ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (ένατο τμήμα)
της 6ης Νοεμβρίου 2018 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως – ERCEA – Πρόγραμμα‑πλαίσιο για την έρευνα και την καινοτομία “Ορίζων 2020” – Απόφαση με την οποία απορρίπτεται το αίτημα αναθεωρήσεως της αξιολογήσεως της προτάσεως για έρευνα – Διοικητική προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής – Απόρριψη της διοικητικής προσφυγής – Εσφαλμένος προσδιορισμός του καθού – Αίτημα περί εκδόσεως διαταγής – Προδήλως απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T‑717/17,
Nicolae Chioreanu, κάτοικος Oradea (Ρουμανία), εκπροσωπούμενος από τον D.‑ C. Rusu, δικηγόρο,
προσφεύγων,
κατά
Εκτελεστικού Οργανισμού του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (ERCEA), εκπροσωπούμενου από τις F. Sgritta και M. E. Chacón Mohedano,
καθού,
με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα, πρώτον, την ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως του ERCEA της 23ης Μαρτίου 2017, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για την αναθεώρηση της αξιολογήσεως της προτάσεως για έρευνα αριθ. 741797-NIP, ERC‑2016-ADG «New and Innovative Powertrain–NIP» και, αφετέρου, της αποφάσεως C(2017) 5190 τελικό της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 2017, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική προσφυγή που ασκήθηκε από τον προσφεύγοντα, δυνάμει του άρθρου 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 58/2003 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2002, περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων (ΕΕ 2003, L 11, σ. 1), και, δεύτερον, να υποχρεώσει το Γενικό Δικαστήριο τον ERCEA να αναθεωρήσει την αξιολόγηση της προαναφερθείσας προτάσεως για έρευνα,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους S. Gervasoni, πρόεδρο, K. Kowalik-Bańczyk (εισηγήτρια) και C. Mac Eochaidh, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
1
Ο κανονισμός (ΕΚ) 58/2003 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2002, περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση των κοινοτικών προγραμμάτων (ΕΕ 2003, L 11, σ. 1), παρέχει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τη δυνατότητα να ιδρύει εκτελεστικούς οργανισμούς, προκειμένου να τους αναθέτει αρμοδιότητες για την υλοποίηση του συνόλου ή μέρους ενός προγράμματος ή έργου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξ ονόματός της και υπό την ευθύνη της.
2
Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 58/2003, οι εκτελεστικοί οργανισμοί είναι οργανισμοί της Ένωσης επιφορτισμένοι με αποστολή παροχής δημόσιας υπηρεσίας, έχουν νομική προσωπικότητα και απολαύουν, σε κάθε κράτος μέλος, της ευρύτερης νομικής ικανότητας που αναγνωρίζεται στα νομικά πρόσωπα από τις εθνικές νομοθεσίες.
3
Κατά το άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 58/2003, κάθε πράξη εκτελεστικού οργανισμού που βλάπτει τρίτον μπορεί να παραπέμπεται στην Επιτροπή για τον έλεγχο της νομιμότητάς της. Η Επιτροπή αποφαίνεται σχετικά με τη διοικητική προσφυγή εγγράφως και αιτιολογώντας την απόφασή της, αφού ακούσει τους λόγους που επικαλείται ο ενδιαφερόμενος και ο εκτελεστικός οργανισμός. Η απόφαση απορρίψεως της διοικητικής προσφυγής μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
4
Σύμφωνα με το άρθρο 6 της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 2013, για τον καθορισμό του ειδικού προγράμματος υλοποίησης του προγράμματος Ορίζων 2020 – Πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα και την καινοτομία (2014-2020), και την κατάργηση των αποφάσεων 2006/971/ΕΚ, 2006/972/ΕΚ, 2006/973/ΕΚ, 2006/974/ΕΚ και 2006/975/ΕΚ (ΕΕ 2013, L 347, σ. 965), η Επιτροπή ίδρυσε, με απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013 (ΕΕ 2013, C 373, σ. 23), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας (στο εξής ΕΣΕ). Το ΕΣΕ αποτελείται από ανεξάρτητο επιστημονικό συμβούλιο και ειδική εκτελεστική δομή.
5
Η προαναφερόμενη ειδική εκτελεστική δομή θεσπίστηκε με την εκτελεστική απόφαση της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για την ίδρυση του εκτελεστικού οργανισμού του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας και την κατάργηση της απόφασης 2008/37/ΕΚ (ΕΕ 2013, L 346, σ. 58). Η αρμοδιότητα για την επίτευξη του ειδικού στόχου του ΕΣΕ στο πλαίσιο του προγράμματος «Ορίζων 2020», έχει ανατεθεί από την Επιτροπή, σύμφωνα με τον κανονισμό 58/2003, στον Εκτελεστικό Οργανισμό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας (ERCEA), προσδιορισθέντα ως καθού στην υπό κρίση υπόθεση. Η εν λόγω ανάθεση οριοθετείται από την απόφαση C(2013) 9428 τελικό της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την ανάθεση αρμοδιοτήτων στον ERCEA με στόχο την εκτέλεση των καθηκόντων που σχετίζονται με την υλοποίηση των προγραμμάτων της Ένωσης για την έρευνα αιχμής, τα οποία περιλαμβάνουν ιδίως την εκτέλεση πιστώσεων που έχουν εγγραφεί στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης.
6
Οι κανόνες συμμετοχής στις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων που διοργανώνονται, μεταξύ άλλων, από τον ERCEA καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 1290/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη θέσπιση των κανόνων συμμετοχής και διάδοσης του «Ορίζων 2020 – Πρόγραμμα-πλαίσιο έρευνας και καινοτομίας (2014-2020)» και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1906/2006 (ΕΕ 2013, L 347, σ. 81). Ο κανονισμός 1290/2013 θεσπίζει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 16 αυτού, διαδικασία αναθεωρήσεως της αξιολογήσεως για τους αιτούντες οι οποίοι θεωρούν ότι η αξιολόγηση της προτάσεώς τους δεν εκτελέστηκε σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στον κανονισμό αυτό, στο πρόγραμμα εργασίας ή στο σχέδιο εργασίας ή στην πρόσκληση υποβολής προτάσεων. Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, αίτημα αναθεωρήσεως της αξιολογήσεως υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο υποψήφιο εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή ή ο αρμόδιος φορέας χρηματοδοτήσεως ενημέρωσε τον υποψήφιο σχετικά με τα αποτελέσματα της αξιολογήσεως. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, για την εξέταση του αιτήματος αναθεωρήσεως της αξιολογήσεως, αρμόδιοι είναι η Επιτροπή ή ο αρμόδιος φορέας χρηματοδοτήσεως. Η εξέταση αυτή καλύπτει μόνο τις διαδικαστικές παραμέτρους της αξιολογήσεως, και όχι την αξία της προτάσεως. Το εν λόγω άρθρο δεν καθορίζει συγκεκριμένη προθεσμία μέσα στην οποία η Επιτροπή ή ο αρμόδιος φορέας χρηματοδοτήσεως πρέπει να αποφανθούν σχετικά με το αίτημα αναθεωρήσεως της αξιολογήσεως και περιορίζεται στο να υποδείξει, στην παράγραφο 5 αυτού, ότι αυτοί λαμβάνουν την απόφασή τους χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Τέλος, κατά την παράγραφο 7 του ιδίου άρθρου, η διαδικασία αναθεωρήσεως δεν αποκλείει άλλες ενέργειες στις οποίες μπορεί να προβεί ο συμμετέχων με βάση το δίκαιο της Ένωσης.
Ιστορικό της διαφοράς
7
Στις 25 Μαΐου 2016 ο ERCEA δημοσίευσε πρόσκληση του ΕΣΕ σχετικά με υποβολή προτάσεων για επιχορηγήσεις προηγμένης έρευνας, στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας για το 2016 «Ορίζων 2020», με αντικείμενο την υλοποίηση των δραστηριοτήτων του ΕΣΕ.
8
Στις 30 Αυγούστου 2016 ο προσφεύγων, Ν. Chioreanu, ενεργώντας εξ ονόματος του πανεπιστημίου της Oradea (Ρουμανία), κατέθεσε πρόταση έργου αριθ. 741797 NIP-New and Innovative Powertrain, με σκοπό τη λήψη επιχορηγήσεως (στο εξής: πρόταση αριθ. 741797‑NIP).
9
Η αξιολόγηση της προτάσεως αριθ. 741797‑NIP ανατέθηκε σε ομάδα εμπειρογνωμόνων, η οποία έκρινε ότι η πρόταση αυτή δεν πληρούσε τα κριτήρια αριστείας του ΕΣΕ και, κατά συνέπεια, δεν έπρεπε να γίνει αποδεκτή στο δεύτερο στάδιο επιλογής για χρηματοδότηση. Με έγγραφο της 30ής Ιανουαρίου 2017, ο ERCEA ενημέρωσε τον προσφεύγοντα για το αποτέλεσμα της αξιολογήσεως. Στο έγγραφο αυτό αναφέρονταν τα διαθέσιμα μέσα ένδικης προστασίας έναντι του ERCEA, ήτοι το αίτημα αναθεωρήσεως της αξιολογήσεως, η διοικητική προσφυγή δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού 58/2003 καθώς και η προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. Επιπροσθέτως, το έγγραφο αυτό ανέφερε τις προθεσμίες ασκήσεως των εν λόγω μέσων ένδικης προστασίας, επισήμαινε τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις διά των οποίων μπορούσαν να ασκηθούν τα δύο πρώτα μέσα ένδικης προστασίας και διευκρίνιζε ότι ο προσφεύγων μπορούσε να ασκήσει τυπικώς ένα μόνο μέσο ένδικης προστασίας κάθε φορά. Στο εν λόγω έγγραφο επισυναπτόταν σε παράρτημα η έκθεση αξιολογήσεως η οποία εμπεριείχε τις μεμονωμένες παρατηρήσεις των εμπειρογνωμόνων, τις τελικές παρατηρήσεις και τη βαθμολογία που είχε δοθεί από την ομάδα εμπειρογνωμόνων.
10
Στις 14 Φεβρουαρίου 2017 ο προσφεύγων υπέβαλε αίτημα αναθεωρήσεως της αξιολογήσεως.
11
Με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 2017, ο διευθυντής του ERCEA ενημέρωσε τον προσφεύγοντα για την απόρριψη του αιτήματός του για αναθεώρηση από την επιτροπή αναθεωρήσεως του ERCEA (στο εξής: απόφαση του ERCEA της 23ης Μαρτίου 2017). Κατά τη γνώμη της επιτροπής καμία διαδικαστική πλημμέλεια δεν παρεισέφρησε στη διαδικασία αξιολογήσεως. Με το έγγραφο αυτό, ο διευθυντής ενημέρωνε τον προσφεύγοντα για δύο διαθέσιμα μέσα ένδικης προστασίας, ήτοι, αφενός, τη διοικητική προσφυγή δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού 58/2003, η οποία έπρεπε να ασκηθεί εντός προθεσμίας ενός μηνός από την παραλαβή της αποφάσεως από τον προσφεύγοντα στη δηλωθείσα ηλεκτρονική διεύθυνση και, αφετέρου, την προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ κατά της αποφάσεως του ERCEA της 23ης Μαρτίου 2017, η οποία έπρεπε να ασκηθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή της αποφάσεως από τον προσφεύγοντα. Το εν λόγω έγγραφο παρέπεμπε επίσης στον κανονισμό 58/2003 και διευκρίνιζε ότι ο προσφεύγων μπορούσε να ασκήσει ένα μόνο μέσο ένδικης προστασίας κάθε φορά και ότι, σε περίπτωση που επέλεγε να ασκήσει τη διοικητική προσφυγή που βασίζεται στο άρθρο 22 του κανονισμού 58/2003, θα έπρεπε να αναμείνει την τελική απόφαση της Επιτροπής και να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως.
12
Στις 3 Απριλίου 2017 ο προσφεύγων άσκησε ενώπιον της Επιτροπής διοικητική προσφυγή δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού 58/2003.
13
Με την απόφαση C(2017) 5190 τελικό, της 27ης Ιουλίου 2017, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 58/2003 (στο εξής: απόφαση της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2017), η Επιτροπή απέρριψε ως αβάσιμη τη διοικητική προσφυγή του προσφεύγοντος και διατήρησε την απόφαση του ERCEA της 23ης Μαρτίου 2017, απορρίπτοντας το αίτημα αναθεωρήσεως της αξιολογήσεως της προτάσεως αριθ. 741797‑NIP. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με έγγραφο της 16ης Αυγούστου 2017, υπογεγραμμένο από τον γενικό διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) Έρευνας και Καινοτομίας. Στο εν λόγω έγγραφο, περιλαμβανόταν ειδική μνεία προς τον προσφεύγοντα ότι μπορούσε να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή του εν λόγω εγγράφου.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
14
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Οκτωβρίου 2017, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
15
Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Ιανουαρίου 2018, ο ERCEA προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 130 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Ο προσφεύγων κατέθεσε τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως αυτής στις 5 Μαρτίου 2018.
16
Με το δικόγραφο της προσφυγής, ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει «τις αποφάσεις» με τις οποίες απορρίφθηκε το αίτημα αναθεωρήσεως της αξιολογήσεως της προτάσεως αριθ. 741797-NIP·
–
να υποχρεώσει τον ERCEA να αναθεωρήσει την αξιολόγηση της προτάσεως αριθ. 741797-NIP.
17
Με την ένσταση απαραδέκτου, ο ERCEA ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
–
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
18
Με τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή.
Σκεπτικό
19
Δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφοι 1 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας, εάν ο καθού το ζητήσει, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Επιπροσθέτως, δυνάμει του άρθρου 126 του ως άνω κανονισμού, όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
20
Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τη μελέτη των εγγράφων της δικογραφίας και αποφασίζει να αποφανθεί επί της προσφυγής, χωρίς προφορική διαδικασία και χωρίς να εισέλθει στην ουσία.
Επί της τηρήσεως των κανόνων που σχετίζονται με το περιεχόμενο του δικογράφου της προσφυγής.
21
Ο ERCEA υποστηρίζει ότι το δικόγραφο της προσφυγής δεν προσδιορίζει με την απαιτούμενη ακρίβεια το αντικείμενο της διαφοράς και τους λόγους της προσφυγής. Επισημαίνει, ιδίως, ότι στα σημεία 1 και 21 του δικογράφου της προσφυγής, ο προσφεύγων αναφέρεται στις «αρνητικές αποφάσεις» σχετικά με την επαναξιολόγηση της προτάσεως αριθ. 741797-ΝIP, χωρίς να διευκρινίζει στοιχεία όπως την ημερομηνία ή τον εκδότη της πράξεως ή των πράξεων που προσβάλλονται, γεγονός που θα καθιστούσε δυνατό τον αδιαμφισβήτητο προσδιορισμό της πράξεως ή των πράξεων που αποτελούν αντικείμενο της προσφυγής.
22
Με τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το επιχείρημα του ERCEA είναι εσφαλμένο, δεδομένου ότι το δικόγραφο της προσφυγής περιγράφει με επαρκή σαφήνεια το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο συνίσταται στη μη τήρηση από τον ERCEA της διαδικασίας αξιολογήσεως κατά την αξιολόγηση της προτάσεως αριθ. 741797-NIP. Όσον αφορά τον πληθυντικό αριθμό που χρησιμοποιήθηκε στο σημείο 21 του δικογράφου της προσφυγής, ισχυρίζεται ότι δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζονται όλα τα στοιχεία προσδιορισμού των αποφάσεων, των οποίων την ακύρωση ζητεί, καθότι οι αποφάσεις αυτές περιέχονται στα παραρτήματα Α.2 και Α.3 του δικογράφου της προσφυγής.
23
Δυνάμει του άρθρου 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος εφαρμόζεται στο Γενικό Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 53, πρώτο εδάφιο, του ιδίου Οργανισμού και δυνάμει του άρθρου 76, στοιχεία δʹ και εʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της διαφοράς, τους λόγους και τα επιχειρήματα που προβάλλονται, καθώς και συνοπτική έκθεση των λόγων αυτών και τα αιτήματα του προσφεύγοντος. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να εκτίθενται κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, ώστε να μπορεί ο μεν καθού διάδικος να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς συμπληρωματικά στοιχεία. Προς κατοχύρωση της ασφάλειας του δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, είναι απαραίτητο, για να είναι παραδεκτή η προσφυγή, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται να προκύπτουν, έστω συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό, από το ίδιο το δικόγραφο (διατάξεις του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1993, De Hoe κατά Επιτροπής, T‑85/92, EU:Τ:1993:39, σκέψη 20, και της 21ης Μαΐου 1999, Asia Motor France κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑154/98, EU:Τ:1999:109, σκέψη 49, και απόφαση της 15ης Ιουνίου 1999, Ismeri Europa κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, T‑277/97, EU:Τ:1999:124, σκέψη 29).
24
Όσον αφορά ειδικότερα τα αιτήματα των διαδίκων, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι καθορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς. Πρέπει, επομένως, να παραθέτουν, ρητώς και κατηγορηματικώς, αυτό που ζητούν οι διάδικοι. Ειδικότερα, εφόσον πρόκειται για προσφυγή ακυρώσεως, θα πρέπει η πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση να είναι σαφώς καθορισμένη (απόφαση της 10ης Ιουλίου 1990, Automec κατά Επιτροπής, Τ‑64/89, EU:Τ:1990:42, σκέψη 67).
25
Εν προκειμένω, πρέπει να επισημανθεί ότι, στο σημείο 1 του δικογράφου της προσφυγής με τίτλο «Αντικείμενο της διαφοράς», ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει «την απόρριψη του αιτήματος επαναξιολογήσεως της [προτάσεως αριθ. 741797-NIP] και να υποχρεώσει τον [ERCEA] να επαναξιολογήσει την εν λόγω πρόταση με αυστηρή τήρηση των αρχών της διαφάνειας, της ίσης μεταχειρίσεως και της αμεροληψίας, όπως προβλέπονται στους κανόνες του ΕΣΕ για την υποβολή και την αξιολόγηση προτάσεων» και ότι, στο σημείο 21 του δικογράφου της προσφυγής με τίτλο «Αίτημα», ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο «να ακυρώσει τις αποφάσεις με τις οποίες απορρίφθηκε το αίτημα επαναξιολογήσεως της προτάσεως [αριθ. 741797-NIP] και να υποχρεώσει τον [ERCEA] να επαναξιολογήσει την εν λόγω πρόταση με την αιτιολογία ότι η διαδικασία αξιολογήσεως δεν τηρήθηκε».
26
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, με την υπό κρίση προσφυγή, ο προσφεύγων ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση μιας πράξεως την οποία εξέδωσε ο ERCEA, με σκοπό να τον ωθήσει στην αναθεώρηση της αξιολογήσεως της προτάσεως αριθ. 741797‑NIP με την οποία ο προσφεύγων αιτήθηκε επιχορήγηση του έργου του.
27
Γεγονός πάντως είναι ότι με τις παρατηρήσεις επί της ενστάσεως απαραδέκτου, ο προσφεύγων επισημαίνει ότι επιδιώκει την ακύρωση των πράξεων που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα Α.2 και Α.3 του δικογράφου της προσφυγής. Στα δε δύο αυτά παραρτήματα περιλαμβάνονται, αντιστοίχως, η απόφαση του ERCΕA της 23ης Μαρτίου 2017 και η απόφαση της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2017.
28
Ασφαλώς, η διατύπωση που χρησιμοποιείται στο δικόγραφο της προσφυγής, και ειδικότερα η χρήση στο σημείο 21 αυτού του πληθυντικού αριθμού για την περιγραφή των προσβαλλόμενων με την προσφυγή πράξεων, καθώς και το ότι ούτε οι εκδότες των πράξεων αυτών ούτε οι ημερομηνίες εκδόσεώς τους προσδιορίζονται στο δικόγραφο της προσφυγής, μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση. Εντούτοις, αφής στιγμής οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν επισυναφθεί στην προσφυγή, είναι δυνατός ο προσδιορισμός τους.
29
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι με την ένσταση απαραδέκτου ο ERCEA προέβαλε τα επιχειρήματα σχετικά με το παραδεκτό, αφενός, μιας προσφυγής που βάλλει κατά της αποφάσεώς του της 23ης Μαρτίου 2017 και, αφετέρου, μιας προσφυγής που βάλλει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2017. Επομένως, παρά τις ασάφειες του δικογράφου της προσφυγής, ο καθού προσδιόρισε μόνος του τις δύο πράξεις που προσβάλλονται με την υπό κρίση προσφυγή και εντόπισε τόσο τους εκδότες τους όσο και τις ημερομηνίες εκδόσεώς τους.
30
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το αντικείμενο της διαφοράς, όπως προσδιορίζεται στο δικόγραφο της προσφυγής, πληροί τις προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν στις προπαρατεθείσες σκέψεις 23 και 24. Πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ότι με την υπό κρίση προσφυγή ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση δύο πράξεων, ήτοι της αποφάσεως του ERCEA της 23ης Μαρτίου 2017 και της αποφάσεως της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2017. Επιπλέον, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να υποχρεώσει τον ERCEA να επαναξιολογήσει την πρόταση αριθ. 741797-NIP.
Επί του αιτήματος περί ακυρώσεως της αποφάσεως του ERCEA της 23ης Μαρτίου 2017.
31
Ο ERCEA υποστηρίζει ότι η υπό κρίση προσφυγή, καθόσον αφορά την απόφασή του της 23ης Μαρτίου 2017, είναι απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε μετά την προθεσμία των δύο μηνών που ορίζεται στο άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
32
Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, καθόσον αφορά την απόφαση του ERCEA της 23ης Μαρτίου 2017, για άλλο λόγο. Πράγματι, αρκεί η διαπίστωση ότι ο προσφεύγων επέλεξε να ασκήσει κατά της αποφάσεως αυτής διοικητική προσφυγή δυνάμει του άρθρου 22 του κανονισμού 58/2003 και ότι η Επιτροπή αποφάνθηκε επί της προσφυγής αυτής με την απόφασή της της 27ης Ιουλίου 2017, η οποία αποτελεί επίσης αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
33
Ο προσφεύγων, έχοντας επομένως επιλέξει το μέσο ένδικης προστασίας της διοικητικής προσφυγής, επί του οποίου εκδόθηκε στις 27 Ιουλίου 2017 απόφαση της Επιτροπής, η οποία αποτελεί την αρχή ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων του ERCEA, δεν μπορεί πλέον να προσβάλει την απόφαση του ERCEA της 23ης Μαρτίου 2017 με δικαστική προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, τούτο δε ανεξαρτήτως του ζητήματος της ενδεχόμενης υπερβάσεως της προθεσμίας ασκήσεως μιας τέτοιας προσφυγής, που προέβαλε ο ERCEA με την ένστασή του περί απαραδέκτου.
34
Συνεπώς, το αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως του ERCEA της 23ης Μαρτίου 2017 είναι προδήλως απαράδεκτο.
Επί του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2017
35
Ο ERCEA υποστηρίζει ότι η υπό κρίση προσφυγή, καθόσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2017, είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά του φορέα που δεν είναι ο εκδότης της αποφάσεως αυτής.
36
Κατά το άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού 58/2003, όταν πράξη εκτελεστικού οργανισμού που προκαλεί βλάβη σε τρίτο παραπέμπεται ενώπιον της Επιτροπής για να ελεγχθεί η νομιμότητά της, η ρητή ή σιωπηρή απόφαση της Επιτροπής περί απορρίψεως της διοικητικής προσφυγής δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
37
Κατά τη νομολογία, οι προσφυγές πρέπει, καταρχήν, να στρέφονται κατά του εκδότη της προσβαλλόμενης πράξεως (βλ. διατάξεις της 22ας Ιουλίου 2015, European Children’s Fashion Association και Instituto de Economía Pública κατά Επιτροπής και EΑCEA, Τ‑724/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:550, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 15ης Νοεμβρίου 2017, Pilla κατά Επιτροπής και EΑCEA, Τ‑784/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:806, σκέψη 54). Τούτο ισχύει ιδίως στην περίπτωση που μια πράξη δεν μπορεί να αποδοθεί σε ένα θεσμικό όργανο, όργανο ή οργανισμό της Ένωσης άλλο από εκείνο που εξέδωσε την πράξη (πρβλ. διατάξεις της 16ης Δεκεμβρίου 2008, Ιταλία κατά Επιτροπής και ΕΟΚΕ, Τ‑117/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:582, σκέψεις 16 έως 19, και της 15ης Νοεμβρίου 2017, Pilla κατά Επιτροπής και EΑCEA, Τ‑784/16, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:806, σκέψεις 55 έως 60).
38
Επιπλέον, όταν λόγω πλάνης προσδιορίζεται στο δικόγραφο της προσφυγής ως καθού άλλος από το εκδόν την προσβαλλόμενη πράξη όργανο, το ένδικο βοήθημα δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εάν το δικόγραφο περιλαμβάνει στοιχεία που καθιστούν δυνατό τον σαφή προσδιορισμό του διαδίκου κατά του οποίου έχει ασκηθεί το ένδικο βοήθημα, όπως τον προσδιορισμό της προσβαλλομένης πράξεως και του εκδόντος αυτήν οργάνου. Σε μία τέτοια περίπτωση, ως καθού πρέπει να λογίζεται το εκδόν την προσβαλλόμενη πράξη όργανο, έστω και εάν δεν έχει κατονομαστεί στο εισαγωγικό τμήμα του δικογράφου της προσφυγής. Η περίπτωση αυτή όμως πρέπει να διακρίνεται από την περίπτωση κατά την οποία ο προσφεύγων εμμένει στον προσδιορισμό του αντιδίκου που κατονομάζεται στο εισαγωγικό τμήμα του δικογράφου της προσφυγής, έχοντας πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι δεν είναι το εκδόν την προσβαλλόμενη πράξη όργανο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ως αντίδικος πρέπει να θεωρείται ο κατονομαζόμενος στο δικόγραφο της προσφυγής και εάν συντρέχει λόγος, να συνάγονται οι συνέπειες εκ του προσδιορισμού αυτού ως προς το παραδεκτό της προσφυγής (πρβλ. απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1990, Mommer κατά Κοινοβουλίου, Τ‑162/89, EU:T:1990:72, σκέψεις 19 και 20· βλ., επίσης, διάταξη της 27ης Μαρτίου 2017, Frank κατά Επιτροπής, Τ‑603/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:228, σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39
Εν προκειμένω, επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι η Επιτροπή είναι ο μόνος εκδότης της αποφάσεως της 27ης Ιουλίου 2017. Εκδίδοντας την απόφαση αυτή, η Επιτροπή άσκησε την αρμοδιότητα που της έχει παρασχεθεί από τον κανονισμό 58/2003 σχετικά με τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων του ERCEA. Η απόφαση της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2017 δεν θα μπορούσε επομένως σε καμία περίπτωση να καταλογισθεί στον ERCEA.
40
Εν συνεχεία, υπενθυμίζεται ότι η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως της Επιτροπής καθώς και η νομική βάση της προσφυγής αυτής επισημάνθηκαν με την απόφαση του ERCEA της 23ης Μαρτίου 2017 (βλ. ανωτέρω σκέψη 11). Επιπλέον, το έγγραφο της 16ης Αυγούστου 2017 που συνόδευε την απόφαση της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2017, το οποίο διαβιβάστηκε στο προσφεύγοντα από τον γενικό διευθυντή της ΓΔ Έρευνας και Καινοτομίας, προσδιόριζε ρητώς την Επιτροπή ως τον διάδικο κατά του οποίου έπρεπε να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως της εν λόγω αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (βλ. σκέψη 13 ανωτέρω).
41
Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο προσφεύγων, με τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου, ενέμεινε στον προσδιορισμό του ERCEA ως καθού, μολονότι ο ERCEA είχε επισημάνει με την ένσταση απαραδέκτου ότι, όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2017, η υπό κρίση προσφυγή έπρεπε να στραφεί κατά της Επιτροπής.
42
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2017 στρέφεται κατά του μη εκδόντος την απόφαση οργάνου. Το αίτημα αυτό είναι επομένως απαράδεκτο.
Επί του αιτήματος εκδόσεως διαταγής κατά του ERCEA
43
Κατά πάγια νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων, των οργάνων ή των οργανισμών της Ένωσης, δεν έχει αρμοδιότητα να τους απευθύνει διαταγές ή να τους υποκαταστήσει (απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Τ‑158/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:530, σκέψη 219· βλ., επίσης, απόφαση της 22ας Απριλίου 2016, Ιταλία και Eurallumina κατά Επιτροπής, T‑60/06 RENV II και Τ‑62/06 RENV II, EU:T:2016:233, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
44
Το αίτημα που υπέβαλε ο προσφεύγων περί εκδόσεως διαταγής κατά του ERCEA είναι συνεπώς προδήλως απαράδεκτο.
45
Κατόπιν των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως προδήλως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
46
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, όπως ζήτησε ο ERCEA.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει τον Nicolae Chioreanu στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 6 Νοεμβρίου 2018.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
S. Gervasoni
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ρουμανική.
Full & Egal Universal Law Academy