλλει το άρθρο 72, παράγραφος 6, του κανονισμού 2017/1001, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την απόφαση της 5ης Μαΐου 2011, Cheapflights (T-460/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:198). Κατ’ ουσίαν, υποστηρίζει ότι η εν λόγω απόφαση επέβαλε στο τμήμα προσφυγών να προβεί στην εκτίμησή του επί της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, εξετάζοντας τον βαθμό του περιγραφικού χαρακτήρα του όρου «cheapflights» ως προς τις επίμαχες υπηρεσίες. Επομένως, με την απόφασή του να παραπέμψει την αίτηση καταχωρίσεως σήματος ενώπιον του εξεταστή, το τμήμα προσφυγών, κατά την άποψή της, δεν εξέτασε τον κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, κατά παράβαση του άρθρου 72, παράγραφος 6, του κανονισμού 2017/1001. Επίσης εσφαλμένα κατά την άποψή της το τμήμα προσφυγών, στην προσωρινή του απόφαση, ερμήνευσε την απόφαση της 5ης Μαΐου 2011, Cheapflights (T-460/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:198), υπό την έννοια ότι έθετε εν αμφιβόλω τη δυνατότητα καταχωρίσεως του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση.
30
Με τον δεύτερο λόγο της προσφυγής, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι περάτωσε τη διαδικασία χωρίς να την ενημερώσει για την πρόθεσή του να προχωρήσει στην περάτωση της υποθέσεως χωρίς επί της ουσίας εξέταση της ανακοπής της. Θεωρεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της ριζικής μεταβολής του τρόπου προσεγγίσεως στην οποία επρόκειτο να προβεί το τμήμα προσφυγών, έπρεπε να είχε ζητηθεί η άποψή της προηγουμένως. Μη ενεργώντας με τον τρόπο αυτόν, το τμήμα προσφυγών παρέβη το άρθρο 94, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2017/1001.
31
Ερωτηθείσα, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, σχετικά με το έννομο συμφέρον της να προσφύγει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον αυτή περάτωσε τη διαδικασία προσφυγής χωρίς εξέταση του σχετικού λόγου απαραδέκτου εκ του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, η προσφεύγουσα δικαιολόγησε την ύπαρξη ενός τέτοιου εννόμου συμφέροντος προβάλλοντας παραβάσεις του άρθρου 72, παράγραφος 6, του κανονισμού 2017/1001 και του άρθρου 94, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του ίδιου κανονισμού, προβάλλοντας τις, κατά την άποψή της, παραβάσεις εκ μέρους του τμήματος προσφυγών μείζονος συνθέσεως.
32
Πρέπει να επισημανθεί ότι, αν και το άρθρο 40 του κανονισμού 207/2009 σχετικά με τις παρατηρήσεις τρίτων (νυν άρθρο 45 του κανονισμού 2017/1001), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσωρινής αποφάσεως, δεν προέβλεπε ρητώς τη δυνατότητα του EUIPO να προβεί με δική του πρωτοβουλία, οποτεδήποτε πριν από την καταχώριση ενός σήματος, σε εκ νέου εξέταση των απόλυτων λόγων απαραδέκτου, καθόσον η δυνατότητα αυτή προβλέφθηκε στο άρθρο 40, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009 μόνο κατόπιν της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 38 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 207/2009 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2868/95 της Επιτροπής περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2869/95 της Επιτροπής σχετικά με τα πληρωτέα προς το Γραφείο Εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς τέλη (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΕΕ 2015, L 341, σ. 21), εντούτοις, το EUIPO είχε τη δυνατότητα αυτή, έστω και χωρίς την ύπαρξη ρητής σχετικής διατάξεως [βλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, Ekabe International κατά ΓΕΕΑ – Ebro Puleva (OMEGA 3), T-28/05, EU:T:2007:312, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
33
Επιπλέον, όπως προκύπτει από την οικονομία των άρθρων 37 και 40 έως 42 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρων 42 και 45 έως 47 του κανονισμού 2017/1001) η εξέταση αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος ως προς την ύπαρξη απόλυτων λόγων απαραδέκτου πραγματοποιείται μόνο στο πλαίσιο διαδικασίας ex parte μεταξύ του αιτούντος την καταχώριση και των οργάνων του EUIPO. Πράγματι, μόνο σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας ακυρότητας καταχωρισμένου σήματος, βάσει του άρθρου 56, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρου 63, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2017/1001), εξετάζεται στο πλαίσιο διαδικασίας inter partes εάν το σήμα καταχωρίσθηκε κατά παράβαση ενός απόλυτου λόγου απαραδέκτου.
34
Από τα ανωτέρω προκύπτει κατά λογική αναγκαιότητα ότι, όταν το EUIPO, στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής inter partes, προβαίνει σε εκ νέου εξέταση των απολύτων λόγων απαραδέκτου, στην περίπτωση αυτή κινείται μία άλλη διαδικασία ex parte, αυτοτελής και παράλληλη προς τη διαδικασία ανακοπής.
35
Συνεπώς, κατόπιν της προσωρινής αποφάσεως, η αίτηση καταχωρίσεως σήματος αποτέλεσε αντικείμενο δύο διαφορετικών διαδικασιών· αφενός, μιας διαδικασίας inter partes με αντικείμενο τη συμμόρφωση της αιτήσεως προς το άρθρο 8 παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, διαδικασίας της οποίας επελήφθη το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως λόγω της προσφυγής που άσκησε η αντίδικος κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών και η οποία ανεστάλη κατόπιν της προσωρινής αποφάσεως· αφετέρου, μιας διαδικασίας ex parte με αντικείμενο τη συμμόρφωση της αιτήσεως προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 2017/1001, της οποίας επελήφθη ο εξεταστής.
36
Στο πλαίσιο της διαδικασίας ex parte, μετά τις δύο αποφάσεις του εξεταστή, της 30ής Νοεμβρίου 2016 και της 14ης Φεβρουαρίου 2017 (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω), η αίτηση καταχωρίσεως σήματος απορρίφθηκε ως αντίθετη προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 2017/1001 όσον αφορά τις υπηρεσίες ως προς τις οποίες το τμήμα ανακοπών είχε δεχθεί την ανακοπή της προσφεύγουσας, καθώς και όσον αφορά ορισμένα προϊόντα και υπηρεσίες, για τα οποία και τις οποίες το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή της προσφεύγουσας. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της διαδικασίας ενώπιον του EUIPO, οι εν λόγω αποφάσεις του εξεταστή δεν προσβλήθηκαν με προσφυγή ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
37
Στο πλαίσιο της διαδικασίας inter partes, το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή καθορίστηκαν, ιδίως, οι συνέπειες για τις διαδικασίες ανακοπής και προσφυγής, της αρνήσεως του εξεταστή να καταχωρίσει το σήμα για ορισμένα προϊόντα και υπηρεσίες.
38
Αφενός, όσον αφορά τις υπηρεσίες για τις οποίες είχε γίνει δεκτή από το τμήμα ανακοπών, η ανακοπή της προσφεύγουσας κατά του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, το τμήμα προσφυγών, λαμβάνοντας υπόψη την άρνηση του εξεταστή να καταχωρίσει το σήμα δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του ίδιου κανονισμού, θεωρεί ότι κατόπιν αυτού οι διαδικασίες ανακοπής και προσφυγής κατέστησαν άνευ αντικειμένου ως προς τις υπηρεσίες αυτές.
39
Αφετέρου, όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία και τις οποίες το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή της προσφεύγουσας, το τμήμα προσφυγών είχε υπογραμμίσει, στη σκέψη 13 της προσωρινής αποφάσεώς του, ότι η απόρριψη της ανακοπής ως προς αυτές είχε καταστεί απρόσβλητη. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, σημειώνεται επίσης ότι λαμβάνεται υπόψη η άρνηση του εξεταστή να καταχωρίσει το σήμα για ορισμένα προϊόντα και υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9 και 16. Πράγματι, ο κατάλογος των προϊόντων και υπηρεσιών για τα οποία και τις οποίες το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως τονίζει, στη σκέψη 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι «το προσβαλλόμενο σήμα γίνεται δεκτό προς καταχώριση» αποτελείται από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 35 και 42, για τα οποία η ανακοπή της προσφεύγουσας είχε απορριφθεί, αφαιρουμένων των προϊόντων και υπηρεσιών των κλάσεων 9 και 16 ως προς τα οποία και τις οποίες η αίτηση καταχωρίσεως σήματος απορρίφθηκε από τον εξεταστή.
40
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό της προσφυγής κατά το μέρος που βάλλει κατά της περατώσεως, διά της προσβαλλομένης αποφάσεως, της διαδικασίας προσφυγής ως προς τις υπηρεσίες των κλάσεων 9, 16, 38, 39 και 41 έως 43 για τις οποίες ο εξεταστής αρνήθηκε τη ζητούμενη καταχώριση του σήματος.
41
Κατά πάγια νομολογία, το παραδεκτό μιας προσφυγής ακυρώσεως εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που την ασκεί αντλεί συμφέρον από την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Το συμφέρον αυτό πρέπει να είναι γεγενημένο και ενεστώς και εκτιμάται κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής κατά την έννοια της νομολογίας [βλ. απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2016, Lufthansa AirPlus Servicekarten κατά EUIPO – Mareea Comtur , T-14/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:622, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
42
Το έννομο συμφέρον αποτελεί την πρώτη και βασική προϋπόθεση για την άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος. Το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της προσφυγής, πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο ασκήσεώς της, άλλως η προσφυγή κρίνεται απαράδεκτη (βλ. απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2016, , T-14/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:622, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το έννομο αυτό συμφέρον πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται έως την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, άλλως καταργείται η δίκη (βλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C-362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την άσκηση προσφυγής προϋποθέτει ότι η προσφυγή, ως εκ του αποτελέσματός της, δύναται να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (βλ. απόφαση της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C‑362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψεις 42 έως 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατόπιν αποδοχής είτε του πρώτου είτε του δευτέρου λόγου της προσφυγής, δεν δύναται να ωφελήσει την προσφεύγουσα.
45
Κατά πρώτον, η ακύρωση αυτή δεν θα επαγόταν καμία έννομη συνέπεια όσον αφορά τη νομιμότητα της αυτεπάγγελτης αρνήσεως καταχωρίσεως της αιτήσεως σήματος ως προς ορισμένα προϊόντα και υπηρεσίες λόγω αντιθέσεως αυτής προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού 2017/1001.
46
Συγκεκριμένα, για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 33 έως 37 ανωτέρω, το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως, παραπέμποντας την υπόθεση ενώπιον του εξεταστή, δεν κίνησε μια παρεμπίπτουσα διαδικασία σχετικά με την εγκυρότητα της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος –της οποίας το αποτέλεσμα θα μπορούσε πιθανόν να αμφισβητηθεί σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών μείζονος συνθέσεως– αλλά μία ex parte διαδικασία, διακριτή και παράλληλη, διεξαγόμενη ενώπιον του εξεταστή. Κατά συνέπεια, ακόμη και σε περίπτωση που ακυρωνόταν η προσβαλλόμενη απόφαση, οι αποφάσεις του εξεταστή θα συνέχιζαν να παράγουν τα αποτελέσματά τους.
47
Κατά δεύτερον και σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι η παραπομπή της αιτήσεως ενώπιον του εξεταστή από το τμήμα προσφυγών είχε ως μόνη συνέπεια να απορριφθεί η αίτηση καταχωρίσεως σήματος για τα συγκεκριμένα προϊόντα και υπηρεσίες όχι λόγω της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001, όπως είχε ζητήσει η προσφεύγουσα με την ανακοπή της, αλλά λόγω της υπάρξεως απόλυτου λόγου απαραδέκτου βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του ίδιου κανονισμού. Δεδομένου ότι δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ των συνεπειών της αρνήσεως καταχωρίσεως σήματος αναλόγως με το εάν αυτή ερείδεται είτε στο άρθρο 7 ή στο άρθρο 8 του κανονισμού 2017/1001, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν θα είχε κανένα όφελος για την προσφεύγουσα.
48
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της περατώσεως της διαδικασίας προσφυγής ως προς τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 38, 39 και 41 έως 43, για τα οποία και τις οποίες ο εξεταστής αρνήθηκε τη ζητούμενη καταχώριση του σήματος.
Επί της προσφυγής κατά το μέρος που στρέφεται κατά της περατώσεως της διαδικασίας προσφυγής ως προς τα προϊόντα και υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 35 και 42 και για τα οποία και τις οποίες το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή
49
Με τον τρίτο λόγο προσφυγής, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 216/96, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως ότι δεν εξέτασε τα παρεμπίπτοντα αιτήματα τα οποία περιέχονταν στο υπόμνημά της που κατέθεσε κατά την αρχική διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
50
Προβάλλει ότι η άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών –καθόσον αυτό είχε απορρίψει την ανακοπή της για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 35 και για ορισμένες υπηρεσίες εμπίπτουσες στην κλάση 42, ήτοι «[τον] σχολιασμό προτύπων και μεθόδων με σκοπό την εξασφάλιση συμμορφώσεως με τις προβλεπόμενες προδιαγραφές κατά την παρουσίαση ιατρικών δεδομένων· [τη] δημιουργία λογισμικού και προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών για συσκευές επεξεργασίας πληροφοριών· [τις] υπηρεσίες έρευνας και σχεδιασμού σε σχέση με υλικό εξοπλισμό και λογισμικό ηλεκτρονικών υπολογιστών· [τις] υπηρεσίες γραφικού σχεδιασμού»– πληρούσε τις απαιτήσεις του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 216/96 και ότι, κατά συνέπεια, είχε υποβάλει στο τμήμα προσφυγών αντίθετα αιτήματα, ως προς τα οποία το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως έπρεπε να αποφανθεί.
51
Το EUIPO υποστηρίζει ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε αντίθετα αιτήματα κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 216/96. Σε κάθε περίπτωση, ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως είναι κατά την άποψή του απαράδεκτος, καθόσον το τμήμα προσφυγών είχε κρίνει, με την προσωρινή του απόφαση, ότι η απόρριψη της ανακοπής της προσφεύγουσας είχε καταστεί απρόσβλητη ως προς τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες. Τέλος, στο από 16 Ιανουαρίου 2018 έγγραφό του (βλ. σκέψη 21 ανωτέρω), το EUIPO θεωρεί ότι ο λόγος αυτός έχει πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου λόγω της ανακλήσεως εκ μέρους της αντιδίκου κατά την ενώπιόν του διαδικασία τής από 21 Αυγούστου 2007 προσφυγής της κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
52
Η προσφεύγουσα, ερωτηθείσα στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας εάν εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον με αυτή περατώθηκε η διαδικασία προσφυγής χωρίς εξέταση των αντίθετων αιτημάτων τα οποία προβάλλεται ότι είχε υποβάλει, δήλωσε ότι διατηρεί το έννομο αυτό συμφέρον. Προέβαλε δε ότι η αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών μείζονος συνθέσεως δεν είχε πλέον δικαίωμα να παραιτηθεί από την από 21 Αυγούστου 2007 προσφυγή της.
53
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 216/96·
«[Σ]τις διαδικασίες inter partes ο διάδικος εναντίον του οποίου ασκείται η προσφυγή μπορεί, στο υπόμνημα απαντήσεώς του, να διατυπώσει αιτήματα που να έχουν ως αντικείμενο την ακύρωση ή την αναθεώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με ένα σημείο το οποίο δεν έχει αναφερθεί στην προσφυγή. Τα αιτήματα αυτά καθίστανται άνευ αντικειμένου σε περίπτωση απόσυρσης της προσφυγής [εκ μέρους του ασκήσαντος την προσφυγή ενώπιον του τμήματος προσφυγών].»
54
Πρώτον, πρέπει εκ προοιμίου να απορριφθεί το επιχείρημα του EUIPO κατά το οποίο η αμφισβήτηση για τον λόγο αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται στην παραδοχή ότι το τμήμα προσφυγών με την προσωρινή του απόφαση περάτωσε την ενώπιόν του διαδικασία όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ως προς τα οποία και τις οποίες το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή της προσφεύγουσας. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα είχε την ευχέρεια να προσβάλει ήδη από την ημερομηνία αυτή την προσωρινή απόφαση, η προσβαλλόμενη απόφαση στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής είχε, κατά την άποψη αυτή, επιβεβαιωτικό χαρακτήρα όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες.
55
Μόνη η πράξη διά της οποίας ο συντάκτης της καθορίζει τη θέση του κατά τρόπο μη αμφιλεγόμενο και οριστικό, υπό μορφή επιτρέπουσα την εξακρίβωση της φύσεώς της, συνιστά απόφαση δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι η εν λόγω απόφαση δεν συνιστά επιβεβαίωση προηγούμενης πράξεως (πρβλ. απόφαση της 26ης Μαΐου 1982, Γερμανία και Bundesanstalt für Arbeit κατά Επιτροπής, 44/81, EU:C:1982:197, σκέψη 12).
56
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσωρινή απόφαση δεν έχει τον οριστικό χαρακτήρα που ισχυρίζεται το EUIPO.
57
Πράγματι, αν και επισημαίνεται στη σκέψη 13 της προσωρινής αποφάσεως ότι η απόρριψη της ανακοπής για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση που εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 35 και 42 είχε καταστεί απρόσβλητη, εντούτοις η θέση αυτή του τμήματος προσφυγών δεν επαναλαμβάνεται στο διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, το οποίο αναφέρεται αποκλειστικώς σε παραπομπή της υποθέσεως ενώπιον του εξεταστή και αναστολή της διαδικασίας έως την έκδοση οριστικής αποφάσεως σχετικά με τη δυνατότητα καταχωρίσεως του σημείου.
58
Ανεξαρτήτως δε των αιτιολογικών σκέψεων επί των οποίων ερείδεται η απόφαση ενός τμήματος προσφυγών, μόνον το διατακτικό της αποφάσεως αυτής μπορεί να παραγάγει έννομες συνέπειες και, κατά συνέπεια, να βλάψει. Αντιθέτως, οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται στις αιτιολογικές σκέψεις αποφάσεως τμήματος προσφυγών δεν μπορούν να αποτελέσουν, αυτές καθαυτές, αντικείμενο προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 72 του κανονισμού 2017/1001. Οι εν λόγω εκτιμήσεις δεν μπορούν να υπαχθούν στον έλεγχο νομιμότητας που ασκεί ο δικαστής της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά μόνον εφόσον, ως αιτιολογικές σκέψεις μιας βλαπτικής πράξεως, συνιστούν το αναγκαίο έρεισμα για το διατακτικό της πράξεως αυτής (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 11ης Ιουνίου 2015, Laboratoires CTRS κατά Επιτροπής, T-452/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:373, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
59
Από τα ανωτέρω συνάγεται κατά λογική αναγκαιότητα ότι η προσωρινή απόφαση δεν είχε ως έννομη συνέπεια την περάτωση της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασίας όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες ως προς τα οποία και τις οποίες το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή της προσφεύγουσας και στις οποίες αναφέρεται στο σημείο 13 της αιτιολογίας της.
60
Δεύτερον, πρέπει να εξετασθούν οι συνέπειες που μπορεί να έχει η απόσυρση εκ μέρους της αντιδίκου κατά τη διαδικασία ενώπιον του EUIPO από την προσφυγή της ενώπιον του τμήματος προσφυγών που ασκήθηκε στις 21 Αυγούστου 2007 κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών.
61
Όπως το Γενικό Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει, από το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 216/96 προκύπτει σαφώς ότι η δυνατότητα υποβολής αιτημάτων περί ακυρώσεως ή μεταρρυθμίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ζήτημα το οποίο δεν προβλήθηκε στο πλαίσιο της προσφυγής περιορίζεται στις διαδικασίες inter partes. Τα αιτήματα αυτά πρέπει να διατυπώνονται στο υπόμνημα απαντήσεως που υποβάλλεται στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών. Για τον λόγο αυτό, η συγκεκριμένη διάταξη προβλέπει ότι τέτοια αιτήματα καθίστανται άνευ αντικειμένου σε περίπτωση αποσύρσεως της προσφυγής εκ μέρους του προσφεύγοντος ενώπιον του τμήματος προσφυγών. Επομένως, προκειμένου να προσβληθεί απόφαση του τμήματος ανακοπών, η αυτοτελής προσφυγή που προβλέπεται στο άρθρο 60 του κανονισμού 207/2009 (νυν άρθρο 68 του κανονισμού 2017/1001) είναι το μόνο ένδικο βοήθημα που καθιστά δυνατή την προβολή κατά τρόπο αναμφίβολο των αιτιάσεων του προσφεύγοντος [απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2016, Meica κατά ΓΕΕΑ – Salumificio Fratelli Beretta (STICK MiniMINI Beretta), T-247/14, EU:T:2016:64, σκέψη 24].
62
Όμως, πρώτον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα με την απάντησή της στην ερώτηση που της απηύθυνε το Γενικό Δικαστήριο, η αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του EUIPO είχε δικαίωμα να αποσύρει την από 21 Αυγούστου 2007 προσφυγή της ενώπιον του τμήματος προσφυγών, ενώ το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως είχε περατώσει τη διαδικασία προσφυγής με την προσβαλλομένη απόφαση.
63
Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 71 παράγραφος 3, του κανονισμού 2017/1001, «[ο]ι αποφάσεις του τμήματος προσφυγών αρχίζουν να ισχύουν μόνο από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας [ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου], ή, αν έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας αυτής, από την ημερομηνία απορρίψεώς της ή από την ημερομηνία απόρριψης τυχόν αναίρεσης που έχει ασκηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου».
64
Συνεπώς, λόγω της προσφυγής που άσκησε η προσφεύγουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το σημείο 1 του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως –το οποίο περατώνει τις διαδικασίες ανακοπής και προσφυγής– δεν ανέπτυξε τα αποτελέσματά του. Συνεπώς, η αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του EUIPO μπορούσε να αποσύρει την από 21 Αυγούστου 2007 προσφυγή της ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
65
Συναφώς, σημειώνεται ότι ακριβώς αυτό το ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου του παρέχει τη δυνατότητα να λάβει υπόψη, ακόμη και κατά το εν λόγω στάδιο, την απόσυρση μιας αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος ή της ανακοπής [διάταξη της 3ης Ιουλίου 2003, Lichtwer Pharma κατά ΓΕΕΑ – Biofarma (Sedonium), T-10/01, EU:T:2003:182, σκέψεις 16 έως 18] ή την ακύρωση του σήματος επί του οποίου βασίζεται η ανακοπή [διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2017, Helbrecht κατά EUIPO – Lenci Calzature (SportEyes), T-333/14, EU:T:2017:108, σκέψη 26].
66
Δεύτερον, και κατά συνέπεια, κατά τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 61 ανωτέρω, η ανάκληση από την αντίδικο κατά τη διαδικασία ενώπιον του EUIPO της από 21 Αυγούστου 2007 προσφυγής της έχει ως συνέπεια ότι το τμήμα προσφυγών, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί πλέον να επιληφθεί των αντιθέτων αιτημάτων τα οποία η προσφεύγουσα εκτιμά ότι υπέβαλε με το υπόμνημα απαντήσεως επί της εν λόγω προσφυγής.
67
Ως εκ τούτου, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η προσφυγή της προσφεύγουσας και ακυρωνόταν η προσβαλλόμενη απόφαση με το αιτιολογικό ότι το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως έπρεπε να είχε εξετάσει τα υποβληθέντα από την προσφεύγουσα αντίθετα αιτήματα, η υπόθεση θα έπρεπε να αναπεμφθεί ενώπιον του τμήματος προσφυγών μείζονος συνθέσεως, το οποίο δεν θα μπορούσε παρά να διαπιστώσει, αφενός, την εκ μέρους της αντιδίκου απόσυρση της προσφυγής της και αφετέρου ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 216/96, τα εν λόγω αντίθετα αιτήματα κατέστησαν άνευ αντικειμένου.
68
Κατά συνέπεια, λόγω της ως άνω αποσύρσεως της προσφυγής, η υπό κρίση προσφυγή που η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, κατά το μέρος της που αφορά το ζήτημα αυτό, δεν δύναται πλέον, με το αποτέλεσμά της, να την ωφελήσει και επομένως η ίδια δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον. Συναφώς, κατά την παρατιθέμενη στις σκέψεις 42 και 43 ανωτέρω νομολογία, το έννομο συμφέρον αποτελεί την πρώτη και βασική προϋπόθεση για την άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος και πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, άλλως καταργείται η δίκη
69
Κατόπιν των ανωτέρω, καταργείται η δίκη επί της προσφυγής κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της περατώσεως της διαδικασίας προσφυγής ως προς τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 35 και 42, για τα οποία και τις οποίες το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή της προσφεύγουσας.
Επί της προσφυγής κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά ορισμένων εκτιμήσεων που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση
70
Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως, αφενός, ότι, στη σκέψη 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνόψισε τη θέση του Γενικού Δικαστηρίου στην απόφασή του της 5ης Μαΐου 2011, Cheapflights (T-460/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:198), ως «[…] επιβεβαιώνουσα τον περιγραφικό χαρακτήρα της λέξεως “cheapflights” και της απεικονίσεως ενός αεροπλάνου για υπηρεσίες σχετικές με την οργάνωση ταξιδίων […]» και, αφετέρου ότι, στη σκέψη 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την κατανομή των δικαστικών εξόδων, υπογράμμισε ότι «η μερική απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος στηρίζεται στην περιγραφική σημασία της λέξεως “cheapflights” για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που απορρίφθηκαν και, συνεπώς, σε αιτιολογία η οποία θα ίσχυε κατά τον ίδιο τρόπο και για την εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος, το οποίο περιέχει ακριβώς την ίδια λέξη». Κατά συνέπεια, πάντα κατά τη σκέψη 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως, «για λόγους ίσης μεταχειρίσεως, το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως υποχρεώνει κάθε διάδικο να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα». Υπενθυμίζει δε η προσφεύγουσα ότι το ιρλανδικό σήμα, του οποίου η ίδια είναι δικαιούχος, καταχωρίσθηκε χωρίς αυτή να υποχρεωθεί να αποδείξει την απόκτηση διακριτικού χαρακτήρα λόγω της χρήσεως.
71
Το EUIPO θεωρεί τον λόγο αυτό απαράδεκτο, καθόσον κατά την άποψή του αντιβαίνει στο άρθρο 177 παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, αφού δεν στηρίζεται σε καμία νομική βάση ούτε σε συγκεκριμένη νομολογία. Επιπλέον, παρατηρεί ότι οι συγκεκριμένες διαπιστώσεις έγιναν μόνον ως προς την κατανομή των εξόδων, η οποία δεν αμφισβητείται από την προσφεύγουσα. Τέλος, υπογραμμίζει ότι οι εν λόγω διαπιστώσεις αφορούν μόνον το λεκτικό στοιχείο «cheapflights» και όχι τα σήματα των οποίων είναι δικαιούχος η προσφεύγουσα.
72
Ερωτηθείσα στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας επί του παραδεκτού της προσφυγής της, κατά το μέρος που βάλλει κατά ορισμένων εκτιμήσεων που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τον περιγραφικό χαρακτήρα της λέξεως «cheapflights», η προσφεύγουσα υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι παραδεκτώς αμφισβητεί το κεφάλαιο αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού η ορθή εκτίμηση του διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος θα μπορούσε να οδηγήσει το τμήμα προσφυγών στο να εκδώσει διαφορετική απόφαση.
73
Σύμφωνα με το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει εφαρμογή στην ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ιδίου Οργανισμού, και το άρθρο 177, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, το εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει, ιδίως, συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως. Η αναφορά αυτή πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής ώστε να παρέχει τη δυνατότητα στον μεν καθού να προετοιμάσει την άμυνά του, στο δε Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής. Το ίδιο ισχύει για κάθε αίτημα, το οποίο πρέπει να συνοδεύεται από λόγους και επιχειρήματα που να δίδουν τη δυνατότητα τόσο στον καθού όσο και στον δικαστή να εκτιμήσουν κατά πόσον αυτό είναι βάσιμο. Ως εκ τούτου, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται μια προσφυγή πρέπει να προκύπτουν κατά τρόπο τουλάχιστον συνοπτικό, αλλά πάντως εύλογο και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο της προσφυγής. Ανάλογες απαιτήσεις προβλέπονται όταν προβάλλεται αιτίαση ή επιχείρημα προς στήριξη κάποιου λόγου [βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2013, Biodes κατά ΓΕΕΑ – MANASUL Internacional (FARMASUL), T-553/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:126, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
74
Κατ’ ουσίαν, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι αποφάνθηκε παρεμπιπτόντως επί της εγκυρότητας του προγενέστερου σήματος του οποίου αυτή είναι δικαιούχος, χωρίς να διαθέτει καμία αρμοδιότητα γι’ αυτό. Ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως διατυπώνεται, επομένως, κατά τρόπο κατανοητό και δεν μπορεί, εκ προοιμίου, να απορριφθεί βάσει του άρθρου 177, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας.
75
Παρά ταύτα, η προσφυγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά ορισμένων εκτιμήσεων οι οποίες περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τον περιγραφικό χαρακτήρα της λέξεως «cheapflights», πρέπει να κριθεί απαράδεκτη, δεδομένου ότι τα επίμαχα χωρία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν δύνανται να βλάψουν την προσφεύγουσα.
76
Όπως τονίστηκε ήδη στη σκέψη 58 ανωτέρω, ανεξαρτήτως των αιτιολογιών επί των οποίων ερείδεται η απόφαση ενός τμήματος προσφυγών, μόνον το διατακτικό της μπορεί να παραγάγει έννομες συνέπειες και, κατά συνέπεια, να βλάψει. Αντιθέτως, οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται στις αιτιολογίες μιας αποφάσεως τμήματος προσφυγών δεν μπορούν να αποτελέσουν, αυτές καθαυτές, αντικείμενο προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 72 του κανονισμού 2017/1001. Δεν μπορούν να υπαχθούν στον έλεγχο νομιμότητας που ασκεί ο δικαστής της Ένωσης παρά μόνο εφόσον, ως αιτιολογίες μιας βλαπτικής αποφάσεως, συνιστούν το αναγκαίο έρεισμα για το διατακτικό της πράξεως αυτής.
77
Εν προκειμένω, από την οικονομία της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι στη σκέψη 7 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν στηρίζεται κανένα σημείο του διατακτικού. Όσον αφορά τη σκέψη 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως, μολονότι αυτή αποτελεί έναν από τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως για να αποφανθεί, στο σημείο 2 του διατακτικού, ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα, εντούτοις πρόκειται για τμήμα του διατακτικού το οποίο δεν αμφισβητείται από την προσφεύγουσα. Πράγματι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της προσφυγής, με αυτήν αμφισβητείται μόνο η περάτωση από το τμήμα προσφυγών μείζονος συνθέσεως των διαδικασιών ανακοπής και προσφυγής, η οποία περιλαμβάνεται στο σημείο 1 του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, και όχι η κατανομή των εξόδων, η οποία περιλαμβάνεται στο σημείο 2 του ίδιου διατακτικού.
78
Συνεπώς, εφόσον δεν είναι δυνατό να συσχετισθούν με το σημείο του διατακτικού που αμφισβητείται από την προσφεύγουσα, οι επικρινόμενες διατυπώσεις που περιέχονται στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν δύνανται, αυτές καθαυτές, να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
79
Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται, αφενός, κατά της περατώσεως διά της προσβαλλομένης αποφάσεως της διαδικασίας προσφυγής χωρίς εξέταση του σχετικού λόγου απαραδέκτου εκ του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2017/1001 και, αφετέρου, κατά ορισμένων εκτιμήσεων περιεχόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τον περιγραφικό χαρακτήρα της λέξεως «cheapflights» και ότι καταργείται η δίκη επί της προσφυγής ως προς το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της ελλείψεως εξετάσεως από το τμήμα προσφυγών των παρεμπιπτόντων αιτημάτων που διατείνεται ότι υπέβαλε η προσφεύγουσα δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 216/96.
Επί των δικαστικών εξόδων
80
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 137 του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης, το Γενικό Δικαστήριο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του.
81
Δεδομένου ότι η παρούσα προσφυγή κρίθηκε, εν μέρει, απαράδεκτη και, εν μέρει, ως άνευ αντικειμένου, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστάσεων της προκειμένης υποθέσεως και κατά δίκαιη εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, πρέπει να υποχρεωθεί η προσφεύγουσα να φέρει, εκτός από τα δικά της έξοδα, και το ήμισυ των δικαστικών εξόδων του EUIPO.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Καταργείται η δίκη επί της προσφυγής ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της περατώσεως της διαδικασίας προσφυγής διά της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών μείζονος συνθέσεως του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 1ης Ιουνίου 2017 (υπόθεση R 1893/2011-G), ως προς τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 9, 16, 35 και 42, για τα οποία και τις οποίες το τμήμα ανακοπών είχε απορρίψει την ανακοπή της CheapFlights International Ltd.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη κατά τα λοιπά.
3)
Η CheapFlights International φέρει, εκτός από τα δικά της δικαστικά έξοδα, και το ήμισυ των δικαστικών εξόδων του EUIPO.
4)
Το EUIPO φέρει το ήμισυ των δικαστικών εξόδων του.
Λουξεμβούργο, 11 Δεκεμβρίου 2018.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
M. Prek
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy