Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 13ης Ιουνίου 2019 (1)
Υπόθεση C-160/18
X BV
κατά
Staatssecretaris van Financiën
[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden
(Ανωτάτου Δικαστηρίου των Κάτω Χωρών)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Εκ των υστέρων είσπραξη πρόσθετων δασμών – Εισαγωγή κρέατος πουλερικών – Μηχανισμός ελέγχου για τον καθορισμό του ποσού των πρόσθετων δασμών – Τρόπος υπολογισμού των πρόσθετων δασμών – Νομιμότητα του μηχανισμού ελέγχου»
Εισαγωγή
1. Αυτή είναι η δεύτερη φορά που το Δικαστήριο θα έχει την ευκαιρία να εξετάσει τη νομιμότητα των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης των σχετικών με τους πρόσθετους δασμούς στον τομέα του κρέατος πουλερικών. Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, η παρούσα υπόθεση αφορά την εισαγωγή κατεψυγμένου κρέατος πουλερικών καταγωγής Βραζιλίας (2). Στην προηγούμενη υπόθεση που αφορούσε το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο ακύρωσε τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης (3). Οι διατάξεις αυτές έχουν στο μεταξύ τροποποιηθεί, υπάρχουν εντούτοις σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον οι αλλαγές αυτές ήταν επαρκείς. Η παρούσα υπόθεση θα παράσχει τη δυνατότητα επίλυσης του ζητήματος αυτού.
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
2. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της Συμφωνίας για τη γεωργία, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1A της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που εγκρίθηκε από την Ένωση κατ’ εφαρμογήν της απόφασης του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994) (4), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (στο εξής: συμφωνία για τη γεωργία), ορίζει τα εξής:
«Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου II παράγραφος 1 στοιχείο β) της GATT του 1994, κάθε μέλος δύναται να επικαλεσθεί τις διατάξεις των κατωτέρω παραγράφων 4 και 5 όσον αφορά την εισαγωγή γεωργικού προϊόντος, σε σχέση με το οποίο τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 της παρούσας συμφωνίας έχουν μετατραπεί σε συνήθη δασμό και το οποίο προσδιορίζεται στον πίνακά του με το σύμβολο “ΕΔΔ” δεδομένου ότι αποτελεί αντικείμενο παραχώρησης σχετικά με την οποία δύναται να γίνει επίκληση των διατάξεων του παρόντος άρθρου:
[…]
β) εάν η τιμή με την οποία οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος δύνανται να εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος του μέλο[υ]ς που παρέχει την παραχώρηση, όπως καθορίζεται βάσει της τιμής εισαγωγής CIF του συγκεκριμένου φορτίου αποτιμημένης στο εγχώριο νόμισμα, είναι κατώτερη της τιμής ενεργοποίησης που ισούται με τη μέση τιμή αναφοράς [...] των ετών 1986 έως 1988 για το υπό εξέταση προϊόν.»
Το δίκαιο της Ένωσης
3. Κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, και το άρθρο 29, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (5):
«1. Η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι η συναλλακτική αξία, δηλαδή η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ενδεχομένως κατόπιν προσαρμογής που πραγματοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 33, εφόσον:
[…]
δ) ο αγοραστής και ο πωλητής δεν συνδέονται μεταξύ τους, ή εάν συνδέονται, η συναλλακτική αξία είναι αποδεκτή για δασμολογικούς σκοπούς δυνάμει της παραγράφου 2.
2.α) Για να καθορισθεί αν η συναλλακτική αξία είναι αποδεκτή για τους σκοπούς εφαρμογής της παραγράφου 1, το γεγονός ότι ο αγοραστής και ο πωλητής συνδέονται μεταξύ τους δεν συνιστά αυτό καθαυτό επαρκή αιτία, ώστε να θεωρηθεί η συναλλακτική αξία ως απαράδεκτη. Αν παραστεί ανάγκη, εξετάζονται οι περιστάσεις που ανάγονται στην πώληση και η συναλλακτική αξία γίνεται δεκτή εφόσον οι σχέσεις αυτές δεν έχουν επηρεάσει την τιμή. Εάν αφού ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες που παρέχει ο διασαφιστής ή οι οποίες λαμβάνονται από άλλες πηγές, η τελωνειακή διοίκηση έχει λόγους να θεωρεί ότι οι σχέσεις αυτές επηρέασαν την τιμή, ανακοινώνει τους λόγους αυτούς στο διασαφιστή και του παρέχει εύλογη δυνατότητα απαντήσεως. Κατόπιν αιτήσεως του διασαφιστή, οι λόγοι του ανακοινώνονται εγγράφως.
[…]»
4. Το άρθρο 30, παράγραφος 1 και παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2913/92 είχε ως ακολούθως:
«1. Όταν η δασμολογητέα αξία δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29, εφαρμόζονται διαδοχικά οι διατάξεις της παραγράφου 2 στοιχεία α), β), γ) και δ) έως την πρώτη μεταξύ αυτών διάταξη που καθιστά δυνατό τον καθορισμό της, εκτός αν η σειρά εφαρμογής των στοιχείων γ) και δ) πρέπει να αντιστραφεί με αίτηση του διασαφιστή. Μόνο όταν η δασμολογητέα αυτή αξία δεν μπορεί να καθοριστεί κατ’ εφαρμογή ορισμένης περίπτωσης, επιτρέπεται η εφαρμογή της διάταξης του αμέσως επόμενου στοιχείου κατά τη σειρά που καθιερώνεται δυνάμει της παρούσας παραγράφου.
2. Οι δασμολογητέες αξίες που καθορίζονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι οι ακόλουθες:
α) η συναλλακτική αξία πανομοιοτύπων εμπορευμάτων τα οποία πωλούνται για εξαγωγή με προορισμό την Κοινότητα και εξάγονται κατά την ίδια ή περίπου κατά την ίδια χρονική στιγμή με τα υπό εκτίμηση εμπορεύματα·
[…]».
5. Κατά το άρθρο 220, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού:
«Όταν το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 ή έχει βεβαιωθεί σε ύψος χαμηλότερο εκείνου που νομίμως οφειλόταν, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που έχει ή που απομένει να εισπραχθεί πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη (βεβαίωση εκ των υστέρων). Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 219.»
6. Το άρθρο 141 του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (6), όριζε τα εξής:
«1. Επιβάλλεται πρόσθετος εισαγωγικός δασμός στις εισαγωγές που πραγματοποιούνται με τον δασμολογικό συντελεστή που προβλέπεται στα άρθρα 135 έως 140, ενός ή περισσοτέρων από τα προϊόντα του τομέα [...] του κρέατος των πουλερικών [...], με στόχο την πρόληψη ή την εξουδετέρωση των δυσμενών επιπτώσεων στην κοινοτική αγορά, οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν από τις εισαγωγές αυτές, εάν:
α) οι εισαγωγές πραγματοποιούνται σε τιμή κατώτερη από το επίπεδο που κοινοποιείται από την Κοινότητα στον ΠΟΕ (“τιμή ενεργοποίησης”),
[…]
2. Δεν επιβάλλεται πρόσθετος εισαγωγικός δασμός, εάν δεν θεωρείται πιθανόν ότι οι εισαγωγές θα διαταράξουν την αγορά της Κοινότητας ή εάν οι επιπτώσεις θα ήσαν δυσανάλογες προς τον επιδιωκόμενο στόχο.
3. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 στοιχείο α), οι τιμές εισαγωγής καθορίζονται με βάση τις τιμές εισαγωγής CIF του συγκεκριμένου φορτίου.
Οι τιμές εισαγωγής CIF επαληθεύονται βάσει των αντιπροσωπευτικών τιμών για το συγκεκριμένο προϊόν στη διεθνή αγορά ή στην κοινοτική αγορά εισαγωγής του εν λόγω προϊόντος.»
7. Οι διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 1234/2007 όσον αφορά τους πρόσθετους εισαγωγικούς δασμούς περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1484/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995, περί των κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικών εισαγωγών δασμών και τον καθορισμό τους, στους τομείς του κρέατος πουλερικών και αυγών και της αυγοαλβουμίνης καθώς και την κατάργηση του κανονισμού αριθ. 163/67/ΕΟΚ (7). Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, όπως ίσχυε μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου 2009, όριζε τα κατωτέρω:
«1. Οι αντιπροσωπευτικές τιμές που αναφέρονται στο άρθρο [141, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο του κανονισμού 1234/2007] καθορίζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη:
– τις τιμές που ισχύουν στην αγορά των τρίτων χωρών,
– τις τιμές CIF κατά την εισαγωγή· κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, τα συστατικά στοιχεία της τιμής CIF κατά την εισαγωγή είναι: α) η τιμή fob στη χώρα καταγωγής και β) τα πραγματικά έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης στον τόπο εισαγωγής στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας,
– τις τιμές που ισχύουν στα διάφορα στάδια εμπορίας στην Κοινότητα των εισαγομένων προϊόντων.
[…]
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, κάθε Δευτέρα, τις τιμές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δεύτερη και τρίτη περίπτωση, για τις αντιπροσωπευτικές αποστολές των προϊόντων που περιγράφονται στο παράρτημα ΙΙ.»
8. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2009 το ίδιο αυτό άρθρο τροποποιήθηκε ως εξής:
«1. Οι αντιπροσωπευτικές τιμές που αναφέρονται στο άρθρο 141 παράγραφος 3 του κανονισμού [1234/2007] καθορίζονται τακτικά βάσει των στοιχείων τα οποία συγκεντρώνονται στο πλαίσιο της κοινοτικής επιτήρησης που διέπεται από το άρθρο 308δ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής [...]
[…]».
9. Το άρθρο 3 του κανονισμού 1484/95 ορίζει τα εξής:
«1. Ο συμπληρωματικός δασμός καθορίζεται βάσει της τιμής CIF κατά την εισαγωγή της εν λόγω αποστολής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4.
2. Όταν η τιμή CIF κατά την εισαγωγή ανά 100 kg μιας αποστολής είναι υψηλότερη από την εφαρμοστέα αντιπροσωπευτική τιμή που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, ο εισαγωγέας προσκομίζει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εισαγωγής τα ακόλουθα τουλάχιστον δικαιολογητικά έγγραφα:
– τη σύμβαση αγοράς ή οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο έγγραφο,
– την ασφαλιστική σύμβαση,
– το τιμολόγιο,
– το πιστοποιητικό προέλευσης (ενδεχομένως),
– τη σύμβαση μεταφοράς,
– και, σε περίπτωση θαλάσσιας μεταφοράς, τη φορτωτική.
3. Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, ο εισαγωγέας πρέπει να συστήσει την εγγύηση που αναφέρεται στο άρθρο 248, παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής [...], η οποία ισούται με το ποσό του συμπληρωματικού δασμού που θα πλήρωνε αν ο υπολογισμός του συμπληρωματικού δασμού είχε πραγματοποιηθεί με βάση την εφαρμοζόμενη για το εν λόγω προϊόν αντιπροσωπευτική τιμή, όπως αναφέρεται στο παράρτημα Ι.
4. Ο εισαγωγέας διαθέτει ένα μήνα από την πώληση των εν λόγω προϊόντων, εντός ορίου έξι μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, για να αποδείξει ότι η αποστολή διατέθηκε πράγματι με τους όρους που επιβεβαιώνουν την ορθότητα των τιμών που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Η μη τήρηση της μιας ή της άλλης από αυτές τις προθεσμίες συνεπάγεται την απώλεια της συσταθείσας εγγύησης. Εντούτοις, το χρονικό όριο των έξι μηνών μπορεί να παραταθεί από τις αρμόδιες αρχές κατά τρεις μήνες κατ’ ανώτατο όριο, μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση του εισαγωγέα.
Η εγγύηση αποδεσμεύεται στο βαθμό που προσκομίζονται οι αποδείξεις σχετικά με τους όρους διάθεσης, προς ικανοποίηση των αρμοδίων αρχών.
Ειδάλλως, η εγγύηση καταπίπτει, για να πληρωθούν οι συμπληρωματικοί δασμοί.
5. Αν με την ευκαιρία ενός ελέγχου, οι αρμόδιες αρχές διαπιστώσουν ότι οι όροι του παρόντος άρθρου δεν έχουν τηρηθεί προβαίνουν στην εξόφληση των οφειλόμενων δασμών σύμφωνα με το άρθρο 220 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92. Το ποσό του δασμού που πρέπει να εξοφληθεί ή που υπολείπεται να εξοφληθεί περιλαμβάνει τόκο από την ημερομηνία που τα προϊόντα ετέθησαν σε ελεύθερη κυκλοφορία μέχρι την ημερομηνία της εξόφλησης. Το επιτόκιο που πρέπει να εφαρμοστεί είναι αυτό που ισχύει για τις πράξεις εξόφλησης δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.»
10. Από την 1η Μαΐου 2010, το άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1484/95 έχει ως εξής:
«3. Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ο εισαγωγέας πρέπει να συστήσει την εγγύηση που προβλέπεται στο άρθρο 248 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, η οποία ισούται με τη διαφορά μεταξύ του ποσού του πρόσθετου δασμού εισαγωγής υπολογιζόμενου με βάση την ισχύουσα για το εν λόγω προϊόν αντιπροσωπευτική τιμή και του ποσού του πρόσθετου δασμού εισαγωγής υπολογιζόμενου με βάση την τιμή εισαγωγής CIF της εν λόγω αποστολής.
4. Ο εισαγωγέας έχει στη διάθεσή του δύο μήνες από την πώληση των εν λόγω προϊόντων, εντός προθεσμίας εννέα μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, για να αποδείξει ότι η αποστολή διατέθηκε με όρους που επιβεβαιώνουν την ορθότητα των τιμών που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Η μη τήρηση κάποιας από τις προαναφερθείσες προθεσμίες συνεπάγεται την κατάπτωση της συσταθείσας εγγύησης. Εντούτοις, η προθεσμία των εννέα μηνών μπορεί να παραταθεί από τις αρμόδιες αρχές κατά τρεις μήνες κατ’ ανώτατο όριο, μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση του εισαγωγέα.
Η συσταθείσα εγγύηση αποδεσμεύεται στο βαθμό που προσκομίζονται αποδείξεις σχετικά με τους όρους διάθεσης κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές. Ειδάλλως, η εγγύηση καταπίπτει για να πληρωθούν οι πρόσθετοι δασμοί.»
11. Το άρθρο 4 του κανονισμού 1484/95 καθορίζει το ποσό των πρόσθετων δασμών, ανάλογα με το μέγεθος της διαφοράς μεταξύ της τιμής εισαγωγής CIF του εμπορεύματος και της τιμής ενεργοποίησης. Η διάταξη αυτή θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 5, παράγραφος 5, της συμφωνίας για τη γεωργία περί της οποίας γίνεται λόγος στο σημείο 2 των παρουσών προτάσεων.
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
12. Η Χ, εταιρία ολλανδικού δικαίου (στο εξής: εταιρία Χ), αποτελεί μέλος διεθνούς ομίλου εταιριών στον οποίο ανήκει και η εταιρία F, παραγωγός πουλερικών, με έδρα τη Βραζιλία. Η εταιρία Χ αγοράζει κατεψυγμένο κρέας πουλερικών που παράγει η F και στη συνέχεια το εισάγει στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, όπου το πωλεί σε άλλους φορείς, τόσο συνδεδεμένους όσο και μη συνδεδεμένους με αυτήν. Τα προϊόντα που πωλεί η εταιρία X υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 141 του κανονισμού 1234/2007.
13. Οι ολλανδικές τελωνειακές αρχές συνήψαν συμφωνία με την εταιρία X σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας των ως άνω προϊόντων. Η αξία αυτή καθορίστηκε με βάση την τιμή στην οποία η εταιρία X αγοράζει τα εν λόγω προϊόντα από άλλη εταιρία ανήκουσα στον ίδιο όμιλο, προσαυξημένη κατά 15 % λόγω πρόσθετων δαπανών και περιθωρίου κέρδους. Για τους σκοπούς του υπολογισμού της τιμής εισαγωγής CIF (8) στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 141 του κανονισμού 1234/2007, οι τελωνειακές αρχές έκριναν κατάλληλη την ως άνω καθορισθείσα δασμολογητέα αξία.
14. Η διαδικασία της κύριας δίκης αφορά αποστολές κρέατος πουλερικών οι οποίες εισήχθησαν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης από την εταιρία X κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2009 και 30ής Ιουνίου 2010. Η δηλωθείσα τιμή εισαγωγής CIF των εν λόγω προϊόντων ήταν υψηλότερη από την τιμή ενεργοποίησης (και, επομένως, από την αντιπροσωπευτική τιμή, η οποία ήταν χαμηλότερη από την τιμή ενεργοποίησης). Οι τελωνειακές αρχές επέτρεψαν τη θέση των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία, χωρίς να απαιτήσουν να συσταθεί η εγγύηση που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1484/95 ούτε να αποδειχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, ότι τα εμπορεύματα διατέθηκαν υπό όρους που επιβεβαιώνουν την ορθότητα της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής.
15. Ωστόσο, στο πλαίσιο μεταγενέστερου ελέγχου, οι αρχές αυτές διαπίστωσαν ότι η εταιρία Χ διέθεσε τις ως άνω αποστολές κρέατος πουλερικών σε τιμές χαμηλότερες από τη δηλωθείσα τιμή εισαγωγής τόσο σε συνδεδεμένους όσο και σε μη συνδεδεμένους με αυτήν φορείς εντός της Ένωσης. Οι τιμές αυτές ήταν επίσης χαμηλότερες από την κατά την κρίση των εν λόγω αρχών κατάλληλη αντιπροσωπευτική τιμή.
16. Εφαρμόζοντας, κατ’ αναλογία, το άρθρο 4 του κανονισμού 1484/95, οι τελωνειακές αρχές επέβαλαν στα ως άνω εμπορεύματα πρόσθετους δασμούς συνολικού ποσού 2 163 793,55 ευρώ, υπολογισθέντες με βάση τη διαφορά μεταξύ της κατάλληλης αντιπροσωπευτικής τιμής και της τιμής ενεργοποίησης.
17. Η προσφυγή που άσκησε η εταιρία X κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και κατ’ έφεση. Η εταιρία X άσκησε αναίρεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά της απόφασης του εφετείου της 24ης Νοεμβρίου 2015.
18. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Πρέπει οι παράγραφοι 2, 4 και 5 του άρθρου 3 του κανονισμού 1484/95, σε συνδυασμό με το άρθρο 141 του κανονισμού 1234/2007, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο περιγραφόμενος σε αυτές μηχανισμός ελέγχου, περιλαμβανομένου του εκ των υστέρων ελέγχου, έχει ως μοναδικό σκοπό τη διασφάλιση της δυνατότητας των αρμοδίων αρχών να λαμβάνουν εγκαίρως γνώση των πραγματικών περιστατικών και των περιστάσεων αναφορικά με διαδοχικές συναλλαγές που μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω την ορθότητα της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής CIF και να αποτελέσουν λόγο για τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας;
Ή είναι ορθή η αντίθετη άποψη, και πρέπει ο προβλεπόμενος στις παραγράφους 2, 4 και 5 του άρθρου 3 του κανονισμού 1484/95 μηχανισμός ελέγχου, περιλαμβανομένου του εκ των υστέρων ελέγχου, να νοηθεί υπό την έννοια ότι μία ή περισσότερες μεταπωλήσεις από τον εισαγωγέα στην κοινοτική αγορά σε τιμή κατώτερη της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής CIF της αποστολής, προσαυξημένης κατά το οφειλόμενο ποσό εισαγωγικών δασμών, δεν πληρούν τους απαιτούμενους όρους διαθέσεως στην κοινοτική αγορά, οπότε ήδη γι’ αυτόν τον λόγο και μόνον οφείλονται πρόσθετοι δασμοί; Έχει για την απάντηση στο τελευταίο ερώτημα σημασία αν η προαναφερθείσα μία ή περισσότερες μεταπωλήσεις από τον εισαγωγέα πραγματοποιήθηκαν σε τιμή κατώτερη της ισχύουσας αντιπροσωπευτικής τιμής; Έχει συναφώς σημασία το ότι η αντιπροσωπευτική τιμή κατά τη διάρκεια της περιόδου πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου 2009 υπολογιζόταν με άλλον τρόπο από ό,τι κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την ημερομηνία αυτή; Έχει περαιτέρω σημασία για την απάντηση στα ερωτήματα αυτά το αν οι αγοραστές στην Ένωση είναι επιχειρήσεις συνδεδεμένες με τον εισαγωγέα;
2. Αν από την απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα 1 προκύψει ότι η μεταπώληση με ζημία αποτελεί επαρκή ένδειξη για την απόρριψη της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής CIF, πώς πρέπει τότε να καθοριστεί το ύψος των οφειλόμενων πρόσθετων δασμών; Πρέπει η βάση αυτή να καθοριστεί σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται για τον προσδιορισμό της τελωνειακής αξίας στα άρθρα 29 έως 31 του κανονισμού [2913/92]; Ή πρέπει η βάση αυτή να καθοριστεί αποκλειστικά βάσει της ισχύουσας αντιπροσωπευτικής τιμής; Εμποδίζει το άρθρο 141, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007 κατά τη διάρκεια της περιόδου πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου 2009 τη χρήση της καθορισθείσας κατά την περίοδο αυτή αντιπροσωπευτικής τιμής;
3. Αν από την απάντηση στα ερωτήματα 1 και 2 προκύψει ότι για την οφειλή πρόσθετων δασμών είναι καθοριστικό το ότι τα εισαχθέντα προϊόντα μεταπωλήθηκαν με ζημία στην κοινοτική αγορά και συνεπώς για τον υπολογισμό του ύψους των οφειλόμενων πρόσθετων δασμών πρέπει να ληφθεί ως βάση η αντιπροσωπευτική τιμή, είναι τότε οι παράγραφοι 2, 4 και 5 του άρθρου 3 του κανονισμού 1484/95 συμβατές με το άρθρο 141 του κανονισμού 1234/2007, και τούτο υπό το πρίσμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 2001, Kloosterboer Rotterdam (C-317/99, EU:C:2001:681);»
Ανάλυση
19. Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα. Το τρίτο από τα ερωτήματα αυτά θέτει το ζήτημα της νομιμότητας του άρθρου 3, παράγραφοι 2, 4 και 5, του κανονισμού 1484/95, υπό το πρίσμα του άρθρου 141 του κανονισμού 1234/2007 και της απόφασης Klosterboer Rotterdam (9). Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής εντάσσεται και το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας για τη γεωργία. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η σκοπιμότητα εξέτασης του τρίτου αυτού προδικαστικού ερωτήματος εξαρτάται από την απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα και την ερμηνεία που θα γίνει δεκτή για τις ανωτέρω διατάξεις. Ωστόσο, κατά την άποψή μου, το ίδιο το γράμμα των εν λόγω διατάξεων εγείρει ήδη σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητά τους. Ως εκ τούτου, θα αρχίσω την ανάλυση της αίτησης προδικαστικής αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση από το τρίτο ερώτημα.
Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
20. Όπως προανέφερα, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα αφορά το κύρος του άρθρου 3, παράγραφοι 2, 4 και 5, του κανονισμού 1484/95, υπό το πρίσμα του άρθρου 141 του κανονισμού 1234/2007 και της προμνησθείσας απόφασης Klosterboer Rotterdam. Το περιεχόμενο των εν λόγω διατάξεων, και συνεπώς και το ζήτημα της ενδεχόμενης αντίθεσής τους προς τον κανονισμό 1234/2007, δύσκολα γίνονται αντιληπτά χωρίς υπενθύμιση του αρχικού τους γράμματος και του ιστορικού αμφισβήτησης του γράμματος αυτού από το Δικαστήριο.
21. Το αρχικό γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και παράγραφος 3, του κανονισμού 1484/95, είχε ως εξής:
«1. Ο εισαγωγέας μπορεί, κατόπιν αιτήσεως, να ζητήσει να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του για τον καθορισμό του συμπληρωματικού δασμού η τιμή CIF κατά την εισαγωγή της εν λόγω αποστολής, εφόσον η τελευταία αυτή είναι ανώτερη από την εφαρμοζόμενη αντιπροσωπευτική τιμή, που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1.
[…]
3. Ελλείψει της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η τιμή κατά την εισαγωγή της εν λόγω αποστολής η οποία λαμβάνεται υπόψη για την επιβολή του συμπληρωματικού δασμού είναι η αντιπροσωπευτική τιμή που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1.»
22. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προέβλεπαν μηχανισμό για τον έλεγχο της ορθότητας της δηλωθείσας από τον εισαγωγέα τιμής εισαγωγής CIF, χρησιμοποιώντας γράμμα το οποίο ήταν κατ’ ουσίαν πανομοιότυπο με αυτό του ισχύοντος άρθρου 3, παράγραφοι 2 έως 5, του κανονισμού αυτού.
23. Ως εκ τούτου, η λογική αυτών των διατάξεων ήταν αρκετά σαφής. Κατά γενικό κανόνα, οι πρόσθετοι δασμοί επιβάλλονταν με βάση την αντιπροσωπευτική τιμή. Ωστόσο, όταν πραγματοποιούνταν εισαγωγές σε τιμή υψηλότερη της αντιπροσωπευτικής τιμής, αυτός ο τρόπος υπολογισμού των πρόσθετων δασμών απέβαινε εις βάρος του εισαγωγέα, δεδομένου ότι το ποσό των εν λόγω δασμών εξαρτάται από το μέγεθος της διαφοράς μεταξύ της συμφωνηθείσας τιμής εισαγωγής (εν προκειμένω της αντιπροσωπευτικής τιμής) και της τιμής ενεργοποίησης: όσο χαμηλότερη είναι η τιμή εισαγωγής από την τιμή ενεργοποίησης, τόσο υψηλότερος είναι ο πρόσθετος δασμός.
24. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή γινόταν δεκτή η δυνατότητα του εισαγωγέα να ζητήσει να εφαρμοστεί, αντί της αντιπροσωπευτικής τιμής, η τιμή εισαγωγής CIF, δηλαδή η πραγματική τιμή εισαγωγής (10). Για να γίνει δεκτή η σχετική αίτηση, απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η πλήρωση ορισμένων προϋποθέσεων. Πρώτον, ο εισαγωγέας έπρεπε να υποβάλει σειρά εγγράφων που να επιβεβαιώνουν την επαλήθευση της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής CIF. Δεύτερον, όφειλε να αποδείξει, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος από την πώληση των εισαγόμενων εμπορευμάτων στην αγορά της Ένωσης, ότι η πώληση αυτή πραγματοποιήθηκε υπό όρους που επιβεβαιώνουν την ορθότητα της δηλωθείσας τιμής. Τρίτον, ο εισαγωγέας ήταν υποχρεωμένος να συστήσει εγγύηση ίση με το ποσό του πρόσθετου δασμού τον οποίο θα όφειλε να καταβάλει σε περίπτωση εφαρμογής της αντιπροσωπευτικής τιμής. Σε περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές διαπίστωναν ότι τα εισαγόμενα εμπορεύματα δεν πωλήθηκαν υπό όρους που επιβεβαιώνουν την ορθότητα της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής CIF, υπήρχε επάνοδος στον γενικό κανόνα, δηλαδή στην εφαρμογή της αντιπροσωπευτικής τιμής, με αποτέλεσμα την αυτοδίκαιη κατάπτωση της συσταθείσας εγγύησης για την καταβολή των πρόσθετων δασμών. Τέλος, πέμπτον, εάν, κατόπιν μεταγενέστερου ελέγχου, οι τελωνειακές αρχές διαπίστωναν ότι δεν πληρούνταν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, μπορούσαν να απαιτήσουν την εκ των υστέρων καταβολή πρόσθετων δασμών τέτοιου ύψους, ως εάν είχαν υπολογιστεί βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής.
25. Με την απόφαση Klosterboer Rotterdam (11), το Δικαστήριο αμφισβήτησε τη γενική αρχή του υπολογισμού των πρόσθετων δασμών με βάση την αντιπροσωπευτική τιμή, κηρύσσοντας την ακυρότητα τόσο του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1484/95 (γενικός κανόνας) όσο και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού (δυνατότητα υποβολής αίτησης για την εφαρμογή της τιμής εισαγωγής CIF σε συνδυασμό με την υποχρέωση υποβολής ορισμένων εγγράφων). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι από το άρθρο 5, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2777/75/ΕΟΚ (12) προκύπτει σαφώς ότι μόνον η τιμή εισαγωγής CIF μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για τον υπολογισμό πρόσθετων δασμών και ότι δεν υπάρχει καμία εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η αντιπροσωπευτική τιμή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την επαλήθευση της τήρησης της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής CIF (13).
26. Το Δικαστήριο αξιολόγησε τις ως άνω διατάξεις μόνον υπό το πρίσμα του κανονισμού 2777/75, τόνισε ωστόσο ότι ο κανονισμός αυτός προσαρμόστηκε στη συμφωνία για τη γεωργία (14). Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η μέθοδος υπολογισμού των πρόσθετων δασμών που προβλέπει το αρχικό γράμμα του άρθρου 3 του κανονισμού 1484/95 αμφισβητήθηκε από το όργανο επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ με τη θέση του της 13ης Ιουλίου 1998 (15).
27. Ο κανονισμός 1484/95 τροποποιήθηκε πριν από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του Δικαστηρίου με τον κανονισμό 493/1999/ΕΚ (16). Οι αιτιολογικές σκέψεις του τελευταίου αυτού κανονισμού επισημαίνουν την ασυμβατότητα του άρθρου 3 του κανονισμού 1484/95 με τους κανόνες του ΠΟΕ. Κατόπιν της εν λόγω τροποποίησης, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1484/95 προβλέπει ότι οι πρόσθετοι δασμοί επιβάλλονται με βάση την τιμή εισαγωγής CIF. Επιπλέον, καταργήθηκε η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου ως είχε αρχικώς.
28. Παρά ταύτα, στις περιπτώσεις που η δηλωθείσα από τον εισαγωγέα τιμή εισαγωγής CIF είναι υψηλότερη από την αντιπροσωπευτική τιμή, παραμένουν σε ισχύ οι λοιπές υποχρεώσεις του εισαγωγέα οι οποίες προβλέπονταν στο άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1484/95 (17), υπό την αρχική του διατύπωση. Οι υποχρεώσεις αυτές περιλαμβάνονται πλέον στο άρθρο 3, παράγραφοι 2 έως 5 του κανονισμού αυτού. Παρέμεινε επίσης σε ισχύ ο μηχανισμός αυτοδίκαιης κατάπτωσης της εγγύησης σε περίπτωση που ο εισαγωγέας δεν αποδείξει ότι πώλησε τα εισαγόμενα εμπορεύματα υπό όρους που επιβεβαιώνουν την ορθότητα της τιμής εισαγωγής CIF. Επίσης, οι τελωνειακές αρχές διατηρούν τη δυνατότητα να διαπιστώσουν εκ των υστέρων τη μη πλήρωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της τιμής εισαγωγής CIF και να εισπράξουν πρόσθετο δασμό, υπολογιζόμενο βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής.
29. Κατά τη γνώμη μου, η διατήρηση σε ισχύ του μηχανισμού που οδηγεί de facto σε αυτοδίκαιο υπολογισμό πρόσθετων δασμών με βάση την αντιπροσωπευτική τιμή στις περιπτώσεις όπου, καταρχήν, θα έπρεπε να εφαρμοστεί η τιμή εισαγωγής CIF, δεν είναι λογική. Πώς πρέπει λοιπόν να ερμηνευθούν οι διατάξεις αυτές;
30. Η Επιτροπή, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στην υπό κρίση υπόθεση, επιχειρεί να αποσαφηνίσει το ζήτημα αυτό υποστηρίζοντας ότι, σε περίπτωση που η δηλωθείσα τιμή εισαγωγής CIF είναι υψηλότερη από την αντιπροσωπευτική τιμή, τεκμαίρεται ότι η τιμή αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι συνεπάγεται αγορά του προϊόντος σε τιμή υψηλότερη από την τιμή της αγοράς. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό: Συγκεκριμένα, ο εισαγωγέας μπορεί να αποδείξει την ορθότητα της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής CIF, υπό την προϋπόθεση ότι πωλεί τα εισαγόμενα εμπορεύματα στην αγορά της Ένωσης υπό όρους οι οποίοι, κατά τις τελωνειακές αρχές, επιβεβαιώνουν την ορθότητα αυτή.
31. Στην αντίθετη όμως περίπτωση, επιβάλλονται πρόσθετοι δασμοί υπολογιζόμενοι βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής. Η συλλογιστική αυτή επιβεβαιώθηκε τελικά από την Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Ανάλογη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφοι 2 έως 5, του κανονισμού 1484/95 προτείνει με τις παρατηρήσεις της και η Ολλανδική Κυβέρνηση.
32. Η ερμηνεία αυτή δεν επηρεάζεται από την τροποποίηση του άρθρου 3, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2010 και σύμφωνα με τον οποία το ποσό της συσταθείσας εγγύησης δεν αντιστοιχεί στο πλήρες ποσό των πρόσθετων δασμών που υπολογίζονται με βάση την αντιπροσωπευτική τιμή αλλά ισούται με το ποσό της διαφοράς μεταξύ των δασμών αυτών που υπολογίζονται βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής και των δασμών που υπολογίζονται βάσει της τιμής εισαγωγής CIF. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, ο εισαγωγέας καταβάλλει τους δασμούς που υπολογίζονται με βάση την τιμή εισαγωγής (18), και η διαφορά εισπράττεται είτε με κατάπτωση της εγγύησης είτε κατόπιν εκ των υστέρων ελέγχου σύμφωνα με την παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου. Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά εδώ.
33. Τούτη μου φαίνεται ως η μοναδική πιθανή ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφοι 2 έως 5, του κανονισμού 1484/95. Συνεπώς, το αποτέλεσμα είναι ότι όταν η τιμή εισαγωγής CIF είναι υψηλότερη από την αντιπροσωπευτική τιμή, η πρώτη αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό των πρόσθετων δασμών μόνον υπό τον όρο ότι ο εισαγωγέας πληροί πρόσθετες απαιτήσεις, ιδίως όσον αφορά τους όρους διάθεσης των εισαγόμενων εμπορευμάτων. Πέραν της λεκτικής σφαίρας, λίγο διαφέρει η κατάσταση αυτή από εκείνην που επικρατούσε ενόσω ίσχυε το άρθρο 3 του κανονισμού 1484/95 που αμφισβητήθηκε από το Δικαστήριο. Ελλείπει μόνον η απαίτηση υποβολής αίτησης από τον εισαγωγέα για την εφαρμογή της τιμής εισαγωγής CIF.
34. Αξίζει εν προκειμένω να υπογραμμιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 1484/95, η εγγύηση που έχει συσταθεί από τον εισαγωγέα καταπίπτει επίσης όταν ο εισαγωγέας δεν τηρεί τις εκεί προβλεπόμενες προθεσμίες προκειμένου να αποδείξει την πώληση του εμπορεύματος σε τιμή που επιβεβαιώνει την ορθότητα της τιμής εισαγωγής CIF. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα ανάλυσης της πραγματικής κατάστασης επί της ουσίας, αρκεί να υπάρχει επίσημη παράβαση ώστε να τύχει εφαρμογής de facto η αντιπροσωπευτική τιμή ως βάση υπολογισμού των πρόσθετων δασμών. Τούτο επιβεβαιώνεται, κατά την άποψή μου, από την ταύτιση του μηχανισμού του άρθρου 3, παράγραφοι 2 έως 5, του κανονισμού 1484/95, ως ισχύει σήμερα, με τον μηχανισμό ο οποίος ίσχυε υπό το αρχικό νομικό καθεστώς που αμφισβητήθηκε από το Δικαστήριο.
35. Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ρητώς τον παράνομο χαρακτήρα του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1484/95, ως ίσχυε αρχικώς. Εντούτοις, ο εκεί προβλεπόμενος μηχανισμός ελέγχου αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της αρχικής αυτής ρύθμισης, στο πλαίσιο της οποίας ίσχυε ο κανόνας του υπολογισμού των πρόσθετων δασμών βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής, ενώ η εφαρμογή της τιμής εισαγωγής CIF ήταν δυνατή μόνον κατ’ εξαίρεση, και υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Η διατήρηση αυτού του μηχανισμού ελέγχου στο νέο κανονιστικό πλαίσιο συνεπάγεται συγκαλυμμένη διατήρηση σε ισχύ του ίδιου ακριβώς κανόνα, δεδομένου ότι στην πράξη οδηγεί στο ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα.
36. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η Επιτροπή, τροποποιώντας ή καταργώντας το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1484/95, ως ίσχυαν αρχικώς, αλλά διατηρώντας σε ισχύ το άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 1, παράγραφος 2 (με διαφορετική απλώς αρίθμηση) δεν προσάρμοσε πλήρως τη νομική αυτή πράξη στην απόφαση Kolosterboer Rotterdam (19). Κατά συνέπεια, το άρθρο 3, παράγραφοι 2 έως 5, του κανονισμού 1484/95, ως ισχύει σήμερα, πρέπει να κηρυχθεί άκυρο.
37. Είναι όντως αληθές ότι, με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει μόνο στο άρθρο 3, παράγραφοι 2, 4 και 5 του κανονισμού αυτού. Εντούτοις, η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού, η οποία απαιτεί από τον εισαγωγέα να συστήσει εγγύηση ίση με το ποσό των πρόσθετων δασμών υπολογιζόμενων βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μηχανισμού που περιέχεται στο άρθρο 3, παράγραφοι 2 έως 5, του ίδιου αυτού κανονισμού. Η εγγύηση αυτή δεν θα είχε λόγο ύπαρξης εάν δεν υπήρχε το ενδεχόμενο αυτοδίκαιης εφαρμογής της αντιπροσωπευτικής τιμής ως βάσης υπολογισμού των πρόσθετων εισαγωγικών δασμών. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το άρθρο 3, παράγραφοι 2 έως 5 του κανονισμού 1484/95 πρέπει να εξετάζεται στον σύνολό του.
38. Η Επιτροπή επισημαίνει με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στην υπό κρίση υπόθεση ότι η πώληση εμπορευμάτων στην αγορά της Ένωσης σε τιμή χαμηλότερη από την τιμή ενεργοποίησης είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε διαταραχές στην αγορά αυτή, γεγονός που από μόνο του δικαιολογεί την επιβολή πρόσθετων δασμών. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 141, παράγραφος 2, του κανονισμού 1234/2007, η μη πιθανολόγηση τέτοιων διαταραχών στην αγορά αποτελεί προϋπόθεση για τη μη επιβολή πρόσθετων δασμών. Παρά ταύτα, η πιθανότητα εμφάνισής τους δεν αποτελεί επαρκή βάση για την επιβολή αυτών των δασμών. Συγκεκριμένα, αιτία για την επιβολή δασμών είναι αποκλειστικά οι εισαγωγές εμπορευμάτων σε τιμή εισαγωγής CIF χαμηλότερη της τιμής ενεργοποίησης.
39. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 2 έως 5, του κανονισμού 1484/95 είναι άκυρο, υπό το πρίσμα του άρθρου 141, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007 και του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας για τη γεωργία.
Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
40. Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφοι 2 έως 5, του κανονισμού 1484/95. Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεχτεί την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα και κηρύξει τις ανωτέρω διατάξεις άκυρες, παρέλκει η απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Επομένως, κατωτέρω θα εξετάσω ακροθιγώς μόνον το εν λόγω πρώτο ερώτημα.
41. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το γεγονός ότι ο εισαγωγέας πώλησε τα εισαγόμενα εμπορεύματα σε τιμή χαμηλότερη από την δηλωθείσα τιμή εισαγωγής CIF, προσαυξημένη με τους τελωνειακούς δασμούς, αρκεί για να αμφισβητηθεί αυτή η τιμή εισαγωγής ως βάση υπολογισμού των πρόσθετων δασμών.
42. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να συναχθεί από την ανωτέρω προτεινόμενη ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφοι 2 έως 5, του κανονισμού 1484/95.
43. Σε περίπτωση που η τιμή εισαγωγής CIF είναι χαμηλότερη από την αντιπροσωπευτική τιμή, ο εισαγωγέας οφείλει καταρχήν να αποδείξει ότι πώλησε το εμπόρευμα σε τιμή που επιβεβαιώνει την ορθότητα της εν λόγω τιμής εισαγωγής. Η αξιολόγηση των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων πραγματοποιείται από τις τελωνειακές αρχές (20). Εν συνεχεία, η αξιολόγηση αυτή υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου αφορά διαπίστωση περί τα πράγματα. Στις τελωνειακές αρχές εναπόκειται να αξιολογήσουν κατά πόσον και σε ποιο βαθμό η πώληση σε τιμή χαμηλότερη της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής CIF υπονομεύει την ορθότητα της εν λόγω τιμής εισαγωγής. Δεν υπάρχει κανένας αυτοματισμός στην περίπτωση αυτή, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αναγνωρίσουν, βάσει του συνόλου των πραγματικών περιστατικών, ότι η δηλωθείσα τιμή εισαγωγής ήταν πραγματική, ακόμη και αν το εμπόρευμα πωλήθηκε στη συνέχεια σε χαμηλότερη τιμή. Ένα από τα στοιχεία της αξιολόγησης αυτής μπορεί να είναι η σύγκριση μεταξύ της τιμής πώλησης του εμπορεύματος και της αντιπροσωπευτικής τιμής.
44. Παρά τις αμφιβολίες που εξέφρασε το αιτούν δικαστήριο επί του ζητήματος αυτού, δεν έχει εν προκειμένω σημασία η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της αντιπροσωπευτικής τιμής που επήλθε στις 11 Σεπτεμβρίου 2009. Ως βάση για τη σύγκριση πρέπει να λαμβάνεται η αντιπροσωπευτική τιμή της ημέρας εισαγωγής, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν κατά την ημερομηνία αυτή.
45. Στο πλαίσιο αυτό, κανένα αυτοδίκαιο αποτέλεσμα δεν απορρέει από το γεγονός ότι οι αγοραστές συγκεκριμένου εμπορεύματος στην αγορά της Ένωσης συνδέονται με τον εισαγωγέα. Τούτο αποτελεί πραγματικό στοιχείο δυνάμενο να ληφθεί υπόψη από τις τελωνειακές αρχές για την αξιολόγηση της ορθότητας της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής.
46. Το ζήτημα της νομιμότητας του άρθρου 3, παράγραφοι 2 έως 5, του κανονισμού 1484/95 δεν ανακύπτει από το γεγονός ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αμφισβητήσουν την ορθότητα της δηλωθείσας από τον εισαγωγέα τιμής εισαγωγής CIF, αλλά από τις συνέπειες που συναρτώνται με το ενδεχόμενο αυτό, δηλαδή την αυτοδίκαιη εφαρμογή της αντιπροσωπευτικής τιμής ως βάσης υπολογισμού των πρόσθετων δασμών.
47. Οι ίδιες αυτές εκτιμήσεις ισχύουν και στην περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν εφάρμοσαν τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφοι 2 έως 4, του κανονισμού 1484/95, αλλά διενεργούν εκ των υστέρων έλεγχο βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται όταν δεν έχουν τηρηθεί «οι όροι του παρόντος άρθρου». Ως τέτοιος όρος πρέπει να νοείται και το γεγονός ότι ο εισαγωγέας πραγματοποίησε τις πωλήσεις του εμπορεύματος σε τιμή που επιβεβαιώνει την ορθότητα της δηλωθείσας από αυτόν τιμής εισαγωγής CIF.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
48. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά τη βάση επί της οποίας πρέπει να υπολογίζονται οι πρόσθετοι δασμοί στην περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές απορρίπτουν, ως μη πραγματική, την τιμή εισαγωγής CIF που δηλώνεται από τον εισαγωγέα.
49. Αν ακολουθηθεί πιστά το γράμμα των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφοι 2 έως 5, του κανονισμού 1484/95, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι απλή –οι δασμοί αυτοί πρέπει να υπολογίζονται βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής.
50. Όπως όμως επισήμανα στο πλαίσιο της απάντησης στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα, η λύση αυτή, κατά την άποψή μου, αντιβαίνει προς το δίκαιο, εν πάση περιπτώσει στον βαθμό που προβλέπει την αυτοδίκαιη και οριστική εφαρμογή της αντιπροσωπευτικής τιμής. Ανακύπτει, ως εκ τούτου, το ζήτημα πώς πρέπει να ενεργήσουν οι τελωνειακές αρχές εφόσον τους γεννηθούν αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της τιμής εισαγωγής CIF που δήλωσε ο εισαγωγέας.
51. Κατά την άποψή μου, η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να αναζητηθεί στις γενικές διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κανονισμού 2913/92 (21) δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων συνιστά καταρχήν η συναλλακτική τους αξία. Ωστόσο, η αρχή αυτή γνωρίζει πολλές εξαιρέσεις, όπως μεταξύ άλλων εν προκειμένω, όπου ο αγοραστής (δηλαδή ο εισαγωγέας) και ο πωλητής συνδέονται μεταξύ τους. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι τελωνειακές αρχές πρέπει να προσδιορίσουν κατά πόσον η σύνδεση είχε αντίκτυπο στην τιμή (22).
52. Εάν δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή η συναλλακτική αξία για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, τα άρθρα 30 και 31 του κανονισμού 2913/92 ορίζουν εναλλακτικές μεθόδους καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων. Οι μέθοδοι αυτές είναι σύμφωνες με τη συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, όπως και η συμφωνία για τη γεωργία. Ειδικότερα, άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2913/92 επιτρέπει τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων βάσει της συναλλακτικής αξίας πανομοιότυπων εμπορευμάτων που εισάγονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης. Στην περίπτωση εμπορευμάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού 1234/2007, η αξία των πανομοιότυπων εμπορευμάτων φαίνεται να μπορεί να καθοριστεί βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής, πράγμα το οποίο επιτρέπει τον υπολογισμό του ποσού των πρόσθετων δασμών σε αυτή τη βάση. Ωστόσο, τούτο απαιτεί από τις τελωνειακές αρχές να προβούν σε κατάλληλες εκτιμήσεις, υποκείμενες σε δικαστικό έλεγχο, και δεν μπορεί να συνεπάγεται τη μετακύλιση του βάρους της απόδειξης στον εισαγωγέα ούτε την αυτοδίκαιη εφαρμογή της αντιπροσωπευτικής τιμής αντί της τιμής εισαγωγής CIF. Ειδικότερα, καμία διάταξη του δικαίου της Ένωσης ή του διεθνούς δικαίου δεν επιτρέπει την απόρριψη της δηλωθείσας από τον εισαγωγέα τιμής εισαγωγής με τη μοναδική αιτιολογία ότι το εμπόρευμα πωλήθηκε ακολούθως σε τιμή χαμηλότερη της τιμής εισαγωγής. Αυτό μπορεί, το πολύ, να αποτελέσει τη βάση για τον έλεγχο της ορθότητας της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής.
53. Ως εκ τούτου, η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι, στην περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές διατηρούν αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της τιμής εισαγωγής CIF που δηλώνεται από τον εισαγωγέα, οφείλουν να καθορίσουν τη βάση υπολογισμού των πρόσθετων δασμών που αναφέρονται στο άρθρο 141 του κανονισμού 1234/2007 σύμφωνα με τα άρθρα 29 έως 31 του κανονισμού 2913/92.
Πρόταση
54. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο των Κάτω Χωρών):
1) Το άρθρο 3, παράγραφοι 2 έως 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1484/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995, περί των κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικών εισαγωγών δασμών και τον καθορισμό τους, στους τομείς του κρέατος πουλερικών και αυγών και της αυγοαλβουμίνης καθώς και την κατάργηση του κανονισμού αριθ. 163/67/ΕΟΚ, είναι άκυρο υπό το πρίσμα του άρθρου 141, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ), και του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της συμφωνίας για τη γεωργία, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1A της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
2) Στην περίπτωση που οι τελωνειακές αρχές διατηρούν αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της τιμής εισαγωγής CIF που δηλώνεται από τον εισαγωγέα, οφείλουν να καθορίσουν τη βάση υπολογισμού των πρόσθετων δασμών που αναφέρονται στο άρθρο 141 του κανονισμού 1234/2007 σύμφωνα με τα άρθρα 29 έως 31 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πολωνική.
2 Ήδη σε άλλες υποθέσεις, η διεθνής εμπορία κρέατος πουλερικών παρέσχε την ευκαιρία για την ανάπτυξη του δικαίου της Ένωσης· βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2004, Kühne & Heitz (C-453/00, EU:C:2004:17).
3 Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, Kloosterboer Rotterdam (C-317/99, EU:C:2001:681).
4 ΕΕ 1994, L 336, σ. 1
5 ΕΕ 1992, L 302, σ. 1
6 ΕΕ 2007, L 299, σ. 1
7 ΕΕ 1995, L 145, σ. 47
8 Η έννοια «τιμή CIF» απορρέει από τους Διεθνείς Εμπορικούς Όρους (Incoterms) που δημοσιεύονται από το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο και περιλαμβάνει το κόστος των αγαθών, την ασφάλιση και τη μεταφορά (Cost, Insurance & Freight).
9 Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001 (C-317/99, EU:C:2001:681).
10 Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι η δυνατότητα αυτή περιοριζόταν στην περίπτωση κατά την οποία η τιμή εισαγωγής CIF ήταν υψηλότερη από την αντιπροσωπευτική τιμή. Τούτο ήταν δικαιολογημένο στο πλαίσιο της λογικής αυτής δεδομένου ότι, στην αντίθετη περίπτωση, ο εισαγωγέας δεν είχε κανένα συμφέρον να ζητήσει την εφαρμογή της τιμής εισαγωγής CIF –η εφαρμογή της αντιπροσωπευτικής τιμής ήταν ευνοϊκότερη γι’ αυτόν.
11 Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001 ( C-317/99, EU:C:2001:681).
12 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (EE ειδ. έκδ. 003/014, σ. 71). Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 141, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007.
13 Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, Kloosterboer Rotterdam (C-317/99, EU:C:2001:681, σκέψη 30).
14 Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, Kloosterboer Rotterdam (C-317/99, EU:C:2001:681, σκέψεις 23 -25).
15 Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Kloosterboer Rotterdam (C-317/99, EU:C:2001:229, σημεία 35 έως 37).
16 Κανονισμός της Επιτροπής της 5ης Μαρτίου 1999, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 1484/95 (ΕΕ 1999, L 59, σ. 1), άρθρο 1, παράγραφος 3.
17 Βλ. σημείο 24 των παρουσών προτάσεων.
18 Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 1484/95.
19 Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001 ( C-317/99, EU:C:2001:681).
20 Αυτό αναφέρεται σαφώς στο άρθρο 3, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1484/95, σύμφωνα με το οποίο «[...] η εγγύηση αποδεσμεύεται στο βαθμό που προσκομίζονται αποδείξεις σχετικά με τους όρους διάθεσης κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις τελωνειακές αρχές» (η υπογράμμιση δική μου).
21 Ο εν λόγω κανονισμός ίσχυε κατά τον κρίσιμο για τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης χρόνο. Οι κανόνες που ισχύουν σήμερα για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων προβλέπονται στο άρθρο 69 επ. του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2013, L 269, σ.1).
22 Άρθρο 29, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2913/92.