Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 29ης Ιουλίου 2019(1)
Υπόθεση C‑16/18
MichaelDobersberger
παρισταμένου του:
MagistratderStadtWien
[αίτηση του Verwaltungsgerichtshof
(Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Παροχή υπηρεσιών εστιάσεως εντός διεθνών αμαξοστοιχιών – Οδηγία 96/71/EΚ – Πεδίο εφαρμογής – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Άρθρο 56 ΣΛΕΕ»
I. Εισαγωγή
1. Η Αγκάθα Κρίστι, στο μυθιστόρημά της «Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές», που εκδόθηκε το 1934, δεν έθιξε το ζήτημα του ακριβούς τόπου τελέσεως του εγκλήματος. Γνωρίζουμε μόνον ότι αυτό διαπράχθηκε εντός ενός τρένου, του Οριάν Εξπρές, στη γραμμή Σεμπλόν, το οποίο διασχίζει αρκετές χώρες κατά το ταξίδι του από την Κωνσταντινούπολη στο Παρίσι, κάποια στιγμή πριν ή μετά τη στάση του τρένου στην τότε Γιουγκοσλαβία. Εντούτοις, ο αναγνώστης, τελεί σε πλήρη άγνοια όσον αφορά το ζήτημα σε ποια χώρα διαπράχθηκε το έγκλημα. Το εν λόγω ζήτημα, το οποίο θα ήταν καθοριστικής σημασίας για την επακόλουθη ποινική διαδικασία, προκειμένου να προσδιορισθεί το εφαρμοστέο εθνικό ποινικό δίκαιο, σαφώς δεν απασχόλησε την έρευνα του Ηρακλή Πουαρό. Πράγματι, το ζήτημα ήταν ασφαλώς ασήμαντο για την πλοκή του μυθιστορήματος και για τη συγκίνηση που προκαλεί στον αναγνώστη. Η γεωγραφία ήταν αδιάφορη για την Αγκάθα Κρίστι.
2. Το ζήτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως του Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου, Αυστρία) είναι λιγότερο συναρπαστικό, αλλά περισσότερο σημαντικό για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών: εφαρμόζονται οι διατάξεις της «οδηγίας περί αποσπάσεως εργαζομένων», ήτοι της οδηγίας 96/71/EΚ (2), στην περίπτωση διεθνούς αμαξοστοιχίας η οποία διασχίζει την Αυστρία στην πορεία της από τη Βουδαπέστη προς το Μόναχο, με αποτέλεσμα, όπως ακριβώς συνέβη και με το Οριάν Εξπρές, η κάθε διέλευση συνόρων να έχει έννομες συνέπειες; Το ζήτημα αυτό μπορεί να μην αφορά την εξιχνίαση ενός εγκλήματος, αλλά οπωσδήποτε είναι κρίσιμο για την εφαρμογή του εργατικού δικαίου καθώς και του συναφούς με την απασχόληση ποινικού δικαίου.
3. Στις παρούσες προτάσεις θα υποστηρίξω ότι περίπτωση όπως αυτή που απασχόλησε τη διαφορά της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71. Η γεωγραφία είναι αδιάφορη και όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση.
II. Το νομικό πλαίσιο
1. Το δίκαιο της Ένωσης
4. Το άρθρο 1 της οδηγίας 96/71, το οποίο επιγράφεται «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει ως ακολούθως:
«1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις εγκατεστημένες σε κράτος μέλος επιχειρήσεις οι οποίες, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών, προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων, σύμφωνα με την παράγραφο 3, στο έδαφος κράτους μέλους.
2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις εμπορικής ναυτιλίας όσον αφορά το ναυτιλόμενο προσωπικό.
3. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται όταν οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνουν ένα από τα ακόλουθα διεθνικά μέτρα:
α) αποσπούν έναν εργαζόμενο, για λογαριασμό τους και υπό τη διεύθυνσή τους, στο έδαφος κράτους μέλους, στο πλαίσιο σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ της επιχείρησης αποστολής και του παραλήπτη της παροχής υπηρεσιών που ασκεί τις δραστηριότητές του στο εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον υφίσταται εργασιακή σχέση ανάμεσα στην επιχείρηση αποστολής και τον εργαζόμενο κατά το χρόνο της απόσπασης, ή
β) αποσπούν έναν εργαζόμενο, στο έδαφος κράτους μέλους, σε εγκατάσταση ή σε επιχείρηση του ομίλου, εφόσον υφίσταται εργασιακή σχέση ανάμεσα στην επιχείρηση αποστολής και τον εργαζόμενο κατά το χρόνο της απόσπασης, ή
γ) όντας επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης ή επιχείρηση που διαθέτει εργαζόμενους, αποσπούν εργαζόμενο σε χρήστρια επιχείρηση εγκατεστημένη ή ασκούσα δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους, εφόσον κατά τη διάρκεια της απόσπασης υφίσταται εργασιακή σχέση ανάμεσα στην επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης ή την επιχείρηση που διαθέτει εργαζόμενους και τον εργαζόμενο.
4. Οι επιχειρήσεις οι εγκατεστημένες σε κράτος μη μέλος δεν μπορούν να τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε κράτος μέλος.»
5. Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 96/71, που φέρει τον τίτλο «Ορισμός»:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως αποσπασμένος νοείται ο εργαζόμενος ο οποίος, για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα, εκτελεί την εργασία του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο έδαφος του οποίου εργάζεται συνήθως.
2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η έννοια του εργαζόμενου είναι εκείνη που εφαρμόζεται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου είναι αποσπασμένος ο εργαζόμενος.»
6. Το άρθρο 3 της οδηγίας 96/71, που επιγράφεται «Όροι εργασίας και απασχόλησης» στην παράγραφο 1 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε, ανεξάρτητα από το δίκαιο που διέπει τη σχέση εργασίας, οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 να εγγυώνται στους εργαζόμενους που είναι αποσπασμένοι στο έδαφός τους, τους όρους εργασίας και απασχόλησης σχετικά με τα θέματα που αναφέρονται κατωτέρω, οι οποίοι, στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου εκτελείται η εργασία, καθορίζονται από:
– νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ή/και
– συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις οι οποίες έχουν αναγορευθεί σε κανόνες γενικής εφαρμογής κατά την έννοια της παραγράφου 8, εφόσον αφορούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα:
α) μέγιστες περίοδοι εργασίας και ελάχιστες περίοδοι ανάπαυσης·
β) ελάχιστη διάρκεια ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών·
γ) ελάχιστα όρια μισθού, συμπεριλαμβανομένων των αποζημιώσεων υπερωριακής εργασίας· το παρόν σημείο δεν εφαρμόζεται στα συμπληρωματικά επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα·
δ) όροι θέσης εργαζομένων στη διάθεση επιχειρήσεων, ιδίως από επιχειρήσεις προσωρινής απασχόλησης·
ε) υγεία, ασφάλεια και υγιεινή στην εργασία·
στ) προστατευτικά μέτρα σχετικά με τους όρους εργασίας και απασχόλησης των γυναικών σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή λοχείας, των παιδιών και των νέων·
ζ) ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών και άλλες διατάξεις στον τομέα των μη διακρίσεων.
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η έννοια των ελάχιστων ορίων μισθού που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), ορίζεται από τη νομοθεσία ή/και την εθνική πρακτική του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου έχει αποσπασθεί ο εργαζόμενος.»
2. Το αυστριακό δίκαιο
7. Το άρθρο 7b του Arbeitsvertragsrechts-Anpassungsgesetz (νόμου για την προσαρμογή της νομοθεσίας για τις συμβάσεις εργασίας) (3), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: AVRAG), αφορά τα δικαιώματα των εργαζομένων έναντι αλλοδαπών εργοδοτών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Κατ’ ουσίαν, ορίζει ότι εργαζόμενος που έχει αποσπαστεί για να εργασθεί στην Αυστρία από εργοδότη με καταστατική έδρα σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου πλην της Αυστρίας πρέπει να έχει αυτοδικαίως, κατά τη διάρκεια της αποσπάσεώς του και με την επιφύλαξη των νομοθετικών και των κανονιστικών ρυθμίσεων που εφαρμόζονται στην εργασιακή σχέση, δικαίωμα λήψεως τουλάχιστον των ελάχιστων νόμιμων αποδοχών που καθορίζονται από κανονιστική διάταξη ή από συλλογική σύμβαση εργασίας, οι οποίες πρέπει να καταβάλλονται στον τόπο εργασίας σε αντίστοιχους εργαζομένους από αντίστοιχους εργοδότες. Επιπλέον, πρόσωπο με καταστατική έδρα σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, πλην της Αυστρίας πρέπει να θεωρείται εργοδότης για τους εργαζομένους που τίθενται στη διάθεσή του και είναι αποσπασμένοι στην Αυστρία προκειμένου να παράσχουν εργασία. Οι εργοδότες οφείλουν να δηλώσουν, τουλάχιστον μία εβδομάδα νωρίτερα από την έναρξη της επίμαχης εργασίας, τη χρησιμοποίηση εργαζομένων που έχουν αποσπαστεί για να εργασθούν στην Αυστρία. Η εν λόγω δήλωση πρέπει να υποβάλλεται χωριστά για κάθε απόσπαση και να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: i) όνομα, διεύθυνση, άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ή αντικείμενο της επιχειρήσεως του εργοδότη· ii) το συνολικό χρονικό διάστημα που αφορά η απόσπαση, καθώς και την έναρξη και την προβλεπόμενη διάρκεια απασχολήσεως των διαφορετικών εργαζομένων στην Αυστρία, το κανονικό ωράριο εργασίας και τους συμφωνηθέντες όρους σχετικά με τον τόπο παροχής εργασίας όσον αφορά τους διαφορετικούς εργαζομένους· iii) το ποσό των οφειλόμενων αποδοχών σε κάθε επιμέρους εργαζόμενο βάσει των αυστριακών νομοθετικών διατάξεων και την έναρξη της εργασιακής σχέσεως με τον εργοδότη· iv) τον τόπο (ακριβής διεύθυνση) εργασίας στην Αυστρία (επίσης άλλους τόπους απασχόλησης στην Αυστρία)· και v) το είδος της δραστηριότητας και την χρησιμοποίηση του εργαζομένου, λαμβανομένης υπόψη της οικείας αυστριακής συλλογικής συμβάσεως εργασίας. Όταν δεν προβλέπεται υποχρέωση υπαγωγής των αποσπασμένων εργαζομένων στην κοινωνική ασφάλιση στην Αυστρία, οι εργοδότες οφείλουν να διαθέτουν έγγραφα σχετικά με τη δήλωση των εργαζομένων στην κοινωνική ασφάλιση [έγγραφο κοινωνικής ασφαλίσεως E 101 βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (4), έγγραφο κοινωνικής ασφαλίσεως A1 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 883/04] (5), καθώς και αντίγραφο της αναγγελίας της αποσπάσεως στον τόπο εργασίας (ή απασχόλησης) στην εθνική επικράτεια ή να τα καθιστούν άμεσα προσβάσιμα σε ηλεκτρονική μορφή στις υπηρεσίες της αρμόδιας για την είσπραξη των εισφορών αρχές.
8. Όσον αφορά την υποχρέωση περί διαθέσεως των εγγράφων μισθοδοσίας, το άρθρο 7d του AVRAG ορίζει, ιδίως, ότι, κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως, οι εργοδότες οφείλουν να τηρούν τη σύμβαση εργασίας ή τα παραστατικά παροχής υπηρεσιών, τις καταστάσεις μισθοδοσίας στον τόπο εργασίας στη γερμανική γλώσσα, καθώς και αποδείξεις καταβολής της μισθοδοσίας ή τραπεζικά εμβάσματα, εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών, δελτία παρουσίας, αρχεία σχετικά με τις ώρες εργασίας καθώς και έγγραφα σχετικά με τη μισθολογική κατάταξη, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο αποσπασμένος εργαζόμενος λαμβάνει, για τον χρόνο της απασχολήσεώς του, τις αποδοχές που του οφείλονται σύμφωνα με τις οικείες νομικές διατάξεις.
III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
9. Η εταιρία Henry am Zug Hungary Kft. (στο εξής: Henry am Zug), με έδρα τη Βουδαπέστη (Ουγγαρία), απέστελλε στην Αυστρία, από το 2012 μέχρι το 2016, εργαζομένους ουγγρικής υπηκοότητας, οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, της είχαν διατεθεί από άλλη ουγγρική επιχείρηση, με σκοπό την παροχή εργασίας (υπηρεσίες εξυπηρετήσεως επιβατών αμαξοστοιχίας, παρασκευή και πώληση τροφίμων και ποτών) σε αμαξοστοιχίες των Österreichische Bundesbahnen (αυστριακοί σιδηρόδρομοι, στο εξής: ÖBB).
10. Με τις προσβαλλόμενες διοικητικές αποφάσεις επιβολής κυρώσεων, ο Μ. Dobersberger, ο αναιρεσείων, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της Henry am Zug, κρίθηκε ένοχος επειδή, σε έλεγχο που διενεργήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 2016 στον κεντρικό σταθμό της Βιέννης (Αυστρία), διαπιστώθηκε ότι η Henry am Zug, ενεργώντας ως εργοδότρια κατά την έννοια του άρθρου 7b του AVRAG, κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως, i) δεν είχε αναγγείλει στις αρμόδιες αυστριακές αρχές, μέχρι μία εβδομάδα πριν από την έναρξη εργασίας στην Αυστρία, την εν λόγω απασχόληση των αποσπασμένων εργαζομένων, ii) δεν τηρούσε, στον τόπο απασχολήσεως στην Αυστρία έγγραφα σχετικά με την εγγραφή των εργαζομένων στο σύστημα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως και iii) δεν τηρούσε, στον προμνησθέντα τόπο απασχολήσεως, τις συμβάσεις εργασίας, παραστατικά καταβολής των αποδοχών και έγγραφα σχετικά με τη μισθολογική κατάταξη, στη γερμανική γλώσσα.
11. Η σύμβαση παροχής των προμνησθεισών υπηρεσιών είχε συναφθεί μεταξύ των ÖBB και της εταιρίας D. GmbH (επιχειρήσεως με έδρα την Αυστρία), η οποία ανέθεσε την παροχή των υπηρεσιών αυτών, με συμβάσεις υπεργολαβίας και/ή στο πλαίσιο αλληλουχίας συμβάσεων υπεργολαβίας (με τη μεσολάβηση μιας περαιτέρω εταιρίας με έδρα την Αυστρία) στη Henry am Zug. Η Henry am Zug παρείχε τις υπηρεσίες, με το ουγγρικό εργατικό δυναμικό, εντός αμαξοστοιχιών των ÖBB οι οποίες μετέβαιναν στο Σάλτσμπουργκ ή στο Μόναχο, με αφετηρία ή τελικό προορισμό τη Βουδαπέστη, πραγματοποιώντας στάση στον κεντρικό σταθμό της Βιέννης.
12. Το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) εκτιμά ότι η ευδοκίμηση της αιτήσεως αναιρέσεως εξαρτάται από την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 96/71 καθώς και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Με την από 15 Δεκεμβρίου 2017 διάταξή του, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Ιανουαρίου 2018, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας [96/71], ειδικότερα δε στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, αυτής, μεταξύ άλλων, η παροχή υπηρεσιών όπως η προσφορά τροφίμων και ποτών στους επιβάτες, η εξυπηρέτηση επιβατών αμαξοστοιχίας ή οι υπηρεσίες καθαρισμού, που παρέχονται από τους εργαζομένους επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών με έδρα το κράτος μέλος αποστολής (Ουγγαρία) σε εκτέλεση συμβάσεως που έχει συναφθεί με σιδηροδρομική επιχείρηση με έδρα το κράτος μέλος υποδοχής (Αυστρία), εφόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται εντός διεθνών αμαξοστοιχιών οι οποίες διέρχονται επίσης από το κράτος μέλος υποδοχής;
2) Εμπίπτει στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας επίσης η περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση παροχής υπηρεσιών με έδρα το κράτος μέλος αποστολής δεν παρέχει τις προπαρατεθείσες στο πρώτο ερώτημα υπηρεσίες σε εκτέλεση συμβάσεως συναφθείσας με την εδρεύουσα στο κράτος μέλος υποδοχής σιδηροδρομική επιχείρηση η οποία αποτελεί τον τελικώς ωφελούμενο από τις υπηρεσίες (λήπτρια των υπηρεσιών), αλλά σε εκτέλεση συμβάσεως που έχει συναφθεί με άλλη εδρεύουσα στο κράτος μέλος υποδοχής επιχείρηση, η οποία συνδέεται συμβατικώς (αλληλουχία συμβάσεων υπεργολαβίας) με τη σιδηροδρομική επιχείρηση;
3) Εμπίπτει στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας επίσης η περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση παροχής υπηρεσιών με έδρα το κράτος μέλος αποστολής δεν χρησιμοποιεί, για τον σκοπό της παροχής των προπαρατεθεισών στο πρώτο ερώτημα υπηρεσιών, δικούς της εργαζομένους, αλλά εργατικό δυναμικό άλλης επιχειρήσεως, το οποίο της διατέθηκε ήδη στο έδαφος του κράτους μέλους αποστολής;
4) Ανεξαρτήτως των απαντήσεων που θα δοθούν στα τρία πρώτα ερωτήματα: Αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης, ιδίως στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών (άρθρα 56 και 57 ΣΛΕΕ), εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στις επιχειρήσεις που αποστέλλουν εργατικό δυναμικό στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών, την υποχρέωση να τηρούν τους όρους εργασίας και απασχολήσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας και να εκπληρώνουν τις παρεπόμενες υποχρεώσεις (όπως, ειδικότερα, την υποχρέωση αναγγελίας της διασυνοριακής αποσπάσεως εργατικού δυναμικού σε αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και την υποχρέωση τηρήσεως των εγγράφων που αφορούν το ύψος της μισθοδοσίας και την εγγραφή του εν λόγω εργατικού δυναμικού στο σύστημα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως), ακόμη και στις περιπτώσεις που (πρώτον) το διασυνοριακώς αποσπασμένο εργατικό δυναμικό ανήκει στο σιδηροδρομικώς μετακινούμενο προσωπικό μιας διασυνοριακώς δραστηριοποιούμενης σιδηροδρομικής επιχειρήσεως ή μιας επιχειρήσεως η οποία παρέχει υπηρεσίες χαρακτηριστικές για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις (προσφορά τροφίμων και ποτών σε επιβάτες· εξυπηρέτηση επιβατών αμαξοστοιχίας) εντός των διερχόμενων από τα σύνορα των κρατών μελών αμαξοστοιχιών τους, και που (δεύτερον) είτε δεν έχει συναφθεί καμία σύμβαση παροχής υπηρεσιών όσον αφορά την απόσπαση είτε, πάντως, δεν έχει συναφθεί σύμβαση παροχής υπηρεσιών μεταξύ της επιχειρήσεως αποστολής και του δραστηριοποιούμενου σε άλλο κράτος μέλος λήπτη των υπηρεσιών, επειδή η υποχρέωση παροχής την οποία υπέχει η επιχείρηση αποστολής έναντι του δραστηριοποιούμενου σε άλλο κράτος μέλος λήπτη των υπηρεσιών απορρέει από συμβάσεις υπεργολαβίας (από μια αλληλουχία συμβάσεων υπεργολαβίας), και που (τρίτον) το αποσπασμένο εργατικό δυναμικό δεν συνδέεται με σχέση εργασίας με την επιχείρηση αποστολής, αλλά με κάποια τρίτη επιχείρηση, η οποία έχει διαθέσει τους εργαζομένους της στην επιχείρηση αποστολής ήδη στο έδαφος του κράτους μέλους της έδρας της επιχειρήσεως αποστολής;»
13. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο Μ. Dobersberger, η Αυστριακή, η Τσεχική, η Γερμανική, η Γαλλική, η Ουγγρική και η Πολωνική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι ανωτέρω μετέχοντες στη διαδικασία, πλην της Γαλλικής και της Πολωνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 12 Μαρτίου 2019.
IV. Ανάλυση
14. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως εγείρονται θεμελιώδους σημασίας ζητήματα σχετικά με την οδηγία 96/71: κατά πόσον η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται σε επιχείρηση σε περίπτωση κατά την οποία ο αποσπασμένος εργαζόμενος εκτελεί τα καθήκοντά του εντός αμαξοστοιχίας η οποία αναχωρεί από τη χώρα καταγωγής και επιστρέφει και πάλι σε αυτή, εντός αμαξοστοιχίας από την οποία ο εργαζόμενος, ούτως ειπείν, δεν κατεβαίνει ποτέ;
1. Το παραδεκτό των ερωτημάτων
15. Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό των τριών πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων, υποστηρίζοντας κατά βάση ότι η οδηγία 96/71 δεν διέπει τα μέτρα ελέγχου που εφαρμόζονται από εθνικές αρχές για τη διασφάλιση της συμμορφώσεως με τους όρους εργασίας και απασχολήσεως. Συναφώς παραπέμπει στην απόφαση De Clercq κ.λπ. (6).
16. Κατά κανόνα, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτές και μόνο σε σπάνιες και ακραίες περιπτώσεις αρνείται το Δικαστήριο να δώσει απάντηση (7). Οι αιτήσεις αυτές τεκμαίρεται ότι είναι λυσιτελείς (8). Συνακόλουθα, σε περιπτώσεις τις οποίες το ίδιο το Δικαστήριο χαρακτηρίζει ως «εξαιρετικές» (9), το Δικαστήριο έχει αρνηθεί να δώσει απάντηση σε προδικαστικά ερωτήματα είτε επειδή επρόκειτο για υποθετικές καταστάσεις, είτε επειδή τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν ήταν κρίσιμα για την επίλυση της διαφοράς, ή δεν διατυπώνονταν με επαρκή σαφήνεια, είτε επειδή τα πραγματικά περιστατικά δεν ήταν αρκούντως σαφή (10).
17. Η επίμαχη υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις ανωτέρω κατηγορίες. Εξάλλου, όπως ορθώς επισήμανε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η απόφαση De Clercq κ.λπ. (11)αφορούσε μέτρα ελέγχου, ενώ τα προδικαστικά ερωτήματα 1 έως 3 της παρούσας διαδικασίας αφορούν το ευρύτερο ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής της οδηγίας 96/71 σε περίπτωση όπως η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης.
18. Κατά συνέπεια, όλα τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το αιτούν δικαστήριο είναι παραδεκτά.
2. Η οδηγία 96/71 και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών
19. Προτού εξετάσω τα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, θεωρώ χρήσιμο να υπενθυμίσω, υπό τη μορφή προκαταρκτικών παρατηρήσεων, κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά της οδηγίας 96/71, επί των οποίων θα στηριχθεί η ανάλυση που ακολουθεί.
20. Μεταξύ των ελευθεριών της εσωτερικής αγοράς, ιδίως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών βάσει του άρθρου 56 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 96/71, παρατηρείται αντίφαση η οποία, μολονότι φαινομενικά έχει διευθετηθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου και τον νομοθέτη, εντούτοις εξακολουθεί να δημιουργεί προστριβές.
1. Οι σκοποί
21. Η εσωτερική αγορά, η οποία –αναλόγως της οπτικής γωνίας καθενός– συνιστά το μέσο ή τον τελικό σκοπό της πορείας της Ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως, είναι τόσο θεμελιώδης για την έννομη τάξη της Ένωσης ώστε εκλαμβάνεται ως κάτι δεδομένο και αποτελεί σίγουρα την κεντρική οργανωτική αρχή των Συνθηκών (12). Κατά κανόνα, οι οικονομικοί φορείς παράγουν είτε βάσει εναρμονισμένων κανόνων (13) είτε, ελλείψει τέτοιων προτύπων, σύμφωνα με τους ισχύοντες ως προς αυτούς τοπικούς κανόνες. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, υπερισχύει η λογική της χώρας καταγωγής, υπό την έννοια ότι, κατά κανόνα, αρκεί να συμμορφώνεται ο οικονομικός φορέας με τις κατά τόπους κανονιστικές ρυθμίσεις. Το γεγονός αυτό δίνει στους οικονομικούς φορείς τη δυνατότητα να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις σε όλη την εσωτερική αγορά.
22. Η λογική που διαπνέει την οδηγία 96/71 είναι, κατ’ ουσίαν, εντελώς διαφορετική, καθώς η εν λόγω οδηγία επιδιώκει να μετριάσει κάποιες από τις (συνήθεις) συνέπειες της εφαρμογής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών: όσον αφορά κάποιες πτυχές του εργατικού δικαίου, δεν εφαρμόζεται η αρχή της χώρας καταγωγής, αλλά η αρχή της χώρας προορισμού. Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια εγγενή νομική αντίφαση μεταξύ του άρθρου 56 ΣΛΕΕ (14) και της οδηγίας 96/71.
23. Στον βαθμό που από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας προκύπτει ότι με αυτή επιδιώκεται τριπλός σκοπός, ο οποίος συνίσταται στην προώθηση της παροχής υπηρεσιών σε διεθνικό επίπεδο (15), στο πλαίσιο υγιούς ανταγωνισμού (16), και με εγγύηση του σεβασμού των δικαιωμάτων των εργαζομένων (17), πρέπει να σημειωθεί ότι τα τρία αυτά στοιχεία είναι, στην πραγματικότητα, εκ διαμέτρου αντίθετα (18). Η εγγύηση του σεβασμού των δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν προάγει την παροχή υπηρεσιών σε διεθνικό επίπεδο, αλλά αντιθέτως την περιορίζει και στο πλαίσιο αυτό συνιστά και δικαιολογητικό λόγο του εν λόγω περιορισμού (δηλ. επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος).
24. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι είναι πιο συνεπές να εκτιμηθεί η οδηγία 96/71 ως μέτρο που επιδιώκει τον συμβιβασμό των αντιτιθέμενων σκοπών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και της προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
25. Αλλά, για ποιους εργαζομένους μιλάμε; Για τους εργαζομένους της χώρας καταγωγής του παρέχοντος υπηρεσίες οι οποίοι αποστέλλονται στην χώρα προορισμού; Αν η οδηγία εκληφθεί κατά γράμμα, τότε οπωσδήποτε πρόκειται για τους εργαζομένους της χώρας καταγωγής (19). Η λογική που διαπνέει κάθε μορφή αποσπάσεως είναι επομένως η ακόλουθη: ο εργαζόμενος δεν πρέπει να υφίσταται, σε προσωπικό επίπεδο, εισοδηματική ή άλλου είδους απώλεια που αφορά την εργασία σε σχέση με τον εντόπιο εργαζόμενο. Το κόστος ζωής μπορεί να είναι υψηλότερο από εκείνο του κράτους μέλους αποστολής. Για τον λόγο αυτό, εφαρμόζεται η αρχή της χώρας προορισμού προκειμένου να μετριαστούν οι όποιες πιθανές διακρίσεις.
26. Ας κάνουμε τώρα ένα βήμα πίσω και ας φανταστούμε, στιγμιαία, ότι δεν έχει χωρήσει εναρμόνιση, δηλαδή ότι δεν υπάρχει η οδηγία 96/71 και ότι το κράτος μέλος (A) επιθυμεί να υπαγάγει στην εργατική του νομοθεσία εργαζομένους άλλου κράτους μέλους, του (Β), που έχουν αποσπαστεί στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο πρώτο κράτος μέλος, το (Α). Ασφαλώς, αυτό θα συνιστούσε περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ο εν λόγω περιορισμός; Με την επίκληση των δικαιωμάτων των εργαζομένων του κράτους (B);
27. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι δύσκολα θα μπορούσε να γίνει επίκληση του επιτακτικού λόγου της προστασίας των εργαζομένων του κράτους μέλους (Β) από το κράτος μέλος (Α). Ευλόγως θα διερωτάτο κανείς αν όντως το κράτος μέλος (Α) –στο πλαίσιο της αποσπάσεως ως μέρους της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εκ μέρους του εργοδότη– οφείλει να γνωρίζει τι είναι το καλύτερο για τους εργαζομένους του κράτους μέλους (B). Μια τέτοια προσέγγιση ενδεχομένως να φαίνεται παρεμβατική ή ακόμη και υπέρμετρα περιοριστική. Εξάλλου, υπάρχει και το λεπτό ζήτημα της αρμοδιότητας: θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, κατ’ αρχήν, το κράτος μέλος (Α) θα έπρεπε να μπορεί να προστατεύει μόνον τους εργαζομένους οι οποίοι συνήθως απασχολούνται σ’ αυτό ακριβώς το κράτος μέλος, ενώ εκείνοι που απασχολούνται σε άλλο κράτος μέλος, το (Β) και –στο πλαίσιο της ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εκ μέρους του εργοδότη τους– αποστέλλονται στο κράτος μέλος (Α) κανονικά δεν θα πρέπει υπάγονται στην προστασία του εν λόγω κράτους μέλους (20).
28. Εντούτοις, είμαι της γνώμης ότι αυτοί οι προβληματισμοί μπορούν να εξαλειφθούν και, επιπλέον, ότι υπάρχει πάγια νομολογία σύμφωνα με την οποία ένα κράτος μέλος μπορεί να περιορίσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών προκειμένου να προστατεύσει τους εργαζομένους του κράτους μέλους αποστολής. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, στο πλαίσιο περιπτώσεων που αφορούν το διάστημα τόσο πριν όσο και μετά τη μετά την προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας 96/71 στις εθνικές έννομες τάξεις (21), ότι η «προστασία των εργαζομένων» (22), οι «λόγοι γενικού συμφέροντος αναγομένου στην κοινωνική προστασία των εργαζομένων» (23) ή «που άπτεται τη κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων στον οικοδομικό τομέα» (24) μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς στις θεμελιώδεις ελευθερίες, υπό την έννοια ότι η προστασία αφορά τους εργαζομένους του κράτους μέλους καταγωγής/αποστολής και όχι εκείνους του κράτους μέλους υποδοχής.
29. Μεταστροφή της νομολογίας επήλθε με την απόφαση Laval un Partneri (25), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η «προστασία των εργαζομένων του κράτους υποδοχής από ενδεχόμενη πρακτική κοινωνικού ντάμπινγκ μπορεί να συνιστά επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, ικανό να δικαιολογήσει, κατ’ αρχήν, περιορισμό μιας των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη» (26). Πέραν του ότι το Δικαστήριο δεν προέβη σε περαιτέρω ορισμό ή διευκρίνιση της έννοιας του όρου «κοινωνικό ντάμπινγκ», η εν λόγω υπόθεση είναι αξιοσημείωτη για τρεις λόγους. Πρώτον, όσον αφορά την ουσία, το Δικαστήριο με την έννοια «κοινωνικό ντάμπινγκ», κατ’ ουσίαν καθιερώνει στη νομολογία του έναν νέο επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος. Φυσικά, αυτό κατ’ αρχήν δεν αποκλείεται, καθόσον οι επιτακτικοί λόγοι δεν απαριθμούνται περιοριστικά, το δε Δικαστήριο είναι ελεύθερο να καθιερώσει νέους, προσαρμοζόμενο στις κοινωνικές εξελίξεις. Δεύτερον, ο εν λόγω νέος επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος είναι οικονομικής φύσεως, γεγονός το οποίο έρχεται σε αντίθεση με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία σκοποί αμιγώς οικονομικής φύσεως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους δημόσιας τάξεως, ικανούς να δικαιολογήσουν περιορισμό σε θεμελιώδη ελευθερία (27). Πράγματι, η προστασία από το «κοινωνικό ντάμπινγκ» προσομοιάζει περισσότερο με τον οικονομικό δικαιολογητικό λόγο της διατηρήσεως της εργασιακής ειρήνης –ο οποίος δεν αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο ως επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος (28). Τρίτον, όσον αφορά τη μεθοδολογία, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ρητώς ότι το «κοινωνικό ντάμπινγκ» θα αποτελούσε εφεξής νέο επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος. Αντιθέτως, το Δικαστήριο συνήγαγε τον νέο αυτόν επιτακτικό λόγο που αφορά το κράτος μέλος υποδοχής από τη νομολογία περί της προστασίας των εργαζομένων του κράτους μέλους αποστολής. Ωστόσο, το «κοινωνικό ντάμπινγκ» και η προστασία των εργαζομένων του κράτους μέλους αποστολής αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
30. Τονίζω ότι αντιλαμβάνομαι και στηρίζω πλήρως την ανάγκη για προστασία των εργαζομένων στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και με κανέναν τρόπο δεν την θέτω υπό αμφισβήτηση. Αντιθέτως, η έννοια του «κοινωνικού ντάμπινγκ» πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή και να ερμηνεύεται στενά. Σε μια εσωτερική αγορά η οποία χαρακτηρίζεται από την ελεύθερη ροή αγαθών, υπηρεσιών και συντελεστών παραγωγής, ενυπάρχει ο κίνδυνος το «κοινωνικό ντάμπινγκ» να καταστεί περισσότερο πολιτικός όρος, αντί για νομικός, πολιτικός όρος ο οποίος χρησιμοποιείται κατά κανόνα στις οικονομίες που διαθέτουν ανεπτυγμένες υποδομές. Πράγματι, υπάρχει ο κίνδυνος, να λαμβάνεται κατά κύριο λόγο υπόψη η οπτική του κράτους (μέλους) υποδοχής, μονομερώς (29). Με απλά λόγια, αυτό που για κάποιους είναι «κοινωνικό ντάμπινγκ», για άλλους είναι απλώς, «εργασία».
31. Ως εκ τούτου, αν ο όρος «κοινωνικό ντάμπινγκ» χρησιμοποιηθεί υπό υπερβολικά ευρεία έννοια, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα ακριβώς την προστασία της εντόπιας εργασίας από τον φθηνότερο ανταγωνισμό άλλου κράτους μέλος, προστασία η οποία συνήθως δεν προβλέπεται από το κοινοτικό δίκαιο (30). Όπως υποδηλώνει ο όρος «ντάμπινγκ», πρέπει να υπάρχει αρνητική πρόθεση καταργήσεως του ανταγωνισμού –και όχι απλώς πρόθεση εξασφαλίσεως ευνοϊκότερων όρων. Ωστόσο, δεν μπορεί να γίνεται επίκληση της ανάγκης προστασίας από το «κοινωνικό ντάμπινγκ» έναντι παρέχοντος υπηρεσίες ο οποίος απλώς εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες που προσφέρονται από την εσωτερική αγορά προς ίδιο οικονομικό όφελος –καθώς και προς όφελος του πελάτη του, του αποδέκτη των υπηρεσιών (31). Εν πάση περιπτώσει, η εσωτερική αγορά διέπεται από την αρχή του συγκριτικού πλεονεκτήματος (32).
32. Επιστρέφοντας στην οδηγία 96/71, αν ο προβαλλόμενος σκοπός της συνίσταται στην προστασία των αποσπασμένων εργαζομένων, ήτοι των εργαζομένων του κράτους μέλους καταγωγής, φρονώ ότι τούτο αποτελεί μέρος μόνον της αλήθειας, καθώς η οδηγία σκοπεί επίσης στην προστασία από το «κοινωνικό ντάμπινγκ».
2. Η νομική βάση και οι υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών
33. Κατά το άρθρο 58, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου (της Συνθήκης) που αναφέρεται στις μεταφορές, ήτοι του μέρους τρίτου, τίτλου VI, της Συνθήκης ΛΕΕ (33). Εν προκειμένω η τυπική νομική βάση για την εφαρμογή της πολιτικής μεταφορών της Ένωσης, η οποία περιλαμβάνει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών, είναι το άρθρο 91 ΣΛΕΕ (34). Έχω επισημάνει στο πλαίσιο άλλων προτάσεων ότι το άρθρο 58, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει ως έννομη συνέπεια να μην έχει η Συνθήκη άμεσο αποτέλεσμα όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών (35), αυτή δε η έννομη συνέπεια είναι πολύ σημαντική, καθώς στερεί από τους οικονομικούς φορείς το δικαίωμα να επικαλεστούν τα άρθρα 56 επ. ΣΛΕΕ ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (36). Η εφαρμογή των αρχών που διέπουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών πρέπει, ως εκ τούτου, να επιτυγχάνεται, κατά τη Συνθήκη ΛΕΕ, στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών (37). Φυσικά, από τη στιγμή της θεσπίσεώς τους, τα μέτρα εναρμονίσεως ερμηνεύονται με γνώμονα το άρθρο 56 ΣΛΕΕ (38).
34. Στο πλαίσιο αυτό, θα ανέμενα η εναρμόνιση των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών, ακόμη και ως τμήμα ενός ευρύτερου μέτρου εναρμονίσεως, να βασίζεται στο άρθρο 91 ΣΛΕΕ.
35. Εντούτοις, η οδηγία 96/71 βασίζεται μόνον στα άρθρα 53, παράγραφος 1 και 62 ΣΛΕΕ και όχι, επιπροσθέτως, στο άρθρο 91 ΣΛΕΕ. Το ίδιο ισχύει και ως προς την οδηγία 2014/67/EΕ (39). Το λογικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι με τις εν λόγω οδηγίες δεν γίνεται εναρμόνιση των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών. Παρεμπιπτόντως, η οδηγία 2006/123, η λεγόμενη «οδηγία για τις υπηρεσίες», η οποία έχει τις ίδιες νομικές βάσεις με τις οδηγίες 96/71 και 2014/67, εξαιρεί ρητώς τις υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών (40). Φρονώ ότι τούτο οφείλεται στον λόγο που μόλις επισήμανα: απλώς, οι υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών δεν φαίνεται να εμπίπτουν στα άρθρα 53, παράγραφος 1 και 62 ΣΛΕΕ.
36. Ωστόσο, ο νομοθέτης της Ένωσης φαίνεται να έχει διαφορετική άποψη. Κατά πρώτον, η οδηγία 96/71 εξαιρεί expressis verbis από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας «τις επιχειρήσεις εμπορικής ναυτιλίας όσον αφορά το ναυτιλόμενο προσωπικό» (41). Θα επανέλθω στην εν λόγω διάταξη σε επόμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, αλλά ήδη επισημαίνω ότι, αν εξαιρούνται οι επιχειρήσεις εμπορικής ναυτιλίας, τότε, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, ο νομοθέτης εννοεί ότι συμπεριλαμβάνονται οι λοιπές υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών. Στο ίδιο πνεύμα, η οδηγία 2014/67 αναφέρεται, συστηματικά, σε «κινούμενους εργαζομένους του τομέα των μεταφορών» (42).
37. Εν πάση περιπτώσει, ενώ δεν μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα γιατί το άρθρο 91 ΣΛΕΕ δεν συμπεριελήφθη ως νομική βάση για τη θέσπιση της οδηγίας 96/71 (43), εντούτοις οι υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών γενικώς δεν θεωρείται ότι εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71. Δεν σκοπεύω να αμφισβητήσω την ανωτέρω θέση στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων (44). Πράγματι, φαίνεται να αποτελεί παγιωμένη νομική αντίληψη ότι οι υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών, κατ’ αρχήν διέπονται από την οδηγία.
3. Εν προκειμένω: πρόκειται περί υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών;
38. Όσον αφορά, ωστόσο, τις συγκεκριμένες επίμαχες υπηρεσίες, θα ήθελα στο σημείο αυτό να εξετάσω αν αυτές συνιστούν ή όχι «υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών».
39. Όπως ήδη επισήμανα ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 58, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου (της Συνθήκης) που αναφέρεται στις μεταφορές, ήτοι του μέρους τρίτου, τίτλου VI, της Συνθήκης ΛΕΕ (45).
40. Σαφώς, οι υπηρεσίες εστιάσεως και καθαρισμού που παρέχονται εντός αμαξοστοιχίας δεν συνιστούν υπηρεσίες μεταφορών υπό την έννοια της μετακινήσεως προσώπων ή αντικειμένων από το σημείο Α στο σημείο Β (46). Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο όρος «υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών» καλύπτει «κάθε πράξη συνιστάμενη ή συνδεόμενη εγγενώς με τη μετακίνηση επιβατών ή εμπορευμάτων από το ένα μέρος στο άλλο, μέσω οδικού οχήματος, αεροσκάφους ή πλωτού σκάφους» (47). Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο έχει, επί παραδείγματι, χαρακτηρίσει τη δραστηριότητα του τεχνικού ελέγχου των οχημάτων ως «υπηρεσία στον τομέα των μεταφορών» (48), δεδομένου ότι «η διενέργεια του ελέγχου αυτού συνιστά προηγούμενη και αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της κύριας δραστηριότητας που είναι η μεταφορά» (49).
41. Αντιλαμβάνομαι ότι η θέση της νομολογίας του Δικαστηρίου είναι ότι υπηρεσίες οι οποίες εκ φύσεως συνιστούν (πραγματική ή νομική) conditio sine qua nonτης δραστηριότητας των μεταφορών θεωρούνται υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών.
42. Τούτο δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ισχύει όσον αφορά τις επίμαχες υπηρεσίες. Οι επίμαχες υπηρεσίες, οι οποίες παρέχονται ως υπηρεσίες εξυπηρετήσεως επιβατών αμαξοστοιχίας, είναι ανεξάρτητες από την πράξη της μεταφοράς. Μπορεί κανείς να φάει και να πιεί οπουδήποτε – και εντός αμαξοστοιχίας. Οι διάφοροι χώροι πρέπει να διατηρούνται καθαροί – το ίδιο και οι αμαξοστοιχίες. Η διάθεση τροφίμων και ποτών στις αμαξοστοιχίες καθώς και η καθαριότητά τους έχουν εντελώς παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με την υπηρεσία μεταφοράς. Διαφορετικά, για να το θέσω απλά, για την πραγματοποίηση της μεταφοράς δεν είναι αναγκαία η διάθεση ποτών εντός αμαξοστοιχίας ούτε ο καθαρισμός της. Μάλλον το αντίστροφο συμβαίνει. Συμπερασματικά, το γεγονός και μόνον ότι προσφέρονται τρόφιμα και ποτά εντός μέσου μεταφοράς και ότι το εν λόγω μέσο μεταφοράς καθαρίζεται δεν σημαίνει ότι οι εν λόγω υπηρεσίες αποτελούν «υπηρεσίες στον τομέα των μεταφορών».
3. Επί του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 96/71 – Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
43. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71, και, ειδικότερα, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, υπηρεσίες όπως η προσφορά τροφίμων και ποτών στους επιβάτες, η εξυπηρέτηση επιβατών αμαξοστοιχίας ή οι υπηρεσίες καθαρισμού, που παρέχονται από τους εργαζομένους επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών με έδρα το κράτος μέλος της αποστολής σε εκτέλεση συμβάσεως που έχει συναφθεί με σιδηροδρομική επιχείρηση με έδρα το κράτος μέλος υποδοχής, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται εντός διεθνών αμαξοστοιχιών οι οποίες διέρχονται επίσης από το κράτος μέλος υποδοχής.
44. Οι απόψεις των μετεχόντων στη διαδικασία μπορούν να συνοψισθούν σε τρεις κατηγορίες.
45. Σύμφωνα με την πρώτη θέση, η οποία υποστηρίζεται από τον Μ. Dobersberger, την Ουγγρική, την Πολωνική και την Τσεχική Δημοκρατία, οι υπηρεσίες εστιάσεως και καθαριότητας που παρέχονται εντός αμαξοστοιχιών δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71. Η αντίθετη άποψη υποστηρίζεται από την Αυστριακή, τη Γαλλική και τη Γερμανική Κυβέρνηση. Σύμφωνα με την τρίτη άποψη, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, με εξαίρεση τις διατάξεις περί των ελάχιστων ορίων μισθού και της ελάχιστης διάρκειας ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών που περιλαμβάνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, σημεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 96/71, η οδηγία εφαρμόζεται στην παροχή υπηρεσιών όπως οι επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης.
46. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/71 ορίζει ότι η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται στις εγκατεστημένες σε κράτος μέλος επιχειρήσεις οι οποίες, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών, προβαίνουν σε απόσπαση εργαζομένων, σύμφωνα με την παράγραφο 3, στο έδαφος κράτους μέλους. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71 προσθέτει ότι η οδηγία εφαρμόζεται όταν οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αποσπούν έναν εργαζόμενο, για λογαριασμό τους και υπό τη διεύθυνσή τους, στο έδαφος κράτους μέλους, στο πλαίσιο συμβάσεως που συνάπτεται μεταξύ της επιχειρήσεως αποστολής και του παραλήπτη της παροχής υπηρεσιών που ασκεί τις δραστηριότητές του στο εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον υφίσταται εργασιακή σχέση ανάμεσα στην επιχείρηση αποστολής και τον εργαζόμενο κατά το χρόνο της απόσπασης.
47. Το κρίσιμο ζήτημα στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος είναι αν οι εργαζόμενοι αποσπώνται «στο έδαφος» κράτους μέλους, ήτοι στο έδαφος της Δημοκρατίας της Αυστρίας.
48. Πρέπει να πω ότι το γράμμα του άρθρου 1, της οδηγίας 96/71 δεν είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστικό για την επίλυση του εν λόγω ζητήματος. Ασφαλώς, οι οικείοι εργαζόμενοι, όταν διασχίζουν την Αυστρία, ευρίσκονται νομικώς αλλά και σωματικώς, στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και, κατ’ αρχήν, υπάγονται στη δικαιοδοσία του. Εντούτοις, εφόσον αυτοί παραμένουν κατά κύριο λόγο εντός της αμαξοστοιχίας και επιστρέφουν στο κράτος μέλος καταγωγής τους, δεν μπορώ να δεχθώ ότι έχουν πράγματι αποσπαστεί «στο έδαφος» της Αυστρίας. Σε τελική ανάλυση, έχουν αποσπαστεί «στο έδαφος» της αμαξοστοιχίας, η οποία, όντως, διέρχεται από την Αυστρία.
49. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την ερμηνεία διάταξης του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος και, μεταξύ άλλων, το ιστορικό θεσπίσεως της ρυθμίσεως αυτής (50).
50. Προβλήθηκε, ιδίως από την Αυστριακή Κυβέρνηση, το επιχείρημα ότι οι επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης υπηρεσίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71 επειδή, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, η οδηγία δεν εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις εμπορικής ναυτιλίας όσον αφορά το ναυτιλλόμενο προσωπικό. Εφόσον η οδηγία 96/71 εξαιρεί ρητά τον συγκεκριμένο αυτόν τομέα από το πεδίο εφαρμογής της, συνάγεται εξ αντιδιαστολής ότι πρέπει να εφαρμόζεται σε όλους τους άλλους τομείς.
51. Θα μπορούσα να δεχθώ την ανωτέρω επιχειρηματολογία αν από το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 96/71 προέκυπτε κάποια διευκρίνιση επί του ζητήματος. Δυστυχώς δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, καθώς ούτε το ιστορικό θεσπίσεως είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστικό επί του εν λόγω ζητήματος.
52. Πράγματι, το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 96/71, το οποίο δεν περιλαμβανόταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής (51) ούτε στη γνώμη του Κοινοβουλίου επί της πρώτης αναγνώσεως, προστέθηκε από το Συμβούλιο με την κοινή θέση του (52) στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής (53) και παρέμεινε στην προτεινόμενη διατύπωση του Συμβουλίου μέχρι τη θέσπιση της οδηγίας. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν με σαφήνεια ότι η εν λόγω εξαίρεση επρόκειτο να είναι εξαντλητική υπό την έννοια ότι θα απέκλειε την ύπαρξη άλλων ενδεχόμενων εξαιρέσεων (54).
53. Ο Μ. Dobersberger διατείνεται ότι η άποψή του, κατά την οποία η υπό κρίση υπόθεση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71, επιβεβαιώνεται από την παρέκκλιση που προβλέπεται στην προσθήκη στα πρακτικά της 1948ης συνεδριάσεως του Συμβουλίου που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 24 Σεπτεμβρίου 1996 (9916/96 ADD 1). Σύμφωνα με την εν λόγω προσθήκη, ο εργαζόμενος που ασκεί συνήθως δραστηριότητα στο έδαφος δύο ή περισσότερων κρατών μελών και ο οποίος ανήκει στο τροχαίο, ναυτιλλόμενο ή ιπτάμενο προσωπικό μιας επιχείρησης που διενεργεί για λογαριασμό της και επαγγελματικά διεθνείς μεταφορές προσώπων ή εμπορευμάτων σιδηροδρομικώς, οδικώς, αεροπορικώς ή διά θαλάσσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71. Στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται για απόσπαση. Κατά τον Μ. Dobersberger, η εν λόγω εξαίρεση μπορεί να ερμηνευθεί μόνον υπό την έννοια ότι, όχι μόνον το προσωπικό μιας επιχειρήσεως μεταφορών αλλά και το προσωπικό μιας επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών που παρέχει διαφόρων ειδών υπηρεσίες εντός του ίδιου μέσου μεταφοράς εμπίπτει στην εν λόγω εξαίρεση και ως εκ τούτου εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71.
54. Εννοείται ότι τα πρακτικά μιας συνεδριάσεως του Συμβουλίου δεν έχουν κανονιστικό χαρακτήρα. Εντούτοις, παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις όσον αφορά την πρόθεση και την αντίληψη του νομοθέτη, καθώς και την ερμηνεία των νομοθετημάτων που θέσπισε. Στο πλαίσιο αυτό, οδηγούμαι με βεβαιότητα στα ακόλουθα δύο συμπεράσματα: πρώτον, δεν μπορούν να εξαιρεθούν μόνον οι επιχειρήσεις εμπορικής ναυτιλίας όσον αφορά το ναυτιλλόμενο προσωπικό από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, δεύτερον, οι κινούμενοι εργαζόμενοι, όπως και οι εργαζόμενοι που παρέχουν την εργασία τους εντός μέσων μεταφοράς, εκφεύγουν της λογικής που διέπει την οδηγία.
55. Εξάλλου, η Αυστριακή Κυβέρνηση επικαλείται το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/67, το οποίο, στο πλαίσιο των διοικητικών απαιτήσεων και μέτρων ελέγχου που είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική παρακολούθηση της συμμορφώσεως προς τις υποχρεώσεις που ορίζονται στις οδηγίες 2014/67 και 96/71, επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν την υποχρέωση να τηρούνται ή να καθίστανται διαθέσιμα έγγραφα για τους κινούμενους εργαζομένους στον τομέα των μεταφορών. Από την εν λόγω πρόβλεψη, η Αυστριακή Κυβέρνηση συνάγει ότι η διασυνοριακή σιδηροδρομική κυκλοφορία δεν εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71.
56. Το εν λόγω επιχείρημα, εξεταζόμενο μεμονωμένα, δεν με πείθει. Δεν προσδιορίζει τι νοείται ως «κινούμενος εργαζόμενος στον τομέα των μεταφορών» ή τι περιλαμβάνει η εν λόγω έννοια. Αυτό είναι ζήτημα ερμηνείας. Επομένως, το γεγονός ότι, όσον αφορά τους κινούμενους εργαζομένους στον τομέα των μεταφορών, μπορούν να επιβληθούν στους παρέχοντες υπηρεσίες ορισμένες διοικητικές απαιτήσεις δεν ασκεί επιρροή ως προς το αν μια ειδική κατάσταση όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71 ή όχι. Με άλλα λόγια, το αν ή όχι η επίμαχη υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71 αποτελεί ζήτημα ερμηνείας το οποίο δεν επιλύεται πλήρως από το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/67.
57. Καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση και την απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι η διαπίστωση ότι η κατάσταση των «υψηλής κινητικότητας εργαζομένων», όρου που χρησιμοποιήθηκε από την Τσεχική Δημοκρατία στις παρατηρήσεις της, δεν εντάσσεται στη λογική που διέπει την οδηγία 96/71. Η κατάσταση των υψηλής κινητικότητας εργαζομένων, όπως είναι αυτοί της υπό κρίση υποθέσεως, διαφέρει εμφανώς από εκείνη των λοιπών κινούμενων εργαζομένων.
58. Το στοιχείο που διαφοροποιεί τους εν λόγω υψηλής κινητικότητας εργαζομένους από τους υπόλοιπους κινούμενους εργαζομένους είναι ότι ο τόπος της εργασίας τους, στην πραγματικότητα, είναι άνευ σημασίας. Δεν έχει σημασία αν το μέσο μεταφοράς εντός του οποίου παρέχουν την εργασία τους τυχαίνει, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, να βρίσκεται στην Ουγγαρία, στην Αυστρία, ή στη Γερμανία. Με άλλα λόγια, η όλη λογική της χώρας καταγωγής (ή αποστολής) και της χώρας προορισμού δεν ισχύει σε μια τέτοια περίπτωση, καθώς δεν υπάρχει χώρα προορισμού: η αμαξοστοιχία αναχωρεί από τη Βουδαπέστη. Επιστρέφει στη Βουδαπέστη. Σε τελική ανάλυση, η χώρα προορισμού είναι και πάλι η Ουγγαρία. Χώρα καταγωγής και χώρα προορισμού συμπίπτουν. Αδυνατώ να αντιληφθώ πώς η κατάσταση των εργαζομένων της υπό κρίση υποθέσεως διαφέρει από εκείνους που εργάζονται, επί παραδείγματι, στο τραμ της Βουδαπέστης.
59. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/71, ο όρος «αποσπασμένος εργαζόμενος» έχει την έννοια του εργαζομένου ο οποίος, για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα, εκτελεί την εργασία του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο έδαφος του οποίου εργάζεται συνήθως.
60. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, υποστηρίχθηκε η άποψη, ιδίως από την Ουγγρική Κυβέρνηση, ότι σε μια περίπτωση όπως αυτή που εξετάζεται στην κύρια δίκη δεν ήταν καν δυνατόν να προσδιοριστεί σε ποιο κράτος μέλος εργάζεται συνήθως ο εργαζόμενος, δεδομένου ότι η κατάσταση σε μια διεθνή αμαξοστοιχία παρουσιάζει σημαντική ιδιαιτερότητα, για τους λόγους που παρατέθηκαν ανωτέρω. Εντούτοις, δεν θα κατέληγα σε μια τόσο ακραία διαπίστωση. Φρονώ ότι τόπος της συνήθους εργασίας είναι η Ουγγαρία. Από εκεί και προς τα εκεί οι οικείοι εργαζόμενοι ξεκινούν την εργασία τους, φορτώνουν τις αμαξοστοιχίες, κρατούν λογαριασμό των αποθεμάτων και ούτω καθεξής. Ιδίως, εκεί έχουν το (οικονομικό) βιοτικό τους κέντρο. Εκεί πληρώνουν για τη διαμονή τους και προμηθεύονται τα λαχανικά τους. Επομένως, επιβαρύνονται αποκλειστικά με το κόστος ζωής της Ουγγαρίας. Η προσωρινή φυσική παρουσία τους στην Αυστρία κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης ημέρας εργασίας δεν επηρεάζει το κόστος ζωής τους.
61. Κατά συνέπεια, επειδή η προκείμενη περίπτωση εκφεύγει της όλης λογικής που διέπει την οδηγία 96/71, η εν λόγω οδηγία απλώς δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής.
62. Τέλος, θα ήθελα να εξετάσω εν συντομία το επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή, σύμφωνα με το οποίο η οδηγία εφαρμόζεται κατ’ αρχήν, αλλά, λόγω των ιδιαιτεροτήτων που οφείλονται στην υψηλή κινητικότητα που χαρακτηρίζει τις επίμαχες στη διαφορά της κύριας δίκης διασυνοριακές υπηρεσίες, καθώς και του ανεπαρκούς συνδέσμου τους με το έδαφος του κράτους μέλους «υποδοχής», δεν δικαιολογείται η εφαρμογή των ελάχιστων ορίων αποδοχών και των κανόνων για την ελάχιστη διάρκεια της ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών. Η Επιτροπή συνάγει την ανωτέρω θέση από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο θα επιθυμούσε να γίνει η ερμηνεία της οδηγίας.
63. Η εν λόγω προσέγγιση δεν με βρίσκει σύμφωνο.
64. Δεδομένης της προαναφερθείσας εγγενούς αντιφάσεως μεταξύ του άρθρου 56 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 96/71, η ερμηνεία της εν λόγω οδηγίας με γνώμονα την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών μάλλον περιπλέκει τα πράγματα, παρά τα επιλύει. Στην ακραία της μορφή, η εν λόγω à la carte εφαρμογή της οδηγίας 96/71 σύμφωνα με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα το να μην εφαρμόζεται καμία από τις διατάξεις της οδηγίας. Τούτο ωστόσο θα έθιγε την ασφάλεια δικαίου, καθώς η οδηγία θεσπίστηκε ακριβώς για την επιμελή πρόβλεψη του τι επιτρέπεται και τι όχι στο πλαίσιο της αποσπάσεως εργαζομένων.
65. Επομένως, η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι δεν εμπίπτει στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/71 η παροχή υπηρεσιών, όπως η προσφορά τροφίμων και ποτών στους επιβάτες, η εξυπηρέτηση επιβατών αμαξοστοιχίας ή οι υπηρεσίες καθαρισμού που παρέχονται από τους εργαζομένους επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών με έδρα το κράτος μέλος αποστολής σε εκτέλεση συμβάσεως που έχει συναφθεί με σιδηροδρομική επιχείρηση με έδρα το κράτος μέλος υποδοχής, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται εντός διεθνών αμαξοστοιχιών οι οποίες διέρχονται επίσης από το κράτος μέλος υποδοχής.
4. Επί της αλληλουχίας συμβάσεων υπεργολαβίας – Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
66. Εφόσον οι διατάξεις της οδηγίας 96/71 δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης, το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι υποθετικής φύσεως και δεν χρειάζεται να απαντηθούν από το Δικαστήριο – εκτός, φυσικά, αν το Δικαστήριο καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα όσον αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα και δεχθεί την άποψη ότι η οδηγία 96/71 τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να εξετασθούν οι διατάξεις της οδηγίας που αφορούν το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα.
67. Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα έχουν παρεμφερές αντικείμενο, καθώς αμφότερα αφορούν την αλληλουχία συμβάσεων υπεργολαβίας και τη διάρθρωση των συμβατικών σχέσεων κατά τα διάφορα στάδια της αποσπάσεως των εργαζομένων.
1. Επί του δευτέρου ερωτήματος
68. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο, διερωτάται κατ’ ουσίαν αν εμπίπτει στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71 η περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση παροχής υπηρεσιών με έδρα το κράτος μέλος αποστολής δεν παρέχει τις υπηρεσίες σε εκτέλεση συμβάσεως συναφθείσας με την εδρεύουσα στο κράτος μέλος υποδοχής επιχείρηση η οποία αποτελεί τον τελικώς ωφελούμενο από τις υπηρεσίες (λήπτρια των υπηρεσιών), αλλά σε εκτέλεση συμβάσεως που έχει συναφθεί με άλλη εδρεύουσα στο κράτος μέλος υποδοχής επιχείρηση, η οποία συνδέεται συμβατικώς (αλληλουχία συμβάσεων υπεργολαβίας) με τη σιδηροδρομική επιχείρηση.
69. Το συγκεκριμένο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο του εθνικού νόμου για τη μεταφορά της οδηγίας 96/71 στην εθνική έννομη τάξη. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί εμμέσως να διαπιστωθεί αν η οδηγία μεταφέρθηκε ορθά στο αυστριακό δίκαιο.
70. Εν προκειμένω, κρίσιμη είναι η φράση «στο πλαίσιο σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ της επιχείρησης αποστολής και του λήπτη της παροχής υπηρεσιών».
71. Πράγματι, όπως αναφέρεται ανωτέρω, δεν υπάρχει σύμβαση συναφθείσα μεταξύ των ÖBB και της Henry am Zug, αλλά οι δύο αυτές επιχειρήσεις συνδέονται στο πλαίσιο αλληλουχίας τριών συμβάσεων: υπάρχει σύμβαση μεταξύ των ÖBB και της D. (με έδρα στην Αυστρία) για την εξυπηρέτηση επιβατών αμαξοστοιχίας, την προετοιμασία και την πώληση τροφίμων και ποτών στις αμαξοστοιχίες των ÖBB, η οποία D. ανέθεσε την παροχή των υπηρεσιών αυτών με συμβάσεις υπεργολαβίας στη Henry am Zug (με έδρα την Ουγγαρία) με τη μεσολάβηση της H. (άλλης επιχειρήσεως με έδρα την Αυστρία).
72. Το ζήτημα είναι αν η ανωτέρω διάρθρωση των συμβάσεων υπεργολαβίας έχει ως αποτέλεσμα να μην εμπίπτει η επίμαχη υπόθεση στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71.
73. Δεν το νομίζω.
74. Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται στην αλληλουχία συμβάσεων υπεργολαβίας έχουν όλες την έδρα τους στην Αυστρία, τη χώρα προς την οποία αποστέλλονται οι εργαζόμενοι. Επομένως, δεν έχει σημασία αν οι ÖBB, στις αμαξοστοιχίες των οποίων οι εργαζόμενοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ή κάποια άλλη επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην Αυστρία, έχει συνάψει σύμβαση με τη Henry am Zug. Σε κάθε περίπτωση, η απόσπαση πραγματοποιείται δυνάμει συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ της επιχειρήσεως αποστολής Henry am Zug και λήπτριας επιχειρήσεως των υπηρεσιών η οποία δραστηριοποιείται στο κράτος μέλος υποδοχής.
75. Το αν οι ÖBB και η Henry am Zug συνδέονται άμεσα μέσω μίας συμβάσεως ή μέσω αλληλουχίας συμβάσεων έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Για τους σκοπούς του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, υφίσταται σύμβαση μεταξύ τους.
2. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
76. Με το τρίτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διαπιστωθεί αν εμπίπτει στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71 επίσης η περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση παροχής υπηρεσιών με έδρα το κράτος μέλος αποστολής δεν χρησιμοποιεί δικούς της εργαζομένους, αλλά εργατικό δυναμικό άλλης επιχειρήσεως, το οποίο έχει ήδη τεθεί στη διάθεσή της στο έδαφος του κράτους μέλους αποστολής.
77. Το ερώτημα αυτό, επίσης, πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο του εθνικού νόμου για τη μεταφορά της οδηγίας 96/71 στην εσωτερική έννομη τάξη. Και πάλι, το αιτούν δικαστήριο ζητεί εμμέσως να διαπιστωθεί αν η οδηγία μεταφέρθηκε ορθά στο αυστριακό δίκαιο.
78. Αυτή τη φορά το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί η ερμηνεία της φράσης «εφόσον υφίσταται εργασιακή σχέση ανάμεσα στην επιχείρηση αποστολής και τον εργαζόμενο κατά το χρόνο της απόσπασης».
79. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, η Henry am Zug χρησιμοποιεί εν μέρει δικούς της εργαζομένους και εν μέρει εργαζομένους άλλης εταιρίας. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η κατάσταση αυτή δεν καλύπτεται από το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 96/71, λόγω ελλείψεως κάποιου διασυνοριακού στοιχείου. Πράγματι, η εν λόγω διάθεση εργαζομένων πραγματοποιήθηκε εντός της Ουγγαρίας (55).
80. Είναι αλήθεια ότι από το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71 προκύπτει με σαφήνεια ότι οπωσδήποτε («εφόσον») (56) απαιτείται να «υφίσταται εργασιακή σχέση ανάμεσα στην επιχείρηση αποστολής και τον εργαζόμενο κατά το χρόνο της απόσπασης». Από το γεγονός αυτό φαίνεται ότι προκρίνεται μια ερμηνεία βάσει της οποίας οι εργαζόμενοι οι οποίοι δεν χρησιμοποιούνται απευθείας από την ίδια τη Henry am Zug δεν εμπίπτουν στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71 (57).
81. Όσο σαφές κι αν φαίνεται ότι είναι το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, θα πρότεινα, εντούτοις, στο Δικαστήριο να μην περιορίσει την εξέτασή του μόνο σε αυτό. Φρονώ ότι, δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 96/71, και τούτο για τους ακόλουθους λόγους.
82. Λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου και του σκοπού της οδηγίας 96/71, δεν ασκεί επιρροή στην άσκηση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών το αν η εδρεύουσα σε ένα κράτος μέλος επιχείρηση αποστέλλει η ίδια εργαζομένους σε άλλο κράτος μέλος ή αν αυτό γίνεται εμμέσως μέσω της μεταβιβάσεώς τους σε άλλη επιχείρηση. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις υφίσταται παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Επομένως, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 96/71 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτουν σε αυτό όλες οι σχετικές με την προσωρινή απόσπαση δραστηριότητες, οι οποίες υπάγονται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, ο επιδιωκόμενος σκοπός της οδηγίας 96/71 είναι, μεταξύ άλλων, η διασφάλιση μιας «δίκαιης» ισορροπίας μεταξύ, αφενός, της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών των επιχειρήσεων που αποσπούν εργαζομένους και, αφετέρου, της κοινωνικής προστασίας των αποσπασμένων εργαζομένων. Η ανάγκη να δοθεί στους αποσπασμένους εργαζομένους η δυνατότητα να επωφεληθούν στη χώρα υποδοχής από ένα ελάχιστο σύνολο σαφώς προσδιορισμένων κανόνων προστασίας δεν εξαρτάται από το αν ο αποσπασμένος εργαζόμενος αποστέλλεται απευθείας από τον εργοδότη του στη χώρα υποδοχής ή από επιχείρηση στην οποία είχε αποσπαστεί (58).
83. Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71 εμπίπτει επίσης η περίπτωση κατά την οποία η εδρεύουσα στο κράτος μέλος αποστολής επιχείρηση παροχής υπηρεσιών δεν χρησιμοποιεί δικούς της εργαζομένους, αλλά εργατικό δυναμικό άλλης επιχειρήσεως, το οποίο της διατέθηκε στο έδαφος του κράτους μέλους αποστολής.
5. Επί του άρθρου 56 ΣΛΕΕ – Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα
84. Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν αντιβαίνει στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στις επιχειρήσεις που αποστέλλουν εργατικό δυναμικό στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών, την υποχρέωση να τηρούν τους όρους εργασίας και απασχολήσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/71 και να εκπληρώνουν τις παρεπόμενες υποχρεώσεις (όπως, ειδικότερα, την υποχρέωση αναγγελίας της διασυνοριακής αποσπάσεως εργατικού δυναμικού σε αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και την υποχρέωση τηρήσεως των εγγράφων που αφορούν το ύψος της μισθοδοσίας και την εγγραφή του εν λόγω εργατικού δυναμικού στο σύστημα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως), στις περιπτώσεις που:
– πρώτον, το διασυνοριακώς αποσπασμένο εργατικό δυναμικό ανήκει στο σιδηροδρομικώς μετακινούμενο προσωπικό μιας διασυνοριακώς δραστηριοποιούμενης σιδηροδρομικής επιχειρήσεως ή μιας επιχειρήσεως η οποία παρέχει συνήθεις για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις υπηρεσίες (προσφορά τροφίμων και ποτών σε επιβάτες, εξυπηρέτηση επιβατών αμαξοστοιχίας) εντός των διερχόμενων από τα σύνορα των κρατών μελών αμαξοστοιχιών τους·
– δεύτερον, είτε δεν έχει συναφθεί καμία σύμβαση παροχής υπηρεσιών όσον αφορά την απόσπαση είτε, πάντως, δεν έχει συναφθεί σύμβαση παροχής υπηρεσιών μεταξύ της επιχειρήσεως αποστολής και του δραστηριοποιούμενου σε άλλο κράτος μέλος λήπτη των υπηρεσιών, επειδή η υποχρέωση παροχής την οποία υπέχει η επιχείρηση αποστολής έναντι του δραστηριοποιούμενου σε άλλο κράτος μέλος λήπτη των υπηρεσιών απορρέει από συμβάσεις υπεργολαβίας (από μια αλληλουχία συμβάσεων υπεργολαβίας)· και
– τρίτον, το αποσπασμένο εργατικό δυναμικό δεν συνδέεται με σχέση εργασίας με την επιχείρηση αποστολής, αλλά με κάποια τρίτη επιχείρηση, η οποία έχει διαθέσει τους εργαζομένους της στην επιχείρηση αποστολής στο έδαφος του κράτους μέλους της έδρας της επιχειρήσεως αποστολής.
85. Το εν λόγω ερώτημα υποβλήθηκε «ανεξαρτήτως» των απαντήσεων που θα δοθούν στα τρία πρώτα ερωτήματα. Η ανάλυση που πραγματοποίησα σε σχέση με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η οδηγία 96/71 δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω. Η εκτίμησή μου επί του τέταρτου ερωτήματος θα περιοριστεί στην παραδοχή ότι η οδηγία 96/71 δεν τυγχάνει εφαρμογής.
86. Προτού προβώ στην εξέταση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι ο έλεγχος πρέπει πράγματι να διενεργηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 56 ΣΛΕΕ και όχι της οδηγίας 2006/123.
1. Επί της οδηγίας 2006/123
87. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 6, της οδηγίας 2006/123, η εν λόγω οδηγία δεν θίγει το εργατικό δίκαιο, ήτοι οποιαδήποτε νομική ή συμβατική διάταξη περί των όρων απασχολήσεως ή των όρων εργασίας, περιλαμβανομένης της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία, και περί των σχέσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, την οποία εφαρμόζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τη συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης εθνική νομοθεσία.
88. Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, το άρθρο 1, παράγραφος 6, της οδηγίας 2006/123 «δεν διακρίνει μεταξύ, αφενός, των κανόνων του ουσιαστικού εργατικού δικαίου, και, αφετέρου, των κανόνων περί των μέτρων που προβλέπονται για τη διασφάλιση της τηρήσεως των ουσιαστικών αυτών κανόνων και εκείνων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων που επιβάλλονται σε περίπτωση μη τηρήσεως των κανόνων αυτών» (59).
89. Στο πλαίσιο αυτό, δεν υπάρχει κατά τη γνώμη μου αμφιβολία ότι το επίμαχο μέτρο εμπίπτει στην εν λόγω διάταξη και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/123 (60).
2. Περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
90. Είναι γνωστό ότι το άρθρο 56 ΣΛΕΕ επιτάσσει όχι μόνον την εξάλειψη κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγένειας σε βάρος του εγκατεστημένου σε άλλο κράτος μέλος παρέχοντος υπηρεσίες, αλλά και την κατάργηση κάθε περιορισμού, έστω και αν αυτός τυγχάνει αδιακρίτως εφαρμογής τόσο επί των ημεδαπών παρεχόντων υπηρεσίες όσο και επί των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη, οσάκις ο εν λόγω περιορισμός μπορεί να παρεμποδίσει, να παρενοχλήσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (61) .
91. Η επιβολή σε επιχείρηση της υποχρεώσεως να συμμορφώνεται με τους επίμαχους αυστριακούς κανόνες συνιστά αναμφισβήτητα περιορισμό στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σύμφωνα με τον ανωτέρω ορισμό. Η δραστηριότητα της Henry am Zug κατέστη πράγματι λιγότερο ελκυστική σε σχέση με τις δραστηριότητές της στην Ουγγαρία.
92. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι τα ακόλουθα εθνικά μέτρα συνιστούν περιορισμό βάσει του άρθρου 56 ΣΛΕΕ: τα εθνικά μέτρα τα οποία επιβάλλουν στους παρέχοντες υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη να αποκτούν άδειες εργασίας προκειμένου να αποσπαστούν εργαζόμενοι υπήκοοι κρατών εκτός Ένωσης και οι οποίοι διέμεναν νομίμως και παρείχαν την εργασία τους στο άλλο αυτό κράτος μέλος (62), οι απαιτήσεις θεωρήσεως και οι εκ των προτέρων έλεγχοι υπηκόων τρίτων χωρών στο πλαίσιο της αποσπάσεως (63) και, συγκεκριμένα, το αυστριακό μέτρο που εξαρτά την απόσπαση εργαζομένων υπηκόων τρίτου κράτους σε άλλο κράτος μέλος από επιχείρηση από την απόκτηση από την εν λόγω επιχείρηση εγγράφου γνωστού ως «ευρωπαϊκή βεβαίωση περί αποσπάσεως» (64). Καμία εκ των ως άνω τριών περιπτώσεων δεν ενέπιπτε στην οδηγία 96/71, δεδομένου ότι ο τομέας της αποσπάσεως υπηκόων τρίτων χωρών στο πλαίσιο διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών δεν είχε εναρμονιστεί σε επίπεδο Ένωσης (65).
3. Είναι δικαιολογημένος ο περιορισμός;
93. Ωστόσο, εξίσου πάγια νομολογία αποτελεί και το ότι η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση μπορεί να δικαιολογείται στο μέτρο που ικανοποιεί επιτακτικό λόγο (66) γενικού συμφέροντος (ήτοι, υφίσταται δικαιολογητικός λόγος), ο οποίος δεν διασφαλίζεται ήδη από τους κανόνες στους οποίους υπόκειται ο παρέχων τις υπηρεσίες εντός του κράτους μέλους όπου αυτός είναι εγκατεστημένος και εφόσον η εν λόγω ρύθμιση είναι πρόσφορη για την εξασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού τον οποίο επιδιώκει και δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου (ήτοι, είναι σύμφωνος με την αρχή της αναλογικότητας) (67).
94. Οι επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, τους οποίους επικαλέστηκε η Δημοκρατία της Αυστρίας προκειμένου να δικαιολογήσει τον περιορισμό των μισθολογικών ελέγχων και την υποχρέωση αναγγελίας των αποσπάσεων και τηρήσεως των εγγράφων που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση και τη μισθοδοσία, ήτοι, η προστασία των εργαζομένων (68), η αποφυγή του αθέμιτου ανταγωνισμού (69) και η καταπολέμηση της απάτης, αναγνωρίζονται ως τέτοιοι λόγοι από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
95. Όπως πράγματι προκύπτει σαφώς από υποθέσεις όπως η Seco και Desquenne & Giral (70), η Rush Portuguesa (71), η Guiot (72)και η Arblade κ.λπ. (73), ελλείψει εναρμονίσεως, τα κράτη μέλη δύνανται, επί παραδείγματι, να υποχρεώνουν τους παρέχοντες υπηρεσίες που χρησιμοποιούν εργαζομένους στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών να καταβάλλουν στους εν λόγω εργαζομένους την κατώτατη αμοιβή που ισχύει στο κράτος μέλος υποδοχής, ακόμη κι αν οι εν λόγω εργαζόμενοι ασκούν τη δραστηριότητά τους μόνον προσωρινώς στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής και ανεξαρτήτως της χώρας εγκαταστάσεως του εργοδότη, ενώ παράλληλα τα εν λόγω κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν τους εν λόγω κανόνες (74).
96. Σύμφωνα με την ανάλυση που πραγματοποίησα στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, η εν λόγω νομολογία εν τέλει υποχρεώνει εν τοις πράγμασι τους παρέχοντες υπηρεσίες και το προσωπικό τους να εγκατασταθούν προσωρινώς στο κράτος μέλος υποδοχής. Κάτι τέτοιο συνιστά σημαντικό περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και της αρχής της χώρας καταγωγής.
97. Εν πάση περιπτώσει, αν γινόταν δεκτό, όσον αφορά την επίμαχη υπόθεση και σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία, ότι πράγματι υφίστανται βάσιμοι επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος τους οποίους μπορεί να επικαλεστεί η Δημοκρατία της Αυστρίας, θα παρέμενε αναπάντητο το ερώτημα αν τα μέτρα που ελήφθησαν είναι αναλογικά σε σχέση με την εκπλήρωση των επιδιωκόμενων σκοπών. Ο έλεγχος της αναλογικότητας πρέπει σε τελικό βαθμό να διενεργείται από το αιτούν δικαστήριο.
98. Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, ωστόσο, φρονώ ότι τα επίμαχα μέτρα δεν δικαιολογούνται σύμφωνα με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.
99. Στο σημείο αυτό πρέπει να πραγματοποιηθεί διάκριση, όπως γίνεται στο πλαίσιο του ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, μεταξύ των όρων εργασίας και απασχολήσεως των εργαζομένων και των παρεπόμενων υποχρεώσεων.
100. Πρώτον, όσον αφορά τους όρους εργασίας και απασχολήσεως, ήτοι τις διατάξεις που αφορούν τις αποδοχές (75), τις αργίες και τα λοιπά, εκτιμώ ότι αυτοί είναι δύσκολο να δικαιολογηθούν, ακριβώς λόγω της ελλείψεως συνδέσμου με το έδαφος της Αυστρίας.
101. Κατά συνέπεια, η όλη λογική των παρεπόμενων υποχρεώσεων καταρρέει και ως εκ τούτου η δικαιολόγηση αποδεικνύεται δυσχερής. Ο επίμαχος αυστριακός νόμος επιβάλλει στον εργοδότη μια σειρά υποχρεώσεων. Μολονότι δεν αμφισβητώ την απαίτηση περί διατηρήσεως εγγράφων σχετικών με την αναγγελία εργαζομένου στην κοινωνική ασφάλιση, καταλήγω ότι οι ακόλουθες υποχρεώσεις είναι προβληματικές: η υποχρέωση που υπέχουν οι εργοδότες να αναγγέλλουν μέχρι μια εβδομάδα πριν από την έναρξη της επίμαχης εργασίας, την εν λόγω απασχόληση των αποσπασμένων εργαζομένων στην Αυστρία (πρώτη υποχρέωση) και η υποχρέωση που υπέχουν οι εργοδότες να τηρούν i) τη σύμβαση εργασίας, ή τα παραστατικά παροχής υπηρεσιών και τις καταστάσεις μισθοδοσίας στον τόπο παροχής της εργασίας και στη γερμανική γλώσσα, ii) τις αποδείξεις καταβολής των μισθών ή τραπεζικά εμβάσματα, εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών, δελτία παρουσίας, αρχεία σχετικά με τις ώρες εργασίας καθώς και έγγραφα σχετικά με τη μισθολογική κατάταξη, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο αποσπασμένος εργαζόμενος λαμβάνει, για τον χρόνο της απασχολήσεώς του, τις αποδοχές που του οφείλονται σύμφωνα με τις οικείες νομικές διατάξεις (δεύτερη υποχρέωση).
102. Όσον αφορά την πρώτη υποχρέωση, δεν αντιλαμβάνομαι τον λόγο για τον οποίο οι εργοδότες πρέπει να αναγγέλλουν μία εβδομάδα πριν ποιος έχει αποσπαστεί ενώ, όσον αφορά τη δεύτερη υποχρέωση, αν οι οικείοι εργαζόμενοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν βάσει των όρων που θέτει το ουγγρικό δίκαιο, οι αυστριακές αρχές δεν οφείλουν να ελέγξουν αν οι εν λόγω όροι έχουν τηρηθεί.
103. Κατά συνέπεια, η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι αντιβαίνει στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης η οποία εξαρτά την απόσπαση των εργαζομένων από τη συμμόρφωση με παρεπόμενες υποχρεώσεις.
V. Πρόταση
104. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Αυστρία) ως εξής:
Δεν εμπίπτουν στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών, υπηρεσίες όπως η προσφορά τροφίμων και ποτών στους επιβάτες, η εξυπηρέτηση επιβατών αμαξοστοιχίας ή οι υπηρεσίες καθαρισμού, που παρέχονται από τους εργαζομένους επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών με έδρα το κράτος μέλος αποστολής σε εκτέλεση συμβάσεως που έχει συναφθεί με σιδηροδρομική επιχείρηση με έδρα το κράτος μέλος υποδοχής, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται εντός διεθνών αμαξοστοιχιών οι οποίες διέρχονται επίσης από το κράτος μέλος υποδοχής.
Αντιβαίνει στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ εθνική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στις επιχειρήσεις που αποστέλλουν εργατικό δυναμικό στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών, την υποχρέωση να τηρούν τους όρους εργασίας και απασχολήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/71, και να εκπληρώνουν τις παρεπόμενες υποχρεώσεις (όπως, ειδικότερα, την υποχρέωση αναγγελίας της διασυνοριακής αποσπάσεως εργατικού δυναμικού σε αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και την υποχρέωση τηρήσεως των εγγράφων που αφορούν το ύψος της μισθοδοσίας και την εγγραφή του εν λόγω εργατικού δυναμικού στο σύστημα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως), στις περιπτώσεις που:
– πρώτον, το διασυνοριακώς αποσπασμένο εργατικό δυναμικό ανήκει στο σιδηροδρομικώς μετακινούμενο προσωπικό μιας διασυνοριακώς δραστηριοποιούμενης σιδηροδρομικής επιχειρήσεως ή μιας επιχειρήσεως η οποία παρέχει συνήθεις για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις υπηρεσίες (προσφορά τροφίμων και ποτών σε επιβάτες, εξυπηρέτηση επιβατών αμαξοστοιχίας) εντός των διερχόμενων από τα σύνορα των κρατών μελών αμαξοστοιχιών τους·
– δεύτερον, είτε δεν έχει συναφθεί καμία σύμβαση παροχής υπηρεσιών όσον αφορά την απόσπαση είτε, πάντως, δεν έχει συναφθεί σύμβαση παροχής υπηρεσιών μεταξύ της επιχειρήσεως αποστολής και του δραστηριοποιούμενου σε άλλο κράτος μέλος λήπτη των υπηρεσιών, επειδή η υποχρέωση παροχής την οποία υπέχει η επιχείρηση αποστολής έναντι του δραστηριοποιούμενου σε άλλο κράτος μέλος λήπτη των υπηρεσιών απορρέει από συμβάσεις υπεργολαβίας (από μια αλληλουχία συμβάσεων υπεργολαβίας)· και
– τρίτον, το αποσπασμένο εργατικό δυναμικό δεν συνδέεται με σχέση εργασίας με την επιχείρηση αποστολής, αλλά με κάποια τρίτη επιχείρηση, η οποία έχει διαθέσει τους εργαζομένους της στην επιχείρηση αποστολής στο έδαφος του κράτους μέλους της έδρας της επιχειρήσεως αποστολής.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ 1997, L 18, σ. 1).
3 BGBl. 459/1993.
4 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 366).
5 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ 2004, L 166, σ. 1).
6 Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2014 (C‑315/13, EU:C:2014:2408, σκέψεις 42 έως 48).
7 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση AY (C‑268/17, EU:C:2018:317, σημείο 26).
8 Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Krüsemann κ.λπ. (C‑195/17, C‑197/17 έως C‑203/17, C‑226/17, C‑228/17, C‑254/17, C‑274/17, C‑275/17, C‑278/17 έως C‑286/17 και C‑290/17 έως C‑292/17, EU:C:2018:258, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
9 Βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, Celestini (C‑105/94, EU:C:1997:277, σκέψη 22).
10 Όπ.π. και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.
11 Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2014 (C‑315/13, EU:C:2014:2408, σκέψεις 42 έως 48).
12 Βλ., επίσης, προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις X και Visser (C‑360/15 και C‑31/16, EU:C:2017:397, σημείο 1).
13 Όπως: οι κανονιστικές πράξεις με την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, που διαθέτουν νομική βάση και εκδίδονται κατόπιν νομοθετικής διαδικασίας που προβλέπεται από τη Συνθήκη ΛΕΕ.
14 Ή, κατά περίπτωση, των διατάξεων της οδηγίας 2006/123/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ 2006, L 376, σ. 36).
15 Βλ. αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας 96/71. Βλ., επιπλέον, απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ της 20ής Μαρτίου 2013, Νορβηγία κατά Jonsson (E‑3/12, EFTA Court Report, σημείο 58: «η οδηγία 96/71 σκοπεί κατά κύριο λόγο στην προστασίατης ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών και όχι στην προστασία των εργαζομένων». Η υπογράμμιση δική μου.
16 Όπ.π.
17 Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 5 και 13 της οδηγίας 96/71.
18 Βλ. Tscherner, E. M., Arbeitsbeziehungen und Europäische Grundfreiheiten, Sellier European law publishers, Μόναχο, 2012, σ. 63. Βλ., επίσης, Krebber, S., «Die Bedeutung von Entsenderichtlinie und Arbeitnehmer-Entsendegesetz für das Arbeitskollisionsrecht», Praxis des Internationalen Privat- und Verfahrensrechts (IPrax), 2001, σ. 22-28, στις σ. 23-24.
19 Πρβλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Laval un Partneri (C‑341/05, EU:C:2007:291, σημείο 171) και προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak στην υπόθεση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑319/06, EU:C:2007:516, σημείο 33).
20 Επιπροσθέτως, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ 2008, L 177, σ. 6, στο εξής: κανονισμός Ρώμη Ι), σύμφωνα με τις οποίες η ατομική σύμβαση εργασίας διέπεται από το δίκαιο που επιλέγουν τα μέρη (βλ. άρθρο 3 του κανονισμού Ρώμη I) ή, στο μέτρο που δεν έχει λάβει χώρα τέτοια επιλογή, «η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ή, ελλείψει αυτού, από την οποία, ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του κατ’ εκτέλεση της σύμβασης. Η χώρα της συνήθους εκτέλεσης εργασίας δεν θεωρείται ότι μεταβάλλεται όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του σε μια άλλη χώρα προσωρινά». Βλ. άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού Ρώμη Ι. Σχετικά με την αλληλεπίδραση μεταξύ του εν λόγω κανονισμού και της οδηγίας 96/71, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στην υπόθεση Sähköalojen ammattiliitto (C‑396/13, EU:C:2014:2236, σημεία 50 και 51).
21 Η μεταφορά της οδηγίας 96/71 στις εθνικές έννομες τάξεις έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο στις 16 Δεκεμβρίου 1999, βλ. άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
22 Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2001, Mazzoleni και ISA (C‑165/98, EU:C:2001:162, σκέψη 27), της 25ης Οκτωβρίου 2001, Finalarte κ.λπ. (C‑49/98, C‑50/98, C‑52/98 έως C‑54/98 και C‑68/98 έως C‑71/98, EU:C:2001:564, σκέψη 33), της 24ης Ιανουαρίου 2002, Portugaia Construções (C‑164/99, EU:C:2002:40, σκέψη 20)· και της 12ης Οκτωβρίου 2004, Wolff & Müller (C‑60/03, EU:C:2004:610, σκέψη 35).
23 Βλ. απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1982, Seco και Desquenne & Giral (62/81 και 63/81, EU:C:1982:34, σκέψη 10).
24 Βλ. αποφάσεις τη 28ης Μαρτίου 1996, Guiot (C‑272/94, EU:C:1996:147, σκέψη 15), και της 23ης Νοεμβρίου 1999, Arblade κ.λπ. (C‑369/96 και C‑376/96, EU:C:1999:575, σκέψη 51).
25 Βλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007 (C‑341/05, EU:C:2007:809).
26 Όπ.π. (σκέψη 103). Η υπογράμμιση δική μου.
27 Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 26ης Απριλίου 1988, Bond van Adverteerders κ.λπ. (352/85, EU:C:1988:196, σκέψη 34), της 6ης Μαρτίου 2018, SEGRO και Horváth (C‑52/16 και C‑113/16, EU:C:2018:157, σκέψη 123), και της 21ης Μαΐου 2019, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Επικαρπία επί γεωργικών γαιών) (C‑235/17, EU:C:2019:432, σκέψη 121).
28 Βλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 1997, ΣΕΤΤΓ (C‑398/95, EU:C:1997:282, σκέψη 23).
29 Για την έννοια του «κοινωνικού ντάμπινγκ», βλ., επίσης, Ryszka, J., Prawa społeczne pracowników a prawa pracodawców-przedsiębiorców na rynku wewnętrznym Unii Europejskiej, C.H. Beck, Βαρσοβία, 2018, σ. 277 και 278.
30 Βλ., υπό αυτή την έννοια, Krebber, S., όπ.π., σ. 23 και 24
31 Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο, όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως, έχει αποφανθεί ότι «το γεγονός ότι υπήκοος κράτους μέλους που επιθυμεί να συστήσει εταιρία επιλέγει να τη συστήσει εντός του κράτους μέλους του οποίου τη νομοθεσία περί εταιριών θεωρεί ως λιγότερο αυστηρή και να ιδρύσει υποκαταστήματα εντός άλλων κρατών μελών δεν μπορεί να αποτελεί αυτό καθαυτό καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως», καθώς και ότι «το δικαίωμα συστάσεως εταιρίας σύμφωνα με τη νομοθεσία κράτους μέλους και ιδρύσεως υποκαταστημάτων σε άλλα κράτη μέλη είναι συμφυές προς την άσκηση, εντός μιας ενιαίας αγοράς, της ελευθερίας εγκαταστάσεως που εγγυάται η Συνθήκη». Βλ. απόφαση της 9ης Μαρτίου 1999, Centros (C‑212/97, EU:C:1999:126, σκέψη 27).
32 Βλ. Müller-Graff, P.-Chr., «Die Verfassungsziele der Europäischen Union», σημείο 113, σε Dauses, M. A., Handbuch des EU-Wirtschaftsrechts, Band 1, EL 31, C. H. Beck, Μόναχο, 2016.
33 Άρθρα 90 έως 100 ΣΛΕΕ.
34 Βλ. Müller-Graff, P.-Chr., σε R. Streinz (επιμ.), EUV/AEUV, C.H. Beck, 3η έκδ., Μόναχο, 2018, Artikel 58 AEUV, σημείο 1.
35 Βλ. απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (13/83, EU:C:1985:220, σκέψεις 62 και 63).
36 Βλ. προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Trijber και Harmsen (C‑340/14 και C‑341/14, EU:C:2015:505, σημείο 27).
37 Βλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1991, Pinaud Wieger (C‑17/90, EU:C:1991:416, σκέψη 7). Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν αποκλείει την άμεση εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης για την εγκατάσταση, βλ. απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Yellow Cab Verkehrsbetrieb (C‑338/09, EU:C:2010:814, σκέψη 33).
38 Βλ., επίσης, Kainer, F., Persch, J., «Der Verkehr im Binnenmarktrecht: Sonderfall oder Dienstleistung? – Anstöße für eine Reform der Art. 90 ff. AEUV», Europarecht, 2018, σ. 33 έως 61, και σ. 34.
39 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά («κανονισμός ΙΜΙ») (ΕΕ 2014, L 159, σ. 11).
40 Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2006/123.
41 Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 96/71.
42 Βλ. άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/67.
43 Μια πιθανή εξήγηση είναι το ότι το άρθρο 75 ΣΕΚ, η διάταξη την οποία διαδέχθηκε το άρθρο 91 ΣΛΕΕ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οδηγίας 96/71, ήτοι, σύμφωνα με την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Μάαστριχτ την 1η Νοεμβρίου 1993, αποτελούσε αντικείμενο της διαδικασίας συνεργασίας του άρθρου 189γ ΣΕΚ, ενώ το άρθρο 57, παράγραφος 2, ΣΕΚ, η διάταξη την οποία διαδέχθηκε το άρθρο 53, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αποτελούσε αντικείμενο της διαδικασίας συναποφάσεως του άρθρου 189γ ΣΕΚ. Η πρώτη διαδικασία, η οποία εισήχθη από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και τελικώς καταργήθηκε από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, προέβλεπε λιγότερα δικαιώματα για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από ό,τι η δεύτερη διαδικασία. Ίσως ο νομοθέτης να μη θέλησε να σωρεύσει τις δύο αυτές διαδικασίες για τους σκοπούς της θεσπίσεως της οδηγίας 96/71.
44 Σε κάθε περίπτωση, υπό την ισχύουσα κατάσταση, τα άρθρα 53, παράγραφος 1, 62 και 91 ΣΛΕΕ διέπονται από τη συνήθη νομοθετική διαδικασία.
45 Άρθρα 90 έως 100 ΣΛΕΕ.
46 Όσον αφορά την έννοια των «μεταφορών» βλ., επίσης, προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Trijber και Harmsen (C‑340/14 και C‑341/14, EU:C:2015:505, σημεία 30 επ.)
47 Βλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Grupo Itevelesa κ.λπ. (C‑168/14, EU:C:2015:685, σκέψη 46), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στην υπόθεση Grupo Itevelesa κ.λπ. (C‑168/14, EU:C:2015:351, σημείο 28). Βλ., επίσης, απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Asociación Profesional Elite Taxi (C‑434/15, EU:C:2017:981, σκέψη 41), και προτάσεις 2/15 (Συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με τη Σιγκαπούρη) της 16ης Μαΐου 2017 (EU:C:2017:376, σημείο 61).
48 Βλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Grupo Itevelesa κ.λπ. (C‑168/14, EU:C:2015:685, σκέψη 50).
49 Βλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Grupo Itevelesa κ.λπ. (C‑168/14, EU:C:2015:685, σκέψη 47).
50 Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 17ης Απριλίου 2018, Egenberger (C‑414/16, EU:C:2018:257, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
51 Πρόταση της Επιτροπής για πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου, όσον αφορά την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών, Βρυξέλλες, 1η Αυγούστου 1991, COM(91) 230 τελικό.
52 Κοινή θέση (ΕΚ) 32/96 η οποία καθορίστηκε από το Συμβούλιο στις 3 Ιουνίου 1996 για τη θέσπιση της οδηγίας 96/.../ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της..., σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ 1996, C 220, σ. 1, σημείο III.2.1.β.).
53 Βλ. τροποποιημένη πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί τις απόσπασης εργαζομένων στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών, Βρυξέλλες, 15η Ιουνίου 1993, COM(93) 225 τελικό.
54 Στο σημείο αυτό πρέπει να προστεθεί ότι, σε αντίθεση με τα όσα υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, δεν υπάρχει κάποια ένδειξη ότι η Επιτροπή, στην αρχική της πρόταση του 1991, σκόπευε να εξαιρέσει «τα μέλη του μετακινούμενου προσωπικού επιχειρήσεως που παρέχει υπηρεσίες διεθνών μεταφορών για επιβάτες ή αγαθά μέσω σιδηροδρομικών, οδικών, εναέριων, εσωτερικών πλωτών, ή θαλάσσιων μεταφορών» –και ότι στην τροποποιημένη πρότασή της το 1993 εγκατέλειψε την εν λόγω εξαίρεση. Πράγματι, το εν λόγω χωρίο το οποίο επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση βρίσκεται στο σημείο 23 της αιτιολογικής εκθέσεως της τροποποιημένης προτάσεως οδηγίας του 1991. Εφόσον δεν υπήρξε αντίστοιχη αλλαγή, δεν έπρεπε να γίνει αναφορά στην αιτιολογική έκθεση σχετικά με την κατάσταση του μετακινούμενου προσωπικού. Σε κάθε περίπτωση, η θέση της Επιτροπής όσον αφορά το μετακινούμενο προσωπικό παρέμεινε αμετάβλητη ως προς το σχέδιο οδηγίας καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που παρήλθε μέχρι τη θέσπιση.
55 Η αντίθετη άποψη, η οποία υποστηρίζεται ιδίως από τη Γερμανική Κυβέρνηση, τονίζει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 96/71 δεν αφορά μόνον τον τόπο εγκαταστάσεως μιας επιχειρήσεως (την Ουγγαρία στην περίπτωση της Henry am Zug), αλλά, επικουρικώς, το έδαφος στο οποίο δραστηριοποιείται μια επιχείρηση (ήτοι –εφόσον υφίσταται αλληλουχία συμβάσεων– την Αυστρία στην περίπτωση της Henry am Zug). Δεν είναι αναγκαίο να αποφασισθεί στο παρόν στάδιο ποια από τις δύο αυτές απόψεις πρέπει να προκριθεί, καθόσον το εν λόγω ζήτημα δεν περιλαμβάνεται στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
56 Το αιτούν δικαστήριο κάνει λόγο συναφώς για προϋπόθεση sine qua non.
57 Κατά την άποψή μου, από το γεγονός ότι στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 96/71 γίνεται χρήση των όρων «σύμβαση» και «εργασιακή σχέση» δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα ότι μια «εργασιακή σχέση» δεν αποτελεί νομικό όρο. Πράγματι, ο όρος «εργασιακή σχέση» χαρακτηρίζει μια επίσημη έννομη σχέση μεταξύ επιχειρήσεως και εργαζομένου.
58 Η εν λόγω ερμηνεία επιβεβαιώνεται επιπλέον από την απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2018, Danieli & C. Officine Meccaniche κ.λπ. (C‑18/17, EU:C:2018:904, σκέψεις 30 επ.).
59 Βλ. απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2018, Čepelnik (C‑33/17, EU:C:2018:896, σκέψη 32).
60 Ωστόσο, δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 6, της οδηγίας 2006/123, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 14 της εν λόγω οδηγίας, όπως το θέτει ευστόχως, ο γενικός εισαγγελέας Ν. Wahl στις προτάσεις του στην υπόθεση Čepelnik (C‑33/17, EU:C:2018:311, σημεία 50 και 53), «δεν [αναφέρει] ότι ο τομέας του εργατικού δικαίου εξαιρείται, στο σύνολό του, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις υπηρεσίες» καθώς και ότι «η οδηγία για τις υπηρεσίες δεν παρέχει στα κράτη μέλη εν λευκώ τη δυνατότητα να εφαρμόζουν το εργατικό τους δίκαιο ανεξάρτητα από τις πιθανές επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά, αλλά προβλέπει μόνο μια περιορισμένη εξαίρεση».
61 Η διαπίστωση αυτή αποτελεί πάγια νομολογία. Βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2008, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑389/05, EU:C:2008:411, σκέψη 57), καθώς και της 9ης Αυγούστου 1994, Vander Elst (C‑43/93, EU:C:1994:310, σκέψη 14). Οι απαρχές της εν λόγω νομολογίας τοποθετούνται στην απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, Säger (C‑76/90, EU:C:1991:331, σκέψη 12), αν όχι στην απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, van Binsbergen (33/74, EU:C:1974:131, σκέψεις 10 και 11).
62 Βλ. απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2004, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (C‑445/03, EU:C:2004:655, σκέψη 23).
63 Βλ. απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2006, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑244/04, EU:C:2006:49, σκέψη 35).
64 Βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑168/04, EU:C:2006:595, σκέψη 42).
65 Βλ., επί παραδείγματι, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑168/04, EU:C:2006:595, σκέψη 38).
66 Το Δικαστήριο ενίοτε αναφέρεται σε «απαιτήσεις» αντί για «λόγους». Χάριν ευκολίας, θα αναφέρομαι σε «λόγους» στις παρούσες προτάσεις, αν μη τι άλλο, επειδή αυτός ο όρος φαίνεται να χρησιμοποιείται συνήθως πλέον, ακόμη και από τον νομοθέτη της Ένωσης, βλ. π.χ. άρθρο 4, σημείο 8, της οδηγίας 2006/123.
67 Βλ. αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1999, Arblade κ.λπ. (C‑369/96 και C‑376/96, EU:C:1999:575, σκέψεις 34 και 35), της 24ης Ιανουαρίου 2002, Portugaia Construções (C‑164/99, EU:C:2002:40, σκέψη 19), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Αυστρίας (C‑168/04, EU:C:2006:595, σκέψη 37).
68 Βλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1999, Arblade κ.λπ. (C‑369/96 και C‑376/96, EU:C:1999:575, σκέψη 80).
69 Βλ. απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2004, Wolff & Müller (C‑60/03, EU:C:2004:610, σκέψη 41).
70 Απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1982 (62/81 και 63/81, EU:C:1982:34, σκέψη 14).
71 Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990 (C‑113/89, EU:C:1990:142, σκέψη 18).
72 Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1996 (C‑272/94, EU:C:1996:147, σκέψη 15).
73 Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1999 (C‑369/96 και C‑376/96, EU:C:1999:575, σκέψη 41).
74 Βλ. απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2014, De Clercq κλπ. (C‑315/13, EU:C:2014:2408, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
75 Βλ. άρθρο 7b του AVRAG.