ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERARD HOGAN
της 8ης Μαΐου 2019 ( 1 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑80/18 έως C‑83/18
Asociación Española de la Industria Eléctrica (UNESA) (C‑80/18)
Endesa Generación, SA (C‑82/18)
κατά
Administracion General del Estado,
Iberdrola Generación Nuclear SAU (C‑80/18 και C‑82/18)
και
Endesa Generación, SA (C‑81/18)
Iberdrola Generación Nuclear SAU (C‑83/18)
κατά
Administración General del Estado (C‑81/18 και C‑83/18)
[αιτήσεις του Tribunal Supremo
(Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Άρθρο 191 ΣΛΕΕ – Αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” – Οδηγία 2009/72/ΕΚ – Κοινοί κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας – Άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2 – Αρχή απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων – Οδηγία 2005/89/ΕΚ – Χρηματοδότηση του ελλείμματος λόγω των ισχυόντων τιμολογίων – Φόρος που επιβάλλεται μόνο σε εταιρίες παραγωγής ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας»
I. Εισαγωγή
1.
Οι παρούσες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ ( 2 ), των άρθρων 3 και 5 της οδηγίας 2005/89/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 2006, περί μέτρων διασφάλισης του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό και περί επενδύσεων υποδομής ( 3 ), και των άρθρων 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2.
Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο ένδικων διαφορών μεταξύ, αφενός, της Asociación Española de la industria eléctrica (Ισπανικής Ενώσεως Επιχειρήσεων Ηλεκτρικής Ενέργειας, στο εξής: UNESA), της Endesa Generación (στο εξής: Endesa) και της Iberdrola Generación nuclear SA (στο εξής: Iberdrola) και, αφετέρου, της Administración General del Estado (Γενικής Κρατικής Διοικήσεως, Ισπανία), σχετικά με τη νομιμότητα των φόρων που επιβλήθηκαν για την παραγωγή αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων από την παραγωγή ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας καθώς και για την αποθήκευση αυτών των καυσίμων και αποβλήτων.
3.
Οι αιτήσεις αυτές παρέχουν στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποσαφηνίσει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/72 και το πεδίο των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη κατά την άσκηση των φορολογικών τους αρμοδιοτήτων επί ζητημάτων που καλύπτει η εν λόγω οδηγία. Πιο συγκεκριμένα, ένα από τα βασικά ζητήματα που εγείρονται με τις παρούσες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως είναι αν οι κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72 διατάξεις για την απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων έχουν εφαρμογή σε φορολογικό μέτρο που το Βασίλειο της Ισπανίας θέσπισε το 2012.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η οδηγία 2009/72
4.
Το άρθρο 1 της οδηγίας 2009/72 επιγράφεται «Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής». Ορίζει ότι η οδηγία «θεσπίζει κοινούς κανόνες που αφορούν την παραγωγή, τη μεταφορά, τη διανομή και την προμήθεια ηλεκτρικής ενεργείας, καθώς και την προστασία των καταναλωτών, με στόχο τη βελτίωση και την ολοκλήρωση ανταγωνιστικών αγορών ηλεκτρικής ενεργείας στην Κοινότητα. Ορίζει τους κανόνες για την οργάνωση και λειτουργία του τομέα της ηλεκτρικής ενεργείας, την ανοικτή πρόσβαση στην αγορά, τα κριτήρια και τις διαδικασίες που ισχύουν για τις προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών και τη χορήγηση αδειών καθώς και για την εκμετάλλευση των δικτύων. Θεσπίζει επίσης υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας και δικαιώματα των καταναλωτών ηλεκτρικής ενεργείας και αποσαφηνίζει τις υποχρεώσεις του ανταγωνισμού».
5.
Κατά το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2009/72, ως «παραγωγή» νοείται η παραγωγή ηλεκτρικής ενεργείας.
6.
Το άρθρο 3 της οδηγίας 2009/72 επιγράφεται «Υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και προστασία των πελατών». Στις δύο πρώτες παραγράφους του ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, βάσει της θεσμικής τους οργάνωσης και τηρώντας δεόντως την αρχή της επικουρικότητας, ότι, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, οι επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενεργείας λειτουργούν σύμφωνα με τις αρχές της παρούσας οδηγίας, με σκοπό την επίτευξη ανταγωνιστικής, ασφαλούς και περιβαλλοντικώς βιώσιμης αγοράς ηλεκτρικής ενεργείας, και δεν κάνουν διακρίσεις μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων όσον αφορά τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις τους.
2. Τηρώντας πλήρως τις οικείες διατάξεις της συνθήκης, και ιδίως το άρθρο [106 ΣΛΕΕ], τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ηλεκτρικής ενεργείας, χάριν του γενικού οικονομικού συμφέροντος, υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας οι οποίες μπορούν να αφορούν την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας του εφοδιασμού, την τακτική παροχή, την ποιότητα και τις τιμές παροχής, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής αποδοτικότητας, της ενεργείας από ανανεώσιμες πηγές και της προστασίας του κλίματος. Οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να ορίζονται σαφώς, να είναι διαφανείς, αμερόληπτες και επαληθεύσιμες και να διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των επιχειρήσεων ηλεκτρικής ενεργείας της Κοινότητας στους εθνικούς καταναλωτές. Όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού, την ενεργειακή αποδοτικότητα/διαχείριση της ζήτησης και την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων και των στόχων που αφορούν την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν μακροπρόθεσμο προγραμματισμό, λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο τρίτα μέρη να ζητήσουν πρόσβαση στο δίκτυο.»
2. Η οδηγία 2005/89
7.
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 2005/89 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο ασφάλειας του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό, λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διευκολυνθεί ένα σταθερό επενδυτικό κλίμα και προσδιορίζοντας τους ρόλους και τις αρμοδιότητες των αρμοδίων αρχών, περιλαμβανομένων των ρυθμιστικών αρχών, εφόσον απαιτείται, και όλων των σχετικών φορέων της αγοράς, και δημοσιεύοντας τις σχετικές πληροφορίες. […]
[…]
4. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία δεν εμπεριέχουν διακρίσεις και δεν δημιουργούν αδικαιολόγητο βάρος για τους φορείς της αγοράς περιλαμβανομένων των νεοεισερχόμενων, και των εταιρειών με μικρά μερίδια αγοράς. […].»
8.
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2005/89 ορίζει ότι «τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να διατηρήσουν ισορροπία μεταξύ της ζήτησης ηλεκτρισμού και της υπάρχουσας δυναμικότητας παραγωγής».
Β. Το ισπανικό δίκαιο
9.
Το προοίμιο του Ley 15/2012, de 27 de diciembre, de medidas fiscales para la sostenibilidad energética (νόμου 15/2012, της 27ης Δεκεμβρίου 2012, περί φορολογικών μέτρων για την ενεργειακή βιωσιμότητα ( 4 )) ορίζει τα εξής:
«I.
Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η προσαρμογή του φορολογικού συστήματος σε χρήσεις πιο αποδοτικές και φιλικές προς το περιβάλλον και προς τη βιώσιμη ανάπτυξη […]
[…]
Θεμέλιος λίθος του παρόντος νόμου είναι το άρθρο 45 του Συντάγματος, κατά το οποίο η προστασία του περιβάλλοντος ανάγεται σε μία εκ των κατευθυντηρίων γραμμών της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής. Επομένως, ένας από τους άξονες αυτής της φορολογικής μεταρρυθμίσεως είναι η στο εσωτερικό συγκράτηση του περιβαλλοντικού κόστους που συνεπάγονται η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και η αποθήκευση αναλωθέντων ραδιενεργών καυσίμων ή αποβλήτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο [παρών] νόμος πρέπει να λειτουργεί ως έρεισμα για τη βελτίωση του επιπέδου ενεργειακής αποτελεσματικότητας, διασφαλίζοντας παράλληλα την καλύτερη διαχείριση των φυσικών πόρων και συνεχίζοντας την ενίσχυση του νέου προτύπου βιώσιμης ανάπτυξης, τόσο υπό οικονομικούς και κοινωνικούς όσο και υπό περιβαλλοντικούς όρους.
[…]
Προς τούτο, ο παρών νόμος θεσπίζει τρεις νέους φόρους: τον φόρο επί της αξίας της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, τον φόρο παραγωγής αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων που οφείλονται στην παραγωγή ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας και τον φόρο αποθηκεύσεως αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων σε κεντρικές εγκαταστάσεις. […]
III.
[…]
Η παραγωγή ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας συνεπάγεται ότι η κοινωνία καλείται να αποδεχθεί διάφορες επιβαρύνσεις και υποχρεώσεις, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών αυτής της ενέργειας, οι οικονομικές επιπτώσεις των οποίων δεν είναι εύκολο να προσδιοριστούν. Η κοινωνία καλείται να αναλάβει ευρύ φάσμα ευθυνών, οι οποίες οφείλονται στις ιδιαίτερες πτυχές αυτής της παραγωγής, όπως η διαχείριση των παραγομένων ραδιενεργών αποβλήτων και η πιθανή χρήση υλικών για μη ειρηνικούς σκοπούς.
[…] Η εκτίμηση του συνολικού κόστους παροπλισμού των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και η τελική διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων εξακολουθούν να παρουσιάζουν σημαντικές αβεβαιότητες, οι οποίες, τελικώς, εξακολουθούν να βαρύνουν τους πολίτες ακόμη και μετά την παύση λειτουργίας των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ιδίως όσον αφορά την τελική διαχείριση των αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και των αποβλήτων υψηλού κινδύνου.
Επομένως, δεδομένου του μεγάλου κύκλου ζωής ορισμένων ραδιενεργών αποβλήτων, ο οποίος εκτείνεται σε αρκετές γενεές, έχει καθοριστική σημασία η, μετά από την οριστική τους διαχείριση, θέσπιση των αναγκαίων μέτρων προκειμένου να αποτραπεί η οφειλόμενη σε εξωγενείς παράγοντες απελευθέρωσή τους στο περιβάλλον ή οποιοδήποτε άλλο ανεπιθύμητο συμβάν, το οποίο θα απαιτούσε μακροπρόθεσμο θεσμικό έλεγχο, την ευθύνη του οποίου θα είχε το κράτος.
Ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της βιομηχανίας παραγωγής πυρηνικής ενέργειας συνίσταται στη χρήση και στην παραγωγή υλικών τα οποία πρέπει να ελέγχονται αυστηρά προκειμένου να αποτραπεί η χρήση τους για μη ειρηνικούς σκοπούς ή άλλου είδους κακόβουλες ενέργειες, πράγμα το οποίο υποχρεώνει την Ισπανία […] να αναλάβει τις συνακόλουθες ευθύνες και, ως εκ τούτου, να διαθέτει οικονομικούς πόρους για την αντιμετώπισή τους.
Συνεπώς, το κράτος οφείλει να εξασφαλίζει τους αναγκαίους πόρους ώστε να διατηρούνται σε ισχύ τα υφιστάμενα σχέδια πυρηνικής έκτακτης ανάγκης.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, κρίνεται σκόπιμη η θέσπιση επιβαρύνσεως για την παραγωγή αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων σε πυρηνικές εγκαταστάσεις και για την αποθήκευσή τους σε κεντρικές εγκαταστάσεις προκειμένου να αντισταθμιστεί το κόστος που συνεπάγεται για την κοινωνία η παραγωγή αυτή.
[…]».
10.
Το άρθρο 12 του νόμου 15/2012 ορίζει τα εξής:
«Χαρακτήρας. Οι φόροι επί των αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και των ραδιενεργών αποβλήτων που προκύπτουν από την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας και επί της αποθηκεύσεως αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων σε κεντρικές εγκαταστάσεις είναι άμεσοι και πραγματικοί φόροι που επιβάλλονται σε δραστηριότητες οι οποίες, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων γενεσιουργών αστικής ευθύνης γεγονότων, καθορίζονται στα άρθρα 15 και 19 του παρόντος νόμου.»
11.
Το άρθρο 15 του νόμου 15/2012 ορίζει τα εξής:
«Η παραγωγή αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων στο πλαίσιο της ηλεκτροπαραγωγής από πυρηνική ενέργεια συνιστά το γενεσιουργό γεγονός της φορολογικής υποχρεώσεως.»
12.
Το άρθρο 19 του νόμου 15/2012 ορίζει τα εξής:
«Η γενεσιουργός αιτία του φόρου είναι η δραστηριότητα που συνίσταται στην αποθήκευση αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων σε κεντρικές εγκαταστάσεις.
Για τους σκοπούς επιβολής του φόρου αυτού, ως αποθήκευση αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων νοείται κάθε δραστηριότητα η οποία συνίσταται στην προσωρινή ή μόνιμη ακινητοποίησή τους, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, και ως κεντρική εγκατάσταση, νοείται η εγκατάσταση στην οποία μπορούν να αποθηκευθούν αυτά τα υλικά διαφόρων εγκαταστάσεων και προελεύσεων.»
13.
Η δεύτερη συμπληρωματική διάταξη του νόμου 15/2012, σχετικά με το κόστος του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, προβλέπει τα ακόλουθα:
«Με τους νόμους περί του ετήσιου γενικού προϋπολογισμού του κράτους, προορίζεται για τη χρηματοδότηση του κόστους του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας που προβλέπεται από το άρθρο 16 του Ley 54/1997, de 27 de noviembre, del Sector Eléctrico [νόμου 54/1997, της 27ης Νοεμβρίου 1997, σχετικά με τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας] ποσό ίσο με το άθροισμα των εξής: a) των εκτιμώμενων ετήσιων κρατικών εσόδων που προέρχονται από φόρους και τέλη οι οποίοι προβλέπονται από τον παρόντα νόμο και b) των εκτιμώμενων εσόδων από την εκποίηση των δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, με ανώτατο όριο το ποσό των 500 εκατομμυρίων ευρώ.»
III. Τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων των κύριων δικών
14.
Οι αναιρεσείουσες των κύριων δικών είναι εταιρίες που παράγουν ηλεκτρισμό προερχόμενο, κυρίως, από πυρηνική ενέργεια. Άσκησαν προσφυγές ενώπιον του Audiencia Nacional (εθνικού ανωτέρου δικαστηρίου, Ισπανία) κατά της υπουργικής αποφάσεως με την οποία εγκρίθηκαν τα έντυπα που απαιτούνται για τη δήλωση υπολογισμού και καταβολή του φόρου για την παραγωγή αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων από την παραγωγή ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας και για την αποθήκευση ραδιενεργών καυσίμων και αποβλήτων σε κεντρικές εγκαταστάσεις (στο εξής: φόροι ραδιενεργών αποβλήτων). Η βασική τους αιτίαση είναι ότι αυτή η φορολογική επιβάρυνση εξομοιώνεται, ουσιαστικά, με ειδική φορολόγηση των παραγωγών πυρηνικής ενέργειας, η οποία στρεβλώνει την ισπανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, και ότι, ως τέτοια, πρέπει να θεωρηθεί αθέμιτη, με γνώμονα τόσο το εθνικό συνταγματικό δίκαιο όσο και το δίκαιο της Ένωσης.
15.
Κατόπιν της απορρίψεως των προσφυγών τους, οι εν λόγω εταιρίες άσκησαν, στις 30 Οκτωβρίου 2014, αναιρέσεις ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
16.
Κατά το εθνικό δικαστήριο, ο σκοπός των συγκεκριμένων φόρων ραδιενεργών αποβλήτων συνίσταται στην αύξηση των εσόδων στο οικονομικό σύστημα ηλεκτροπαραγωγής, με αποτέλεσμα οι παραγωγοί πυρηνικής ενέργειας να επιβαρύνονται περισσότερο για τη «χρηματοδότηση του ελλείμματος λόγω των ισχυόντων τιμολογίων» ( 5 ) σε σχέση με τους λοιπούς παραγωγούς ενέργειας.
17.
Κατά το δικαστήριο αυτό, αν ορισμένες επιχειρήσεις επιβαρύνονται φορολογικά, χωρίς αντικειμενική αιτιολογία, λόγω της μορφής της παραγωγής τους, ακόμη και αν η επιβαλλόμενη επιβάρυνση δεν επηρεάζει άμεσα αυτή καθ’ εαυτή την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ή την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια, αλλά τα καύσιμα και απόβλητα καθώς και την αποθήκευση των μέσων που χρησιμοποιούνται προς τούτο, συντελείται στρέβλωση του ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, η διαφορετική αυτή μεταχείριση ενδέχεται να είναι αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης αν αποδειχθεί ότι η επιβολή των εν λόγω φόρων δεν ερείδεται στην προστασία του περιβάλλοντος και ότι αυτοί θεσπίστηκαν για λόγους αναγόμενους αποκλειστικά στη χρηματοδότηση του ελλείμματος λόγω των ισχυόντων τιμολογίων.
18.
Με διάταξη που εξέδωσε στις 12 Απριλίου 2016, το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας των εν λόγω φόρων πρέπει να υποβληθεί στο Tribunal Constitucional (Συνταγματικό Δικαστήριο, Ισπανία), για τον λόγο ότι οι φόροι αυτοί ενδέχεται να θεσπίστηκαν κατά παραβίαση της αρχής της οικονομικής ικανότητας που αποτυπώνεται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, του ισπανικού Συντάγματος. Το Tribunal Constitucional (Συνταγματικό Δικαστήριο), ωστόσο, απέρριψε ως απαράδεκτο το ερώτημα περί αντισυνταγματικότητας για τον λόγο ότι το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο, Ισπανία) είχε διατυπώσει αμφιβολίες σχετικά με τη συμβατότητα της εθνικής νομοθεσίας με το δίκαιο της Ένωσης και θα έπρεπε πρώτα να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
IV. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου
19.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Αντιβαίνει στην αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 191, παράγραφος 2, [ΣΛΕΕ], σε συνδυασμό με τα άρθρα 20 και 21 του [Χάρτη], που καθιερώνουν τις θεμελιώδεις αρχές της ισότητας και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2009/72/ΕΚ ρύθμιση, κατά το μέτρο που αυτή επιδιώκει, μεταξύ άλλων σκοπών, ανταγωνιστική και χωρίς διακρίσεις αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς δυνατότητα αποκλίσεως παρά μόνο για λόγους γενικού οικονομικού συμφέροντος, περιλαμβανομένης της προστασίας του περιβάλλοντος, η επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων αποκλειστικά στις επιχειρήσεις που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια με χρήση πυρηνικής ενέργειας, στην περίπτωση που κύριος σκοπός των εν λόγω φορολογικών επιβαρύνσεων δεν είναι η προστασία του περιβάλλοντος, αλλά η αύξηση των εσόδων από την ηλεκτρική ενέργεια, με αποτέλεσμα οι εν λόγω επιχειρήσεις να επιβαρύνονται περισσότερο, σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις που ασκούν την ίδια δραστηριότητα, για τη χρηματοδότηση του ελλείμματος λόγω των ισχυόντων τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας;
2)
Σε ανταγωνιστική και χωρίς δυσμενείς διακρίσεις αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία την επιβολή περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων, δικαιολογούμενων με επίκληση του εγγενούς ρυπαντικού φορτίου της πυρηνικής δραστηριότητας, αλλά χωρίς πρόβλεψη οιασδήποτε συγκεκριμένης διατάξεως –ο δικαιολογητικός λόγος μνημονεύεται μεν στο προοίμιο του νόμου, αλλά, όσον αφορά την επιβάρυνση επί της παραγωγής αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων, δεν εξειδικεύεται στις διατάξεις του νόμου το κόστος που πρέπει να καλυφθεί και, όσον αφορά την επιβάρυνση επί της αποθηκεύσεως ραδιενεργών αποβλήτων, απουσιάζει επίσης συγκεκριμένη διάταξη, λαμβανομένου υπόψη επίσης ότι το κόστος διαχειρίσεως και αποθηκεύσεως καλύπτεται ήδη από άλλες επιβαρύνσεις, καθώς και ότι επιπλέον δεν ορίζεται σαφώς η προβλεπόμενη χρήση των εσόδων από τις επιβαρύνσεις αυτές και ότι οι προμνησθείσες επιχειρήσεις φέρουν τη συναφή αστική ευθύνη μέχρι του ποσού των 1200000000 [ευρώ];
3)
Πληρούται η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της [οδηγίας 2009/72] απαίτηση, κατά την οποία οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται χάριν του γενικού οικονομικού συμφέροντος, περιλαμβανομένης της προστασίας του περιβάλλοντος, πρέπει να ορίζονται σαφώς, να είναι διαφανείς, αμερόληπτες και επαληθεύσιμες, στην περίπτωση που ο περιβαλλοντικός σκοπός και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων δεν μνημονεύονται συγκεκριμένα στις διατάξεις του νόμου;
4)
Αντιβαίνει στην αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει” κατά το άρθρο 191, παράγραφος 2, [ΣΛΕΕ], στις αρχές της ισότητας και της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων κατά τα άρθρα 20 και 21 του [Χάρτη] και στα άρθρα 3 και 5 της οδηγίας 2005/89, καθόσον σκοπούν να διασφαλίσουν την “εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρισμού”, καλώντας τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι “τα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία δεν εμπεριέχουν διακρίσεις και δεν δημιουργούν αδικαιολόγητο βάρος για τους φορείς της αγοράς”, εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει μεν ότι το βάρος της χρηματοδοτήσεως του ελλείμματος λόγω των ισχυόντων τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας φέρει το σύνολο των επιχειρήσεων του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά επιβάλλει στις επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια (πλέον των επιχειρήσεων υδροηλεκτρικής ενέργειας, η οποία θεωρείται ανανεώσιμη ενέργεια) ιδιαίτερα υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις, επιρρίπτοντας σε αυτές μεγαλύτερο βάρος συνεισφοράς από ό,τι σε άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς να αντιμετωπίζουν τις επιβαρύνσεις αυτές, καίτοι ορισμένες εξ αυτών είναι πιο ρυπογόνες, προβάλλοντας λόγους προστασίας του περιβάλλοντος εξαιτίας των κινδύνων και των αβεβαιοτήτων που είναι σύμφυτοι με τις πυρηνικές δραστηριότητες, χωρίς εξειδίκευση του κόστους, χωρίς να ορίζεται ότι τα έσοδα θα διατεθούν για σκοπούς περιβαλλοντικής προστασίας, ενώ η διαχείριση και η αποθήκευση των αποβλήτων καλύπτονται από άλλα τέλη και οι επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια φέρουν αστική ευθύνη, κατά το μέτρο που η εθνική αυτή νομοθεσία νοθεύει τον απαιτούμενο στην ελευθερωμένη εσωτερική αγορά ελεύθερο ανταγωνισμό, δεδομένου ότι ευνοούνται οι λοιποί παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας που δεν επιβαρύνονται με περιβαλλοντικά τέλη ενώ χρησιμοποιούν πιο ρυπογόνες πηγές παραγωγής ενέργειας;
5)
Αντιβαίνει στο άρθρο 191, παράγραφος 2, [ΣΛΕΕ], στο οποίο προβλέπεται η αρχή “ο ρυπαίνων πληρώνει”, επιβάρυνση επί των αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και των ραδιενεργών αποβλήτων που προκύπτουν από την παραγωγή ηλεκτρισμού από πυρηνική ενέργεια, η οποία επιβάλλεται μόνο στον κλάδο παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, εξαιρουμένου κάθε άλλου τομέα που μπορεί να παραγάγει τέτοια απόβλητα, με αποτέλεσμα άλλες επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα κάνοντας χρήση πυρηνικών υλικών ή πυρηνικής ενέργειας να μην επιβαρύνονται, παρά το γεγονός ότι η δραστηριότητά τους έχει επιπτώσεις στο περιβάλλον το οποίο πρέπει να προστατευτεί;»
20.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες των κύριων δικών, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επιπλέον, άπαντες οι μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Φεβρουαρίου 2018.
V. Ανάλυση
21.
Όπως μου ζητήθηκε από το Δικαστήριο, στις παρούσες προτάσεις οι παρατηρήσεις μου θα περιοριστούν στα δύο πρώτα ερωτήματα της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε από το Tribunal Supremo (Ανώτατο Δικαστήριο). Θα εξετάσω τα προδικαστικά αυτά ερωτήματα κατά το μέρος που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72, καθόσον οι λοιπές διατάξεις που αναφέρθηκαν προς στήριξή τους είναι είτε απαράδεκτες είτε περιττές.
22.
Πρώτον, η ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/72, αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος. Δεύτερον, η ερμηνεία των άρθρων 20 και 21 του Χάρτη παρέλκει, καθόσον στην πράξη η αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων εκφράζεται στον τομέα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72. Τρίτον, το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ορίζει ότι η περιβαλλοντική πολιτική της Ένωσης αποβλέπει σε ένα υψηλό επίπεδο προστασίας και πρέπει να στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να καθορίσει τους γενικούς περιβαλλοντικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι το άρθρο 192 ΣΛΕΕ παρέχει στον νομοθέτη της Ένωσης την εξουσία να αποφασίζει ποια μέτρα πρέπει να λαμβάνονται για την επίτευξη αυτών των στόχων. Συνεπώς, όπως ορθώς υπογραμμίζουν η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, εφόσον το άρθρο 191, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, το οποίο διατυπώνει την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», αφορά δράσεις στο επίπεδο της Ένωσης, δεν μπορεί να γίνει επίκληση αυτής καθ’ εαυτήν της εν λόγω διατάξεως από ιδιώτες προκειμένου να αποκλεισθεί η εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως σε τομέα σχετικό με την περιβαλλοντική πολιτική, για τον οποίο δεν υπάρχει ευρωπαϊκή νομοθεσία θεσπισθείσα δυνάμει του άρθρου 192 ΣΛΕΕ που να καλύπτει ειδικά την επίμαχη κατάσταση ( 6 ). Επιβάλλεται να σημειωθεί ότι ούτε η οδηγία 2009/72 ούτε η οδηγία 2005/89 (στην οποία επίσης παραπέμπει το αιτούν δικαστήριο) εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 175 ΕΚ, νυν άρθρου 192 ΣΛΕΕ.
23.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, εκτιμώ ότι τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα μπορούν να απαντηθούν από κοινού, νοουμένου ότι με τα προδικαστικά αυτά ερωτήματα το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, με την οποία επιβλήθηκαν επιβαρύνσεις στην παραγωγή και στην αποθήκευση ραδιενεργών καυσίμων και αποβλήτων, οι οποίες πλήττουν μόνον επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας και ως κύριο σκοπό τους δεν έχουν την προστασία του περιβάλλοντος αλλά την αύξηση των εσόδων που προορίζονται για τη χρηματοδότηση του ελλείμματος λόγω των ισχυόντων τιμολογίων.
Α. Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/72
24.
Κατ’ αρχάς, είναι σκόπιμο να εξεταστεί η δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2009/72 σε φόρους όπως οι επίμαχοι στις κύριες δίκες φόροι ραδιενεργών αποβλήτων.
25.
Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η οδηγία αυτή θεσπίζει απλώς κοινούς κανόνες για την οργάνωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς να επηρεάζει τη φορολογική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι επίμαχοι στις κύριες δίκες φόροι θεσπίσθηκαν δυνάμει της αρμοδιότητας αυτής.
26.
Από την πλευρά τους, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν –και το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να συμφωνεί– ότι οι φόροι των ραδιενεργών αποβλήτων έχουν αντίκτυπο, καίτοι έμμεσο, στην πρόσβαση των παραγωγών πυρηνικής ενέργειας στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κατά τρόπο ισότιμο με τους παραγωγούς ηλεκτρισμού χωρίς χρήση πυρηνικής ενέργειας. Επομένως, οι συγκεκριμένοι φόροι επηρεάζουν αναπόφευκτα τις δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται οι πρώτες αυτές εταιρίες, πράγμα το οποίο, με τη σειρά του, δύναται να επηρεάσει τη συμμετοχή τους υπό συνθήκες ισότιμου ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η εθνική νομοθεσία, επιβάλλοντας φόρους στην παραγωγή αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων από την παραγωγή ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας και στην αποθήκευση αυτών των αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων σε κεντρικές εγκαταστάσεις, επιβάλλει υποχρεώσεις στις εταιρίες ηλεκτροπαραγωγής με χρήση πυρηνικής ενέργειας που δραστηριοποιούνται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και, ως εκ τούτου, μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/72, η οποία αποβλέπει στην καθιέρωση κοινών κανόνων στο πλαίσιο αυτής της αγοράς.
27.
Δεν συμμερίζομαι την τελευταία αυτή ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2009/72, για τους ακόλουθους λόγους.
28.
Το πεδίο εφαρμογής των κανόνων του δικαίου της Ένωσης καθορίζεται με τις συνήθεις ερμηνευτικές μεθόδους που έχει δεχθεί το Δικαστήριο. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να εξεταστούν το γράμμα, η οικονομία και οι σκοποί της οδηγίας 2009/72 ( 7 ).
29.
Πρώτον, το άρθρο 1 της οδηγίας ορίζει ότι «η παρούσα οδηγία θεσπίζει κοινούς κανόνες που αφορούν την παραγωγή, τη μεταφορά, τη διανομή και την προμήθεια ηλεκτρικής ενεργείας, καθώς και την προστασία των καταναλωτών, με στόχο τη βελτίωση και την ολοκλήρωση ανταγωνιστικών αγορών ηλεκτρικής ενεργείας στην Κοινότητα» ( 8 ).
30.
Με αυτή τη διατύπωση, ο ορισμός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας μπορεί να φαίνεται ευρύς, καλύπτοντας ολόκληρο τον «βίο» της ηλεκτρικής ενέργειας, από την παραγωγή της μέχρι και την παροχή της στον καταναλωτή. Ο νομοθέτης, ωστόσο, προσεγγίζει τη διαδικασία αυτή υπό συγκεκριμένη οπτική, δηλαδή υπό την έννοια της βελτιώσεως και ολοκληρώσεως των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας της Ένωσης.
31.
Δεύτερον, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η οδηγία αυτή έχει ένα ευρύ φάσμα σκοπών, όπως η προστασία του περιβάλλοντος και των καταναλωτών ( 9 ), η εσωτερική αγορά δεν παύει να αποτελεί τον «βασικό της στόχο» ( 10 ). Το ενδιαφέρον εξακολουθεί να εστιάζεται στη διασυνοριακή πρόσβαση των νέων προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας από διαφορετικές ενεργειακές πηγές καθώς και των νέων παρόχων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ( 11 ). Όπως διευκρινίζει η αιτιολογική σκέψη 59 της οδηγίας 2009/72, «[έ]νας από τους βασικούς στόχους της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη μιας πραγματικά εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενεργείας, μέσω ενός ευρωπαϊκού συνδεδεμένου δικτύου […]». Με άλλα λόγια, η οδηγία 2009/72, σκοπεί, ουσιαστικά, στην καθιέρωση μιας ανοικτής και ανταγωνιστικής εσωτερικής αγοράς στην ηλεκτρική ενέργεια, η οποία θα επιτρέπει, αφενός, στους καταναλωτές να επιλέγουν ελεύθερα τους προμηθευτές τους και, αφετέρου, σε αυτούς τους προμηθευτές να διαθέτουν ελεύθερα τα προϊόντα τους στους καταναλωτές, δημιουργώντας ισότιμους όρους στην εν λόγω αγορά και διασφαλίζοντας την επάρκεια ενέργειας και βιώσιμες πολιτικές για την κλιματική αλλαγή ( 12 ).
32.
Τρίτον, οι επίμαχοι στις κύριες δίκες φόροι ραδιενεργών αποβλήτων δεν αφορούν την παραγωγή ή την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αλλά τα αναλωθέντα πυρηνικά καύσιμα και τα ραδιενεργά απόβλητα από την παραγωγή ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας (καθώς και την αποθήκευση αυτών των ραδιενεργών καυσίμων και αποβλήτων). Ομολογουμένως, τα αναλωθέντα πυρηνικά καύσιμα και τα ραδιενεργά απόβλητα είναι συμφυή με τη διαδικασία παραγωγής πυρηνικής ενέργειας ( 13 ). Τούτο, όμως, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για την υπαγωγή τους στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/72.
33.
Πράγματι, μολονότι ο όρος «παραγωγή» χρησιμοποιείται στο άρθρο 1 της οδηγίας 2009/72 και ορίζεται στο άρθρο 2, σημείο 1, ως «η παραγωγή ηλεκτρικής ενεργείας», η έννοια αυτή αναλύεται στο κεφάλαιο III. Συναφώς, επιβάλλεται να σημειωθεί ότι η έννοια της «παραγωγής» περιορίζεται στους κανόνες που διέπουν την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων παραγωγής και στους διαγωνισμούς για την κατασκευή αυτών των νέων εγκαταστάσεων.
34.
Επιπλέον –και ίσως το σημαντικότερο όλων– είναι ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι φορολογικές επιβαρύνσεις, όπως ο φόρος ραδιενεργών αποβλήτων, είναι ικανές να επηρεάσουν την πρόσβαση των παραγωγών πυρηνικής ενέργειας στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, η οδηγία 2009/72 δεν περιλαμβάνει κανέναν φορολογικό κανόνα.
35.
Τα πράγματα δεν θα μπορούσε να έχουν αλλιώς, καθόσον η οδηγία 2009/72 εκδόθηκε με βάση το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ (νυν άρθρο 114 ΣΛΕΕ), σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 251 ΕΚ διαδικασία, και η παράγραφος 2 του άρθρου 95 ΕΚ ορίζει ότι η παράγραφός του 1 δεν εφαρμόζεται στις φορολογικές διατάξεις.
36.
Η πρόθεση των κρατών μελών να διατηρήσουν τη φορολογική αρμοδιότητα στον κλάδο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κατέστη ακόμη σαφέστερη με την υπογραφή της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Πράγματι, ενώ το άρθρο 194, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ορίζει ότι τα μέτρα που απαιτούνται για την επίτευξη του στόχου της ενεργειακής πολικής της Ένωσης λαμβάνονται με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου ορίζει ότι, όταν πρόκειται για μέτρα «κυρίως φορολογικού χαρακτήρα», αυτά λαμβάνονται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει ομοφώνως, σύμφωνα με ειδική νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
37.
Ως εκ τούτου, φρονώ, όπως προανέφερα, ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2009/72 περιορίζεται στην παραγωγή, μεταφορά, διανομή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα εναρμονίσεως της φορολογίας έχει ορισμένη σημασία. Εν προκειμένω όμως, έχει θεσπιστεί νομοθετικό μέτρο στο επίπεδο της Ένωσης,. Είναι αληθές ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72, θεσπίζει απλώς έναν κανόνα περί απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων. Ωστόσο, στον βαθμό που προβλέπει έναν κατά το δίκαιο της Ένωσης κανόνα εφαρμογής, πρέπει να θεωρηθεί μέτρο εναρμονίσεως.
38.
Πάντως, εφόσον η Ένωση ήταν αναρμόδια, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ (νυν άρθρο 114 ΣΛΕΕ), να θεσπίσει ένα τέτοιο φορολογικό μέτρο, αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72 είχε εφαρμογή σε εθνικό φορολογικό μέτρο, το άρθρο αυτό, εξ ορισμού, θα στερούνταν νομιμότητας. Συνεπώς, η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο πιο συσταλτικό από αυτόν που το γενικόλογο του γράμματός της ίσως υποδεικνύει. Οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα θα είχε ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας και θα συνεπαγόταν, κατά την άποψή μου, την εκ μέρους της Ένωσης άσκηση μιας φορολογικής αρμοδιότητας την οποία αυτή, απλούστατα, δεν διαθέτει. Κατά συνέπεια, αν η οδηγία ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καθιστά δυνατή την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων σε φόρους που επιβάλλονται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εξομοιώνεται, ουσιαστικά, με φορολογικό μέτρο για το οποίο η Ένωση ουδεμία αρμοδιότητα είχε λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 114 ΣΛΕΕ.
39.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, οφείλω να συναγάγω ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν έχει εφαρμογή σε φόρους όπως οι επίμαχοι στις κύριες δίκες.
Β. Επικουρικώς, το ζήτημα της δυσμενούς διακρίσεως
40.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει με αυτή την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2009/72 και συναγάγει ότι η εν λόγω οδηγία έχει εφαρμογή στους φόρους ραδιενεργών αποβλήτων, θα προτείνω στη συνέχεια να εξεταστεί επικουρικώς το ζήτημα αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε φόρους όπως αυτοί που θεσπίστηκαν από το Βασίλειο της Ισπανίας εν προκειμένω. Κατά συνέπεια, στο υπόλοιπο των παρουσών προτάσεων λαμβάνεται ως σημείο αφετηρίας η παραδοχή –αντιθέτως προς την προσωπική μου άποψη– ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72 όντως έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
1. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72 και υποχρεώσεις κοινής ωφέλειας
41.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72, «[τ]α κράτη μέλη εξασφαλίζουν, βάσει της θεσμικής τους οργάνωσης και τηρώντας δεόντως την αρχή της επικουρικότητας, ότι, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, οι επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενεργείας λειτουργούν σύμφωνα με τις αρχές της παρούσας οδηγίας, με σκοπό την επίτευξη ανταγωνιστικής, ασφαλούς και περιβαλλοντικώς βιώσιμης αγοράς ηλεκτρικής ενεργείας, και δεν κάνουν διακρίσεις μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων όσον αφορά τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις τους» ( 14 ).
42.
Παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο άρθρο επιγράφεται «Υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και προστασία του πελάτη», θεωρώ ότι η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν περιορίζεται στον τομέα των «υπηρεσιών κοινής ωφέλειας» ή στην προστασία των καταναλωτών.
43.
Πρώτον, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι πολύ ευρύτερο από τον τίτλο του. Προφανώς, επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής χάριν του γενικού οικονομικού συμφέροντος ( 15 ) και προβλέπει μέτρα προς όφελος των καταναλωτών, όπως, για παράδειγμα, την υποχρέωση παροχής πληροφοριών ( 16 ). Ωστόσο, απαιτεί επίσης από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν άλλα μέτρα τα οποία αποσκοπούν, για παράδειγμα, στην κοινωνική και οικονομική συνοχή και στην προστασία του περιβάλλοντος ή στη διασφάλιση της υπάρξεως ενός ανεξάρτητου μηχανισμού, όπως ο διαμεσολαβητής ενεργείας, ή στη θέσπιση ενός φορέα για τους καταναλωτές με σκοπό την αποτελεσματική διεκπεραίωση των καταγγελιών και την επίτευξη εξωδικαστικών διακανονισμών ( 17 ).
44.
Δεύτερον, όπως το Δικαστήριο έχει κρίνει στο πλαίσιο της προηγούμενης οδηγίας σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ( 18 ), οι διατάξεις της οδηγίας εκείνης που αφορούν την αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων «αποτελούν ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας» ( 19 ).
45.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, φρονώ ότι, αν η οδηγία 2009/72 έχει εφαρμογή σε φορολογικές επιβαρύνσεις όπως ο φόρος ραδιενεργών αποβλήτων, επίσης το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, ως ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής της ισότητας, έχει εφαρμογή στους εν λόγω φόρους.
2. Δυσμενής διάκριση
46.
Κατά πάγια νομολογία, η αρχή της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων επιβάλλει, αφενός, να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις και, αφετέρου, να μην αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο διαφορετικές μεταξύ τους καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά ( 20 ). Διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται αν στηρίζεται σε αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο, δηλαδή αν συνδέεται με νομίμως επιδιωκόμενο από την επίμαχη νομοθεσία σκοπό και αν είναι ανάλογη προς τον σκοπό που επιδιώκεται με την εν λόγω μεταχείριση ( 21 ).
47.
Προκειμένου μια κατάσταση να χαρακτηριστεί ως «παρόμοια» ή «διαφορετική», πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα των επιδιωκόμενων από το επίμαχο μέτρο σκοπών ( 22 ). Πράγματι, όπως επανειλημμένως έχει κρίνει το Δικαστήριο, «η απαίτηση περί συγκρισιμότητας των καταστάσεων προκειμένου να διαπιστωθεί η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν, ιδίως δε υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της εθνικής νομοθετικής ρυθμίσεως που εισάγει την επίμαχη διάκριση» ( 23 ).
48.
Είναι αληθές ότι, στην περίπτωση κατά την οποία επίμαχη δεν είναι η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, αλλά διάταξη με την οποία συγκεκριμενοποιείται η αρχή αυτή, το ζήτημα που ενδέχεται να ανακύψει είναι αν η δυνατότητα συγκρίσεως μεταξύ των δύο καταστάσεων δεν θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου με αυτή τη διάταξη σκοπού αλλά, αντιθέτως, με γνώμονα την εθνική νομοθεσία που εισήγαγε την προβαλλόμενη δυσμενή διάκριση.
49.
Κατά την άποψή μου, η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο παραπέμπει στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως η διάταξη που συγκεκριμενοποιεί την εν λόγω αρχή. Αν η διάταξη αυτή ορίζει ρητώς ότι δύο συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων πρέπει να αντιμετωπίζονται με πανομοιότυπο τρόπο, τα εθνικά δικαστήρια θα πρέπει να θεωρούν τις καταστάσεις αυτές συγκρίσιμες. Ωστόσο, αν οδηγία ορίζει απλώς ότι τα κράτη μέλη δεν πρέπει να διακρίνουν μεταξύ συγκεκριμένης κατηγορίας προσώπων, αυτά τα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να αντιμετωπίζουν όλα αυτά τα πρόσωπα ως ευρισκόμενα στην ίδια κατάσταση, αλλά οφείλουν να διασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση της νομοθετικής τους εξουσίας, δεν θα δημιουργήσουν αυθαίρετες διακρίσεις και, συνεπώς, θα διαφυλαχθεί η ουσία της ίσης μεταχειρίσεως.
50.
Εν προκειμένω, εφόσον το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεν ορίζει ότι όλοι οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως αλλά αντιθέτως ότι «[τ]α κράτη μέλη […] δεν κάνουν διακρίσεις μεταξύ των […] επιχειρήσεων [ηλεκτρικής ενέργειας] όσον αφορά τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις τους», φρονώ ότι η συγκρισιμότητα μεταξύ των καταστάσεων πρέπει να καθοριστεί αποκλειστικά και μόνο με γνώμονα το αντικείμενο της εθνικής νομοθεσίας και τον επιδιωκόμενο σκοπό.
51.
Επομένως, είναι αναγκαίο να καθορισθεί αν η κατάσταση των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι συγκρίσιμη με αυτή των λοιπών παραγωγών ενέργειας με γνώμονα τον σκοπό της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας.
52.
Κατά το προοίμιο του Ley 15/2012, η εισαγωγή των φόρων ραδιενεργών αποβλήτων δικαιολογείται από τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την παραγωγή ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας, από την άποψη των περιβαλλοντικών όρων και των όρων ασφαλείας.
53.
Επισημαίνω συναφώς, ότι στην απόφαση Kernkraftwerke Lippe-Ems το Δικαστήριο έκρινε ότι «φορείς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, πέραν εκείνων που χρησιμοποιούν πυρηνικά καύσιμα […] δεν τελούν, από πλευράς του επιδιωκόμενου με το επίμαχο καθεστώς σκοπού, σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση με όσους χρησιμοποιούν πυρηνικά καύσιμα, δεδομένου ότι μόνον οι τελευταίοι προκαλούν ραδιενεργά λύματα λόγω της χρήσεως του συγκεκριμένου είδους καυσίμων» ( 24 ). Επιβάλλεται να επισημανθεί ότι ο επίμαχος στην υπόθεση εκείνη εθνικός κανόνας επεδίωκε σκοπό παρόμοιο με αυτόν που επιδιώκουν οι επίμαχοι εν προκειμένω φόροι ραδιενεργών αποβλήτων, καθόσον αφορούσε ένα τέλος χρήσεως πυρηνικών καυσίμων για την εμπορική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο συνέβαλλε, στο πλαίσιο της φορολογικής εξυγιάνσεως και σύμφωνα με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», στην άμβλυνση της επιβαρύνσεως που συνεπάγονταν για τον γερμανικό ομοσπονδιακό προϋπολογισμό οι εργασίες που απαιτούνταν για την αποκατάσταση συγκεκριμένου ορυχείου, όπου αποθηκεύονταν ραδιενεργά απόβλητα από τη χρήση πυρηνικών καυσίμων ( 25 ).
54.
Μολονότι αυτή η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση Kernkraftwerke Lippe-Ems διατυπώνεται στο σκέλος της αποφάσεως που αφορά τη συμβατότητα του εθνικού κανόνα με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, αδυνατώ να διακρίνω για ποιον λόγο οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σχετικά με τη συγκρισιμότητα των καταστάσεων των παραγωγών ενέργειας όσον αφορά τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, δεν πρέπει να εφαρμοστούν επίσης στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Επίσης αυτή η υπόθεση έχει ως αντικείμενο φόρους για τη χρήση πυρηνικών καυσίμων (καθόσον οι φόροι ραδιενεργών αποβλήτων αφορούν αναλωθέντα πυρηνικά καύσιμα και ραδιενεργά απόβλητα) οι οποίοι θεσπίστηκαν λόγω διαφόρων ανησυχιών, μεταξύ άλλων, ως προς τις δυσχέρειες σχετικά με το περιβάλλον και την ασφάλεια οι οποίες συνδέονται με αυτού του είδους τα απόβλητα.
55.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής και φρονώ ότι η πυρηνική ενέργεια δεν βρίσκεται σε συγκρίσιμη κατάσταση με τις λοιπές πηγές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, λόγω των ειδικών κινδύνων που συνεπάγεται για την υγεία και την ασφάλεια, ιδίως όσον αφορά τη διαχείριση και την αποθήκευση των παραγόμενων από αυτήν ραδιενεργών αποβλήτων. Ωστόσο, τούτο από μόνο του δεν συνιστά κατ’ ανάγκην εκτίμηση αποφασιστικής σημασίας, καθόσον το καθήκον του αιτούντος δικαστηρίου σε τέτοιες περιστάσεις είναι πράγματι να εκτιμήσει αν, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η εξουσία εκτιμήσεως του κράτους σε αυτές τις περιπτώσεις, η διαφορετική αυτή φορολογική μεταχείριση μπορεί όντως να δικαιολογηθεί λόγω των ειδικών και εξαιρετικών δυσχερειών σχετικά με το περιβάλλον και την ασφάλεια οι οποίες συνδέονται με την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας.
56.
Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι στο πλαίσιο των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί του κύρους ή της ερμηνείας διατάξεως του εθνικού δικαίου, όπως θα μπορούσε να πράξει δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Τελικά, στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο αρμόδιο να καθορίσει τα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης πραγματικά περιστατικά και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία, εναπόκειται να κρίνει αν αυτό ισχύει εν προκειμένω. Ωστόσο, στην προδικαστική διαδικασία, το Δικαστήριο, το οποίο καλείται να δώσει στον εθνικό δικαστή χρήσιμες απαντήσεις, είναι αρμόδιο να παράσχει, με βάση τη δικογραφία της κύριας δίκης και τις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν, στοιχεία που θα δώσουν στον εθνικό δικαστή τη δυνατότητα να αποφανθεί ( 26 ).
57.
Συναφώς, τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και οι αναιρεσείουσες διατυπώνουν σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά την προφασιζόμενη περιβαλλοντική βάση για τη θέσπιση της επίμαχης νομοθεσίας και υποστηρίζουν ότι η πραγματική βάση της έγκειται αποκλειστικά στην ανάγκη αυξήσεως των εσόδων προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα λόγω των ισχυόντων τιμολογίων. Με άλλα λόγια, απ’ ό,τι φαίνεται, ο πραγματικός σκοπός των φόρων ραδιενεργών αποβλήτων συνίσταται στην αύξηση των δημοσίων εσόδων από το οικονομικό σύστημα στον κλάδο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
58.
Αν αυτό επαληθευθεί από το αιτούν δικαστήριο, τότε, ομολογουμένως, η κατάσταση διαφέρει. Πράγματι, δεδομένων της ιδιαίτερης καταστάσεως του ελλείμματος λόγω των ισχυόντων τιμολογίων στην Ισπανία και της ανάγκης μειώσεώς του, όλοι οι παραγωγοί ενέργειας βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση, καθόσον το έλλειμμα οφείλεται στη διαφορά μεταξύ των εσόδων που εισπράττουν από τους καταναλωτές οι ισπανικές εταιρίες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και του κόστους για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας το οποίο αναγνωρίζουν οι εθνικές ρυθμίσεις.
59.
Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αφενός, το γεγονός της υπάρξεως διαφόρων άλλων υποχρεώσεων προκειμένου να καλυφθούν οι κίνδυνοι που συνδέονται με την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας ( 27 ), και, αφετέρου, το γεγονός ότι η δεύτερη συμπληρωματική διάταξη του νόμου 15/2012 ορίζει ότι ο κρατικός προϋπολογισμός προορίζει για τη χρηματοδότηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, μεταξύ άλλων, τα εκτιμώμενα ετήσια έσοδα του Δημοσίου από τους φόρους, τα τέλη και τα πρόστιμα που προβλέπονται στον νόμο 15/2012 αποτελούν στοιχεία τα οποία θέτουν υπό σοβαρή αμφισβήτηση τους περιβαλλοντικούς λόγους όπως αυτοί παρουσιάζονται στο προοίμιο του νόμου 15/2012.
60.
Όλα αυτά τείνουν να υπονομεύσουν την παρατεθείσα αιτιολογία του φόρου που επιβλήθηκε στους παραγωγούς ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας (μεταξύ άλλων, την ανάγκη αντιμετωπίσεως ειδικών και συγκεκριμένων περιβαλλοντικών ανησυχιών). Αν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώσει ότι αυτό ισχύει, τούτο θα σημαίνει ότι ο φόρος αυτός, μολονότι παρουσιάζεται ψευδώς ως περιβαλλοντικό μέτρο, στην πραγματικότητα λειτουργεί ως ειδικό φορολογικό μέτρο που έχει ως αποτέλεσμα την εισαγωγή δυσμενών διακρίσεων μεταξύ των παραγωγών πυρηνικής ενέργειας, υποβάλλοντας τους σε υψηλότερη φορολογία σε σύγκριση με τους λοιπούς παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, αυτή δε η διαφορετική αντιμετώπιση δεν δικαιολογείται αντικειμενικά από αυτές τις εύλογες περιβαλλοντικές ανησυχίες.
61.
Πάντως, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν ο σκοπός του επίμαχου στις κύριες δίκες νόμου συνδέεται πραγματικά με την προστασία του περιβάλλοντος και την ασφάλεια και, στην περίπτωση που είναι αναγκαίο, λαμβανομένου υπόψη δεόντως της σχετικής εξουσίας εκτιμήσεως του κράτους μέλους, αν η διαφορετική φορολογική αντιμετώπιση των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας δικαιολογείται αντικειμενικώς για τους σκοπούς της συγκεκριμένης ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72. Πράγματι, αν η προστασία του περιβάλλοντος μπορεί, χωρίς αμφιβολία, να θεωρηθεί ότι συνιστά αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο στον τομέα της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας –όπως καθίσταται σαφές από τη ρητή διατύπωση τόσο του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/72 όσο και του άρθρου 194, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ– η διαφορετική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον αν συνδέεται με τον νομίμως επιδιωκόμενο σκοπό ( 28 ).
VI. Πρόταση
62.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα πρώτα δύο προδικαστικά ερωτήματα του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία), ως εξής:
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και για την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν έχει εφαρμογή σε φορολογικές επιβαρύνσεις όπως οι επίμαχοι στις κύριες δίκες φόροι, οι οποίοι επιβάλλονται στην παραγωγή αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων από την παραγωγή ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας και στην αποθήκευση αυτών των αναλωθέντων πυρηνικών καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων σε κεντρικές εγκαταστάσεις.
Επικουρικώς,
το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/72 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, κατ’ αρχήν, δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση όπως οι επίμαχοι στις κύριες δίκες φόροι, καθόσον η κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρισμού με χρήση πυρηνικής ενέργειας δεν είναι συγκρίσιμη με αυτή στην οποία βρίσκονται οι λοιποί παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος και την ασφάλεια.
Πάντως, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν ο σκοπός της επίμαχης στις κύριες δίκες νομοθεσίας συνδέεται πραγματικά με την προστασία του περιβάλλοντος και την ασφάλεια και, στην περίπτωση που είναι αναγκαίο, αν η από φορολογικής απόψεως διαφορετική αντιμετώπιση των διαφόρων ειδών παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας δικαιολογείται αντικειμενικά από αυτές τις περιβαλλοντικές ανησυχίες.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) ΕΕ 2009, L 211, σ. 55.
( 3 ) ΕΕ 2006, L 33, σ. 22.
( 4 ) BOE αριθ. 312, της 28ης Δεκεμβρίου 2012, σ. 88081.
( 5 ) Η «χρηματοδότηση του ελλείμματος» αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των εσόδων που οι ισπανικές εταιρίες ηλεκτρισμού εισπράττουν από τους καταναλωτές και του κόστους για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας το οποίο αναγνωρίζεται από τις εθνικές ρυθμίσεις.
( 6 ) Πρβλ. αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2010, ERG κ.λπ. (C‑379/08 και C‑380/08, EU:C:2010:127, σκέψεις 38 και 39), και της 4ης Μαρτίου 2015, Fipa Group κ.λπ. (C‑534/13, EU:C:2015:140, σκέψεις 39 και 40).
( 7 ) Πρβλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, Abels (135/83, EU:C:1985:55, σκέψη 13), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση Berliner Kindl Brauerei (C‑208/98, EU:C:1999:537, σημείο 32).
( 8 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 9 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 42, 43 και 51 της οδηγίας 2009/72. Πρβλ., επίσης, Johnston, A., και Block, G., EU Energy Law, Οξφόρδη, Oxford University Press, 2012, αριθ. 2.45.
( 10 ) Βλ. Delvaux, B., «Eu Law and the Development of a Sustainable, Competitive and Secure Energy Policy», Κέιμπριτζ-Αμβέρσα-Πόρτλαντ, Intersentia, 2013, αριθ. 141.
( 11 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 8 και 39 της οδηγίας 2009/72.
( 12 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 3, 4, 5 και 7 της οδηγίας 2009/72.
( 13 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 19 και 20 της οδηγίας 2011/70/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2011, η οποία θεσπίζει κοινοτικό πλαίσιο για την υπεύθυνη και ασφαλή διαχείριση αναλωμένων καυσίμων και ραδιενεργών αποβλήτων (ΕΕ 2011, L 199, σ. 48) και άρθρο i του προοιμίου της Διεθνούς Κοινής Συμβάσεως για την ασφάλεια της διαχείρισης αναλωμένου καυσίμου και για την ασφάλεια της διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων, που εγκρίθηκε από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας στις 5 Σεπτεμβρίου 1997.
( 14 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 15 ) Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/72.
( 16 ) Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 5, της οδηγίας 2009/72.
( 17 ) Βλ. άρθρο 3, παράγραφοι 10 και 13, της οδηγίας 2009/72.
( 18 ) Οδηγία 2003/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ (ΕΕ 2003, L 176, σ. 37).
( 19 ) Βλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2016, Essent Belgium (C‑492/14, EU:C:2016:732, σκέψη 79). Βλ., επίσης, σχετικά με τη σιωπηρή εφαρμογή αυτής της συλλογιστικής όσον αφορά τα άρθρα 15, παράγραφος 7, και 37, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2009/72, απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2018, Solvay Chimica Italia κ.λπ. (C‑262/17, C‑263/17 και C‑273/17, EU:C:2018:961, σκέψεις 64 και 66).
( 20 ) Πρβλ. απόφαση της 7ης Μαρτίου 2017, RPO (C‑390/15, EU:C:2017:174, σκέψη 41).
( 21 ) Πρβλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2016, Essent Belgium (C‑492/14, EU:C:2016:732, σκέψη 81).
( 22 ) Lenaerts, K., και Van Nuffel, P., European Union Law, Sweet & Maxwell, τρίτη έκδοση, Λονδίνο, 2011 (7-061).
( 23 ) Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2019, Cresco Investigation (C‑193/17, EU:C:2019:43, σκέψη 42). Βλ., επίσης, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 2015, O (C‑432/14, EU:C:2015:643, σκέψη 32), και της 26ης Ιουνίου 2018, MB (αλλαγή φύλου και συνταξιοδότηση) (C‑451/16, EU:C:2018:492, σκέψη 42).
( 24 ) Απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015 (C‑5/14, EU:C:2015:354, σκέψη 79).
( 25 ) Βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015, Kernkraftwerke Lippe-Ems (C‑5/14, EU:C:2015:354, σκέψη 78).
( 26 ) Πρβλ. απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2018, Montag (C‑480/17, EU:C:2018:987, σκέψη 34).
( 27 ) Κατά το εθνικό δικαστήριο, οι δημόσιοι πόροι που απαιτούνται για να καταστεί εφικτή και βιώσιμη η διαχείριση και αποθήκευση των ραδιενεργών αποβλήτων καλύπτονται από τέσσερις τουλάχιστον φόρους που προορίζονται προς στήριξη του Fondo nacional para la financiación de las actividades del Plan General de Residuos Radioactivos (εθνικού ταμείου για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων σύμφωνα με το γενικό σχέδιο για τα ραδιενεργά απόβλητα) (παράγραφος 8.3, σελ. 26, της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑80/18). Το αιτούν δικαστήριο επικαλείται επίσης την υποχρέωση των παραγωγών πυρηνικής ενέργειας να φέρουν την αστική ευθύνη μέχρι του ποσού των 1200 εκατομμυρίων ευρώ. Πέραν αυτών των υποχρεώσεων, η Endesa Generación επικαλείται επίσης το γεγονός ότι οι σταθμοί παραγωγής πυρηνικής ενέργειας στην Ισπανία υπόκεινται σε επιβαρύνσεις για τη χρηματοδότηση του Συμβουλίου Πυρηνικής Ασφάλειας και σε επιβαρύνσεις για τη χρηματοδότηση της φυλάξεως των εγκαταστάσεων από δημόσια σώματα ασφαλείας.
( 28 ) Πρβλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2016, Essent Belgium (C‑492/14, EU:C:2016:732, σκέψη 81).