ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERARD HOGAN
της 7ης Μαρτίου 2019 ( 1 )
Υπόθεση C-32/18
Tiroler Gebietskrankenkasse
κατά
Michael Moser
[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αυστρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 – Άρθρο 5 – Κανονισμός (ΕΚ) 987/2009 – Άρθρο 60 – Κοινωνική ασφάλιση των διακινούμενων εργαζομένων – Οικογενειακή παροχή – Δικαίωμα στο διαφορικό συμπλήρωμα μεταξύ του χορηγούμενου εντός του κατά προτεραιότητα αρμόδιου κράτους μέλους γονικού επιδόματος και του επιδόματος επιμέλειας τέκνου του επικουρικώς αρμόδιου κράτους μέλους»
I. Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία του άρθρου 60, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕΚ) 987/2009 για τον καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας ( 2 ). Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το ζήτημα ποιο είναι το «εισόδημα» που πρέπει να ληφθεί υπόψη για να υπολογισθεί το ποσό της αιτηθείσας οικογενειακής παροχής.
2.
Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του M. Moser και του Tiroler Gebietskrankenkasse (περιφερειακού ταμείου υγείας του ομόσπονδου κράτους του Τιρόλου, Αυστρία) με αντικείμενο αίτημα του πρώτου να του καταβληθεί το διαφορικό συμπλήρωμα μεταξύ του αποκαλούμενου Elterngeld (γερμανικού γονικού επιδόματος) και του Kinderbetreuungsgeld (αυστριακού επιδόματος επιμέλειας τέκνου). Προτού εξετάσω τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, θεωρώ αναγκαίο να προταχθεί αναλυτική παράθεση της σχετικής νομοθεσίας.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας ( 3 )
3.
Οι αιτιολογικές σκέψεις 9, 10, 11 και 12 του κανονισμού 883/2004 έχουν ως εξής:
«(9)
Το Δικαστήριο εξέφρασε κατ’ επανάληψη τη γνώμη του για τη δυνατότητα ίσης μεταχείρισης των παροχών, των εισοδημάτων και των γεγονότων· αυτή η γενική αρχή θα πρέπει να υιοθετηθεί ρητώς και να αναπτυχθεί περαιτέρω, τηρουμένης της ουσίας και του πνεύματος των δικαστικών αποφάσεων.
(10)
Ωστόσο, η αρχή της εξομοίωσης ορισμένων γεγονότων ή καταστάσεων επισυμβαινόντων στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ως εάν είχαν λάβει χώρα στο έδαφος του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου εφαρμόζεται, δεν θα πρέπει να συγχέεται με την αρχή του συνυπολογισμού των περιόδων ασφάλισης, μισθωτής δραστηριότητας ή μη μισθωτής δραστηριότητας ή κατοικίας που πραγματοποιούνται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους με τις περιόδους που πραγματοποιούνται δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους μέλους. Κατά συνέπεια, οι περίοδοι που πραγματοποιούνται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο κατ’ εφαρμογήν της αρχής του συνυπολογισμού των περιόδων.
(11)
Η εξομοίωση γεγονότων ή καταστάσεων επισυμβαινόντων σε κράτος μέλος δεν είναι δυνατόν να καθιστά αρμόδιο άλλο κράτος μέλος ή εφαρμοστέα τη νομοθεσία του.
(12)
Υπό το πρίσμα της αναλογικότητας, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε η αρχή της εξομοίωσης γεγονότων ή καταστάσεων να μην οδηγήσει σε αντικειμενικώς αδικαιολόγητα αποτελέσματα ή στη συρροή παροχών του ιδίου είδους για την ίδια περίοδο.»
4.
Το άρθρο 4 του κανονισμού 883/2004 φέρει τον τίτλο «Ίση μεταχείριση» και ορίζει ότι: «εκτός αν προβλέπει άλλως ο παρών κανονισμός, τα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός αυτός απολαμβάνουν των ιδίων δικαιωμάτων και υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του».
5.
Το άρθρο 5 του κανονισμού 883/2004 φέρει τον τίτλο «Εξομοίωση παροχών, εισοδημάτων, γεγονότων ή καταστάσεων» και ορίζει περαιτέρω τα εξής:
«Εκτός αν προβλέπει άλλως ο παρών κανονισμός και υπό το πρίσμα των ειδικών διατάξεων εφαρμογής που θεσπίζονται, ισχύουν τα ακόλουθα:
α)
εάν, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους μέλους, η λήψη παροχών κοινωνικής ασφάλειας και άλλων εισοδημάτων παράγει ορισμένα έννομα αποτελέσματα, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις της εν λόγω νομοθεσίας και στη λήψη ισοδύναμων παροχών οι οποίες αποκτήθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ή σε εισοδήματα τα οποία έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος·
β)
εάν, δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους μέλους, αναγνωρίζονται έννομα αποτελέσματα σε συγκεκριμένα γεγονότα ή καταστάσεις, αυτό το κράτος μέλος λαμβάνει υπόψη παρόμοια γεγονότα ή καταστάσεις που έχουν λάβει χώρα σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, ως εάν είχαν λάβει χώρα στο έδαφός του.»
6.
Στο άρθρο 6 του κανονισμού 883/2004 διευκρινίζεται ότι, «εκτός εάν προβλέπει άλλως ο παρών κανονισμός, ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την απόκτηση, διατήρηση, διάρκεια ή ανάκτηση δικαιώματος για παροχές, την υπαγωγή σε νομοθεσία, ή την πρόσβαση σε ή την εξαίρεση από υποχρεωτική ασφάλιση ή προαιρετική υπαγωγή στην ασφάλιση ή προαιρετική ασφάλιση ή συνέχιση στην ασφάλιση, από τη συμπλήρωση περιόδων ασφάλισης, μισθωτής δραστηριότητας, μη μισθωτής δραστηριότητας ή κατοικίας, πρέπει να λαμβάνει υπόψη, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, τις περιόδους ασφάλισης, μισθωτής δραστηριότητας, μη μισθωτής δραστηριότητας ή κατοικίας που έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία που αυτός εφαρμόζει».
7.
Το κεφάλαιο 8 του τίτλου III του κανονισμού 883/2004 αφορά τις οικογενειακές παροχές. Κατά το άρθρο 67 (το οποίο φέρει τον τίτλο «Μέλη οικογένειας που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος»):
«Ένα πρόσωπο δικαιούται οικογενειακές παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους μέλους και για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, ως εάν κατοικούσαν στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους. Ωστόσο, οι συνταξιούχοι δικαιούνται τις οικογενειακές παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση της σύνταξής τους.»
8.
Στο ίδιο κεφάλαιο, το άρθρο 68 του κανονισμού 883/2004 θέτει τους κανόνες προτεραιότητας στην περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων:
«1. Εάν, κατά την ίδια περίοδο και για τα ίδια μέλη οικογενείας, προβλέπονται παροχές δυνάμει των νομοθεσιών περισσοτέρων του ενός κρατών μελών, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες προτεραιότητας:
α)
στην περίπτωση παροχών που οφείλονται από περισσότερα του ενός κράτη μέλη για διαφορετικούς λόγους, η σειρά προτεραιότητας είναι η ακόλουθη: προηγούνται τα δικαιώματα που αποκτώνται λόγω της άσκησης μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας, έπονται τα δικαιώματα που αποκτώνται λόγω οφειλόμενης σύνταξης και τελευταία εφαρμόζονται τα δικαιώματα που αποκτώνται λόγω κατοικίας·
β)
στην περίπτωση παροχών που οφείλονται από περισσότερα του ενός κράτη μέλη για τον ίδιο λόγο, η σειρά προτεραιότητας καθορίζεται βάσει των ακόλουθων επικουρικών κριτηρίων:
(i)
εάν πρόκειται για δικαιώματα που αποκτώνται λόγω της άσκησης μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας: ο τόπος κατοικίας των τέκνων, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει εκεί τέτοια δραστηριότητα, και επικουρικά, εφόσον απαιτείται, οι υψηλότερες παροχές που προβλέπονται από τις συγκρουόμενες νομοθεσίες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το βάρος των παροχών κατανέμεται σύμφωνα με κριτήρια που καθορίζονται στον κανονισμό εφαρμογής·
[…]
2. Στην περίπτωση σώρευσης δικαιωμάτων, οι οικογενειακές παροχές χορηγούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία που θεωρείται ότι έχει προτεραιότητα σύμφωνα με την παράγραφο 1. Τα δικαιώματα στις οικογενειακές παροχές που οφείλονται δυνάμει της ή των συγκρουομένων νομοθεσιών, αναστέλλονται έως το ύψος του ποσού που προβλέπεται από την πρώτη νομοθεσία και παρέχονται, εφόσον απαιτείται, υπό μορφή διαφορικού συμπληρώματος, για το τμήμα που υπερβαίνει το προαναφερόμενο ποσό. […]
[…]»
2. Κανονισμός 987/2009
9.
Το άρθρο 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 987/2009 έχει ως εξής:
«Η αίτηση χορήγησης οικογενειακών παροχών υποβάλλεται στον αρμόδιο φορέα. Για την εφαρμογή των άρθρων 67 και 68 του [κανονισμού 883/2004], λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση ολόκληρης της οικογενείας ως εάν όλα τα εμπλεκόμενα άτομα να υπάγονταν στη νομοθεσία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και να κατοικούσαν εκεί, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα ενός προσώπου να απαιτεί τη χορήγηση των παροχών αυτών. […]»
Β. Το αυστριακό δίκαιο
1. Νόμος περί επιδόματος επιμέλειας τέκνου
10.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο αυστριακός νόμος περί επιδόματος επιμέλειας τέκνου (Kinderbetreuungsgeldgesetz· στο εξής: KBGG) ( 4 ) προέβλεψε αρχικά το Kinderbetreuungsgeld ως οικογενειακή παροχή. Το Kinderbetreuungsgeld παρεχόταν όμως ως κατ’ αποκοπήν ποσό ανεξαρτήτως προηγούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας. Ο συγκεκριμένος νόμος προέβλεπε αρχικώς τρεις εναλλακτικές επιλογές για την κατ’ αποκοπήν λήψη του επιδόματος, ήτοι λήψη του επιδόματος για το χρονικό διάστημα έως τη συμπλήρωση του 30ού ή 36ου, του 20ού ή 24ου, και του 15ου ή 18ου μήνα της ηλικίας του τέκνου, αντιστοίχως, ενώ το ύψος του κατ’ αποκοπήν ποσού καθορίζεται από την επιλεγείσα εναλλακτική (διάρκεια της επιδοτήσεως). Με τον νόμο που δημοσιεύθηκε στην BGBl. I 2009/116 προστέθηκε στον KBGG μια τέταρτη εναλλακτική επιλογή κατ’ αποκοπήν λήψεως του επιδόματος (12 συν 2 μήνες) αλλά και αναγνωρίστηκε το δικαίωμα σε Kinderbetreuungsgeld που υποκαθιστά το εισόδημα από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας και του οποίου το ύψος εξαρτάται από το προηγούμενο αυτό εισόδημα.
11.
Το άρθρο 6, παράγραφος 3 (όπως δημοσιεύθηκε στην BGBl. I 116/2009), ορίζει τα εξής:
«Σε περίπτωση δικαιώματος λήψεως παρόμοιων αλλοδαπών οικογενειακών παροχών, αναστέλλεται το δικαίωμα λήψεως Kinderbetreuungsgeld μέχρι του ποσού των αλλοδαπών παροχών. Μετά τη λήξη των αλλοδαπών οικογενειακών παροχών, η διαφορά μεταξύ των παρόμοιων αλλοδαπών οικογενειακών παροχών και του Kinderbetreuungsgeld συνυπολογίζεται στο Kinderbetreuungsgeld».
12.
Το άρθρο 24 (όπως δημοσιεύθηκε στην BGBl. I 117/2013) έχει ως εξής:
«(1) Ο γονέας […] δικαιούται Kinderbetreuungsgeld κατά το παρόν τμήμα για το τέκνο του […], εφόσον:
1.
πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, σημεία 1, 2, 4 και 5·
2.
κατά τους 6 μήνες πριν από τη γέννηση του τέκνου για το οποίο θα ληφθεί το Kinderbetreuungsgeld ασκούσε δραστηριότητα κατά την έννοια της παραγράφου 2, και δεν έχει λάβει κατά το χρονικό αυτό διάστημα παροχή ανεργίας, μη λαμβανομένων υπόψη για τη θεμελίωση του δικαιώματος διακοπών της δραστηριότητας μικρότερων των 14 ημερολογιακών ημερών.
(2) Ως επαγγελματική δραστηριότητα κατά την έννοια του παρόντος ομοσπονδιακού νόμου νοείται η πραγματική άσκηση στην Αυστρία επαγγελματικής δραστηριότητας η οποία υπάγεται στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση.
[…]»
13.
Το άρθρο 24a (όπως δημοσιεύθηκε στην BGBl. I 139/2011):
«(1) Το Kinderbetreuungsgeld ανέρχεται ημερησίως:
1.
για τη δικαιούχο επιδόματος λοχείας στο 80 % του αναλογούντος στην ημερολογιακή ημέρα επιδόματος λοχείας που χορηγείται βάσει των αυστριακών νομοθετικών διατάξεων λόγω της γεννήσεως του τέκνου για το οποίο ζητείται Kinderbetreuungsgeld,
[…]
3.
για τον πατέρα, στο 80 % του αναλογούντος στην ημερολογιακή ημέρα πλασματικώς υπολογιζόμενου επιδόματος λοχείας το οποίο θα χορηγούνταν σε γυναίκα λόγω της γεννήσεως του τέκνου για το οποίο ζητείται Kinderbetreuungsgeld.
(2) Το κατά την παράγραφο 1 Kinderbetreuungsgeld ανέρχεται σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον στο ημερήσιο ποσό της παραγράφου 1, σημείο 5, δεν μπορεί όμως να υπερβαίνει το ποσό των 66 ευρώ ημερησίως».
14.
Κατά το άρθρο 24b (όπως δημοσιεύθηκε στην BGBl. I 116/2009), «εάν μόνον ο ένας γονέας δικαιούται το Kinderbetreuungsgeld, το επίδομα αυτό χορηγείται, κατ’ ανώτατο όριο, μέχρι το τέκνο να συμπληρώσει την ηλικία των 12 μηνών. Αν και ο έτερος γονέας δικαιούται την παροχή αυτή, παρατείνεται η περίοδος χορηγήσεως του επιδόματος κατά το χρονικό διάστημα που ζητεί ο δεύτερος γονέας, κατ’ ανώτατο όριο όμως μέχρι το τέκνο να συμπληρώσει την ηλικία των 14 μηνών. Προσμετρώνται μόνον τα χρονικά διαστήματα πραγματικής λήψεως της παροχής».
2. Γενικός νόμος περί κοινωνικών ασφαλίσεων
15.
Το άρθρο 162, παράγραφος 3, του Allgemeines Sozialversicherungsgesetz (αυστριακού γενικού νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων) ορίζει τα εξής:
«Το επίδομα λοχείας χορηγείται μέχρι του ποσού των μέσων ημερήσιων αποδοχών, αφού αφαιρεθούν οι νόμιμες κρατήσεις, των τελευταίων 13 εβδομάδων (των τριών τελευταίων ημερολογιακών μηνών) πριν από την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως της μητρότητας […]
[…]».
III. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης
16.
Το ζεύγος Moser ζει με τις δύο κόρες του στη Γερμανία. Η σύζυγος του M. Moser εργάζεται από την 1 Ιουλίου 1996 στην Αυστρία ως μεθοριακή εργαζόμενη. Ο M. Moser εργάζεται από το 1992 στη Γερμανία.
17.
Μετά τη γέννηση της δεύτερης κόρης της, στις 29 Αυγούστου 2013, η σύζυγος του M. Moser έλαβε, κατόπιν συμφωνίας με τον Αυστριακό εργοδότη της, «Karenz» (αυστριακή γονική άδεια) έως τις 28 Μαΐου 2015. Το εναγόμενο Tiroler Gebietskrankenkasse κατέβαλε στη σύζυγο του M. Moser, για τη δεύτερη κόρη, συγκεκριμένη συμπληρωματική αντιστάθμιση μέχρι του ποσού του εξαρτώμενου από το εισόδημα αυστριακού Kinderbetreuungsgeld. Το εν λόγω ποσό ανήλθε σε 785,84 ευρώ ως προς το χρονικό διάστημα 188 ημερών από τις 25 Οκτωβρίου 2013 έως τις 30 Απριλίου 2014 και σε 129,58 ευρώ ως προς το χρονικό διάστημα 31 ημερών από την 1 Μαΐου 2014 έως τις 31 Μαΐου 2014.
18.
Από την πλευρά του, ο M. Moser, για να ασχοληθεί με την ανατροφή της δεύτερης κόρης του, έλαβε Elternzeit (γερμανική γονική άδεια) από τις 29 Ιουνίου έως τις 28 Αυγούστου 2014 και του χορηγήθηκε, στη Γερμανία, Elterngeld (γονικό επίδομα) ποσού 3600 ευρώ.
19.
Σε μία πρώτη δίκη, ενώπιον του Landesgericht Innsbruck (περιφερειακού δικαστηρίου Ίνσμπρουκ, Αυστρία), ως δικαστηρίου διαφορών εργατικού δικαίου και δικαίου κοινωνικής ασφαλίσεως, η σύζυγος του M. Moser ζήτησε επιτυχώς συμπληρωματική αντισταθμιστική καταβολή μέχρι του ποσού του Kinderbetreuungsgeld από τις 25 Οκτωβρίου 2013 έως τις 28 Ιουνίου 2014, καθώς και από τις 29 Αυγούστου έως τις 28 Οκτωβρίου 2014. Στο πλαίσιο δεύτερης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, ο M. Moser ζήτησε συμπληρωματική αντισταθμιστική καταβολή μέχρι του ποσού του εξαρτώμενου από το εισόδημα Kinderbetreuungsgeld, ανερχόμενη σε 66 ευρώ ημερησίως, για το χρονικό διάστημα της γερμανικής γονικής του άδειας από τις 29 Ιουνίου έως τις 28 Αυγούστου 2014.
20.
Προς διευκόλυνση της διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως, οι δύο υποθέσεις συνεκδικάσθηκαν. Η δίκη που αφορά τη σύζυγο του M. Moser περατώθηκε με την από 20 Δεκεμβρίου 2017 απόφαση. Η αξίωσή της για συμπληρωματική αντισταθμιστική καταβολή έγινε δεκτή τελεσιδίκως. Αντιθέτως, το Landesgericht Innsbruck (περιφερειακό δικαστήριο Ίνσμπρουκ), ως δικαστήριο διαφορών εργατικού δικαίου και δικαίου κοινωνικής ασφαλίσεως, απέρριψε το αίτημα του M. Moser.
21.
Κατόπιν εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Oberlandesgericht Innsbruck, ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Ίνσμπρουκ, Αυστρία) μεταρρύθμισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Υποχρέωσε το Tiroler Gebietskrankenkasse να προβεί σε συμπληρωματική αντισταθμιστική καταβολή προς τον Μ. Moser, ως προς το εξαρτώμενο από το εισόδημα Kinderbetreuungsgeld, ποσού 29,86 ευρώ ημερησίως για το χρονικό διάστημα από τις 29 Ιουνίου έως 28 Αυγούστου 2014, ήτοι συνολικώς 1821,46 ευρώ. Απέρριψε τα λοιπά αιτήματα, η δε απόρριψη αυτή δεν αμφισβητήθηκε.
22.
Το Tiroler Gebietskrankenkasse άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αυστρία). Ζητεί να απορριφθούν εξ ολοκλήρου τα αιτήματα της αγωγής. Κατά συνέπεια, το τιθέμενο ζήτημα είναι αν ο Μ. Moser έχει δικαίωμα να του καταβληθεί διαφορικό συμπλήρωμα μεταξύ του γερμανικού Elterngeld και του εξαρτώμενου από το εισόδημα αυστριακού Kinderbetreuungsgeld για το χρονικό διάστημα της γερμανικής άδειας ανατροφής από τις 29 Ιουνίου έως τις 28 Αυγούστου 2014.
23.
Ο M. Moser υποστηρίζει ότι η επικουρική αρμοδιότητα της Αυστρίας προκύπτει από την υφιστάμενη σχέση εργασίας της συζύγου του με Αυστριακό εργοδότη. Κατά την άποψή του, το άρθρο 24, παράγραφος 2, του KBGG αντιβαίνει στο ενωσιακό δίκαιο, καθόσον με το άρθρο αυτό απαιτείται η πραγματική άσκηση στην Αυστρία επαγγελματικής δραστηριότητας που υπάγεται στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση.
24.
Το Tiroler Gebietskrankenkasse αμφισβητεί την υποχρέωσή του για συμπληρωματική πληρωμή. Κατά την άποψή του, ο πατέρας δεν πληροί τις εθνικές προϋποθέσεις του δικαιώματος, διότι κατά το χρονικό διάστημα των έξι μηνών πριν από τη γέννηση της δεύτερης κόρης του δεν άσκησε συνεχώς επαγγελματική δραστηριότητα υπαγόμενη στην υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση ή άλλη εξομοιούμενη δραστηριότητα. Το εναγόμενο προβάλλει ότι ο κανονισμός 883/2004 προβαίνει σε συντονισμό μόνον εάν υφίστανται περισσότερα δικαιώματα σε διάφορα κράτη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υποστηρίζει ότι ελλείπει το διασυνοριακό στοιχείο κατά την έννοια του κανονισμού 883/2004.
25.
Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ειδικότερα ότι το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) χαρακτήρισε ως αντίθετη προς το ενωσιακό δίκαιο τη ρύθμιση του άρθρου 24, παράγραφος 1, σημείο 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του KBGG, κατά την οποία ως επαγγελματική δραστηριότητα νοείται μόνο η ασκούμενη στην Αυστρία επαγγελματική δραστηριότητα που υπάγεται σε υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση.
26.
Επιπροσθέτως, το αιτούν δικαστήριο δέχεται ότι ο M. Moser πληροί τις προβλεπόμενες από το εθνικό δίκαιο χρονικές προϋποθέσεις του δικαιώματος σχετικά με τη δίμηνη ελάχιστη περίοδο αναφοράς (άρθρο 5, παράγραφος 4, του KBGG) και την άσκηση συνεχούς επαγγελματικής δραστηριότητας κατά τους έξι μήνες πριν από τη γέννηση του τέκνου (άρθρο 24, παράγραφος 1, σημείο 1, και παράγραφος 2, του KBGG).
27.
Στο πλαίσιο αυτό, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) έχει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων του κανονισμού 883/2004 και του κανονισμού 987/2009. Ειδικότερα, στην υπόθεση της οικογένειας Moser τα αμφισβητούμενα ζητήματα είναι δύο.
28.
Πρώτον, τίθεται το ζήτημα αν βάσει του άρθρου 60, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 987/2009, κατά το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση ολόκληρης της οικογενείας, παρέχεται στον πατέρα, από απόψεως ενωσιακού δικαίου, δικαίωμα να λάβει τη διαφορά σε σχέση με το εξαρτώμενο από το εισόδημα αυστριακό Kinderbetreuungsgeld, στην περίπτωση που η Αυστρία είναι αρμόδια χωρίς όμως προτεραιότητα, αποκλειστικώς ως κράτος απασχολήσεως της μητέρας, στην οποία έχει ήδη καταβληθεί συμπληρωματικό αντισταθμιστικό ποσό σε σχέση με το εξαρτώμενο από το εισόδημα Kinderbetreuungsgeld που αυτή δικαιούται. Δεύτερον, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον η οριζόμενη στο άρθρο 5 του κανονισμού 883/2004 εξομοίωση παροχών, καταστάσεων ή γεγονότων συνηγορεί υπέρ του ότι τα εισοδήματα που αποκτά ο M. Moser πρέπει να ληφθούν ως βάση του υπολογισμού του εξαρτώμενου από το εισόδημα Kinderbetreuungsgeld και του διαφορικού συμπληρώματος.
IV. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
29.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberster Gerichtshof (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«(1)
Έχει το άρθρο 60, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 987/2009 […] την έννοια ότι το επικουρικώς αρμόδιο κράτος μέλος (Αυστρία) οφείλει να καταβάλει στον ένα από τους γονείς που κατοικεί και εργάζεται στο κατά το άρθρο 68, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, σημείο i, του κανονισμού 883/2004 κατά προτεραιότητα αρμόδιο κράτος μέλος (Γερμανία) το διαφορικό συμπλήρωμα μεταξύ του χορηγούμενου εντός του κατά προτεραιότητα αρμοδίου κράτους μέλους Elterngeld [γονικού επιδόματος] και του εξαρτώμενου από το εισόδημα Kinderbetreuungsgeld [επιδόματος επιμέλειας τέκνου] του άλλου κράτους μέλους, ως οικογενειακή παροχή, στην περίπτωση που αμφότεροι οι γονείς κατοικούν με τα τέκνα τους στο κατά προτεραιότητα αρμόδιο κράτος μέλος και μόνον ο ένας γονέας απασχολείται ως μεθοριακός εργαζόμενος στο επικουρικώς αρμόδιο κράτος μέλος;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
(2)
Υπολογίζεται το εξαρτώμενο από το εισόδημα Kinderbetreuungsgeld [επίδομα επιμέλειας τέκνου] με βάση το πράγματι αποκτώμενο στο κράτος απασχολήσεως (Γερμανία) εισόδημα ή με βάση το υποθετικό εισόδημα από συγκρίσιμη επαγγελματική δραστηριότητα στο επικουρικώς αρμόδιο κράτος μέλος (Αυστρία);»
30.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο ενάγων και το εναγόμενο της κύριας δίκης, η Τσεχική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
31.
Στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Ιανουαρίου 2019 παρέστησαν, εξάλλου, και αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο ενάγων, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
V. Ανάλυση
32.
Με την επιφύλαξη της απαντήσεως την οποία ενδέχεται να δώσει το Δικαστήριο στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, θα περιορίσω, σύμφωνα με το αίτημα του Δικαστηρίου, τις παρατηρήσεις μου στις παρούσες προτάσεις μόνο στο δεύτερο ερώτημα του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου).
33.
Tο Δικαστήριο εξέτασε παρόμοιο ζήτημα στο πλαίσιο της υποθέσεως Bergström ( 5 ). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο υπολόγισε το ποσό οικογενειακής παροχής υπέρ προσώπου το οποίο έχει συμπληρώσει εξ ολοκλήρου τις περιόδους επαγγελματικής δραστηριότητας που είναι αναγκαίες για την κτήση του δικαιώματος αυτού στο έδαφος άλλου κράτους μέλους με βάση τα εισοδήματα ενός προσώπου που έχει εμπειρία και προσόντα συγκρίσιμα με τα δικά του και το οποίο ασκεί δραστηριότητα συγκρίσιμη στο έδαφος του κράτους μέλους εντός του οποίου ζητήθηκε η παροχή αυτή.
34.
Το αιτούν δικαστήριο, ωστόσο, θεωρεί ότι η κατά το άρθρο 5 του κανονισμού 883/2004 εξομοίωση παροχών, καταστάσεων ή γεγονότων συνηγορεί υπέρ του ότι τα εισοδήματα που αποκτά ο M. Moser στη Γερμανία πρέπει να ληφθούν ως βάση του υπολογισμού του εξαρτώμενου από το εισόδημα Kinderbetreuungsgeld και του διαφορικού συμπληρώματος. Εντούτοις, δεν συμμερίζομαι την ερμηνεία αυτή. Θεωρώ ότι το σκεπτικό της αποφάσεως της 15ης Δεκεμβρίου 2011, Bergström, είναι, στην πραγματικότητα, καθοριστικής σημασίας για την υπό κρίση υπόθεση. Τυχόν διαφορετική πρόταση θα ισοδυναμούσε με ανατροπή της προμνημονευθείσας αποφάσεως χωρίς να συντρέχει νομικός ή πραγματικός λόγος ( 6 ).
Α. Η απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2011, Bergström (C-257/10, EU:C:2011:839)
35.
Όπως προεκτέθηκε μόλις, στην απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2011, Bergström, το Δικαστήριο αρνήθηκε να εξομοιώσει τα επαγγελματικά εισοδήματα που έχουν αποκτηθεί σε τρίτο κράτος με τα ημεδαπά εισοδήματα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τη οικεία εθνική νομοθεσία, για να υπολογισθεί το ποσό της αιτηθείσας οικογενειακής παροχής.
36.
Στην υπόθεση Bergström, η προσφεύγουσα, Σουηδή υπήκοος, είχε προηγουμένως εγκατασταθεί στην Ελβετία και άσκησε εκεί επαγγελματική δραστηριότητα μέχρι τη γέννηση της κόρης της το 2002. Ακολούθως, επέστρεψε στη Σουηδία με τον σύζυγό της. Ο σύζυγός της άρχισε αμέσως να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα, ενώ η ίδια δεν απασχολήθηκε επαγγελματικά εκ νέου, προκειμένου να ασχοληθεί με την ανατροφή της κόρης της. Η Ε. Bergström υπέβαλε αίτηση για να της χορηγηθεί γονικό επίδομα υπολογιζόμενο με βάση το εισόδημά της, κατά το παρελθόν, στην Ελβετία από την επαγγελματική της δραστηριότητα στη χώρα εκείνη.
37.
Δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, το ποσό του επίδικου οικογενειακού επιδόματος ήταν ίσο προς το ημερήσιο επίδομα ασθενείας το οποίο καθοριζόταν βάσει των κανόνων της ασφαλίσεως ασθενείας. Η επίμαχη οικογενειακή παροχή συνδεόταν με τα ετήσια επαγγελματικά εισοδήματα του ασφαλισμένου.
38.
Υπό αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι πρέπει, συνεπώς, να ληφθούν υπόψη οι σχετικοί κανόνες, που αφορούν τον κλάδο «ασθένειας» της κοινωνικής ασφαλίσεως, του κανονισμού που ήταν εφαρμοστέος κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ήτοι του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ( 7 ), για τον υπολογισμό του ποσού των οικογενειακών παροχών της ειδικής αυτής κατηγορίας.
39.
Κατά το άρθρο 23 του κανονισμού 1408/71, το εισόδημα καθορίζεται είτε σε συνάρτηση με τις αποδοχές που έχουν διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια των περιόδων που έχουν συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία του αρμόδιου φορέα, είτε λαμβανομένου υπόψη ενός κατ’ αποκοπήν ποσού αποδοχών που αντιστοιχεί στις περιόδους που έχουν συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία αυτή (ήτοι, στην περίπτωση της E. Bergström, υπό τη σουηδική νομοθεσία).
40.
Καθώς η Ε. Bergström δεν απέκτησε κανένα εισόδημα στη Σουηδία κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, το Δικαστήριο έκρινε ότι, «προκειμένου να καταστ[εί] πρακτικά αποτελεσματικ[ό] […] το άρθρο 72 του κανονισμού 1408/71 […] καθώς και για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπεται […] στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, τα εισοδήματα αναφοράς της Ε. Bergström πρέπει να υπολογισθούν με βάση τα εισοδήματα ενός προσώπου που ασκεί, στη Σουηδία, δραστηριότητα συγκρίσιμη με τη δική της και το οποίο διαθέτει εμπειρία και επαγγελματικά προσόντα που είναι επίσης συγκρίσιμα με αυτά της ενδιαφερομένης» ( 8 ).
41.
Η πραγματική σημασία της αποφάσεως Bergström, ωστόσο, έγκειται στο γεγονός ότι το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα ότι ο κανονισμός 1408/71 εξομοίωνε κατ’ αποτέλεσμα τα εισοδήματα που έχουν αποκτηθεί στην Ελβετία με τα ημεδαπά εισοδήματα που χρησιμεύουν στη Σουηδία για να υπολογισθεί το ποσό της αιτηθείσας οικογενειακής παροχής. Καθώς η Ε. Bergström δεν απέκτησε κανένα τέτοιο εισόδημα στη Σουηδία, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, προκειμένου το σύνολο των διατάξεων του κανονισμού 1408/71 να είναι πρακτικά αποτελεσματικό, καθώς και για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, τα εισοδήματα αναφοράς έπρεπε να υπολογισθούν με βάση τα εισοδήματα που θα είχε στη Σουηδία υποθετικό πρόσωπο με όμοια εμπειρία και επαγγελματικά προσόντα.
Β. Εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση
42.
Για να αξιολογηθεί η σημασία της αποφάσεως Bergstrom, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι κανόνες που το Δικαστήριο έλαβε ως βάση για την έκδοσή της, ήτοι το άρθρο 3, παράγραφος 1, το άρθρο 23 και το άρθρο 72 του κανονισμού 1408/71, εξακολουθούν να ισχύουν όσον αφορά τον κανονισμό 883/2004 ( 9 ).
43.
Το γεγονός ότι ο M. Moser δεν μετακόμισε από τη Γερμανία στην Αυστρία –σε αντίθεση με την E. Bergström η οποία μετακόμισε από την Ελβετία στη Σουηδία– δεν μεταβάλλει αυτή την οπτική. Η απόφαση Bergström δεν περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα αν η προσφεύγουσα στην υπόθεση αυτή είχε ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας. Αντιθέτως, το κρίσιμο στοιχείο όσον αφορά το σκεπτικό του Δικαστηρίου ήταν ότι το πραγματικό εισόδημα της E. Bergström στην Ελβετία δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της οικογενειακής παροχής που καταβαλλόταν στη Σουηδία. Το νομικό ζήτημα είναι συνεπώς παρόμοιο και στις δύο περιπτώσεις: η παροχή καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν το επίδομα μητρότητας (όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης) ή την ασφάλιση ασθενείας (όπως στην υπόθεση Bergström), παροχές οι οποίες συνδέονται με τη σειρά τους με το εισόδημα που έχει αποκτήσει προηγουμένως ή ενδιαφερομένη ή ο ενδιαφερόμενος, αντιστοίχως, και διέπονται από τις ίδιες διατάξεις του κανονισμού 883/2004 ( 10 ).
44.
Βεβαίως, κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, το άρθρο 5 του κανονισμού 883/2004 μπορεί να συνηγορεί υπέρ του ότι το εισόδημα που απόκτησε στη Γερμανία ο M. Moser –ήτοι το «πράγματι» αποκτώμενο εισόδημα– πρέπει να ληφθεί ως βάση για τον υπολογισμό του εξαρτώμενου από το εισόδημα Kinderbetreuungsgeld και του διαφορικού συμπληρώματος.
45.
Κατά το άρθρο 5, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 883/2004, «εάν, δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους μέλους, αναγνωρίζονται έννομα αποτελέσματα σε συγκεκριμένα γεγονότα ή καταστάσεις, αυτό το κράτος μέλος λαμβάνει υπόψη παρόμοια γεγονότα ή καταστάσεις που έχουν λάβει χώρα σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, ως εάν είχαν λάβει χώρα στο έδαφός του». Ομολογουμένως, ο κανόνας αυτός δεν περιλαμβάνεται στον κανονισμό 1408/71. Ωστόσο, το άρθρο 5 του κανονισμού 883/2004 αποσαφηνίζει απλώς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που ορίζεται στο άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού.
46.
Υπό το πρίσμα αυτό, φρονώ ότι η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να επηρεάσει τον υπολογισμό του ποσού των οικογενειακών παροχών, τουλάχιστον όσον αφορά την παρούσα υπόθεση. Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι η αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού 883/2004 αναφέρει ρητώς ότι «η αρχή της εξομοίωσης ορισμένων γεγονότων ή καταστάσεων επισυμβαινόντων στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ως εάν είχαν λάβει χώρα στο έδαφος του κράτους μέλους η νομοθεσία του οποίου εφαρμόζεται, δεν θα πρέπει να συγχέεται με την αρχή του συνυπολογισμού των περιόδων ασφάλισης, μισθωτής δραστηριότητας ή μη μισθωτής δραστηριότητας ή κατοικίας που πραγματοποιούνται δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους με τις περιόδους που πραγματοποιούνται δυνάμει της νομοθεσίας του αρμόδιου κράτους μέλους» ( 11 ). Αυτή ακριβώς είναι η αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 72 του κανονισμού 1408/71 και εφαρμόστηκε από το Δικαστήριο στην απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2011, Bergström (C‑257/10, EU:C:2011:839, σκέψη 52), ενώ τώρα διαλαμβάνεται στο άρθρο 6 του κανονισμού 883/2004.
47.
Περαιτέρω, το άρθρο 67 του κανονισμού 883/2004 το οποίο διέπει το ζήτημα των οικογενειακών παροχών ορίζει ότι «ένα πρόσωπο δικαιούται οικογενειακές παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους μέλους και για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος, ως εάν κατοικούσαν στο έδαφος του πρώτου κράτους μέλους» ( 12 ).
48.
Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι σε μια υπόθεση όπως η εν προκειμένω, στην οποία πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 67 του κανονισμού 883/2004, το άρθρο 60 του κανονισμού 987/2009 προβλέπει ότι «λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση ολόκληρης της οικογενείας ως εάν όλα τα εμπλεκόμενα άτομα να υπάγονταν στη νομοθεσία του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και να κατοικούσαν εκεί, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα ενός προσώπου να απαιτεί τη χορήγηση των παροχών αυτών» ( 13 ).
49.
Η χρήση της λέξεως «ιδίως» στο εν λόγω πλαίσιο υποδηλώνει σαφώς ότι η απαρίθμηση των περιστάσεων στην εν λόγω διάταξη δεν έχει εξαντλητικό χαρακτήρα.
50.
Εξάλλου, η συγκεκριμένη ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 883/2004 και του άρθρου 60 του κανονισμού 987/2004 προστατεύει την οικονομική ισορροπία του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως του οικείου κράτους μέλους, δεδομένου ότι τα υψηλότερα εισοδήματα από άλλα κράτη μέλη δεν ασκούν επιρροή ( 14 ). Επιπροσθέτως, συνάδει με την αιτιολογική σκέψη 12 του κανονισμού 883/2004, όπου διευκρινίζεται ότι η αρχή της εξομοιώσεως γεγονότων ή καταστάσεων δεν πρέπει να οδηγεί σε αντικειμενικώς αδικαιολόγητα αποτελέσματα.
51.
Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, κατ’ ευθεία αναλογία προς το σκεπτικό της αποφάσεως Bergström, το εισόδημα του M. Moser το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού του αυστριακού οικογενειακού επιδόματος πρέπει να καθοριστεί όχι βάσει του πράγματι αποκτώμενου εισοδήματος στη Γερμανία αλλά με βάση το υποθετικό εισόδημα που θα μπορούσε να έχει αποκτήσει στο επικουρικώς αρμόδιο κράτος μέλος (εν προκειμένω στην Αυστρία) μισθωτός με συγκρίσιμη πείρα και προσόντα.
VI. Πρόταση
52.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του Oberster Gerichtshof (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αυστρία) την εξής απάντηση:
Το εξαρτώμενο από το εισόδημα Kinderbetreuungsgeld (αυστριακό επίδομα επιμέλειας τέκνου) πρέπει να υπολογίζεται με βάση το υποθετικό εισόδημα που θα μπορούσε να έχει αποκτηθεί από συγκρίσιμη επαγγελματική δραστηριότητα στο επικουρικώς αρμόδιο κράτος μέλος.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) ΕΕ 2009, L 284, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ 2004, L 166, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 200, σ. 1.
( 4 ) Bundesgesetzblatt (BGBl.) I 103/2001.
( 5 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2011, Bergström (C-257/10, EU:C:2011:839).
( 6 ) Εξάλλου, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι κανένας από τους μετέχοντες στη διαδικασία που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ισχυρίστηκε ότι ενδέχεται να παρουσιάζονται δυσκολίες κατά τον υπολογισμό τέτοιου είδους ποσών.
( 7 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1386/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2001 (ΕΕ 2001, L 187, σ. 1).
( 8 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2011, Bergström (C-257/10, EU:C:2011:839, σκέψη 52).
( 9 ) Βλ., αντιστοίχως, άρθρο 4, άρθρο 21 και άρθρο 6 του κανονισμού 883/2004.
( 10 ) Βλ. κανονισμό 883/2004, τίτλος III, κεφάλαιο 1, «Παροχές ασθένειας, παροχές μητρότητας και ισοδύναμες παροχές πατρότητας».
( 11 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 12 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 13 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 14 ) Θα μπορούσε, επίσης, να επισημανθεί ότι δεν συντρέχει κανένας κίνδυνος να υπονομευθεί σοβαρά η οικονομική ισορροπία του αυστριακού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως δεδομένου ότι το ποσό του Kinderbetreuungsgeld υπόκειται εκ του νόμου σε ανώτατο όριο.