Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MICHAL BOBEK
της 23ης Μαΐου 2019(1)
Υπόθεση C‑239/18
Saatgut-Treuhandverwaltungs GmbH
κατά
Freistaat Thüringen
[αίτηση του Thüringer Oberlandesgericht (ανωτέρου περιφερειακού δικαστηρίου της Θουριγγίας, Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Φυτικές ποικιλίες – Σύστημα προστασίας – Άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 και άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95 – Χρησιμοποίηση του προϊόντος της συγκομιδής από τους καλλιεργητές – Επίσημοι φορείς που εμπλέκονται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής – Έννοια – Υποχρέωση παροχής πληροφοριών στους κατόχους κοινοτικών δικαιωμάτων – Πεδίο εφαρμογής – Περιεχόμενο της αιτήσεως παροχής πληροφοριών – Είδη ή ποικιλίες – Εξαιρέσεις από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών – Πρόσθετο βάρος ή δαπάνες που συνεπάγεται η ανάκτηση πληροφοριών από βάση δεδομένων»
I. Εισαγωγή
1. Η εταιρία Saatgut-Treuhandverwaltungs GmbH (εκκαλούσα της κύριας δίκης, στο εξής: εκκαλούσα) εκπροσωπεί διάφορες επιχειρήσεις παραγωγής σπόρων, οι οποίες κατέχουν δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών. Κατά το δίκαιο της Ένωσης, οι ποικιλίες βοτανικών γενών και ειδών μπορούν να αποτελούν αντικείμενο κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών. Οι κάτοχοι αυτών των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας λαμβάνουν αμοιβή ως αποζημίωση για τη χρήση των υπό προστασία ποικιλιών. Προς τούτο, οι κάτοχοι των ποικιλιών δικαιούνται να ζητούν και να λαμβάνουν συγκεκριμένες πληροφορίες από τους καλλιεργητές, τους μεταποιητές ή τους επισήμους φορείς που εμπλέκονται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής προκειμένου να μπορέσουν να ασκήσουν στην πράξη το δικαίωμα αμοιβής τους.
2. Στις αποφάσεις που εξέδωσε στις υποθέσεις Schulin (2) και Brangewitz (3), το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα του είδους και της εκτάσεως των πληροφοριών που μπορούν να ζητούν από τους καλλιεργητές και τους μεταποιητές, αντιστοίχως, οι κάτοχοι των προστατευομένων φυτικών ποικιλιών. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται να συμπληρώσει την εικόνα όσον αφορά τις αιτήσεις που υποβάλλονται από τους κατόχους στους επίσημους φορείς: σε ποιον βαθμό μπορούν οι κάτοχοι των υπό προστασία ποικιλιών να αποκτούν (τι είδους) πληροφορίες και από (ποιους) επίσημους φορείς προκειμένου να ασκήσουν το δικαίωμα αμοιβής τους;
II. Το νομικό πλαίσιο της Ένωσης
1. Ο βασικός κανονισμός
3. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2100/94 της 27ης Ιουλίου 1994, για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (4) (στο εξής: βασικός κανονισμός), έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως “ποικιλία” νοείται ομάδα φυτών εντός μιας βοτανικής ταξινομικής μονάδας της κατώτερης γνωστής κατηγορίας […].»
4. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, «[μ]ε την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 15 και 16, για τις ακόλουθες πράξεις όσον αφορά τα συστατικά ποικιλίας, ή τα συγκομισθέντα υλικά της προστατευόμενης ποικιλίας, καλούμενα και τα δύο εφεξής “υλικό”, απαιτείται η άδεια του κατόχου: α) παραγωγή ή αναπαραγωγή (πολλαπλασιασμός)· […].»
5. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού επιγράφεται «Παρέκκλιση από τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικής ποικιλίας». Ορίζει ότι «[κ]ατά παρέκκλιση από το άρθρο 13 παράγραφος 2, και για τη διασφάλιση της γεωργικής παραγωγής, οι καλλιεργητές επιτρέπεται να χρησιμοποιούν, για σκοπούς αναπαραγωγής σε αγρό της εκμετάλλευσής τους, το προϊόν της συγκομιδής το οποίο έλαβαν φυτεύοντας, στην εκμετάλλευσή τους, πολλαπλασιαστικό υλικό μιας ποικιλίας, εκτός των υβριδίων ή των σύνθετων ποικιλιών, η οποία καλύπτεται από κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών.»
6. Το άρθρο 14, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, διευκρινίζει ότι οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται μόνο επί των εκεί απαριθμούμενων γεωργικών φυτικών ειδών.
7. Η κρίσιμη διάταξη, το άρθρο 14, παράγραφος 3, έχει ως εξής:
«3. Οι προϋποθέσεις της παρεκκλίσεως που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και διασφάλισης των έννομων συμφερόντων του δημιουργού της φυτικής ποικιλίας και του καλλιεργητή καθορίζονται, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, με εκτελεστικούς κανόνες που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 114, βάσει των ακόλουθων κριτηρίων:
– δεν περιορίζεται ποσοτικά το μέγεθος της εκμετάλλευσης του καλλιεργητή στο μέτρο που απαιτείται για τις ανάγκες της εκμετάλλευσης,
– το προϊόν της συγκομιδής μπορεί να υφίσταται μεταποίηση για φύτευση είτε από τον ίδιο τον καλλιεργητή είτε από τρίτους που του παρέχουν υπηρεσίες, με την επιφύλαξη ορισμένων περιορισμών τους οποίους μπορούν να θεσπίζουν τα κράτη μέλη όσον αφορά την οργάνωση της μεταποίησης του εν λόγω προϊόντος συγκομιδής, ιδίως προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι το προϊόν που εισάγεται προς μεταποίηση είναι ταυτόσημο προς το μεταποιηθέν προϊόν,
– οι μικροκαλλιεργητές δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν αμοιβή στον κάτοχο· ως μικροκαλλιεργητές θεωρούνται:
– όσον αφορά το φυτικά είδη που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου στα οποία εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1765/92 του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1992 για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτριαίων καλλιεργειών [(ΕΕ 1992, L 181, σ. 12)], οι καλλιεργητές που δεν καλλιεργούν φυτά σε έκταση μεγαλύτερη από εκείνην που απαιτείται για την παραγωγή 92 τόνων σιτηρών· για τον υπολογισμό της έκτασης, εφαρμόζεται το άρθρο 8, παράγραφος 2, του προαναφερόμενου κανονισμού,
– όσον αφορά τα άλλα φυτικά είδη που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, οι καλλιεργητές που πληρούν ανάλογα κατάλληλα κριτήρια,
– οι λοιποί καλλιεργητές θα υποχρεούνται να καταβάλλουν στον κάτοχο μια δίκαιη αμοιβή, η οποία είναι αισθητά χαμηλότερη από το ποσό που καταβάλλεται για τη βάσει αδείας παραγωγή πολλαπλασιαστικού υλικού της ίδιας ποικιλίας στην ίδια περιοχή· το πραγματικό επίπεδο της δίκαιης αυτής αμοιβής μπορεί να μεταβάλλεται με το χρόνο, ανάλογα με την έκταση στην οποία γίνεται χρήση της παρέκκλισης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, για την συγκεκριμένη ποικιλία,
– οι κάτοχοι είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για την παρακολούθηση της τήρησης των διατάξεων του παρόντος άρθρου ή των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου· κατά την οργάνωση της παρακολούθησης αυτής, οι κάτοχοι δεν πρέπει να ενεργούν για την εξασφάλιση βοήθειας από επίσημους φορείς,
– οι καλλιεργητές και οι μεταποιητές παρέχουν, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, κατάλληλες πληροφορίες στους κατόχους· κατάλληλες πληροφορίες μπορούν επίσης να παρέχονται από τους επίσημους φορείς που συμμετέχουν στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής, εφόσον οι πληροφορίες αυτές συλλέγονται κατά τη συνήθη άσκηση των καθηκόντων τους, και δεν συνεπάγονται πρόσθετη εργασία ή δαπάνες. Προκειμένου για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, οι πληροφορίες αυτές παρέχονται με την επιφύλαξη της κοινοτικής και της εθνικής νομοθεσίας για την προστασία των ατόμων όσον αφορά την επεξεργασία και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»
2. Ο κανονισμός εφαρμογής
8. Το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με τη γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 2100/94 του Συμβουλίου σχετικά με τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (5) (στο εξής: κανονισμός εφαρμογής) ορίζει τα εξής:
«1. Η αίτηση που απευθύνει ο κάτοχος σε έναν επίσημο φορέα για τη χορήγηση πληροφοριών που αφορούν αυτή καθαυτή τη χρήση του υλικού, μέσω καλλιέργειας, συγκεκριμένων φυτικών ειδών ή ποικιλιών, ή που αφορούν τα αποτελέσματα μιας τέτοιας χρήσης, θα πρέπει να γίνεται γραπτώς. Στην αίτηση αυτή, ο κάτοχος θα πρέπει να δηλώνει το όνομα και τη διεύθυνσή του, την ποικιλία ή τις ποικιλίες για τις οποίες ενδιαφέρεται να λάβει πληροφορίες καθώς και τον τύπο πληροφορίας που ζητά. Θα πρέπει επίσης να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία της κατοχής του.
2. Ο επίσημος φορέας μπορεί, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, να μην χορηγήσει τις ζητούμενες πληροφορίες μόνον εφόσον:
– δεν εμπλέκεται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής,
– δεν επιτρέπεται, βάσει των κοινοτικών κανόνων ή των κανόνων των κρατών μελών που ρυθμίζουν τη γενική διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των επίσημων φορέων να παρέχουν τέτοιες πληροφορίες στους κατόχους, ή
– είναι η διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία ή τη νομοθεσία των κρατών μελών βάσει της οποίας έχουν συλλεγεί οι πληροφορίες, να μην χορηγήσει τέτοιες πληροφορίες,
– οι ζητούμενες πληροφορίες δεν είναι ή δεν είναι πλέον διαθέσιμες
– τέτοιου είδους πληροφορίες δεν μπορούν να ληφθούν μέσω της άσκησης των συνήθων καθηκόντων που επίσημου φορέα,
– τέτοιου είδους πληροφορίες μπορούν να ληφθούν μόνο με πρόσθετο βάρος εργασίας ή κόστος,
– τέτοιου είδους πληροφορίες αφορούν ειδικά υλικό το οποίο δεν ανήκει στις ποικιλίες του κατόχου.
Οι ενδιαφερόμενοι επίσημοι φορείς θα πρέπει να ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ασκούν τη διακριτική ευχέρεια που αναφέρεται στην τρίτη περίπτωση ανωτέρω.
3. Κατά την παροχή πληροφοριών, ο επίσημος φορέας δεν θα πρέπει να κάνει διακρίσεις μεταξύ των κατόχων. Ο επίσημος φορέας μπορεί να χορηγήσει τις ζητούμενες πληροφορίες διαθέτοντας στον κάτοχο αντίγραφα εγγράφων που περιέχουν πληροφορίες συμπληρωματικές προς αυτές που αφορούν το υλικό που ανήκει στις ποικιλίες του κατόχου, με την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε πιθανότητα εντοπισμού ατόμων που προστατεύονται βάσει των διατάξεων του άρθρου 12 έχει αποκλειστεί.
4. Εάν κάποιος επίσημος φορέας αποφασίσει να μην χορηγήσει τις ζητούμενες πληροφορίες, θα πρέπει να πληροφορήσει τον αιτούντα κάτοχο γραπτώς και να δηλώσει τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση αυτή.»
III. Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
9. Η εκκαλούσα είναι γερμανική εταιρία που δραστηριοποιείται στη διαχείριση καταπιστευμάτων και ενεργεί για λογαριασμό, κυρίως, γερμανικών επιχειρήσεων δημιουργίας σπόρων (6). Οι επιχειρήσεις αυτές είναι κάτοχοι δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών και/ή δικαιούχοι αποκλειστικών δικαιωμάτων χρήσεως προστατευόμενων φυτικών ποικιλιών για γεωργική χρήση στη Γερμανία. Στην εκκαλούσα έχουν αναθέσει την υποχρέωση να ασκεί, ιδίω ονόματι, το δικαίωμα αμοιβής που αντλούν οι κάτοχοι από την καλλιέργεια των προστατευόμενων φυτικών ποικιλιών.
10. Το Freistaat Thüringen (εφεσίβλητο της κύριας δίκης, στο εξής: εφεσίβλητο), το οποίο εκπροσωπείται από τη Landesverwaltungsamt (διοικητική υπηρεσία), είναι υπεύθυνο για την παρακολούθηση των κονδυλίων της Ένωσης, στο πλαίσιο διαχειρίσεως και εποπτείας των επιδοτήσεων από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 (7) και του άρθρου 1 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 907/2014 (8) (σε συνδυασμό με το παράρτημα I.1.A. του κανονισμού αυτού).
11. Κατά το αιτούν δικαστήριο, όσον αφορά τις επιδοτήσεις από πόρους της Ένωσης και τη συναφή παρακολούθηση της συμμορφώσεως προς τους κανόνες χρηματοδοτήσεως, το εφεσίβλητο αποθηκεύει στοιχεία στη βάση δεδομένων υπό την ονομασία Integriertes Verwaltungs- und Kontrollsystem (ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και εποπτείας, στο εξής: InVeKoS). Η εν λόγω βάση περιέχει δεδομένα σχετικά με τις ενεργές γεωργικές εκμεταλλεύσεις εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του εφεσίβλητου, ιδίως πληροφορίες οι οποίες παρέχονται από καλλιεργητές που υποβάλλουν αιτήσεις για επιδοτήσεις. Κατά τα φαινόμενα, τα σχετικά με τις χρησιμοποιούμενες φυτικές ποικιλίες πληροφοριακά στοιχεία είναι διαθέσιμα σε αυτή τη βάση δεδομένων προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τους κανόνες που αφορούν την εναλλαγή καλλιεργειών (αμειψισπορά).
12. Με έγγραφο της 5ης Απριλίου 2016, η εκκαλούσα ζήτησε να της αποσταλούν ορισμένα δεδομένα τα οποία ήταν αποθηκευμένα στη βάση δεδομένων InVeKoS. Στις 31 Ιουνίου 2016, το εφεσίβλητο αρνήθηκε να γνωστοποιήσει τα συγκεκριμένα δεδομένα, στηρίζοντας την άρνησή του στο άρθρο 9, παράγραφος 1, του Thüringer Informationsfreiheitsgesetz (νόμου της Θουριγγίας για την ελεύθερη πληροφόρηση, στο εξής; ThürIFG).
13. Στις 23 Δεκεμβρίου 2016, η εκκαλούσα άσκησε αγωγή ενώπιον του Landgericht Erfurt (πρωτοδικείο Ερφούρτης, Γερμανία), αξιώνοντας να της αναγνωριστεί το δικαίωμα σε πληροφόρηση. Η εκκαλούσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εφεσίβλητο να της παράσχει τις ακόλουθες πληροφορίες, οι οποίες ήταν αποθηκευμένες στη βάση δεδομένων:
– τις επωνυμίες και διευθύνσεις των γεωργικών εκμεταλλεύσεων·
– τις καλλιεργούμενες εκτάσεις των εν λόγω εκμεταλλεύσεων σε εκτάρια, καθώς και
– τις καλλιεργούμενες με σιτηρά και πατάτες εκτάσεις σε εκτάρια.
14. Η εκκαλούσα υποστήριξε ότι είχε δικαίωμα να λάβει τις πληροφορίες από το εφεσίβλητο δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο, τυγχάνει επίσης εφαρμογής στις φυτικές ποικιλίες. Ως επίσημος φορέας που εμπλέκεται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής, το εφεσίβλητο δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τη χορήγηση των πληροφοριών που βρίσκονται στην κατοχή του και μπορούν να διαβιβαστούν χωρίς σημαντική επιβάρυνση με πρόσθετο φόρτο εργασίας ή δαπάνες. Κατά την άποψη της εκκαλούσας, καμία διάταξη της εθνικής νομοθεσίας δεν επιτρέπει στο εφεσίβλητο να αρνηθεί να παράσχει τις πληροφορίες. Ειδικότερα, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του ThürIFG, δεν έχει εφαρμογή. Αντιθέτως, η προβλεπόμενη από το άρθρο 9, παράγραφος 2, του ThürIFG στάθμιση συμφερόντων κλίνει υπέρ του συμφέροντος της εκκαλούσας να αποκτήσει πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες.
15. Το εφεσίβλητο υποστήριξε ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η απόφασή του να μην παράσχει τις πληροφορίες ήταν δικαιολογημένη. Ισχυρίζεται ότι επ’ ουδενί συνιστά επίσημο φορέα κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής και, εν πάση περιπτώσει, η συγκεκριμένη διάταξη θεμελιώνει δικαίωμα πληροφορήσεως μόνον όσον αφορά τις φυτικές ποικιλίες. Εξάλλου, πέραν του δικαιώματος αρνήσεως παροχής των πληροφοριών το οποίο απορρέει από τον ThürIFG, το ίδιο έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να χορηγήσει τις πληροφορίες και για τον λόγο ότι η συγκέντρωση των πληροφοριών που ζητούνται συνεπάγεται την επιβάρυνσή του με πρόσθετο φόρτο εργασίας και δαπάνες.
16. Με απόφαση που εξέδωσε στις 17 Αυγούστου 2017, το Landgericht Erfurt (πρωτοδικείο Ερφούρτης), απέρριψε την αγωγή. Έκρινε ότι το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του ίδιου κανονισμού, δικαιολογούσαν την άρνηση του εφεσίβλητου να παράσχει τις πληροφορίες.
17. Η εκκαλούσα άσκησε έφεση ενώπιον του Thüringer Oberlandesgericht (ανωτέρου περιφερειακού δικαστηρίου της Θουριγγίας, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου.
18. Με την έφεσή της, η εκκαλούσα προβάλλει, αφενός, ότι έχει το δικαίωμα να λάβει πληροφορίες από το εφεσίβλητο δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής και, αφετέρου, ότι το δικαίωμα πληροφορήσεως από τους επίσημους φορείς δεν αφορά αποκλειστικά τις φυτικές ποικιλίες. Εναπόκειται στην εκκαλούσα να καθορίσει τον σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες. Ειδικότερα, οι πληροφορίες που έχει στην κατοχή του το εφεσίβλητο θα επέτρεπαν στην εκκαλούσα να αποκτήσει μια εικόνα σχετικά με την έκταση των περιοχών που καλλιεργούνται πράγματι από καλλιεργητές καθώς και πληροφορίες σχετικά με το ποιοι εμπίπτουν στην κατηγορία των «μικροκαλλιεργητών». Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να αποφύγει να ζητήσει τις πληροφορίες από τους ίδιους τους μικροκαλλιεργητές. Η εκκαλούσα έχει δεσμευθεί να καταβάλει στο εφεσίβλητο το αντίστοιχο ποσό για οποιεσδήποτε δαπάνες προκύψουν από την αναζήτηση των ζητούμενων δεδομένων, όπως τα έξοδα προγραμματισμού του λογισμικού.
19. Κατά το εφεσίβλητο, το Landgericht Erfurt (πρωτοδικείο Ερφούρτης) ορθώς έκρινε ότι το δικαίωμα της εκκαλούσας σε πληροφόρηση περιορίζεται δυνάμει του δευτέρου και του τρίτου εδαφίου, του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής. Η βάση δεδομένων InVeKoS δεν περιέχει καμία πληροφορία σχετικά με συγκεκριμένες φυτικές ποικιλίες, εξαιρουμένων των πληροφοριών που αφορούν τον λυκίσκο και την κάνναβη, δεδομένου ότι οι καλλιεργητές που ζητούν επιδοτήσεις δεν υποχρεούνται να παράσχουν αυτού του είδους τις πληροφορίες. Επιπλέον, το ίδιο το εφεσίβλητο δεν έχει τη δυνατότητα προγραμματισμού για αυτή τη νέα, εξειδικευμένη έρευνα προκειμένου να συγκεντρώσει τα ζητούμενα δεδομένα. Η ανάθεση αυτής της εργασίας προγραμματισμού σε κάποιον πάροχο υπηρεσιών, θα το επιβάρυνε με έξοδα της τάξεως των 6 000 ευρώ.
20. Εντός αυτού του πραγματικού και νομικού πλαισίου, το Thüringer Oberlandesgericht (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο Θουριγγίας) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Υφίσταται, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, [του κανονισμού 1768/95], δικαίωμα για πληροφόρηση έναντι επισήμων φορέων, αναφερόμενο αποκλειστικά στη χορήγηση πληροφοριών που αφορούν φυτικά είδη, χωρίς να ζητούνται με τη σχετική αίτηση και πληροφορίες για μια προστατευόμενη ποικιλία;
2. Σε περίπτωση που από την απάντηση στο ερώτημα 1 προκύπτει ότι μπορεί να προβληθεί τέτοιο δικαίωμα για πληροφόρηση:
α) Αποτελεί επίσημο φορέα εμπλεκόμενο στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής, υπό την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2 (πρώτη περίπτωση), του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95, η αρχή η οποία προβαίνει στον έλεγχο της επιδοτήσεως των καλλιεργητών από πόρους της ΕΕ και, στο μέτρο αυτό, αποθηκεύει δεδομένα των αιτούντων καλλιεργητών, τα οποία αφορούν επίσης είδη (καλλιέργειας);
β) Έχει το δικαίωμα επίσημος φορέας να αρνηθεί τη χορήγηση των πληροφοριών που του ζητήθηκαν, στην περίπτωση που η παροχή των πληροφοριών απαιτεί την επεξεργασία ή τον προσδιορισμό των ευρισκομένων στην κατοχή του δεδομένων από τρίτο, γεγονός που συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση περίπου 6 000,00 ευρώ; Ασκεί εν προκειμένω επιρροή κατά πόσον ο αιτών είναι διατεθειμένος να επωμιστεί το σχετικό κόστος;»
21. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η εκκαλούσα, το εφεσίβλητο, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Άπαντες ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 31 Ιανουαρίου 2019.
IV. Ανάλυση
22. Οι παρούσες προτάσεις είναι διαρθρωμένες ως ακολούθως. Θα ξεκινήσω με ορισμένες προκαταρκτικές διευκρινίσεις σχετικές με την οικονομία και τη συνολική λειτουργία του καθεστώτος των κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών, ιδίως όσον αφορά την παρέκκλιση που εισάγει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού (υπό Α). Ακολούθως, θα στραφώ στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο αφορά το ζήτημα του είδους των πληροφοριών που μπορούν να ζητούν από τους επίσημους φορείς οι κάτοχοι των υπό προστασία φυτικών ποικιλιών δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής (υπό Β). Τέλος, θα εξετάσω το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, αναλύοντας το νόημα της φράσεως «επίσημος φορέας που εμπλέκεται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής» και το ζήτημα αν οι αρμόδιοι επίσημοι φορείς μπορούν να αρνούνται να χορηγήσουν τις πληροφορίες που τους ζητούνται, στην περίπτωση που η παροχή των τελευταίων προϋποθέτει την περαιτέρω επεξεργασία τους, καταλήγοντας στην εξέταση του ζητήματος των πιθανών πρόσθετων δαπανών (υπό Γ).
1. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού γεωργική εξαίρεση
23. Το άρθρο 13 του βασικού κανονισμού ορίζει ποια είναι τα δικαιώματα των κατόχων κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, η άδεια του κατόχου απαιτείται, κατ’ αρχήν, για την παραγωγή ή αναπαραγωγή (πολλαπλασιασμό) των συστατικών της ποικιλίας ή των συγκομισθέντων υλικών της προστατευόμενης ποικιλίας (στο εξής, από κοινού: υλικό).
24. Το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού προβλέπει μια παρέκκλιση από την υποχρέωση λήψης της άδειας του κατόχου (στο εξής: γεωργική εξαίρεση). Σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, για τους σκοπούς διασφαλίσεως της γεωργικής παραγωγής, οι καλλιεργητές επιτρέπεται να χρησιμοποιούν, για σκοπούς αναπαραγωγής, σε αγρό της εκμετάλλευσής τους, το προϊόν της συγκομιδής το οποίο έλαβαν φυτεύοντας, στην εκμετάλλευσή τους, πολλαπλασιαστικό υλικό μιας ποικιλίας, εκτός των υβριδίων ή των σύνθετων ποικιλιών, η οποία καλύπτεται από κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών. Το άρθρο 14, παράγραφος 2, περιορίζει το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως στα εκεί απαριθμούμενα γεωργικά φυτικά είδη. Το άρθρο 14, παράγραφος 3, προβλέπει τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων για τον καθορισμό των προϋποθέσεων εφαρμογής της εν λόγω γεωργικής εξαιρέσεως. Επίσης, ορίζει ποια κριτήρια θα πρέπει να πληρούν οι ενδεχόμενοι εκτελεστικοί κανόνες.
25. Με τον κανονισμό εφαρμογής, η Επιτροπή έδωσε μορφή στη γεωργική εξαίρεση με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων τόσο του δημιουργού της ποικιλίας, που εκπροσωπείται από τον κάτοχο, όσο και του καλλιεργητή. Όταν ο τελευταίος κάνει χρήση της γεωργικής εξαιρέσεως, ο κάτοχος έχει το δικαίωμα να λάβει «δίκαιη αμοιβή» από τον καλλιεργητή. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, το ύψος της δίκαιης αμοιβής «μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης μεταξύ του κατόχου και του ενδιαφερόμενου καλλιεργητή». Εφόσον μεταξύ του κατόχου και του ενδιαφερόμενου καλλιεργητή δεν έχει καταρτιστεί σύμβαση, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής ορίζει ότι «το ύψος της αμοιβής θα είναι αισθητά χαμηλότερο από το ποσό που καταβάλλεται για τη, βάσει αδείας, παραγωγή πολλαπλασιασμού υλικού της κατώτερης κατηγορίας που πληροί τις προϋποθέσεις για επίσημη πιστοποίηση, της ίδιας ποικιλίας στην ίδια περιοχή».
26. Οι μικροκαλλιεργητές που κάνουν χρήση της γεωργικής εξαιρέσεως απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής οποιασδήποτε αμοιβής στους κατόχους. Το άρθρο 14, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, ορίζει ως μικροκαλλιεργητές τους καλλιεργητές που δεν καλλιεργούν φυτά σε έκταση μεγαλύτερη από εκείνην που απαιτείται για την παραγωγή 92 τόνων σιτηρών ή πληρούν ανάλογα κατάλληλα κριτήρια, ανάλογα με τη φυτική ποικιλία.
27. Εντός ενός συστήματος που είναι σχεδιασμένο κατ’ αυτόν τον τρόπο, η γνώση του ποιος επικαλείται τη γεωργική εξαίρεση αποκτά θεμελιώδη σημασία προκειμένου να καταστεί εφικτό για τους κατόχους να ασκήσουν τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας τους και να λάβουν τη (δίκαιη) αμοιβή που δικαιούνται. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός εφαρμογής περιέχει πληθώρα διατάξεων οι οποίες επιτρέπουν στους κατόχους να αποκτούν πληροφορίες από διάφορους ενδιαφερόμενους φορείς. Μολονότι το Δικαστήριο έχει ήδη, στο πλαίσιο υποθέσεων στις οποίες επίσης εμπλεκόταν η εκκαλούσα, ερμηνεύσεις τις διατάξεις εκείνες που αφορούν πληροφορίες τις οποίες πρέπει να παρέχουν οι καλλιεργητές και οι μεταποιητές (9), η παρούσα υπόθεση αφορά συγκεκριμένα το είδος των πληροφοριών που πρέπει να παρέχουν στους κατόχους ορισμένοι επίσημοι φορείς.
2. Πρώτο ερώτημα: η έκταση του δικαιώματος πληροφορήσεως των κατόχων από επίσημους φορείς δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής
28. Με το πρώτο προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, ουσιαστικά, σχετικά με το είδος των πληροφοριών που πρέπει να παρέχουν, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής, οι επίσημοι φορείς κατόπιν αιτήσεων των κατόχων: δικαιούνται οι τελευταίοι να αποκτούν πληροφορίες ως προς τα φυτικά είδη ή μόνον ως προς τις φυτικές ποικιλίες των κατόχων;
29. Κατά την εκκαλούσα, το άρθρο 14, παράγραφος 3, έκτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, παρέχει στους κατόχους το δικαίωμα να αποκτούν πληροφορίες από τους επίσημους φορείς σχετικά με τα φυτικά είδη, χωρίς να απαιτείται η αίτηση παροχής πληροφοριών να αφορά συγκεκριμένη φυτική ποικιλία. Ειδικότερα, οι κάτοχοι έχουν το δικαίωμα να αποκτούν πληροφορίες ταυτοποιήσεως των «μικροκαλλιεργητών», κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, οι οποίοι απαλλάσσονται πλήρως από την υποχρέωση καταβολής αμοιβής στους κατόχους. Εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει ότι ένας καλλιεργητής εμπίπτει στην κατηγορία των μικροκαλλιεργητών δεν θα ζητήσει απ’ αυτόν πληροφορίες και, κατά μείζονα λόγο, την καταβολή αμοιβής. Ωστόσο, οι ίδιοι οι μικροκαλλιεργητές δεν ορίζονται σε σχέση με συγκεκριμένες φυτικές ποικιλίες αλλά σε συνάρτηση με τις εκτάσεις στις οποίες καλλιεργούνται συγκεκριμένα φυτικά είδη. Εν πάση περιπτώσει, η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι η υποχρέωση παροχής πληροφοριών την οποία υπέχουν οι επίσημοι φορείς είναι ευρύτερη από αυτή των καλλιεργητών, καθόσον το άρθρο 11 δεν εξειδικεύει ποιες είναι οι «κατάλληλες» πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται.
30. Κατά την Επιτροπή, το δικαίωμα πληροφορήσεως δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής δεν περιορίζεται στις φυτικές ποικιλίες. Μπορεί να συμπεριλαμβάνει φυτικά είδη ώστε να εξακριβώνεται ποιοι καλλιεργητές συνιστούν μικροκαλλιεργητές. Ωστόσο, το αντικείμενο της αιτήσεως παροχής πληροφοριών πρέπει να συνίσταται σε κάποια φυτική ποικιλία. Συνεπώς, οι κάτοχοι δεν μπορούν να υποβάλλουν αδιακρίτως αόριστες αιτήσεις παροχής στους επισήμους φορείς χωρίς να προσκομίζουν ενδείξεις ως προς το αν κάποιοι καλλιεργητές έχουν πράγματι αποκτήσει υλικό πολλαπλασιασμού προστατευομένων ποικιλιών. Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι το δικαίωμα παροχής πληροφοριών από επίσημους φορείς δεν συνδέεται με κάποιο αυτοτελές δημόσιο δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα ή περαιτέρω χρήσεως πληροφοριών του δημοσίου τομέα (δυνάμει της οδηγίας 2003/98/ΕΚ (10)). Είναι απλώς ένα ιδιωτικό δικαίωμα, παρεπόμενου χαρακτήρα ως προς τη σχέση μεταξύ κατόχων και καλλιεργητών.
31. Από την πλευρά τους, το εφεσίβλητο και η Ισπανική Κυβέρνηση διατείνονται ότι οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών προς επίσημους φορείς πρέπει να αφορούν ποικιλίες, και όχι είδη. Δεν είναι δυνατή η επίκληση του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, σε συνδυασμό με το άρθρο 14, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού για την απόκτηση γενικών πληροφοριών σχετικών με τους καλλιεργητές.
1. Η έκταση της προσβάσεως στις πληροφορίες που διαθέτουν οι επίσημοι φορείς δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής
32. Επιβάλλεται εκ προοιμίου να γίνει μια αρχική διευκρίνιση όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των ειδικών διατάξεων του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής και του άρθρου 14, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού καθώς και των εθνικών κανόνων σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες.
33. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, συγκεκριμένα, να ερμηνευθεί τι ακριβώς περιλαμβάνει η πρόσβαση στις πληροφορίες δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής. Κατά την εκκαλούσα, η διάταξη αυτή αποτελεί έγκυρη νομική βάση για την απόκτηση, μεταξύ άλλων, πληροφοριών που θα της επιτρέψουν να προβεί στην ταυτοποίηση των «μικροκαλλιεργητών», οι οποίοι απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής οποιασδήποτε αμοιβής και στους οποίους, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να υποβάλλονται αιτήσεις παροχής πληροφοριών από τους κατόχους.
34. Το άρθρο 11 του κανονισμού εφαρμογής είναι ειδική διάταξη μιας εκτελεστικής πράξεως αφιερωμένης στη γεωργική εξαίρεση που εισάγει το άρθρο 14, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού. Επομένως, λογικά, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού και το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να συνδέονται. Κατά μείζονα δε λόγο από τη στιγμή που οι κανονισμοί εφαρμογής πρέπει να συνάδουν με το περιεχόμενο και τα όρια της νομικής βάσεως επί της οποίας εκδίδονται.
35. Είναι πράγματι αληθές ότι το άρθρο 14, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, μνημονεύει, ως εξαίρεση της εξαιρέσεως, τους μικροκαλλιεργητές. Ωστόσο, ο ίδιος ο κανονισμός εφαρμογής δεν αφορά τη συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων, ιδίως σε σχέση με την πρόσβαση στις πληροφορίες που κατέχουν οι επίσημοι φορείς. Το άρθρο 11 δεν αναφέρεται στους μικροκαλλιεργητές. Στο πλαίσιο του κανονισμού εφαρμογής, οι μικροκαλλιεργητές μνημονεύονται μόνο στο άρθρο 7, στο κεφάλαιο περί αμοιβής. Η διάταξη αυτή ορίζει επίσης, προκειμένου για την ταυτοποίηση των μικροκαλλιεργητών, την «[έ]κταση στην οποία καλλιεργούνται φυτά» κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού (11). Ωστόσο, δεν επιβάλλει στους καλλιεργητές στους μεταποιητές ή στους επίσημους φορείς την υποχρέωση παροχής γενικών πληροφοριών στους κατόχους όσον αφορά το μέγεθος αυτών των εκτάσεων.
36. Το ζήτημα αν, εντός αυτού του πλαισίου, ο όρος «είδη» στην πρώτη περίοδο του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παραπέμπει στο άρθρο 14, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, θα εξεταστεί στο επόμενο τμήμα των προτάσεών μου. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να γίνουν δύο συστηματικές παρατηρήσεις.
37. Πρώτον, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι γενικές πληροφορίες σχετικά με το μέγεθος των καλλιεργουμένων εκτάσεων έχουν κάποια σημασία για την άσκηση του δικαιώματος αμοιβής των κατόχων, τούτο, και πάλι, δεν παρέχουν στους κατόχους τη δυνατότητα να προβάλλουν τις αξιώσεις τους που αφορούν τις φυτικές τους ποικιλίες. Η λογική στην οποία στηρίζονται αμφότεροι οι κανονισμοί εκκινεί από τη χρήση των φυτικών ποικιλιών, έναντι της οποίας το καθεστώς των μικροκαλλιεργητών συνιστά ένα είδος «άμυνας». Δεν συμβαίνει το αντίστροφο. Αντιθέτως, θα πρέπει, κατ’ αρχάς, να αποδειχθεί, σε προκαταρκτικό στάδιο, ότι ο καλλιεργητής χρησιμοποίησε, ή είχε την πρόθεση να χρησιμοποιήσει, το προϊόν της συγκομιδής που προήλθε από τη φύτευση υλικού συγκεκριμένων ποικιλιών. Η εξαίρεση για τους μικροκαλλιεργητές στο άρθρο 14, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού μπορεί απλώς να διαδραματίσει ρόλο σε μεταγενέστερο στάδιο, ως μια γραμμή άμυνας όσων καλλιεργητών πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις εντός της ευρύτερης κατηγορίας των γεωργών οι οποίοι καλλιεργούν τις προστατευόμενες φυτικές ποικιλίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
38. Δεύτερον, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι, σε επίπεδο δικαίου της Ένωσης, η συστηματική σύνδεση του άρθρου 14, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού με το άρθρο 11 του κανονισμού εφαρμογής δεν είναι απαραίτητη, επιβάλλεται, παράλληλα, να υπογραμμισθεί ότι το άρθρο 11 του κανονισμού εφαρμογής επ’ ουδενί μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει εξαντλητικώς το πεδίο των πιθανών αιτήσεων παροχής πληροφοριών προς τους εθνικούς φορείς.
39. Πράγματι, δεν απαγορεύεται στα κράτη μέλη να παρέχουν πρόσβαση σε διάφορα είδη πληροφοριών τα οποία δεν εμπίπτουν στο άρθρο 11. Η σιωπή του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά την πρόσβαση σε ορισμένες πληροφορίες δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δίκαιο της Ένωσης επιβάλλει «απαγόρευση προσβάσεως», το αντίθετο μάλιστα: εφόσον δεν απαγορεύονται από το δίκαιο της Ένωσης, οι λοιποί εθνικοί κανόνες σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή στο σύνολο των ζητημάτων που δεν καλύπτονται ρητώς από το δίκαιο της Ένωσης. Το γεγονός ότι ο κανονισμός εφαρμογής δεν περιέχει ειδικές διατάξεις σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, οι οποίες θα επέτρεπαν στους κατόχους την ταυτοποίηση των μικροκαλλιεργητών, σημαίνει απλώς ότι το συγκεκριμένο ζήτημα ρυθμίζεται από τους εθνικούς κανόνες.
40. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, η αρχική αίτηση της εκκαλούσας, κατά τα φαινόμενα, υποβλήθηκε (και απορρίφθηκε) βάσει του ThürIFG. Ασφαλώς και δεν αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να προβεί σε διαπιστώσεις και κρίσεις όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως ούτε να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει την εθνική νομοθεσία. Ωστόσο, θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι αιτήσεις παροχής πληροφοριών που δεν συνδέονται με συγκεκριμένες φυτικές ποικιλίες μπορούν, ασφαλώς, να υποβάλλονται –και οι σχετικές πληροφορίες να αποκτώνται– από τους κατόχους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, εφόσον η τελευταία το επιτρέπει. Αν οι πληροφορίες τις οποίες επιθυμούν να αποκτήσουν οι κάτοχοι βρίσκονται στη διάθεση των εθνικών (δημοσίων) αρχών και αφορούν, κατά κύριο λόγο, διοικητικά πληροφοριακά στοιχεία που έχουν συλλεχθεί από τις εθνικές αρχές, τυγχάνουν εφαρμογής οι εθνικοί κανόνες σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες (12).
41. Θέλω να τονίσω το σημείο αυτό ώστε να καταστεί σαφές ότι το άρθρο 11 του κανονισμού εφαρμογής δεν είναι δυνατόν να ερμηνεύεται, ταυτόχρονα, και συσταλτικά αλλά και εξαντλητικά: συσταλτικά, υπό την έννοια ότι δεν καταλαμβάνει τα φυτικά είδη, και εξαντλητικά, υπό την έννοια ότι ρυθμίζει κατά τρόπο αποκλειστικό το ζήτημα, απαγορεύοντας, ουσιαστικά, την παράλληλη εφαρμογή των εθνικών κανόνων σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες.
42. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στο επόμενο τμήμα των προτάσεών μου, είμαι υποχρεωμένος να συνταχθώ με την άποψη του εφεσίβλητου επί του πρώτου σημείου: αιτήσεις παροχής πληροφοριών οι οποίες μπορούν να απευθύνονται σε επίσημους φορείς δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής, έχουν, όντως, ως αντικείμενό τους τις φυτικές ποικιλίες των κατόχων που υποβάλλουν τις εν λόγω αιτήσεις. Ωστόσο, η εξαίρεση των σχετικών με τα φυτικά είδη πληροφοριών από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11, σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το «πεδίο» αυτό εξακολουθεί να καλύπτεται από την εθνική νομοθεσία και, ως εκ τούτου, οι ενδιαφερόμενοι κάτοχοι μπορούν να υποβάλλουν τις σχετικές με τα φυτικά είδη αιτήσεις τους βάσει του εθνικού δικαίου.
2. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11 –ποικιλίες ή είδη;
43. Δύο είναι τα γραμματικά επιχειρήματα από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών αφορούν, γενικώς, τα φυτικά είδη.
44. Πρώτον, το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού εφαρμογής αναφέρεται, πράγματι, ρητώς σε «είδη»: «[η] αίτηση που απευθύνει ο κάτοχος σε έναν επίσημο φορέα για τη χορήγηση πληροφοριών που αφορούν αυτή καθαυτή τη χρήση του υλικού, μέσω καλλιέργειας, συγκεκριμένων φυτικών ειδών ή ποικιλιών, ή που αφορούν τα αποτελέσματα μιας τέτοιας χρήσης, θα πρέπει να γίνεται γραπτώς» (η υπογράμμιση δική μου).
45. Δεύτερον, εφόσον υποτεθεί ότι το άρθρο 11 του κανονισμού εφαρμογής αποσκοπούσε και στην εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει τους «μικροκαλλιεργητές» σε συνάρτηση με το μέγεθος της εκτάσεως στην οποία καλλιεργούνται τα απαριθμούμενα στο άρθρο 14, παράγραφος 2, φυτικά είδη.
46. Για τους λόγους αυτούς, η αναφορά σε «είδη» στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει την υποβολή αιτήσεων παροχής πληροφοριών σχετικά με την επιφάνεια της εκτάσεως επί της οποίας καλλιεργούνται τα εν λόγω φυτικά είδη, προκειμένου για την ταυτοποίηση των «μικροκαλλιεργητών».
47. Ωστόσο, πέραν αυτών των δύο γραμματικών επιχειρημάτων, σε επίπεδο νομικής επιχειρηματολογίας ελάχιστα είναι τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της προτεινόμενης από την εκκαλούσα ερμηνείας του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής. Η περαιτέρω γραμματική, αλλά, πάνω απ’ όλα, η συστηματική και η τελολογική ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως, καταδεικνύουν με σαφήνεια ότι οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών οι οποίες υποβάλλονται σε επίσημους φορείς από τους κατόχους πρέπει να αφορούν συγκεκριμένες φυτικές ποικιλίες του κατόχου που υποβάλει την αίτηση.
48. Κατ’ αρχάς, παραμένοντας σε επίπεδο γράμματος, στο άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερη και τρίτη περίοδος, του κανονισμού εφαρμογής, τίθενται ορισμένες προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληρούν οι έγκυρες αιτήσεις παροχής πληροφοριών. Μεταξύ αυτών των απαιτήσεων είναι ότι ο κάτοχος οφείλει να δηλώνει «την ποικιλία ή τις ποικιλίες για τις οποίες ενδιαφέρεται να λάβει πληροφορίες» καθώς και «να παράσχει αποδεικτικά στοιχεία της κατοχής του» (η υπογράμμιση δική μου). Αφ’ ης στιγμής, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, αντικείμενο των κοινοτικών δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών μπορούν να αποτελούν μόνο ποικιλίες όλων των βοτανικών γενών και ειδών –και όχι τα φυτικά είδη, γενικώς– από το άρθρο 11, παράγραφος 1, συνάγεται με σαφήνεια ότι οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών πρέπει να στοχεύουν ειδικά σε ποικιλίες.
49. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται έτι περαιτέρω από το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 2, έβδομο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, κατά το οποίο οι επίσημοι φορείς μπορούν να μην χορηγούν τις πληροφορίες που ζητούνται αν «τέτοιου είδους πληροφορίες αφορούν ειδικά υλικό το οποίο δεν ανήκει στις ποικιλίες του κατόχου» (η υπογράμμιση δική μου). Θα ήταν κάπως παράδοξο να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής επιτρέπει στους κατόχους να ζητούν και να λαμβάνουν πληροφορίες για τα φυτικά είδη, ενώ οι αμέσως επόμενες διατάξεις του ίδιου του άρθρου 11 επιτρέπουν να μην τους χορηγούνται τέτοιες πληροφορίες.
50. Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι κατά την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (13). Στην υπό κρίση υπόθεση, τόσο η τελολογική όσο και η συστηματική ερμηνεία συνηγορούν επίσης σαφώς υπέρ της απόψεως ότι οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών πρέπει να αφορούν συγκεκριμένες ποικιλίες.
51. Ο σκοπός της γεωργικής εξαιρέσεως είναι διττός: να διαφυλάξει τη γεωργική παραγωγή, εξασφαλίζοντας, παράλληλα, την καταβολή από τον καλλιεργητή μιας (δίκαιης) αμοιβής στον κάτοχο. Το άρθρο 2 του κανονισμού εφαρμογής υπογραμμίζει την ανάγκη διατηρήσεως μιας εύλογης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων του καλλιεργητή και των συμφερόντων του κατόχου στην περίπτωση που ο καλλιεργητής χρησιμοποιεί το προϊόν της συγκομιδής που ανήκει σε μία ή περισσότερες ποικιλίες του κατόχου για φύτευση στον αγρό (ή τους αγρούς) της εκμεταλλεύσεώς του. Από το γεγονός ότι τα συμφέροντα του κατόχου επηρεάζονται από τη χρήση των ποικιλιών του από τον καλλιεργητή συνάγεται ότι ο κάτοχος πρέπει, προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντά του, να λάβει συγκεκριμένες πληροφορίες όσον αφορά τις φυτικές ποικιλίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της γεωργικής εξαιρέσεως, δηλαδή προστατευόμενες ποικιλίες, πλην των υβριδίων ή των σύνθετων ποικιλιών (14), οι οποίες να ανήκουν στα γεωργικά φυτικά είδη που απαριθμούνται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού.
52. Σε σχέση με το γενικό καθεστώς που ισχύει για τις πληροφορίες, το οποίο έχει καθοριστεί τόσο με τον βασικό κανονισμό όσο και με τον κανονισμό εφαρμογής, το άρθρο 11 του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τα άρθρα του 8 και 9, όπως αυτά έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
53. Όπως συνάγεται από το άρθρο 14, παράγραφος 3, έκτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, η υποχρέωση παροχής πληροφοριών στους κατόχους δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής, δεν περιορίζεται αποκλειστικά στους επίσημους φορείς. Το άρθρο 11 του κανονισμού εφαρμογής αποτελεί μία μόνον από τις διατάξεις του κεφαλαίου 4. Εντός αυτού του κεφαλαίου, το οποίο είναι αφιερωμένο στην πληροφόρηση, τα άρθρα 8 και 9 θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να χορηγούνται στους κατόχους από τους καλλιεργητές και τους μεταποιητές, αντιστοίχως. Αμφότερες αυτές οι διατάξεις καθιστούν σαφές ότι οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται τόσο από τους καλλιεργητές όσο και από τους μεταποιητές αφορούν επίσης τις φυτικές ποικιλίες και όχι τα φυτικά είδη. Επιπλέον, σύμφωνα με τα άρθρα 8, παράγραφος 4, και 9, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής, ο κάτοχος πρέπει να δηλώνει στην αίτηση παροχής πληροφοριών «την ποικιλία ή τις ποικιλίες για τις οποίες ενδιαφέρεται να λάβει πληροφορίες, και θα πρέπει να κάνει αναφορά στο/στα σχετικό(ά) κοινοτικό(ά) δικαίωμα(τα) επί φυτικών ποικιλιών». Εφόσον ζητηθεί από τον καλλιεργητή ή τον μεταποιητή, «θα πρέπει να […] παρουσιαστεί απόδειξη της κατοχής».
54. Εκ πρώτης όψεως, οι διατάξεις αυτές είναι ήδη αρκετά σαφείς στο μέτρο που, κατ’ αρχήν, ο κάτοχος μπορεί να ζητήσει και να λάβει από τους καλλιεργητές ή τους μεταποιητές μόνον πληροφορίες που αφορούν τις φυτικές ποικιλίες. Το Δικαστήριο προχώρησε ένα βήμα παραπέρα ερμηνεύοντας μάλλον αυστηρά τις εν λόγω διατάξεις, με τις αποφάσεις Schulin και Brangewitz (15).
55. Με την απόφαση Schulin, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να επιτρέπεται στον κάτοχο να ζητεί πληροφορίες από τον καλλιεργητή, εφόσον διαθέτει ένδειξη ότι ο τελευταίος επικαλείται ή πρόκειται να επικαλεστεί την παρέκκλιση του άρθρου 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού (16), και, ως εκ τούτου, χρησιμοποίησε ή προτίθεται να χρησιμοποιήσει, για σκοπούς αναπαραγωγής σε αγρό της εκμεταλλεύσεώς του, το προϊόν της συγκομιδής που έλαβε φυτεύοντας, στην εκμετάλλευσή του, πολλαπλασιαστικό υλικό μιας ποικιλίας, εκτός των υβριδίων ή των σύνθετων ποικιλιών, η οποία καλύπτεται από κοινοτικό δικαίωμα επί φυτικών ποικιλιών και ανήκει σε ένα από τα γεωργικά φυτικά είδη που απαριθμούνται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού (17). Κατά συνέπεια, το να απαιτείται από όλους τους καλλιεργητές, λόγω και μόνον του ότι ανήκουν στο επάγγελμα αυτό, ακόμη και από όσους ουδέποτε απέκτησαν ούτε φύτευσαν το πολλαπλασιαστικό υλικό μιας ποικιλίας που καλύπτεται από κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών και η οποία ανήκει σε ένα από τα γεωργικά φυτικά είδη που απαριθμούνται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, να παρέχουν, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, στους κατόχους κάθε κατάλληλη πληροφορία, αντίκειται στο δίκαιο της Ένωσης (18).
56. Με την απόφαση Brangewitz, το Δικαστήριο έδωσε, ουσιαστικά, την ίδια απάντηση όσον αφορά και τους μεταποιητές, καίτοι υπό έναν ίσως λιγότερο απόλυτο τρόπο, προκειμένου, κατά πάσα πιθανότητα, να λάβει υπόψη του την ιδιαιτερότητα των μεταποιητών σε σχέση με τους καλλιεργητές. Έκρινε, ειδικότερα, ότι το άρθρο 14, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 9, του κανονισμού εφαρμογής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, άπαξ ο κάτοχος διαθέτει ένδειξη ότι ο μεταποιητής παρέσχε ή προτίθεται να παράσχει υπηρεσίες μεταποιήσεως του προϊόντος της συγκομιδής το οποίο ελήφθη από τον καλλιεργητή με τη φύτευση πολλαπλασιαστικού υλικού μιας ποικιλίας του κατόχου με σκοπό τη φύτευσή του, ο μεταποιητής οφείλει να του παράσχει χρήσιμες πληροφορίες όχι μόνο σχετικά με τους καλλιεργητές ως προς τους οποίους ο κάτοχος διαθέτει ενδείξεις ότι ο μεταποιητής παρέσχε ή προτίθεται να παράσχει τις εν λόγω υπηρεσίες, αλλά και σχετικά με όλους τους άλλους καλλιεργητές στους οποίους ο μεταποιητής παρέσχε ή προτίθεται να παράσχει τις ως άνω υπηρεσίες, όταν η επίμαχη ποικιλία δηλώθηκε στον μεταποιητή ή περιήλθε σε γνώση του (19).
57. Με αυτά τα δεδομένα κατά νου, μου είναι αρκετά δύσκολο να αντιληφθώ για ποιον λόγο πρέπει οι επίσημοι φορείς, εντός της λειτουργίας του ίδιου συστήματος, να υπόκεινται σε μια κατά πολύ ευρύτερη υποχρέωση παροχής πληροφοριών, και μάλιστα διαφορετικού τύπου (από απόψεως του είδους των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται).
58. Τούτο ισχύει ιδίως για έναν σημαντικό συστημικό λόγο: εντός του γενικού πλαισίου που θεσπίζουν ο βασικός κανονισμός και ο κανονισμός εφαρμογής, δεν είναι οι επίσημοι φορείς εκείνοι που βαρύνονται κυρίως με την υποχρέωση να παράσχουν τις κρίσιμες πληροφορίες στους κατόχους ώστε οι τελευταίοι να μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα αμοιβής τους (20).
59. Πρώτον, το άρθρο 14, παράγραφος 3, πέμπτο και έκτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, δημιουργούν, κατά τα φαινόμενα, μια ιεραρχία μεταξύ των αποδεκτών των αιτήσεων παροχής πληροφοριών από τους κατόχους. Η διάταξη αυτή ορίζει, με αρκετά κατηγορηματικό τρόπο, ότι αποκλειστικά υπεύθυνοι για την παρακολούθηση της τηρήσεως των διατάξεων που αφορούν τη γεωργική εξαίρεση είναι οι κάτοχοι και ότι αυτοί δεν πρέπει να ενεργούν για την εξασφάλιση βοήθειας από επίσημους φορείς. Οι κάτοχοι πρέπει να αποκτούν τις πληροφορίες πρωτίστως από τους καλλιεργητές και τους μεταποιητές και, δευτερευόντως, από τους επίσημους φορείς (21).
60. Το Δικαστήριο έχει ήδη υπογραμμίσει ότι, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1768/95 αποτελεί κανονισμό εφαρμογής ο οποίος διευκρινίζει τις προϋποθέσεις της παρεκκλίσεως του άρθρου 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, οι διατάξεις του δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να επιβάλλουν στους καλλιεργητές υποχρεώσεις μεγαλύτερης εκτάσεως απ’ ό, τι εκείνες που απορρέουν από τον βασικό κανονισμό (22).
61. Το πρόβλημα με την αποδοχή της ερμηνείας που προτείνει η εκκαλούσα (και επίσης, εν μέρει, η Επιτροπή) είναι ότι θα ισοδυναμούσε με πλήρη αντιστροφή της λογικής και του συστήματος του βασικού κανονισμού μέσω μιας εξαιρετικά διευρυμένης ερμηνείας του κανονισμού εφαρμογής: σε μια τέτοια περίπτωση, οι επίσημες αρχές θα καθίσταντο, ουσιαστικά, ο κατ’ αρχήν προορισμός για οποιαδήποτε αίτηση παροχής πληροφοριών, τόσο αυτών που αφορούν τις ποικιλίες όσο και αυτές που αφορούν τα φυτικά είδη. Όπως θα αναλύσω στο επόμενο τμήμα των προτάσεών μου, ουδόλως αρνούμαι ότι η προσέγγιση αυτή είναι απολύτως λογική σε επίπεδο ελάφρυνσης του διοικητικού φόρτου για τους μεμονωμένους καλλιεργητές και μειώσεως της συνολικής γραφειοκρατίας για όλους τους ενδιαφερομένους. Ωστόσο, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι ένα τέτοιο εγχείρημα δεν είναι δυνατό να αντιμετωπίζεται ως απλό ζήτημα ερμηνείας μιας μεμονωμένης διατάξεως του κανονισμού εφαρμογής.
62. Δεύτερον, σε σύγκριση με τα άρθρα 8 και 9 του κανονισμού εφαρμογής, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11 είναι, κατά τα φαινόμενα, πιο περιορισμένο, καθόσον η δεύτερη παράγραφός του προβλέπει διάφορες εξαιρέσεις από την υποχρέωση των επισήμων φορέων προς παροχή πληροφοριών, ενώ η δυνητική έκταση ορισμένων εξ αυτών των εξαιρέσεων είναι αρκετά ευρεία. Ειδικότερα, το άρθρο 11, παράγραφος 2, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, κάνει μια μάλλον ευρεία παραπομπή στο εθνικό δίκαιο: οι επίσημοι φορείς μπορούν απλώς να αρνούνται τη χορήγηση των ζητούμενων πληροφοριών εφόσον η εθνική νομοθεσία που διέπει τη διακριτική ευχέρεια κατά τη δράση των επισήμων φορέων το απαγορεύει. Συνεπώς, η έκταση της υποχρεώσεως παροχής πληροφοριών από τους επίσημους φορείς είναι στενότερη σε σχέση με των καλλιεργητών ή των μεταποιητών. Επομένως, σε συστηματικό και πάλι επίπεδο, η έκταση της υποχρεώσεως παροχής πληροφοριών την οποία υπέχουν οι επίσημοι φορείς δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί ευρύτερα απ’ ό,τι η αντίστοιχη υποχρέωση των καλλιεργητών και των μεταποιητών.
63. Κατά συνέπεια, ως έχει επί του παρόντος η νομοθεσία της Ένωσης, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών που απευθύνονται στους επίσημους φορείς επιβάλλεται να είναι διατυπωμένες σε συνάρτηση με συγκεκριμένες προστατευόμενες φυτικές ποικιλίες του κατόχου. Ωστόσο, η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να παρέχουν πρόσβαση σε πληροφορίες από επίσημους φορείς όσον αφορά φυτικά είδη, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία για την πρόσβαση στις πληροφορίες.
3. Η λειτουργία και η λειτουργικότητα του συστήματος
64. Κατ’ εμέ, τα ισχυρότερα επιχειρήματα που προβάλλει η εκκαλούσα, και μέχρι ενός ορισμένου βαθμού και η Επιτροπή, υπέρ της συμπεριλήψεως πληροφοριών που αφορούν φυτικά είδη στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής, είναι μη νομικής φύσεως. Αφορούν την πρακτική λειτουργία (ή, μάλλον, την έλλειψη λειτουργικότητας) του συστήματος που θεσπίζεται με τον κανονισμό εφαρμογής.
65. Η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι η εκ μέρους των επίσημων φορέων χορήγηση των πληροφοριών που επιτρέπουν την ταυτοποίηση των μικροκαλλιεργητών θα καθιστούσε τη διαδικασία ασκήσεως του δικαιώματος σε αμοιβή αποτελεσματικότερη καθώς και λιγότερο επαχθή και δαπανηρή για όλους τους ενδιαφερόμενους παράγοντες. Από την πλευρά της, η Επιτροπή, προτείνοντας την υιοθέτηση μιας ερμηνείας η οποία επίσης επιτρέπει τη συμπερίληψη των φυτικών ειδών στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11, αναγνώρισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι ο κανονισμός εφαρμογής αποτελεί μια παρωχημένη πράξη παραγώγου δικαίου, η οποία χρήζει σιωπηρής (ερμηνευτικής) επικαιροποίησης.
66. Η συζήτηση που έλαβε χώρα τόσο στο πλαίσιο των γραπτών παρατηρήσεων όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία επιβεβαίωσε ότι, στην πράξη, η λειτουργία της γεωργικής εξαιρέσεως είναι πολύ περίπλοκη.
67. Όταν γίνεται επίκληση της εξαιρέσεως αυτής, προκειμένου να διαφυλαχθεί η γεωργική παραγωγή (δηλαδή, τα συμφέροντα των καλλιεργητών), καθίσταται, σε πρακτικό επίπεδο, αρκετά δύσκολο να διασφαλιστεί ότι οι κάτοχοι θα λάβουν τη (δίκαιη) αμοιβή που δικαιούνται (ήτοι, τα συμφέροντα των κατόχων, οι οποίοι εκπροσωπούν τους δημιουργούς των ποικιλιών). Οι πληροφορίες, οι οποίες είναι θεμελιώδους σημασίας προς τούτο, δεν είναι, κατά τα φαινόμενα, εύκολο να αποκτηθούν λόγω του διαδικαστικού συστήματος που προβλέπεται από τις προαναφερθείσες νομοθετικές πράξεις, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία (23). Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει με ακόμη μεγαλύτερη ενάργεια, αν γίνει η σύγκριση με τη «συνήθη» κατάσταση, δηλαδή με την περίπτωση κατά την οποία οι καλλιεργητές που δεν μπορούν να επωφεληθούν από τη γεωργική εξαίρεση χρησιμοποιούν προστατευόμενες ποικιλίες. Στην περίπτωση εκείνη, είναι ευκολότερο για τους κατόχους να ασκήσουν τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας τους, καθόσον απαιτείται η άδειά τους, με αποτέλεσμα οι κάτοχοι να αποκτούν εκ των προτέρων τις απαραίτητες πληροφορίες όσον αφορά τη χρησιμοποίηση προστατευόμενων ποικιλιών.
68. Επιβάλλεται να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, «[τ]α νόμιμα συμφέροντα [των κατόχων και των καλλιεργητών] δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι διασφαλίζονται εάν ένα ή περισσότερα από τα συμφέροντα αυτά επηρεάζονται δυσμενώς χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη να διατηρηθεί μία λογική ισορροπία μεταξύ όλων αυτών […]». Ωστόσο, το συνδυαστικό αποτέλεσμα των αποφάσεων Schulin και Brangewitz καθιστά, στην πραγματικότητα, αρκετά δύσκολη την απόκτηση πληροφοριών από τους καλλιεργητές (ή τους μεταποιητές). Όπως προαναφέρθηκε (24), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κάτοχος πρέπει να επιτρέπεται να ζητεί πληροφοριακά στοιχεία από τον καλλιεργητή όταν διαθέτει κάποια ένδειξη ότι ο τελευταίος έχει επικαλεστεί ή προτίθεται να επικαλεστεί την προβλεπόμενη από το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, παρέκκλιση (25). Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι «ο κάτοχος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να οργανώνεται κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διαθέτει το όνομα και τη διεύθυνση των καλλιεργητών που αγοράζουν πολλαπλασιαστικό υλικό μιας από τις προστατευόμενες φυτικές ποικιλίες του, ανεξάρτητα από το πόσο μακρά είναι η εμπορική αλυσίδα μεταξύ κατόχου και καλλιεργητή» (26). Και, «[ε]πιπλέον, στηριζόμενος στο άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2100/94, ο κάτοχος μπορεί να επιβάλει στους [διανομείς] του να καταγράφουν το όνομα και τη διεύθυνση των καλλιεργητών που αγοράζουν πολλαπλασιαστικό υλικό μιας από τις φυτικές ποικιλίες του» (27).
69. Ωστόσο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εκκαλούσα εξήγησε με αρκετά πειστικό τρόπο, χωρίς να την αντικρούσει ουδείς εκ των λοιπών μετεχόντων στη διαδικασία, για ποιον λόγο δεν είναι, στην πραγματικότητα, εφικτό να στηρίζονται οι κάτοχοι στους διανομείς, προκειμένου να μπορέσουν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους. Στον βαθμό που οι εκπροσωπούμενοι από την εκκαλούσα κάτοχοι δεν διανέμουν τους σπόρους τους, αλλά χορηγούν άδειες παραγωγής και διανομής, τέτοιου είδους αλυσίδα διανομής, θεωρητικώς, δεν υφίσταται. Συνεπώς, κατ’ ουσίαν, οι σπόροι διατίθενται στο εμπόριο από άλλες επιχειρήσεις, πράγμα το οποίο εγείρει δύο διαφορετικά προβλήματα. Πρώτον, οι επιχειρήσεις αυτές είναι επιφυλακτικές ως προς το να γνωστοποιήσουν τα ονόματα των πελατών τους για λόγους εμπιστευτικότητας. Δεύτερον, το να ζητηθεί από επιχειρήσεις που βρίσκονται σε επόμενα στάδια της αλυσίδας διανομής να αποκαλύψουν τα ονόματα των πελατών τους, θα μπορούσε επίσης να δημιουργήσει προβλήματα σε επίπεδο του δικαίου του ανταγωνισμού.
70. Συνεπώς, σε περίπτωση που δεν υπάρχει μεταξύ καλλιεργητή (ή μεταποιητή) και κατόχου σύμβαση στην οποία να ορίζονται ποιες κατάλληλες πληροφορίες παρέχονται από τον πρώτο στον δεύτερο, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 8, παράγραφος 1, και 9, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής, στην πράξη, δεν φαίνεται να είναι πολύ εύκολο για τον κάτοχο να αποκτήσει πληροφορίες από τους καλλιεργητές ή τους μεταποιητές.
71. Εντός αυτού ακριβώς του πρακτικού πλαισίου, η εκκαλούσα υποστηρίζει, ουσιαστικά, ότι η λειτουργία του ισχύοντος καθεστώτος είναι προβληματική και ότι, αν η πρόσβαση στις πληροφορίες που διαθέτουν οι επίσημοι φορείς δυνάμει του άρθρου 11 ερμηνευόταν διασταλτικά, θα υπήρχε μείωση των συνολικών γραφειοκρατικών και διαδικαστικών δαπανών για όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
72. Από νομοτεχνικής σκοπιάς, συμμερίζομαι σε μεγάλο βαθμό την προσέγγιση αυτή. Κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην απαλλαγή των ιδιωτών από υποχρέωση παροχής πληροφοριών οι οποίες βρίσκονται ήδη στην κατοχή δημοσίων αρχών είναι, κατ’ αρχήν, ευπρόσδεκτο.
73. Εκεί όμως ακριβώς έγκειται το πρόβλημα: αυτό που προτείνει η εκκαλούσα υπερβαίνει κατά πολύ οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί, υπό κανονικές συνθήκες, ερμηνεία νομικής διατάξεως. Η ερμηνεία αυτή μεταβάλλει την όλη οικονομία και τη λογική του κανονισμού εφαρμογής, φέρνοντάς την, παράλληλα, σε σύγκρουση με τη λογική του βασικού κανονισμού (28). Μιας τέτοιας φύσεως δικαστική παρέμβαση θα δημιουργούσε επίσης πάραυτα λογικές αντιφάσεις στο σύνολο των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων (29).
74. Εξάλλου, μια τέτοια μεμονωμένη «ερμηνευτική» παρέμβαση μπορεί επίσης να δημιουργήσει αρκετά νέα ζητήματα από μόνη της. Με την απόκτηση γενικότερων πληροφοριών από ευρύτερο, κατά πάσα πιθανότητα, φάσμα καλλιεργητών (αν μη τι άλλο, όλους αυτούς που καλλιεργούν τα αναφερόμενα στο άρθρο 14, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού γεωργικά φυτικά είδη –ή, ενδεχομένως, ακόμη και άλλα είδη), συμπεριλαμβανομένων όσων δεν έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ ούτε σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν προστατευόμενες ποικιλίες δυνάμει του άρθρου 14, παράγραφος 1, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι οι κάτοχοι θα εξασφάλιζαν πρόσβαση σε πληροφορίες οι οποίες θα υπερέβαιναν αρκετά το μέτρο του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας τους. Τέτοιες πληροφορίες θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να χρησιμοποιηθούν για πολλούς άλλους εμπορικούς σκοπούς, αρκετά μακρινούς –ή ακόμη και άσχετους– με τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων αμοιβής των κατόχων έναντι των σημερινών πελατών τους.
75. Επομένως, οι επίσημοι φορείς δεν μπορούν, επί τη βάσει του δικαίου της Ένωσης ως έχει επί του παρόντος, να καταστούν κατ’ αρχήν οι βασικοί πάροχοι πληροφοριών στο πλαίσιο ενός συστήματος το οποίο στηρίζεται στους καλλιεργητές και τους μεταποιητές και επαφίεται, ως προς την τήρησή του, αποκλειστικά στους κατόχους, όπως απορρέει με σαφήνεια από το άρθρο 14, παράγραφος 3, πέμπτο και έκτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού.
76. Για όλους αυτούς τους λόγους, αν τα προβλήματα που περιγράφηκαν στο παρόν τμήμα έχουν όντως πραγματική βάση, εναπόκειται στην Επιτροπή, η οποία παραδέχθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι οι ισχύουσες εκτελεστικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης είναι μάλλον παρωχημένες, να επιτρέψει στο σημείο εκκίνησης και να ξεκινήσει από την αρχή σχεδιάζοντας ένα νέο σύστημα (30). Η απόπειρα μετακυλίσεως αυτής της ευθύνης στο Δικαστήριο είναι αρκετά περίεργη, ιδίως σε ένα νομοθετικό πλαίσιο όπως το επίμαχο, όπου ακόμη και μια καλοπροαίρετη δικαστική παρέμβαση σε σχέση με μεμονωμένη διάταξη, χωρίς τη διαφοροποίηση της συνολικής λογικής του συστήματος, είναι πιθανό να προκαλέσει περισσότερα προβλήματα παρά να δώσει λύσεις (31).
3. Δεύτερο ερώτημα
77. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα χωρίζεται σε δύο σκέλη. Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ερμηνευτικές διευκρινίσεις όσον αφορά τον ορισμό της φράσεως «επίσημος φορέας που εμπλέκεται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής» κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν αυτοί οι επίσημοι φορείς μπορούν να αρνηθούν τη χορήγηση των ζητούμενων πληροφοριών, σε που αυτή συνεπάγεται δαπάνες για τον φορέα, τις οποίες, ωστόσο, προτίθεται να αναλάβει ο κάτοχος.
78. Παρά το γεγονός ότι η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, γεγονός το οποίο καθιστά περιττή την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, εντούτοις, θα εξετάσω τα δύο ζητήματα που θέτει το αιτούν δικαστήριο με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, για την περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να επιλέξει διαφορετική οδό όσον αφορά το πώς πρέπει να είναι διατυπωμένες οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής. Εξάλλου, δεδομένου ότι τίποτα δεν εμποδίζει την εκκαλούσα ή οποιονδήποτε άλλο κάτοχο δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας να υποβάλει οποτεδήποτε νέα αίτηση δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής, εκτιμώ ότι τα ζητήματα αυτά έχουν γενική και πρακτική αξία και χρήζουν απαντήσεως από το Δικαστήριο.
1. Δεύτερο ερώτημα, πρώτο σκέλος: ποιοι μπορούν να χαρακτηριστούν ως «επίσημοι φορείς που εμπλέκονται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής»;
79. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, επίσημος φορέας μπορεί να μη χορηγήσει πληροφορίες «εφόσον δεν εμπλέκεται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής». Δημόσια αρχή, όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, στην οποία έχει ανατεθεί η υποχρέωση παρακολουθήσεως των επιδοτήσεων που χορηγούνται στους καλλιεργητές, συνιστά επίσημο φορέα που «εμπλέκεται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής»;
80. Η εκκαλούσα και η Επιτροπή υποστηρίζουν σε μεγάλο βαθμό την ίδια άποψη, καίτοι για ελαφρώς διαφορετικούς λόγους. Η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι οργανισμός ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις επιδοτήσεις της Ένωσης που χορηγούνται στους καλλιεργητές αποτελεί φορέα που εμπλέκεται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής, αφού η εξέταση της νομιμότητας των επιδοτήσεων απαιτεί την παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, χάριν της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος στην πληροφόρηση, η ευρεία ερμηνεία της συγκεκριμένης έννοιας είναι δικαιολογημένη. Σε αυτή πρέπει να περιλαμβάνεται κάθε επίσημος φορέας που έχει στην κατοχή του πληροφορίες για τη γεωργική παραγωγή, συμπεριλαμβανομένων των αρμοδίων για την καταβολή των επιδοτήσεων αρχών.
81. Το εφεσίβλητο και η Ισπανική Κυβέρνηση έχουν αντίθετη άποψη. Δημόσιες αρχές οι οποίες είναι υπεύθυνες για την καταβολή επιδοτήσεων της Ένωσης δεν εμπλέκονται, κατά την άποψή τους, στην παρακολούθηση της φυτικής παραγωγής. Λόγω της διαχειρίσεως των επιδοτήσεων της Ένωσης οι αρχές αυτές αποκτούν υποχρεωτικώς ορισμένα στοιχεία σχετικά με τις ποικιλίες από τους καλλιεργητές που υποβάλλουν αιτήσεις για επιδότηση, προκειμένου να ελέγχουν αν οι συγκεκριμένες ποικιλίες ανήκουν στον κοινό κατάλογο ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών της Ένωσης. Πάντως, οι εν λόγω δημόσιες αρχές δεν είναι υποχρεωμένες να εξακριβώνουν ούτε αν οι ποικιλίες αυτές τελούν υπό προστασία ούτε ποιοι είναι οι κάτοχοί τους. Οι πληροφορίες αυτές δεν ασκούν επιρροή στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.
82. Ομολογουμένως, δημόσιες αρχές οι οποίες παρακολουθούν τις επιδοτήσεις της Ένωσης δεν εμπλέκονται, υπό στενή έννοια, στη γεωργική παραγωγή. Ωστόσο, δεν έχω σχεδόν καμία αμφιβολία ότι, με βάση οποιαδήποτε λογική ερμηνεία της επίμαχης φράσεως, είναι σαφές ότι οι αρχές αυτές ότι εμπλέκονται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής.
83. Πρώτον, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν εμπλέκονται στη γεωργική παραγωγή, οι δημόσιες αρχές που παρακολουθούν τις επιδοτήσεις της Ένωσης, παρακολουθούν όντως αυτή την παραγωγή, δεδομένου ότι τόσο η έκταση όσο και το ύψος των επιδοτήσεων της Ένωσης είναι προσαρμοσμένα στις παραγωγικές δραστηριότητες των καλλιεργητών (32). Επομένως, οι αρχές αυτές ασφαλώς εμπλέκονται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής, παρά το γεγονός ότι δεν «ελέγχουν» την παραγωγή υπό την έννοια μιας κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας, αποφασίζοντας, παραδείγματος χάριν, αν και σε ποιο επίπεδο θα πρέπει να τεθεί το ανώτατο όριο της παραγωγής.
84. Το ζήτημα αν οι ως άνω δημόσιες αρχές έχουν στη διάθεσή τους, στο πλαίσιο των συνολικών ελεγκτικών τους δραστηριοτήτων, αυτό ακριβώς το είδος των πληροφοριών που έχουν ζητηθεί από την εκκαλούσα είναι, ασφαλώς, σημαντικό. Πρόκειται, ωστόσο, για διαφορετικό ζήτημα. Μια δημόσια αρχή μπορεί να εμπλέκεται, γενικώς, στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής, ακόμη και αν η παρακολούθηση αυτή δεν συνεπάγεται την απόκτηση ενός πολύ συγκεκριμένου είδους πληροφοριών. Παρά ταύτα, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σημειώθηκε ότι το εφεσίβλητο έχει όντως στην κατοχή του ορισμένα σημαντικά δεδομένα σχετικά με τις φυτικές ποικιλίες.
85. Δεύτερον, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής περιέχει ήδη αρκετές –σχετικώς γενικόλογα διατυπωμένες– εξαιρέσεις (33) από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών, οι οποίες επιτρέπουν στους επίσημους φορείς να αρνούνται τη χορήγηση των ζητούμενων πληροφοριών. Ωστόσο, οι εξαιρέσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά προκειμένου να διασφαλίζεται κατά τα λοιπά η αποτελεσματικότητα του κανόνα. Η υπερβολικά στενή ερμηνεία της φράσεως «επίσημος φορέας που εμπλέκεται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής», υπό την έννοια του περιορισμού της μόνο στους οργανισμούς που έχουν συσταθεί αμιγώς προκειμένου να εφαρμόσουν το άρθρο 11 του κανονισμού εφαρμογής, θα καθιστούσε πρακτικώς αδύνατο τον χαρακτηρισμό οποιουδήποτε διοικητικού οργάνου ως «επίσημου φορέα που εμπλέκεται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής» (34). Κατά συνέπεια, η έννοια αυτή πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο λογικό, ο οποίος θα εγγυάται την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος του κατόχου να αποκτά (ορισμένες) πληροφορίες από τους επίσημους φορείς (35).
86. Εξ αυτών συνάγεται ότι δημόσια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την παρακολούθηση της χορηγήσεως επιδοτήσεων της Ένωσης συνιστά επίσημο φορέα που εμπλέκεται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής. Κατά συνέπεια, ο φορέας αυτός δεν μπορεί να κάνει χρήση της εξαιρέσεως από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής.
2. Δεύτερο ερώτημα, δεύτερο σκέλος: πρόσθετες δαπάνες
87. Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου ερωτήματος, το Δικαστήριο καλείται να καθορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επίσημος φορέας μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση των ζητούμενων πληροφοριών, εφόσον η επεξεργασία των πληροφοριών αυτών συνεπάγεται την επιβάρυνσή του με πρόσθετες δαπάνες. Επιπλέον, ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην απάντηση που θα δοθεί το γεγονός ότι ο κάτοχος, υπό την ιδιότητα του αιτούντος την παροχή πληροφοριών, προτίθεται να αναλάβει τις δαπάνες αυτές;
88. Κατά την άποψη της εκκαλούσας και της Επιτροπής, η απόκτηση των πληροφοριών πρέπει να διακρίνεται από την επεξεργασία τους: οι επίσημοι φορείς μπορούν να αρνηθούν τη χορήγηση πληροφοριών μόνον αν η απόκτησή τους, και όχι η επεξεργασία τους, συνεπάγεται πρόσθετες δαπάνες. Στην υπό κρίση υπόθεση, ουδείς αμφισβητεί ότι ο επίσημος φορέας έχει λάβει τις σχετικές πληροφορίες χωρίς να υποβληθεί σε πρόσθετες δαπάνες. Εν πάση περιπτώσει, τόσο η εκκαλούσα όσο και η Επιτροπή διατείνονται ότι οι επίσημοι φορείς δεν μπορούν να αρνούνται τη χορήγηση πληροφοριών αν το πρόσωπο που τις ζητεί προθυμοποιείται να αναλάβει τις σχετικές δαπάνες.
89. Το εφεσίβλητο και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι ο επιπλέον φόρτος εργασίας που συνεπάγεται για τον επίσημο φορέα η εν λόγω έρευνα μπορεί να έχει επιπτώσεις στην οργάνωση και τη διαχείρισή του ή ακόμη και να επηρεάσει την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του. Μολονότι οι πληροφορίες που ζητούνται είναι διαθέσιμες στη βάση δεδομένων του εφεσίβλητου, για την ανάκτησή τους από τη βάση δεδομένων απαιτείται η δημιουργία εξειδικευμένης λειτουργίας αναζητήσεως. Το εφεσίβλητο υποστηρίζει ότι το ίδιο δεν διαθέτει τις προγραμματιστικές ικανότητες προκειμένου να πραγματοποιήσει την απαιτούμενη έρευνα ώστε να συγκεντρωθούν τα δεδομένα που ζητήθηκαν. Προς τούτο, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες ενός εξωτερικού παρόχου υπηρεσιών. Το εκτιμώμενο κόστος ανέρχεται, κατά προσέγγιση, στο ποσό των 6 000 ευρώ.
90. Κατά την άποψή μου, εναπόκειται εν τέλει στο αιτούν δικαστήριο να απαντήσει σε αυτό το πραγματικό, ίσως και πραγματιστικό, ζήτημα και να κρίνει αν, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η απαιτούμενη επεξεργασία των δεδομένων, τα οποία είναι ήδη διαθέσιμα, συνεπάγεται τόσο σημαντικό φόρτο εργασίας ώστε να γίνει δεκτό ότι ο επίσημος φορέας δεν μπορεί να τον φέρει εις πέρας. Ωστόσο, στα επόμενα σημεία των προτάσεών μου, θα δώσω ορισμένες γενικές κατευθυντήριες γραμμές (36).
91. Πρώτον, το άρθρο 11, παράγραφος 2, πέμπτο και έκτο εδάφιο, του κανονισμού εφαρμογής, ορίζει ότι ο επίσημος φορέας μπορεί να μην χορηγήσει τις ζητούμενες πληροφορίες αν «τέτοιου είδους πληροφορίες δεν μπορούν να ληφθούν μέσω της άσκησης των συνήθων καθηκόντων που επίσημου φορέα» ή αν «τέτοιου είδους πληροφορίες μπορούν να ληφθούν μόνο με πρόσθετο βάρος εργασίας ή κόστος».
92. Το εφεσίβλητο παραδέχθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι οι ζητούμενες πληροφορίες είναι μεν διαθέσιμες στη βάση δεδομένων, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να τις ανακτήσει χωρίς τη συνδρομή άλλου παρόχου υπηρεσιών. Εμπίπτει η περίπτωση αυτή σε μία εκ των δύο προαναφερθεισών εξαιρέσεων;
93. Καίτοι αναγνωρίζω τη σημασία της διακρίσεως μεταξύ της αποκτήσεως και της επεξεργασίας των πληροφοριών στο πλαίσιο των υλικών εγγράφων, εντούτοις, όπως ορθώς υπογραμμίζουν η εκκαλούσα και η Επιτροπή, δεν είμαι πλήρως πεπεισμένος ότι η διάκριση αυτή βοηθάει ιδιαιτέρως στη σχετική ανάλυση, όταν πρόκειται για ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων. Κάθε μεγάλη ηλεκτρονική βάση ή σύνολο δεδομένων είναι πιθανό να συνιστά μια (δυνητικώς απεριόριστη) δεξαμενή πληροφοριακών στοιχείων. Στην πράξη, το πρόβλημα και ο φόρτος εργασίας συνίστανται στην ανάγκη αντλήσεως αυτών των πληροφοριών από τη συγκεκριμένη πηγή κατά τρόπο δομημένο και χρήσιμο (37).
94. Ασφαλώς, κάθε αίτηση παροχής πληροφοριών συνεπάγεται έναν ορισμένο φόρτο εργασίας για το πρόσωπο που κατέχει ή ενδέχεται να έχει στην κατοχή του τις σχετικές πληροφορίες. Ωστόσο, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο της νομολογίας του σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ο φόρτος εργασίας που συνεπάγεται η διεκπεραίωση των αιτήσεων για πρόσβαση στα έγγραφα δεν θα πρέπει, χάριν της αρχής της χρηστής διοικήσεως, να είναι δυσανάλογος (38).
95. Συνεπώς, αντί να εστιάζουμε το ενδιαφέρον μας στη διάκριση μεταξύ της αποκτήσεως και της επεξεργασίας ενός εγγράφου, θα ήταν πιο σκόπιμο, στο πλαίσιο της χορηγήσεως πληροφοριών από ηλεκτρονικές βάσεις ή σύνολα δεδομένων, να εξετάζεται ο συνολικός όγκος πρόσθετης εργασίας που απαιτείται. Μια αίτηση παροχής πληροφοριών δεν μπορεί να απορριφθεί απλώς και μόνον για τον λόγο ότι συνεπάγεται πρόσθετο φόρτο εργασίας. Αντιθέτως, το κριτήριο είναι πόση πρόσθετη εργασία απαιτείται και σε ποιο σημείο η πρόσθετη αυτή εργασία καθίσταται δυσανάλογη.
96. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως δήλωσαν τόσο η εκκαλούσα όσο και η Επιτροπή, οι πληροφορίες είναι ήδη διαθέσιμες στη βάση δεδομένων. Εξάλλου, εφόσον ουδείς επίσημος φορέας υπέχει ειδική υποχρέωση συλλογής πληροφοριών σχετικά με τη χρήση των προστατευόμενων φυτικών ποικιλιών, ακόμη και για άλλους σκοπούς, το δικαίωμα στην πληροφόρηση θα καθίστατο κενό περιεχομένου αν δεν μπορούσε να ασκηθεί λόγω των δαπανών που συνεπάγεται η επεξεργασία των πληροφοριών αυτών.
97. Οι ως άνω δύο παρατηρήσεις αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα στο συγκεκριμένο πλαίσιο των ηλεκτρονικών βάσεων δεδομένων. Ανάλογα με τη δομή και την εσωτερική οργάνωση μιας ηλεκτρονικής βάσεως δεδομένων, είναι δυνατό να αντληθεί από αυτήν μεγάλος αριθμός πληροφοριών, συχνά με ελάχιστη προσπάθεια. Όπως όταν κοιτάζει κανείς μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο, μια μικρή περιστροφική κίνηση (μια εντολή ή ένα κλικ) μπορεί να αλλάξει τελείως την εικόνα (39). Υπ’ αυτήν την έννοια, μπορούν να αντληθούν με μεγαλύτερη ευκολία και να καταστούν προσβάσιμα με σχετικά μικρή επιβάρυνση, πολλά είδη πληροφοριών, χωρίς, ασφαλώς, να μετατρέπονται οι δημόσιες αρχές σε οργανισμούς ερευνών για ιδιωτικούς σκοπούς.
98. Συνεπώς, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η δημόσια αρχή οφείλει να επιτρέπει την πρόσβαση στις ζητούμενες πληροφορίες, παρά το γεγονός ότι απαιτείται μια σχετική επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων, θα πρέπει να εφαρμόζεται ένας κανόνας λογικής και αναλογικότητας. Εντός αυτού του συνολικού πλαισίου, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, η ανάκτηση των ζητούμενων πληροφοριών συνεπάγεται σημαντικό πρόσθετο φόρτο εργασίας, τον οποίο, ευλόγως, δεν μπορεί να φέρει εις πέρας η δημόσια αρχή.
99. Όσον αφορά, τέλος, την πρόταση της εκκαλούσας να αναλάβει τις δαπάνες που προϋποθέτει η ανάκτηση των ζητούμενων πληροφοριών από τη βάση δεδομένων, επιβάλλεται να επισημανθεί εκ προοιμίου ότι το ζήτημα αυτό είναι ξεχωριστό από το αν πρέπει να χορηγηθεί πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες. Οι δαπάνες αποτελούν διαφορετικό ζήτημα από την πρόσβαση. Η απόφαση σχετικά με τη χορήγηση ή την άρνηση προσβάσεως στις πληροφορίες δεν εξαρτάται από την προσωπική δήλωση του ενδιαφερομένου ότι προτίθεται να αναλάβει τις δαπάνες στις οποίες θα υποβληθεί η δημόσια αρχή.
100. Τούτο συνάγεται όχι μόνον από τη λογική των κανόνων σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα, όπου η πρόσβαση αποτελεί ξεχωριστό στάδιο από τις δαπάνες, αλλά και από την επιταγή περί ισότητας: η (μη) δυνατότητα καλύψεως των εξόδων ουδέποτε πρέπει να καθορίζει την πρόσβαση. Ειδάλλως, η πρόσβαση στα έγγραφα θα ήταν δυνατή μόνο για όσους μπορούν να πληρώσουν.
101. Συνεπώς, εφόσον αποφασιστεί ότι εγκρίνεται η πρόσβαση, λαμβανομένου υπόψη του εύλογου όγκου της απαιτούμενης πρόσθετης εργασίας, εναπόκειται στον επίσημο φορέα να αποφασίσει, σε ένα επόμενο και ανεξάρτητο στάδιο, αν τα πιθανά έξοδα που θα προκύψουν πρέπει να επιβαρύνουν το πρόσωπο που ζητεί τις πληροφορίες. Συναφώς, αντίστοιχες καταστάσεις απαντούν τόσο στον τομέα της προσβάσεως στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης όσο και στην περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημοσίου τομέα. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 ορίζει ότι το κόστος της παραγωγής και της αποστολής αντιγράφων δύναται να χρεωθεί στον αιτούντα, καίτοι η επιβάρυνση αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το πραγματικό κόστος της παραγωγής και της αποστολής αντιγράφων (40). Στο ίδιο πνεύμα, η οδηγία 2003/98 προβλέπει ότι εφόσον χρεώνονται τέλη για την περαιτέρω χρήση των εγγράφων, τα τέλη αυτά πρέπει να περιορίζονται στο οριακό κόστος αναπαραγωγής, χορηγήσεως και διαδόσεώς τους (41).
102. Στηριζόμενος, κατ’ αναλογία, σε αυτούς τους κανόνες, ο επίσημος φορέας από τον οποίο ζητούνται οι πληροφορίες μπορεί ευλόγως, στο παρόν πλαίσιο, να απαιτήσει από τους κατόχους την καταβολή των δαπανών που συνεπάγεται η χορήγηση αυτών των πληροφοριών εντός των ορίων των πραγματικών πρόσθετων δαπανών στις οποίες θα πρέπει να υποβληθεί ο ίδιος για την επεξεργασία των σχετικών πληροφοριακών στοιχείων.
103. Επομένως, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στους επίσημους φορείς να αρνούνται τη χορήγηση των πληροφοριακών στοιχείων που τους ζητούνται, εφόσον η επεξεργασία των ήδη διαθέσιμων δεδομένων είναι πιθανό να συνεπάγεται δυσανάλογο φόρτο εργασίας τον οποίο δεν μπορεί, ευλόγως, να αναλάβει ο φορέας.
V. Πρόταση
104. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν από το Thüringer Oberlandesgericht (ανώτερο περιφερειακό δικαστήριο της Θουριγγίας, Γερμανία), ως ακολούθως:
– Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με την γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου σχετικά με τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών, έχει την έννοια ότι οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών προς τους επίσημους φορείς επιβάλλεται να είναι διατυπωμένες σε σχέση με συγκεκριμένες προστατευόμενες ποικιλίες. Η διάταξη αυτή ωστόσο, δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να παρέχουν, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, πρόσβαση σε πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους οι επίσημοι φορείς σχετικά με φυτικά είδη.
– Δημόσια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για τη χορήγηση επιδοτήσεων της Ένωσης συνιστά επίσημο φορέα που εμπλέκεται στην παρακολούθηση της γεωργικής παραγωγής. Κατά συνέπεια, ο φορέας αυτός δεν μπορεί να επωφεληθεί της εξαιρέσεως από την υποχρέωση παροχής πληροφοριών που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με την γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου σχετικά με τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών.
– Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1768/95 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση εκτελεστικών κανόνων σχετικά με την γεωργική εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 14 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου σχετικά με τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών, έχει την έννοια ότι επιτρέπει σε επίσημο φορέα να αρνηθεί τη χορήγηση πληροφοριών που του ζητούνται, εφόσον η επεξεργασία των ήδη διαθέσιμων δεδομένων είναι πιθανό να συνεπάγεται δυσανάλογο φόρτο εργασίας τον οποίο δεν μπορεί, ευλόγως, να αναλάβει ο ίδιος.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 Απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, (C‑305/00, EU:C:2003:218).
3 Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, (C‑336/02, EU:C:2004:622).
4 ΕΕ 1994, L 227, σ. 1.
5 ΕΕ 1995, L 173, σ. 14.
6 Από την εθνική δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η ενάγουσα εκπροσωπεί περισσότερες από 50 τέτοιες επιχειρήσεις, οι οποίες είναι, κατά κύριο λόγο, εγκατεστημένες στη Γερμανία, ενώ αρκετές έχουν την έδρα τους στη Δανία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες και την Πολωνία.
7 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 352/78, (ΕΚ) αριθ. 165/94, (ΕΚ) αριθ. 2799/98, (ΕΚ) αριθ. 814/2000, (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 και (ΕΚ) αριθ. 485/2008 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549).
8 Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τους οργανισμούς πληρωμών και άλλους οργανισμούς, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών, τις εγγυήσεις και τη χρήση του ευρώ (ΕΕ 2014, L 255, σ. 18).
9 Αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2003, Schulin (C‑305/00, EU:C:2003:218), της 11ης Μαρτίου 2004, Saatgut-Treuhandverwaltungsgesellschaft (C‑182/01, EU:C:2004:135), της 14ης Οκτωβρίου 2004, Brangewitz (C‑336/02, EU:C:2004:622) και της 15ης Νοεμβρίου 2012, Raiffeisen-Waren-Zentrale Rhein-Main (C‑56/11, EU:C:2012:713).
10 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 2003, για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημοσίου τομέα (ΕΕ 2003, L 345, σ. 90).
11 Βλ., επίσης, την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού εφαρμογής, η οποία αναφέρει ότι η Επιτροπή παρακολουθεί τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει ο ορισμός των «μικροκαλλιεργητών» σε ό, τι αφορά το ρόλο της αμοιβής.
12 Βλ., για παράδειγμα, προτάσεις μου στην υπόθεση Buccioni (C‑594/16, EU:C:2018:425, σημείο 32).
13 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 12ης Οκτωβρίου 2017, Kamin und Grill Shop (C‑289/16, EU:C:2017:758, σκέψη 22) και της 19ης Οκτωβρίου 2017, Vion Livestock (C‑383/16, EU:C:2017:783, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
14 Ο περιορισμός αυτός απορρέει από το άρθρο 14, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
15 Αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2003, Schulin (C‑305/00, EU:C:2003:218) και της 14ης Οκτωβρίου 2004, Brangewitz (C‑336/02, EU:C:2004:622).
16 Απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, (C‑305/00, EU:C:2003:218, σκέψη 63).
17 Όπ.π. σκέψη 72.
18 Όπ.π. σκέψη 57.
19 Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, (C‑336/02, EU:C:2004:622, σκέψεις 65 έως 66).
20 Όχι όμως μόνον εκεί –η ίδια λογική επαναλαμβάνεται και υπογραμμίζεται στο άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού εφαρμογής.
21 Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται επίσης ότι ενώ, γενικώς, οι σχετικές πληροφορίες πρέπει να παρέχονται από τους καλλιεργητές και τους μεταποιητές, μπορούν επίσης να παρέχονται από ορισμένους επίσημους φορείς, τηρουμένων διαφόρων προϋποθέσεων.
22 Η δήλωση αυτή έγινε στην απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, Schulin (C‑305/00, EU:C:2003:218, σκέψη 60), όσον αφορά τους καλλιεργητές, και στην απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, Brangewitz (C‑336/02, EU:C:2004:622, σκέψη 48), όσον αφορά τους μεταποιητές.
23 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως τόνισε ρητώς το Δικαστήριο στην απόφαση Schulin, «είναι δυσχερές για τον κάτοχο να ασκήσει το δικαίωμά του επί της παροχής πληροφοριών, λόγω του γεγονότος ότι […] από την εξέταση ενός φυτού δεν μπορεί να αποδειχθεί αν ελήφθη με χρησιμοποίηση του προϊόντος της συγκομιδής ή από την αγορά σπόρων […]». Απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, (C‑305/00, EU:C:2003:218, σκέψη 63).
24 Βλ. σημεία 55 έως 56 των προτάσεών μου.
25 Απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, Schulin (C‑305/00, EU:C:2003:218, σκέψη 63).
26 Όπ.π. σκέψη 66.
27 Όπ.π. σκέψη 68. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχεία γʹ και δʹ, του βασικού κανονισμού προβλέπει ιδίως ότι απαιτείται η άδεια του κατόχου για την προσφορά προς πώληση ή την πώληση ή άλλου είδους διάθεση στην αγορά.
28 Βλ. σημείο 61 των προτάσεών μου.
29 Τόσο εντός του ίδιου του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής, αλλά και με άλλες διατάξεις του ως άνω κανονισμού – βλ. σημεία 51 έως 62 των προτάσεών μου.
30 Γενικώς, σχετικά με την υποχρέωση του νομοθέτη της Ένωσης να συμβαδίζει με το εξελισσόμενο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο (ή να έρχεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες προσβολής του κύρους των νομοθετικών του πράξεων) βλ. προτάσεις μου στις υποθέσεις Confédération paysanne κ.λπ. (C‑528/16, EU:C:2018:20, σημείο 139) και Lietuvos Respublikos Seimas (C‑2/18, EU:C:2019:180, σημείο 99).
31 Βλ., ομοίως, προτάσεις μου στην υπόθεση Schrems (C‑498/16, EU:C:2017:863, σημείο 123).
32 Οι οργανισμοί πληρωμών, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση και τον έλεγχο των γεωργικών κονδυλίων, οφείλουν να διαθέτουν σύστημα εσωτερικών ελέγχων, το οποίο παρέχει επαρκείς εγγυήσεις ότι οι πληρωμές είναι νόμιμες και τακτικές. Το ολοκληρωμένο αυτό σύστημα αποτελείται από την ηλεκτρονική βάση δεδομένων, τα συστήματα αναγνωρίσεως αγροτεμαχίων, τις αιτήσεις ενισχύσεως και το ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου. Όσον αφορά το τελευταίο, πρέπει να διενεργείται έλεγχος των αιτήσεων ενισχύσεως με σκοπό την επαλήθευση των όρων επιλεξιμότητας για την ενίσχυση. Βλ., ιδίως, άρθρα 59, 67, 68 και 74 του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 2013, L 347, σ. 549).
33 Βλ. σημεία 8 και 62 των προτάσεών μου.
34 Επίσης, γιατί από τη συζήτηση κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, προέκυψε ότι, από τη στιγμή που η προκαθορισμένη και βασική παρακολούθηση, τόσο σύμφωνα με τον βασικό κανονισμό όσο και βάσει του κανονισμού εφαρμογής, ανατέθηκε στους κατόχους, δεν έχει συγκροτηθεί ειδικό δίκτυο αρμόδιων εθνικών αρχών.
35 Η ισχύς του κανόνα κατά τον οποίο οι επίσημοι φορείς πρέπει να παρέχουν τις νομίμως ζητούμενες πληροφορίες, ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το άρθρο 11, παράγραφος 4, του κανονισμού εφαρμογής, το οποίο επιβάλλει την υποχρέωση γραπτής αιτιολογήσεως των αρνήσεων χορηγήσεως των ζητούμενων πληροφοριών.
36 Υπό την επιφύλαξη, ασφαλώς, ότι αυτά που ακολουθούν έχουν αξία αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση που η αρχική αίτηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11 του κανονισμού εφαρμογής. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στα σημεία 38 έως 42 των προτάσεών μου, αν η υποβληθείσα προς την εθνική διοικητική αρχή αίτηση είναι διατυπωμένη κατά τρόπον ώστε να αφορά τα φυτικά είδη, εφαρμογή έχουν η εθνική νομοθεσία και οι αρχές της σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες και τις πρόσθετες δαπάνες.
37 Βλ., ιδίως, απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2017, Typke κατά Επιτροπής (C‑491/15 P, EU:C:2017:5, σκέψη 34). Για να το θέσω διαφορετικά, στο πλαίσιο αυτών των βάσεων ή συνόλων δεδομένων, το μεγαλύτερο μέρος του πραγματικού φόρτου εργασίας συνδέεται, πιθανότατα, με την επεξεργασία. Οι πληροφορίες είναι πράγματι διαθέσιμες αλλά, χωρίς την κατάλληλη διάρθρωση και διαμόρφωσή τους, είναι, ουσιαστικά, άνευ χρησιμότητας.
38 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2014, Strack κατά Επιτροπής (C‑127/13 P, EU:C:2014:2250, σκέψεις 27 έως 28). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση Typke κατά Επιτροπής (C‑491/15 P, EU:C:2016:711, σημείο 41).
39 Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Typke κατά Επιτροπής (C‑491/15 P, EU:C:2016:711, σημεία 45 έως 46).
40 Βλ. άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
41 Βλ. άρθρο 6 της οδηγίας 2003/98.