Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MICHAL BOBEK
της 2ας Ιουλίου 2019(1)
Υπόθεση C‑240/18 P
Constantin Film Produktion GmbH
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO)
«Αίτηση αναιρέσεως – Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Άρνηση καταχωρίσεως του λεκτικού σημείου “Fack Ju Göhte” – Απόλυτος λόγος απαραδέκτου της καταχωρίσεως – Χρηστά ήθη»
I. Εισαγωγή
1. Δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα έργα του Johann Wolfgang von Goethe έτυχαν κατά τον χρόνο εκδόσεώς τους καθολικής αποδοχής. Ασφαλώς, βρήκαν αμέσως φανατικούς θαυμαστές. Ωστόσο, έτυχαν επίσης σφοδρής κριτικής και απορρίφθηκαν. Συγκεκριμένα, το Die Leiden des jungen Werthers (Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου) απαγορεύθηκε σε αρκετά γερμανικά εδάφη και αλλού. Όπως διατυπώθηκε, για παράδειγμα, στην επιστολή της δανικής καγκελαρίας προς τον Δανό βασιλιά με την οποία ζητήθηκε η απαγόρευση του βιβλίου στη Δανία, το βιβλίο θεωρήθηκε έργο που «χλευάζει τη θρησκεία, ωραιοποιεί τα πάθη και δύναται να διαφθείρει τα χρηστά ήθη» (2).
2. Υπάρχει κάποια ιστορική ειρωνεία στο γεγονός ότι πάνω από διακόσια χρόνια αργότερα μια απειλή προς τα χρηστά ήθη συνδέεται με τον Goethe (αυτή τη φορά, με μια μορφή του επωνύμου του). Ωστόσο, η σκηνή, το πλαίσιο και οι ρόλοι έχουν αλλάξει σημαντικά.
3. Η Constantin Film Produktion GmbH (στο εξής: αναιρεσείουσα) επιθυμεί να καταχωρίσει το λεκτικό σημείο «Fack Ju Göhte», το οποίο είναι το όνομα μιας επιτυχημένης γερμανικής κωμωδίας παραγωγής της αναιρεσείουσας, ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: EUIPO). Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε. Η άρνηση καταχώρισης βασίστηκε στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: κανονισμός 207/2009) (3). Το ζητηθέν λεκτικό σημείο θεωρήθηκε από το EUIPO αντίθετο προς «τα χρηστά ήθη».
4. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει, εξ όσων γνωρίζω για πρώτη φορά, ποιο νομικό κριτήριο πρέπει να εφαρμοστεί για να κριθεί αν πρέπει να απορριφθεί αίτηση καταχώρισης σήματος βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009: πότε δύναται αίτηση καταχώρισης σήματος να θεωρηθεί ότι «αντίκειται στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη»; Περαιτέρω, ζητείται επίσης από το Δικαστήριο να προσδιορίσει, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς, την έκταση της υποχρέωσης του EUIPO να παραθέτει αιτιολογία όταν σκοπεύει να εκδώσει απόφαση η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αφίσταται από προηγούμενες αποφάσεις του επί παρόμοιων ζητημάτων.
II. Το νομικό πλαίσιο
5. Το άρθρο 7 του κανονισμού 207/2009 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου
1. Δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση:
[…]
στ) τα σήματα που αντίκεινται στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη·
[…]
2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται ακόμη και αν οι λόγοι απαραδέκτου υφίστανται μόνο σε τμήμα της Ένωσης.
[…]»
III. Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
1. Το ιστορικό της διαφοράς
6. Τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (4), μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως.
7. Στις 21 Απριλίου 2015, η αναιρεσείουσα υπέβαλε στο EUIPO αίτηση καταχώρισης του λεκτικού σημείου «Fack Ju Göhte» ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η αίτηση υποβλήθηκε για τις κλάσεις 3, 9, 14, 16, 18, 21, 25, 28, 30, 32, 33, 38 και 41 του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.
8. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2015, η αίτηση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού.
9. Την 1η Δεκεμβρίου 2016, προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της ως άνω αποφάσεως απορρίφθηκε από το πέμπτο τμήμα προσφυγών του EUIPO (υπόθεση R 2205/2015-5, Fack Ju Göhte) (στο εξής: επίμαχη απόφαση). Το πέμπτο τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελείται από γερμανόφωνους καταναλωτές στην Ευρωπαϊκή Ένωση (στη Γερμανία και την Αυστρία). Επισήμανε επίσης ότι τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες απευθύνονταν στο γενικό καταναλωτικό κοινό, αλλά ορισμένα εξ αυτών στόχευαν παιδιά και εφήβους. Όσον αφορά την αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού ως προς το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η προφορά του λεκτικού στοιχείου «Fack ju» είναι πανομοιότυπη με αυτήν της αγγλικής έκφρασης «Fuck you» και ότι, επομένως, το νόημά τους είναι πανομοιότυπο. Το τμήμα προσφυγών εξέθεσε περαιτέρω ότι, ακόμη και αν το ενδιαφερόμενο κοινό δεν θεωρήσει ότι με την έκφραση «Fuck you» συνδηλώνεται μια σεξουαλική πράξη, το σημείο αυτό είναι, παρά ταύτα, μια κακόγουστη, σοκαριστική και χυδαία βρισιά. Στο πλαίσιο αυτό, το τμήμα προσφυγών παρέπεμψε σε διάφορα παραδείγματα προγενέστερων αποφάσεών του σχετικών με λεκτικά σημεία που περιείχαν τον όρο «Fuck» ή «Ficken», και σε αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου καθώς και γερμανικών δικαστηρίων και του γερμανικού γραφείου διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και σημάτων.
10. Όσον αφορά την προσθήκη του στοιχείου «Göhte», κατά την άποψη του τμήματος προσφυγών το γεγονός ότι ένας σεβαστός συγγραφέας όπως ο Johann Wolfgang von Goethe υπέστη μετά θάνατον προσβολή κατά τέτοιο υποτιμητικό και χυδαίο τρόπο, και μάλιστα με εσφαλμένη ορθογραφία, δεν μετριάζει τον χαρακτήρα της προσβολής. Αντιθέτως, δύναται να συνιστά επιπλέον προσβολή των χρηστών ηθών.
11. Το τμήμα προσφυγών εξέθεσε επίσης ότι, μολονότι ο τίτλος μιας επιτυχημένης ταινίας είναι πανομοιότυπος με το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, εντούτοις δεν είναι δυνατόν να συναχθεί εξ αυτού ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν θα σοκαριστεί από το επίμαχο σήμα. Το γεγονός ότι οι λέξεις «Fack ju» χρησιμοποιήθηκαν ως τίτλος της ταινίας δεν σημαίνει τίποτα σχετικά με την κοινωνική αποδοχή των επίμαχων λέξεων. Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, μολονότι η αίτηση καταχώρισης σήματος πρέπει να αξιολογείται με βάση την αντίληψη των καταναλωτών κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης, εντούτοις το εμπόδιο που αφορά ο συγκεκριμένος λόγος απαραδέκτου δεν μπορεί να αρθεί με την απόδειξη διακριτικού χαρακτήρα συνεπεία της χρήσης, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 207/2009. Ως εκ τούτου, η επιτυχία μιας ταινίας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καταστεί δυνατή η καταχώριση ενός εγγενώς σοκαριστικού σήματος.
2. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
12. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Φεβρουαρίου 2017, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίμαχης απόφασης. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω προσφυγή.
13. Προς στήριξη της προσφυγής της, η αναιρεσείουσα διατύπωσε δύο λόγους ακυρώσεως, προβάλλοντας παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009, καθώς και του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού.
14. Όσον αφορά τον λόγο ακυρώσεως ο οποίος αφορούσε το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής από το τμήμα προσφυγών είναι εσφαλμένη διότι το επίμαχο σήμα δεν είναι ούτε χυδαίο ούτε σοκαριστικό ούτε προσβλητικό.
15. Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο υιοθέτησε την παρατήρηση του τμήματος προσφυγών ότι το ενδιαφερόμενο κοινό είναι το καταναλωτικό κοινό εν γένει (στη Γερμανία ή την Αυστρία), καθώς και ότι η αντίληψη που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι εκείνη του μέσου καταναλωτή, που είναι σε λογικό βαθμό ενημερωμένος και σε λογικό βαθμό παρατηρητικός (5).
16. Δεύτερον, όσον αφορά τον τρόπο που θα εκλαμβάνεται το επίμαχο σημείο, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι ο μέσος καταναλωτής θα παρατηρεί την ομοιότητα μεταξύ του επίμαχου σημείου και της συχνά χρησιμοποιούμενης αγγλικής έκφρασης «Fuck you», στην οποία προστίθεται το στοιχείο «göhte», όπου το τελευταίο μοιάζει με το όνομα του συγγραφέα Johann Wolfgang von Goethe. Ο όρος «fuck» μπορεί εν γένει να χρησιμοποιηθεί ως ουσιαστικό, επίθετο, επίρρημα και επιφώνημα. Η έννοιά του εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου, και εξαρτάται από το πλαίσιο εντός του οποίου χρησιμοποιείται. Η πρώτη του σημασία συνδηλώνει μια σεξουαλική πράξη και έχει μια χυδαία απόχρωση, αλλά μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να εκφράσει θυμό, αντίδραση ή περιφρόνηση. Ακόμη και έτσι, ωστόσο, η εν λόγω έκφραση παραμένει εγγενώς χυδαία, η δε προσθήκη του στοιχείου «göhte» δεν μετριάζει τη χυδαιότητα αυτή (6).
17. Επιπλέον, κατά το Γενικό Δικαστήριο, το γεγονός ότι εκατομμύρια θεατές είδαν την ταινία «Fack ju Göhte» δεν σημαίνει ότι το ενδιαφερόμενο κοινό δεν θα σοκάρεται από το επίμαχο σημείο (7).
18. Για τους λόγους αυτούς, το Γενικό Δικαστήριο συντάχθηκε με τη συλλογιστική του τμήματος προσφυγών. Επίσης, απέρριψε τους περαιτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.
19. Πρώτον, η αναιρεσείουσα είχε προβάλει επίσης ότι έπρεπε να διενεργηθεί χωριστή εκτίμηση όσον αφορά τη δημόσια τάξη, αφενός, και τα χρηστά ήθη, αφετέρου. Ωστόσο, κατά το Γενικό Δικαστήριο, μια τέτοια διάκριση δεν απορρέει από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009 και, εν πάση περιπτώσει, το τμήμα προσφυγών απέρριψε το επίμαχο σημείο ως αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (8).
20. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα είχε προβάλει ότι η συγκεκριμένη ορθογραφία του «fack» και του «ju» διαφοροποιείται σημαντικά σε σύγκριση με την έκφραση «Fuck you». Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, το επίμαχο σημείο «αποτελεί, στο σύνολό του, εγγενώς διακριτό σύνθετο λεκτικό σήμα, το οποίο είναι πρωτότυπο και δύναται να απομνημονευθεί, έχει δε σατιρικό, ειρωνικό και παιγνιώδες περιεχόμενο, εύκολα αντιληπτό από το ενδιαφερόμενο κοινό» (9). Το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε συναφώς ότι το ενδιαφερόμενο κοινό θα αντιλαμβάνεται το επίμαχο σημείο ως τη φωνητική μεταγραφή στα γερμανικά της έκφρασης «Fuck you» και θα βρίσκεται αντιμέτωπο με τη χυδαιότητα της έκφρασης αυτής. Η συγκεκριμένη ορθογραφία δεν προσδίδει σατιρικό νόημα στο επίμαχο σημείο (10).
21. Τρίτον, σε συνδυασμό με την ταινία Fack ju Göhte, κατά την αναιρεσείουσα το σήμα τονίζει, «εν είδει αστεϊσμού, την περιστασιακή απογοήτευση των μαθητών με το σχολείο και χρησιμοποιεί, για τον σκοπό αυτόν, ένα σύνολο λέξεων από την εφηβική αργκό» (11). Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι το ίδιο το σήμα, ήτοι το σημείο σε συνάρτηση με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες όπως αυτά εμφανίζονται κατά την καταχώριση του σήματος, είναι εκείνο που πρέπει να αξιολογηθεί για να διαπιστωθεί αν αντίκειται στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη. Προσέθεσε ότι, «στον τομέα της τέχνης, του πολιτισμού και της λογοτεχνίας, υπάρχει διαρκής φροντίδα για τη διαφύλαξη της ελευθερίας της έκφρασης, η οποία δεν υφίσταται στον τομέα των σημάτων» (12). Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό θα αναγνώριζε τον αστεϊσμό στο σημείο.
22. Τέταρτον, η αναιρεσείουσα είχε προβάλει ότι εσφαλμένως είχε θεωρηθεί ότι το επίμαχο σημείο συνδηλώνει μια σεξουαλική πράξη. Ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε αλυσιτελής από το Γενικό Δικαστήριο καθόσον το τμήμα προσφυγών είχε συναγάγει ότι, ακόμη και αν δεν συνδηλωνόταν μια σεξουαλική πράξη, το ενδιαφερόμενο κοινό θα θεωρούσε το σημείο κακόγουστο, σοκαριστικό και χυδαίο (13).
23. Πέμπτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το σημείο απευθύνεται σε εφήβους (και συγκεκριμένα σε μαθητές) και ότι έχει ψυχαγωγικό υπονοούμενο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αντίληψη που πρέπει να εξεταστεί δεν είναι η αντίληψη του μέρους του ενδιαφερόμενου κοινού που δεν θεωρεί τίποτα σοκαριστικό, ούτε η αντίληψη του μέρους του ενδιαφερόμενου κοινού που πολύ εύκολα προσβάλλεται, αλλά εκείνη ενός λογικού ατόμου, με τη μέση ευαισθησία και τα μέσα όρια ανοχής (14).
24. Έκτον, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι, στην απόφαση στην υπόθεση Die Wanderhure (15), το τέταρτο τμήμα προσφυγών του EUIPO αναγνώρισε ότι η επιτυχία και η φήμη ομώνυμης ταινίας μπορούσε να αποκλείσει τον χαρακτηρισμό ενός σημείου ως αντίθετου προς τα χρηστά ήθη. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο απάντησε ότι οι δύο καταστάσεις δεν είναι παρόμοιες, δεδομένου ότι το σημείο του οποίου η καταχώριση είχε ζητηθεί στην υπόθεση Die Wanderhure είναι περιγραφικό του περιεχομένου της ομώνυμης ταινίας, πράγμα που δεν ισχύει όσον αφορά το σημείο στην ένδικη διαφορά. Το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι το επίμαχο σημείο στην υπόθεση Die Wanderhure είναι λιγότερο σοκαριστικό (16).
25. Έβδομον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι δεν υπάρχει τίποτα που να δηλώνει, αφενός, ότι το σημείο δεν θα μπορέσει να θεωρηθεί εγγενής ένδειξη της προέλευσης των επίμαχων προϊόντων και υπηρεσιών και, αφετέρου, ότι θα μπορέσει να θεωρηθεί αντίθετο προς τα χρηστά ήθη σε κράτη μέλη άλλα από την Γερμανία και την Αυστρία (17).
26. Αφότου απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας που είχαν προβληθεί προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως αλυσιτελή τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβαλλόταν παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
27. Προς στήριξη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει τρεις λόγους. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει σφάλματα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009. Ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορούν παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης, της ασφάλειας δικαίου και της χρηστής διοίκησης.
28. Το EUIPO με το υπόμνημά του επί της αιτήσεως αναιρέσεως αντικρούει και τους τρεις λόγους αναιρέσεως.
29. Η αναιρεσείουσα και το EUIPO ανέπτυξαν προφορικώς την επιχειρηματολογία τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Φεβρουαρίου 2019.
IV. Εκτίμηση
30. Οι παρούσες προτάσεις είναι διαρθρωμένες ως ακολούθως. Θα αρχίσω με το βασικό ζήτημα του πρώτου λόγου αναιρέσεως: ποιο κριτήριο πρέπει να εφαρμόζεται κατά την αξιολόγηση του απόλυτου λόγου απαραδέκτου κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009 (A); Θα εξετάσω πρώτα το ζήτημα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως της ελευθερίας της έκφρασης και του ρόλου της στο δίκαιο των σημάτων (A.1). Στη συνέχεια, θα εξετάσω τη διάκριση που πρέπει να γίνεται μεταξύ των εννοιών της δημόσιας τάξης και των χρηστών ηθών κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009 και, ιδίως, τις συνέπειες όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία και την αιτιολόγηση της επιλογής να γίνει επίκληση της μιας εκ των δύο εννοιών για την άρνηση καταχωρίσεως ενός σήματος (A.2).
31. Εφαρμόζοντας το εν λόγω αναλυτικό πλαίσιο στην ένδικη διαφορά, οφείλω να συναγάγω ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός και, ως εκ τούτου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί (A.3). Αν το Δικαστήριο είναι της ίδιας άποψης, η υπόθεση μπορεί να λήξει εκεί. Ωστόσο, για λόγους πληρότητας και για την παροχή πλήρους συνδρομής στο Δικαστήριο, θα ασχοληθώ επίσης με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, τους οποίους θα εξετάσω από κοινού, δεδομένου ότι θέτουν κατ’ ουσίαν το ίδιο ζήτημα: την έκταση της υποχρέωσης αιτιολόγησης που υπέχει το EUIPO σε υποθέσεις όπου εφαρμόζει την ίδια νομοθεσία σε παρόμοιες ως προς τα πραγματικά περιστατικά περιπτώσεις, όταν προκύπτει ότι αποκλίνει από την προσέγγιση που το ίδιο είχε υιοθετήσει παλαιότερα σε παρόμοιες υποθέσεις (B).
1. Πρώτος λόγος αναιρέσεως: σφάλματα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009
32. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως έχει τέσσερα σκέλη. Μολονότι η παρουσίασή τους δεν αποτελεί υπόδειγμα σαφήνειας, εντούτοις μπορούν να γίνουν αντιληπτά τα ακόλουθα.
33. Πρώτον, κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ατομικής εξέτασης, διότι δεν εξέτασε το υποβληθέν προς καταχώριση σημείο «Fack Ju Göthe», αλλά ένα διαφορετικό σημείο, ήτοι το σημείο «Fuck you, Goethe».
34. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ακόμη και οι εκφράσεις «Fuck» και «Fuck you» έχουν χάσει τη χυδαία σημασία τους, λόγω της εξέλιξης της γλώσσας στην κοινωνία. Δεν υπάρχει γενικώς απαράδεκτο καταχωρίσεως δηλώσεων που βασίζονται στους όρους αυτούς, όπως αποδεικνύεται από την καταχώριση σημάτων όπως «Fucking Hell» και «MACAFUCKER» (18).
35. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε με υπερβολικά ευρύ τρόπο τον κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009 απόλυτο λόγο απαραδέκτου, κρίνοντας ότι το λεκτικό σημείο «Fack Ju Göthe» είναι εγγενώς χυδαίο και ότι το στοιχείο «göthe» δεν δύναται να μετριάσει τη χυδαιότητα αυτή. Αυτός ο λόγος απαραδέκτου, που σχετίζεται με τα χρηστά ήθη, πρέπει να εφαρμόζεται με στενό τρόπο. Ο λόγος αυτός αφορά υποκειμενικές αξίες οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά. Μολονότι το Γενικό Δικαστήριο εντόπισε το ζήτημα αυτό, δεν το αντιμετώπισε με την προσήκουσα ευαισθησία. Το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση έπρεπε να εξεταστεί στο σύνολό του, με τον οπτικό αντίκτυπο που έχει η φωνητική μεταγραφή, στα γερμανικά, της έκφρασης «Fuck you». Το εντεύθεν σημείο είναι αβλαβές, χαρούμενο και παιδαριώδες. Σε συνδυασμό με το στοιχείο «göhte», το σημείο απλώς αναφέρεται σε μη δημοφιλή σχολικά μαθήματα.
36. Τρίτον, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το γερμανόφωνο κοινό δεν σοκάρεται από το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση για τα επίμαχα προϊόντα και υπηρεσίες. Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσείουσα προβάλλει εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως από το Γενικό Δικαστήριο. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η αντίληψη του σημείου από το κοινό έχει ιδιαίτερη σημασία και ότι η αξιολόγηση της εν λόγω αντιλήψεως δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από οποιαδήποτε εμπειρική βάση. Η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει εκ νέου τη σημασία της γλωσσικής εξέλιξης και της επιτυχίας της ομώνυμης ταινίας, καθώς και το γεγονός ότι το Ινστιτούτο Goethe χρησιμοποιεί την ταινία για παιδαγωγικούς σκοπούς.
37. Τέταρτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει νομικό σφάλμα του Γενικού Δικαστηρίου ως προς τη στάθμιση του συμφέροντος της αναιρεσείουσας για την καταχώριση του επίμαχου σήματος με το συμφέρον του κοινού να μην έρχεται αντιμέτωπο με σήματα που προκαλούν ταραχή, είναι χυδαία, προσβλητικά ή απειλητικά.
38. Το EUIPO αποκρούει όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς. Υποστηρίζει ότι, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο πράγματι εξέτασε το ορθό σημείο και, δεύτερον, ο ισχυρισμός που αφορά την εσφαλμένη σημασία του επίμαχου σήματος είναι πραγματικός ισχυρισμός που δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο αναιρετικής δίκης. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε με ορθό τρόπο υπόψη την εξέλιξη της γλώσσας. Τέταρτον, το EUIPO αποκρούει ομοίως τον ισχυρισμό ότι η αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο εκλαμβάνεται το επίμαχο σημείο ήταν αμιγώς υποκειμενική. Η πιθανότητα το επίμαχο σημείο να μην είναι χυδαίο (και να μπορέσει να γίνει αντιληπτό ως αστεϊσμός) εξετάστηκε ρητώς.
39. Πέμπτον, ο ισχυρισμός ότι η έννοια των χρηστών ηθών εσφαλμένως ερμηνεύθηκε ως εκτεινόμενη πέραν των προδήλως αισχρών ή σοβαρά σκανδαλωδών σημάτων είναι αλυσιτελής διότι αποδείχθηκε ότι το επίμαχο σημείο γίνεται αντιληπτό ως εγγενώς χυδαίο και σοκαριστικό, οπότε είναι ένα «προδήλως αισχρό σήμα».
40. Έκτον, ο ισχυρισμός με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως είναι, κατά το EUIPO, αβάσιμος. Όταν υπάρχουν ευρέως γνωστά γεγονότα ή όταν η αξιολόγηση δείχνει ότι ένα σημείο είναι ακατάλληλο να καταχωριστεί, στον αιτούντα εναπόκειται να τα αντικρούσει. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε το ευρέως γνωστό γεγονός ότι οι καταναλωτές δεν εκλαμβάνουν τον τίτλο μιας ταινίας και ένα σήμα με τον ίδιο τρόπο, δεδομένης της διαφοράς στη φύση τους και στη λειτουργία τους. Υπό αυτό το πρίσμα, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό θα εντοπίζει τον αστεϊσμό που φέρεται ότι περιέχεται στο επίμαχο σημείο, λαμβανομένου υπόψη, επιπλέον, ότι η αντίληψη που πρέπει να εξεταστεί είναι εκείνη των καταναλωτών οι οποίοι δεν έχουν δει την ταινία και δεν είναι εξοικειωμένοι με την «αργκό της νεολαίας».
41. Τέλος, ο ισχυρισμός περί μη σταθμίσεως συμφερόντων είναι αβάσιμος, διότι η λειτουργία αυτή έχει ήδη επιτελεστεί από τον νομοθέτη και μεταφερθεί στο κείμενο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε με αφηρημένο τρόπο το επίμαχο σήμα, αλλά το εξέτασε ειδικά και συνεκτικά, όσον αφορά το ενδιαφερόμενο κοινό και τα προϊόντα και υπηρεσίες για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση.
42. Οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ποικίλλουν όσον αφορά τη φύση τους. Ορισμένοι από τους ισχυρισμούς αυτούς θα μπορούσαν πράγματι να απορριφθούν ως αφορώντες πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατ’ αρχήν, εκφεύγουν του ελέγχου που το Δικαστήριο δύναται να διενεργήσει στην αναιρετική δίκη. Τούτου λεχθέντος, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι, ενώ μένει εντός των ορίων των πραγματικών περιστατικών της ένδικης διαφοράς, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί το νομικό κριτήριο που πρέπει να εφαρμοστεί για τους σκοπούς του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009. Ο (μη) ορθός εντοπισμός του πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να εκτιμηθούν ορισμένα πραγματικά περιστατικά έχει άμεσο και καθοριστικό αντίκτυπο στην αξιολόγηση των περιστατικών αυτών. Ωστόσο, το ζήτημα του νομικού πλαισίου εντός του οποίου πρέπει να εκτιμηθούν ορισμένα πραγματικά περιστατικά ασφαλώς δεν συνιστά πραγματικό ζήτημα.
43. Κατά την άποψή μου, το κρίσιμο ζήτημα που εγείρει ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι ποια στοιχεία πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση του απαραδέκτου ενός σήματος σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009. Επιπλέον, σε ποιο βαθμό το κοινωνικό πλαίσιο και ο αντίκτυπος επηρεάζουν την αξιολόγηση αυτή; Πρέπει η εκτίμηση να βασιστεί στο «σήμα αυτό καθεαυτό» (με αναφορά στα εγγενή χαρακτηριστικά του) ή πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη στοιχεία του κοινωνικού του πλαισίου, καθώς και η αποδεδειγμένη αντίδραση εντός του ενδιαφερόμενου κοινού; Ένα πρόσθετο ζήτημα που τίθεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αφορά, ειδικά, τον ρόλο της ελευθερίας έκφρασης στον τομέα των σημάτων.
44. Θα αρχίσω την ανάλυσή μου με το τελευταίο ζήτημα, το οποίο ίσως είναι το πιο απλό (1), πριν εξετάσω τη διάκριση που πρέπει να γίνεται μεταξύ των εννοιών της δημόσιας τάξης και των χρηστών ηθών κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009 (2), και, στη συνέχεια, θα εφαρμόσω τα εν λόγω κριτήρια στην ένδικη διαφορά (3).
1. Προστασία των σημάτων και ελευθερία της έκφρασης
45. Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η στάθμιση συμφερόντων στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο είναι εσφαλμένη. Όπως διευκρινίστηκε περαιτέρω κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η κριτική αυτή βάλλει κατ’ αρχήν κατά της σκέψης 29 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, στο πεδίο των σημάτων, δεν ισχύει η ελευθερία της έκφρασης. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η αναιρεσείουσα διαφώνησε με την ως άνω κρίση, διότι, κατά την άποψή της, οι εγγυήσεις που συνδέονται με την ελευθερία της έκφρασης όντως έχουν εφαρμογή στο πεδίο των σημάτων.
46. Στο υπόμνημά του επί της αιτήσεως αναιρέσεως, το EUIPO προέβαλε ότι δεν υπήρξε σφάλμα κατά την αξιολόγηση της σταθμίσεως συμφερόντων και ότι η λειτουργία αυτή έχει ήδη αποτυπωθεί από τον νομοθέτη στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009. Ωστόσο, όταν το ζήτημα τούτο τέθηκε ρητώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το EUIPO συμφώνησε ότι η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι εσφαλμένη.
47. Η ελευθερία της έκφρασης, πράγματι, διαδραματίζει ρόλο στο δίκαιο των σημάτων.
48. Πρώτον, ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητας οποιουδήποτε μέτρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται σε αυτόν εκτείνεται σε κάθε πράξη ή παράλειψη των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης (19). Το ίδιο φυσικά ισχύει στο πεδίο των σημάτων όταν πρόκειται για πράξεις και παραλείψεις οργανισμών της Ένωσης, όπως το EUIPO.
49. Δεύτερον, ο εμπορικός χαρακτήρας μιας δυνητικής δραστηριότητας δεν αποτελεί λόγο περιορισμού ή ακόμη και αποκλεισμού της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων (20). Υπενθυμίζεται ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) έχει κρίνει ότι η ελευθερία της έκφρασης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, ισχύει ανεξάρτητα από το είδος του μηνύματος, μεταξύ άλλων όταν πρόκειται για εμπορική διαφήμιση (21). Το ΕΔΔΑ έχει εφαρμόσει την ελευθερία της έκφρασης ειδικά κατά την εκτίμηση περιορισμών που εθνική νομοθεσία επέβαλε επί σημάτων ή άλλων μορφών διαφήμισης (22).
50. Τρίτον, το ότι η ελευθερία της έκφρασης ισχύει στο πεδίο των σημάτων βεβαιώνεται ρητώς στο προοίμιο του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2424 για την τροποποίηση του κανονισμού 207/2009 και αναγνωρίζεται σήμερα στον κανονισμό 2017/1001 (23).
51. Τέταρτον, και μάλιστα επικουρικώς, η κατά τα ανωτέρω ερμηνεία του δικαίου συνάδει επίσης με την προγενέστερη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου (24) και με την πρακτική λήψης αποφάσεων του ίδιου του EUIPO (25).
52. Συνεπώς, η ελευθερία της έκφρασης σαφώς ισχύει στο πεδίο του δικαίου των σημάτων. Η διαπίστωση αυτή, ωστόσο, θέτει περισσότερα ερωτήματα από αυτά στα οποία δίνει απάντηση. Όσο γοητευτικά και αν είναι το ζήτημα και η συζήτησή του σε αφηρημένο επίπεδο (26), παραμένει το ερώτημα πώς ακριβώς συνεισφέρει η ως άνω διαπίστωση στη λύση της ένδικης διαφοράς.
53. Αφενός, είναι δύσκολο να στηριχθεί ο ισχυρισμός του EUIPO ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα και η στάθμισή τους έχουν ήδη ληφθεί υπόψη από τον νομοθέτη κατά τη σύνταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009. Δεν υπάρχει απολύτως καμία ένδειξη πώς ακριβώς θα πρέπει να επιτευχθεί μια τέτοια ισορροπία σε επιμέρους περιπτώσεις. Ο ισχυρισμός ότι το ζήτημα αυτό έχει ήδη αντιμετωπιστεί επαρκώς με την απλή και μόνον ενσωμάτωση των εννοιών της δημόσιας τάξης και των χρηστών ηθών στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, είναι, λαμβανομένων υπόψη των πολυδιάστατων δικαιωμάτων και συμφερόντων που διακυβεύονται, απλώς αβάσιμος (27).
54. Αφετέρου, ερωτηθείσα επ’ αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η αναιρεσείουσα είχε κάποια δυσκολία να εξηγήσει με ακρίβεια το πώς ο ρητός συνυπολογισμός της ελευθερίας της έκφρασης θα μπορούσε να μεταβάλει το κριτήριο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ. Η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας συμπυκνώνεται ουσιαστικά στον ισχυρισμό ότι, αν το EUIPO και το Γενικό Δικαστήριο είχαν λάβει υπόψη την ελευθερία της έκφρασης κατά την καταχώριση, θα είχαν επιτρέψει την καταχώριση του επίμαχου σήματος, δεδομένου ότι το EUIPO υπήρξε υπερβολικά αυστηρό και έπρεπε να τοποθετηθεί περισσότερο υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης που περιέχεται ή πραγματώνεται στο επίμαχο σήμα.
55. Ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται στενά, ή ακόμη και επικαλύπτεται, με την κριτική που διατύπωσε κατ’ αρχήν η αναιρεσείουσα σχετικά με την προσδιορισθείσα από το EUIPO ευαισθησία όσον αφορά τα χρηστά ήθη, η οποία, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, είναι αποσυνδεδεμένη από την άποψη του ενδιαφερόμενου κοινού και των γερμανικών αρχών για την έκφραση «Fack Ju Göhte». Επομένως, η ελευθερία της έκφρασης δεν αποτελεί ανεξάρτητο μέτρο σύγκρισης κατά την αξιολόγηση, αλλά έπρεπε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, να οδηγήσει το EUIPO σε διαφορετική (πιο φιλελεύθερη) θεώρηση των χρηστών ηθών. Τούτο με τη σειρά του οδηγεί τον ισχυρισμό που βρίσκεται στον πυρήνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως και τονίστηκε ανωτέρω: σε τι ακριβώς αναφέρονται οι έννοιες της δημόσιας τάξης και των χρηστών ηθών και πώς αυτές πρέπει να καθορίζονται;
56. Εν ολίγοις, αν και δεν αποτελεί πρωταρχικό σκοπό του δικαίου των σημάτων, η ελευθερία της έκφρασης σαφώς ενυπάρχει σε αυτό. Υπό αυτό το πρίσμα, η επίμαχη κρίση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 29 του σκεπτικού του ίσως αποσκοπούσε στη διατύπωση μιας ελαφρώς διαφορετικής αντιλήψεως: όχι ότι η ελευθερία έκφρασης δεν διαδραματίζει απολύτως κανέναν ρόλο στο δίκαιο των σημάτων, αλλά ότι, σε αντίθεση με τους τομείς των τεχνών, του πολιτισμού και της λογοτεχνίας, το βάρος που πρέπει να δίνεται στην ελευθερία της έκφρασης στον τομέα του δικαίου των σημάτων μπορεί να είναι κάπως διαφορετικό, ίσως λίγο ελαφρύτερο, κατά τη συνολική στάθμιση των υφιστάμενων δικαιωμάτων και συμφερόντων.
57. Αν νοηθεί υπό την πρώτη (κυριολεκτική) έννοια, η κρίση στη σκέψη 29 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι σαφώς εσφαλμένη. Αν νοηθεί υπό τη δεύτερη έννοια, που μόλις σκιαγραφήθηκε, η κρίση αυτή μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να ευσταθεί: μολονότι η ελευθερία της έκφρασης, καθώς και άλλα θεμελιώδη δικαιώματα που δυνητικά διακυβεύονται, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη διενέργεια της συνολικής στάθμισης, εντούτοις η προάσπιση της ελευθερίας της έκφρασης δεν αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό της προστασίας των σημάτων.
2. Δημόσια τάξη και/ή χρηστά ήθη;
58. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, διευκρινίστηκε ότι το επίμαχο σημείο εξετάστηκε ειδικά με γνώμονα τα χρηστά ήθη εν αντιθέσει προς τη δημόσια τάξη (28). Η κρίση αυτή επιβεβαιώθηκε ρητώς από το EUIPO κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
59. Ταυτοχρόνως, ωστόσο, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι έννοιες της «δημόσιας τάξης» και των «χρηστών ηθών» διαφέρουν, αλλά συχνά επικαλύπτονται μεταξύ τους (29). Συνεπώς, το EUIPO δεν υποχρεούται να διακρίνει μεταξύ των δύο εννοιών.
60. Δεν μπορώ να συμφωνήσω. Από το γεγονός ότι αμφότερες οι έννοιες ενδέχεται να επικαλύπτονται μεταξύ τους σε ορισμένες περιπτώσεις δεν προκύπτει ότι δεν υπάρχει υποχρέωση διάκρισης μεταξύ τους. Κυρίως, ωστόσο, όπως δείχνει ανάγλυφα η ένδικη διαφορά, η εννοιολογική διάκριση μεταξύ τους έχει συνέπειες ως προς το τι ακριβώς πρέπει να εκτιμηθεί και με ποιον τρόπο, σε περίπτωση επίκλησης οποιασδήποτε από τις δύο έννοιες.
61. Προκειμένου να εξηγηθεί αυτή η διαφορά, θα αρχίσω με τη διατύπωση λίγων σύντομων παρατηρήσεων σχετικά με τον σκοπό της προστασίας των σημάτων και τον ρόλο του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009 σε αυτόν (α), πριν σκιαγραφήσω τον τρόπο με τον οποίο η διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών ήδη εκδηλώνεται στην πράξη (β) και τέλος θα προτείνω τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διακρίνονται αμφότεροι οι όροι αυτοί (γ).
1) Ο σκοπός της προστασίας των σημάτων
62. Υποστηρίζεται γενικώς ότι η προστασία του σήματος παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα όσον αφορά τη σύνδεση που πρέπει να γίνεται από το ενδιαφερόμενο κοινό μεταξύ του δικαιούχου αυτού και των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών (30). Παρέχει στους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να τοποθετήσουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους στο μυαλό των καταναλωτών, συνδέοντας την ποιότητα, την καινοτομία ή άλλα χαρακτηριστικά με την εικόνα συγκεκριμένου σήματος. Υπό την έννοια αυτή, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το αποκλειστικό δικαίωμα που παρέχει η προστασία σήματος σκοπό έχει να διασφαλίσει ότι το σήμα μπορεί να επιτελέσει την ουσιώδη λειτουργία του να εγγυάται στους καταναλωτές την προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών, καθώς και άλλες λειτουργίες, όπως η ένδειξη της ποιότητας των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών ή η λειτουργία του σήματος ως διαύλου επικοινωνίας, ως επενδυτικού στοιχείου ή ως μέσου διαφημίσεως (31).
63. Η καταχώριση σημείου ως σήματος υπόκειται σε διάφορους περιορισμούς. Κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η καταχώριση μπορεί να μην γίνει δεκτή ως απαράδεκτη βάσει ενός εκ των λεγόμενων σχετικών ή απολύτων λόγων απαραδέκτου, οι οποίοι προστατεύουν «προϋφιστάμενα αποκλειστικά δικαιώματα επί σημείων, όπως άλλα σήματα ή εμπορικές ονομασίες […]» και «ποικίλα είδη δημοσίου συμφέροντος», αντίστοιχα (32).
64. Ο εν προκειμένω επίμαχος απόλυτος λόγος απαραδέκτου που αφορά «τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη» προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009 (33). Μολονότι λειτουργεί ως περιορισμός ως προς το ποια σήματα μπορούν να τύχουν της ειδικής προστασίας που παρέχεται από ένα σήμα, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σκοπός του δεν είναι η πλήρης αποτροπή της εμπορικής χρήσης των σημείων που έχουν απορριφθεί. Το ζήτημα αν η χρήση ενός σημείου είναι ανεπίτρεπτη, πέραν της αρνήσεως της προστασίας των σημάτων, αφήνεται ουσιαστικά στην εθνική νομοθεσία των κρατών μελών (34). Πράγματι, η άρνηση καταχώρισης ενός σημείου για τον λόγο αυτόν, δεν εμποδίζει κατ’ ανάγκην την εμπορική χρήση του (35). Η παροχή του αποκλειστικού δικαιώματος βάσει της προστασίας των σημάτων και η δυνατότητα εμπορίας προϊόντων ή υπηρεσιών αποτελούν διακριτά ζητήματα που διέπονται από χωριστά πλέγματα κανόνων.
65. Τούτου λεχθέντος, από την επιχειρηματολογία που προέβαλαν οι διάδικοι, τόσο με τα δικόγραφά τους όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ανακύπτουν αρκετές διαφωνίες ως προς την έκταση στην οποία το EUIPO πρέπει να ακολουθεί αυστηρές θεωρήσεις όσον αφορά τη δημόσια τάξη και/ή τα χρηστά ήθη σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009.
66. Από τη μια πλευρά, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ουσιαστικά ότι δεν εναπόκειται στο EUIPO να διαδραματίζει τον ρόλο της «αστυνομίας καλού γούστου/κακού γούστου» μέσω ευρείας ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ. Από την άλλη πλευρά, το EUIPO προβάλλει ότι ο Ευρωπαίος νομοθέτης σαφώς επιφύλαξε στο EUIPO κάποιο ρόλο για την προστασία της δημόσιας τάξης και των χρηστών ηθών, απλώς και μόνο με την εισαγωγή των εν λόγω εννοιών στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009.
67. Ως προς το σημείο αυτό, οφείλω να συμφωνήσω με το EUIPO, με μια όμως σημαντική επισήμανση. Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, το EUIPO πράγματι καλείται να διαδραματίσει έναν ρόλο για την προστασία της δημόσιας τάξης και των χρηστών ηθών. Επιπλέον, ο ρόλος αυτός και οι παράμετροί του θα είναι συγκεκριμένοι και ανεξάρτητοι από άλλα κανονιστικά καθεστώτα στο πλαίσιο των οποίων είναι πιθανό να χρησιμοποιούνται τέτοιες έννοιες, καθόσον ο τομέας του δικαίου των σημάτων αποτελεί χωριστό κανονιστικό καθεστώς.
68. Ωστόσο, η προστασία της δημόσιας τάξης και των χρηστών ηθών ασφαλώς δεν είναι ο βασικός ή κύριος ρόλος του EUIPO και της αφορώσας τα σήματα νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, απόλυτος λόγος απαραδέκτου λειτουργεί στην πραγματικότητα ως δίχτυ ασφαλείας, θέτοντας δυνητικά περιορισμούς για την επίτευξη άλλων στόχων (36). Ωστόσο, ασφαλώς δεν αποτελεί από μόνος του σκοπό.
2) Η «δημόσια τάξη» και τα «χρηστά ήθη» όπως εφαρμόζονται στην πράξη
69. Είναι ταυτόσημες οι έννοιες της «δημόσιας τάξης» και των «χρηστών ηθών», όπως διατυπώνονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009;
70. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το EUIPO δεν υποχρεούται να διακρίνει μεταξύ τους (37). Την ίδια θέση φαίνεται να απηχούν ορισμένοι συγγραφείς, οι οποίοι θεωρούν ότι οι δύο έννοιες δύνανται να υποκαθιστούν η μία την άλλη (38). Για άλλους, η εν λόγω διάκριση δεν είναι απαραίτητη από πρακτικής απόψεως, διότι οι νομικές τους συνέπειες είναι οι ίδιες (39).
71. Η εφαρμογή στην πράξη παρουσιάζει μια διαφοροποιημένη εικόνα. Όσον αφορά, πρώτον, την πρακτική του EUIPO, το τελευταίο φαίνεται ενίοτε να διεξάγει την εξέτασή του με γνώμονα αμφότερες τις έννοιες από κοινού (40), άλλοτε φαίνεται να εστιάζει περισσότερο, ή ακόμη και αποκλειστικά, στο σκέλος της δημόσιας τάξης (41), ενώ σε άλλες περιπτώσεις πραγματοποίησε την ανάλυσή του με γνώμονα τα χρηστά ήθη (42).
72. Για παράδειγμα, το EUIPO αρνήθηκε την καταχώριση του σημείου «MECHANICAL APARTHEID» για παιχνίδια υπολογιστή, για σχετικές εκδόσεις και για ψυχαγωγία, ως αντίθετου προς τη δημόσια τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι αντέβαινε στις «αδιαίρετες, οικουμενικές αξίες στις οποίες θεμελιώνεται η Ένωση, ήτοι στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία, τη σωματική ακεραιότητα, την ισότητα και την αλληλεγγύη, καθώς και στις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου» (43).
73. Τα χρηστά ήθη φαίνεται ότι αποτέλεσαν τη βάση της εκτίμησης του τμήματος προσφυγών η οποία το οδήγησε να επιτρέψει (ανατρέποντας την άρνηση του αρχικού εξεταστή) την καταχώριση του σήματος «JEWISH MONKEYS» (44). Το εν λόγω σήμα αποτελούσε το όνομα μουσικού συγκροτήματος που συνδύαζε στοιχεία του Yiddish φολκλόρ με μουσική ποπ (45). Παραπέμποντας στην απόφασή του στην υπόθεση Die Wanderhure (46), το τμήμα προσφυγών επισήμανε την «μεγάλη απήχηση» και την έλλειψη αντιρρήσεων εκ μέρους της αστυνομίας για τις εμφανίσεις του συγκροτήματος (47). Κατά την εξέταση της χυδαιότητας της επίμαχης έκφρασης, επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι το επίμαχο ζήτημα «είναι οι αξίες του ευρωπαϊκού δικαίου ως νομικού συστήματος που προστατεύει τα θεμελιώδη και τα ανθρώπινα δικαιώματα και όχι ένα γλωσσολογικό εγχειρίδιο για την καταστολή του ανεπιθύμητου λεξιλογίου» (48).
74. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου τόσο η «δημόσια τάξη» όσο και τα «χρηστά ήθη» εξετάστηκαν από κοινού. Ως προς το σήμα «BIN LADIN», το τμήμα προσφυγών θεώρησε «σαφέστατο ότι [το εν λόγω σήμα] αντιβαίνει στη δημόσια τάξη και στα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι τα εγκλήματα τρομοκρατίας είναι απολύτως αντίθετα προς τις δεοντολογικές και ηθικές αρχές που αναγνωρίζονται όχι μόνο σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και σε όλα τα πολιτισμένα έθνη» (49).
3) Η «δημόσια τάξη» και τα «χρηστά ήθη»: η εννοιολογική διαφορά
75. Τα προαναφερθέντα παραδείγματα αποδεικνύουν ότι, παρά την επικάλυψη μεταξύ αμφοτέρων των κατηγοριών (η οποία αποτελεί λογική συνέπεια της επικάλυψης μεταξύ των νομικών και ηθικών κανόνων στους οποίους αυτές αναφέρονται), υπάρχει επίσης ένας βαθμός διαφοροποίησης μεταξύ των δύο. Θεωρώ ότι υπάρχει πράγματι εννοιολογική διαφορά ως προς το πώς, από ποιον και σε σχέση με τι, καθορίζεται το περιεχόμενο κάθε μιας από τις εν λόγω κατηγορίες.
76. Η δημόσια τάξη είναι μια κανονιστική θεώρηση αξιών και σκοπών, που η οικεία δημόσια αρχή καθορίζει ότι πρέπει να επιδιώκονται τώρα και στο μέλλον, ήτοι προοπτικά. Επομένως, η δημόσια τάξη εκφράζει τις επιθυμίες της ρυθμιστικής αρχής ως προς τους κανόνες που πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού στην κοινωνία. Το περιεχόμενό της πρέπει να μπορεί να διαπιστωθεί με βάση επίσημες πηγές δικαίου και/ή έγγραφα πολιτικής. Όπως και αν είναι διατυπωμένη, εν πολλοίς όπως η χαρτογράφηση μιας πορείας, η δημόσια τάξη πρέπει πρώτα να καθορίζεται από δημόσια αρχή, και μόνον τότε μπορεί να επιδιωχθεί (50).
77. Τα χρηστά ήθη αναφέρονται, όπως το αντιλαμβάνομαι, σε αρχές και πεποιθήσεις που τώρα γίνονται σεβαστές από συγκεκριμένη κοινωνία, καθορίζονται και επιβάλλονται από την επικρατούσα κοινωνική συναίνεση εντός της εν λόγω κοινωνίας σε δεδομένο χρόνο. Σε αντίθεση με την εκ των άνω προς τα κάτω φύση της δημόσιας τάξης, αναπτύσσονται από κάτω προς τα πάνω. Εξελίσσονται επίσης με την πάροδο του χρόνου: ωστόσο, κατά τη διαπίστωσή τους, η έμφαση δίνεται κυρίως στο παρελθόν και στο παρόν. Φυσικά, όσον αφορά το τι σκοπούν να επιτύχουν, τα χρηστά ήθη είναι επίσης κανονιστικά και προοπτικά, υπό την έννοια ότι το εν λόγω πλέγμα κανόνων φιλοδοξεί επίσης να παροτρύνει και να διατηρήσει ορισμένη συμπεριφορά (51).
78. Η βασική διαφορά μεταξύ των δύο εννοιών είναι ο τρόπος αποδείξεώς τους και, συνεπώς, διαπιστώσεώς τους. Το Δικαστήριο ΕΖΕΣ υπαινίχθηκε ανάλογη διαφοροποίηση στο πλαίσιο της οδηγίας 2008/95/ΕΚ (52), κρίνοντας ότι «η άρνηση καταχώρισης για λόγους “δημόσιας τάξης” πρέπει να βασίζεται σε αξιολόγηση αντικειμενικών κριτηρίων, ενώ αντίρρηση για σήμα βασιζόμενη στα “χρηστά ήθη” αφορά αξιολόγηση υποκειμενικών αξιών» (53).
79. Εφόσον η δημόσια τάξη διαρθρώνεται εκ των άνω προς τα κάτω, το περιεχόμενό της δύναται να διαπιστωθεί «αντικειμενικά», διότι η δημόσια τάξη πρέπει κάπου να έχει διατυπωθεί. Συνεπώς, η δημόσια τάξη δύναται να μελετηθεί «στο γραφείο» στους χώρους των δημοσίων αρχών, με αναφορά στους νόμους, στις πολιτικές και στις επίσημες δηλώσεις. Μπορεί να είναι απαραίτητο να βρεθεί ακριβής πηγή για δεδομένη πρόταση πολιτικής, έτσι ώστε η ανακοίνωσή της (ή αντιθέτως η άρνηση να χορηγηθεί κάτι με επίκληση της δημόσιας τάξης) να πληροί τα κριτήρια της προβλεψιμότητας, της έλλειψης αυθαιρεσίας και της χρηστής διοίκησης. Ωστόσο, άπαξ ικανοποιηθούν οι εν λόγω απαιτήσεις, πρόκειται για ζήτημα μονομερούς διοικητικής βούλησης και μονομερών επιθυμιών.
80. Αντιθέτως, δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για τα χρηστά ήθη. Αυτά δεν μπορούν να αναζητηθούν εκτός των κοινωνικών κανόνων και του κοινωνικού πλαισίου. Η αναγνώρισή τους απαιτεί τουλάχιστον έναν βαθμό εμπειρικής αξιολόγησης του τι η συγκεκριμένη κοινωνία (το ενδιαφερόμενο κοινό) θεωρεί, σε δεδομένο χρονικό σημείο, ως αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια, για να εξακριβωθεί αν συγκεκριμένο σημείο αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης για να διαπιστωθεί πώς θα αντιδράσει, κατά τεκμήριο, το ενδιαφερόμενο κοινό όταν το εν λόγω σημείο θα χρησιμοποιείται για τα αντίστοιχα προϊόντα ή υπηρεσίες.
81. Θα ήθελα να τονίσω ότι, όσον αφορά το πραγματικό αποτέλεσμα, σε ορισμένες περιπτώσεις αμφότερες οι κατηγορίες επικαλύπτονται μεταξύ τους (54). Σε μια ιδανική κατάσταση, η δημόσια τάξη πρέπει σε μεγάλο βαθμό να αντικατοπτρίζει και να εμπεδώνει τα χρηστά ήθη. Σε άλλες περιπτώσεις, αυτό που αρχικά αποτελούσε δημόσια τάξη θα μετασχηματιστεί σταδιακά σε χρηστά ήθη (55).
82. Γενικά, δεν θα επιμείνω στην υπερβολική ακαδημαϊκή ανάπτυξη της διάκρισης μεταξύ δημόσιας τάξης και χρηστών ηθών. Ωστόσο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς, η διάκριση αυτή έχει σημασία. Ασκεί επιρροή ειδικά ως προς το τι έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το EUIPO και, εμμέσως, από το Γενικό Δικαστήριο, όταν το πρώτο απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας στηριζόμενο στον συγκεκριμένο λόγο των χρηστών ηθών και όταν το δεύτερο συντάχθηκε με την προσέγγιση αυτή.
83. Εν κατακλείδι, αν επιθυμεί να βασιστεί στον (απόλυτο) λόγο απαραδέκτου της καταχωρίσεως λόγω των χρηστών ηθών, το EUIPO θα πρέπει να τεκμηριώσει, με αναφορά στην αντίληψη που επικρατεί εντός του ενδιαφερόμενου κοινού, γιατί θεωρεί ότι συγκεκριμένο σημείο προσβάλλει τα χρηστά ήθη. Ασφαλώς, δεν προτείνεται να διενεργήσει το EUIPO ενδελεχή εμπειρική έρευνα για να διαπιστώσει τα χρηστά ήθη σε σχέση με δεδομένο σημείο. Πράγματι, συμφωνώ απόλυτα με τον ισχυρισμό του EUIPO κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι το καλύτερο που το EUIPO μπορεί να δώσει είναι μια «εμπεριστατωμένη εκτίμηση». Ωστόσο, η εκτίμηση αυτή πρέπει να ερείδεται σε συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο, και δεν μπορεί να αγνοεί αποδείξεις πραγματικών περιστατικών οι οποίες είτε επιβεβαιώνουν είτε ενδεχομένως δημιουργούν αμφιβολίες σχετικά με τις απόψεις του ίδιου του EUIPO ως προς τι αντιβαίνει ή δεν αντιβαίνει στα χρηστά ήθη εντός συγκεκριμένης κοινωνίας σε δεδομένο χρόνο.
3. Η ένδικη διαφορά
84. Κατά την άποψή μου, στην ένδικη διαφορά, η αξιολόγηση του EUIPO, με την οποία συντάχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, δεν πληροί τα εν λόγω κριτήρια.
85. Οι κατηγορίες των προϊόντων και υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στην αίτηση της αναιρεσείουσας ποικίλλουν αρκετά (56). Ωστόσο, δεν συζητήθηκε αν το λεκτικό σημείο θα μπορούσε να επιτραπεί για ορισμένες μόνον κατηγορίες και όχι για άλλες. Ως εκ τούτου, δεν βλέπω τον λόγο να ανοίξει το ζήτημα αυτό στην αναιρετική διαδικασία.
86. Εκείνο που συζητήθηκε, ωστόσο, και είναι κρίσιμο, είναι το γεγονός ότι το EUIPO, επικαλούμενο επίσης το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, όρισε το ενδιαφερόμενο κοινό ως γενικό και γερμανόφωνο. Συνεπώς, αφενός το ενδιαφερόμενο κοινό ορίστηκε λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνον τους μαθητές λυκείου-θαυμαστές της ταινίας, αλλά και ανθρώπους οι οποίοι πιθανώς δεν άκουσαν ποτέ για την ταινία και είναι κατανοητό ότι ενδέχεται να εκπλαγούν κατά τα εβδομαδιαία τους ψώνια αν βρουν στο ράφι μια φραντζόλα ψωμί (κλάση 30) ή ένα απορρυπαντικό (κλάση 3) με την επισήμανση «Fack Ju Göhte».
87. Αφετέρου, ο γεωγραφικός/γλωσσικός περιορισμός του ενδιαφερόμενου κοινού στο γερμανόφωνο κοινό της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 7, παράγραφος 2, ασφαλώς δυνατός. Ωστόσο, έχει σημαντικές συνέπειες. Πάνω απ’ όλα, η εγγενής χυδαιότητα ή ο προσβλητικός χαρακτήρας του σημείου πρέπει τότε να εξεταστούν σε συνάρτηση αποκλειστικά με το γενικό κοινό όσων τα αγγλικά είναι η μητρική τους γλώσσα. Αν εξεταστεί το συγκεκριμένο επίμαχο σημείο, αυτό που μπορεί να φαίνεται εγγενώς χυδαίο ή προσβλητικό σε κάποιον του οποίου τα αγγλικά είναι η μητρική γλώσσα μπορεί να μη φαίνεται έτσι σε κάποιον που μιλάει γερμανικά (αλλά του οποίου τα γερμανικά δεν είναι η μητρική γλώσσα), ιδίως όταν βρεθεί αντιμέτωπος με μια ασυνήθιστη φωνητική μεταγραφή μιας βρισιάς που προέρχεται από ξένη γλώσσα.
88. Εν πάση περιπτώσει, πώς μπορεί ένα τέτοιο σημείο να αξιολογηθεί ως προς τη συμφωνία του με τα χρηστά ήθη; Άπαξ αυτός ο λόγος επιλεγεί από τη ρυθμιστική αρχή, η βασική διαφορά από την προσέγγιση που επελέγη από το Γενικό Δικαστήριο θα είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι η αξιολόγηση αυτή δεν μπορεί να διενεργηθεί λαμβανομένου υπόψη μόνον και αποκλειστικά του λεκτικού σημείου, αποκομμένου από την ευρύτερη κοινωνική αντίληψη και πλαίσιο, αν υπάρχουν αποδείξεις ως προς τα τελευταία.
89. Συναφώς, πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων σχετικά με το γεγονός ότι στην ταινία «Fack Ju Göhte» χορηγήθηκε άδεια προβολής με τον τίτλο αυτόν και ότι, όπως προκύπτει, δεν υπήρξαν περιορισμοί πρόσβασης για το νεανικό κοινό. Με τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προβάλλεται ουσιαστικά ότι, αν οι αντίστοιχες ρυθμιστικές αρχές στις γερμανόφωνες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είχαν αντίρρηση όσον αφορά τον τίτλο της ταινίας, τότε το EUIPO δεν έπρεπε να εγείρει ζήτημα κατά τη διαδικασία καταχώρισης του ομώνυμου σήματος. Αντιθέτως, το EUIPO προέβαλε ότι η ρύθμιση περί της κυκλοφορίας και προβολής ταινιών σε ένα κράτος μέλος απλώς αποτελεί εντελώς διαφορετικό ζήτημα από τη ρύθμιση περί των σημάτων σε ολόκληρη την Ένωση.
90. Σε διαρθρωτικό και θεσμικό επίπεδο, συμφωνώ με το EUIPO: η αξιολόγηση και η ρύθμιση των ταινιών σε ένα κράτος μέλος αποτελεί πράγματι διαφορετικό ρυθμιστικό καθεστώς από το δίκαιο των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, από μόνη της η απόφαση εθνικής ρυθμιστικής αρχής κινηματογράφου για τους όρους κυκλοφορίας και προβολής μιας ταινίας ασφαλώς δεν επιτρέπει την συναγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την αξιολόγηση που πρέπει να διενεργηθεί βάσει της νομοθεσίας περί σημάτων και, ειδικότερα, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009.
91. Ωστόσο, σε αντίθεση με το EUIPO, δεν θεωρώ ότι η αξιολόγηση μπορεί να σταματήσει εκεί. Ακόμη και αν πράγματι πρόκειται για διαφορετικά ρυθμιστικά καθεστώτα, υπάρχει σημαντική επικάλυψη μεταξύ τέτοιων παράλληλων αξιολογήσεων: αμφότερα τα πλαίσια αξιολόγησης έχουν ως σημείο αφετηρίας το ίδιο κοινό και την αξιολόγηση των χρηστών ηθών και της χυδαιότητας εντός του ίδιου αυτού κοινού στο ίδιο, ή σε πολύ κοντινό, χρονικό σημείο. Στο επίπεδο αυτό, όπως παρεμπιπτόντως αναγνωρίζει το ίδιο το EUIPO (57), η ηθική κρίση ως προς τη χυδαιότητα μιας έκφρασης έχει σημασία.
92. Στο πλαίσιο αυτό, οι προηγούμενες αξιολογήσεις που διενεργήθηκαν από διάφορους εθνικούς φορείς αποκτούν πράγματι σημασία. Αν υπάρχουν και τεθούν υπόψη του EUIPO, οι αξιολογήσεις τέτοιων εθνικών οργάνων, τα οποία αναμφιβόλως είναι σε καλύτερη θέση να αξιολογήσουν, από ό,τι ένα γραφείο σημάτων στο επίπεδο της ΕΕ, τι είναι (αν)ήθικο και χυδαίο σε δεδομένο χρόνο σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη.
93. Τούτο ασφαλώς δεν εμποδίζει το EUIPO να κρίνει ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, ιδίως αν αυτά πρέπει να διαπιστωθούν σε κλίμακα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πάντως, τέτοιες διαπιστώσεις και τέτοια εμπειρικά στοιχεία, ιδίως όταν αφορούν ακριβώς τον ίδιο γλωσσικό ή γεωγραφικό χώρο με αυτόν που επελέγη από το EUIPO για τη δική του αξιολόγηση, ανεβάζουν το επίπεδο της αιτιολογίας που πρέπει να παραθέσει το EUIPO αν επιθυμεί να αποστεί από όσα έχουν αξιολογηθεί από τα εθνικά όργανα ως χρηστά ήθη εντός του ίδιου χώρου, όσον αφορά, όπως προκύπτει, το ίδιο γενικό κοινό και κατά τον ίδιο χρόνο.
94. Στην υπό κρίση υπόθεση, το επίπεδο αυτό δεν τηρήθηκε. Στα διάφορα στάδια της διαδικασίας, τόσο ενώπιον του EUIPO όσο και ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα επισήμανε, χωρίς ο σχετικός ισχυρισμός να αντικρουστεί, το γεγονός ότι η ταινία είχε μεγάλη επιτυχία στις γερμανόφωνες χώρες, όπως προκύπτει χωρίς να δημιουργήσει μεγάλη διαμάχη σχετικά με τον τίτλο της· επισήμανε επίσης ότι ο τίτλος της ταινίας έλαβε νόμιμη άδεια και η ταινία κυκλοφόρησε για προβολή σε νεανικό κοινό· και ότι η θετική υποδοχή της ταινίας μπορεί να αποδειχθεί επίσης από το γεγονός ότι αυτή περιελήφθη στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ινστιτούτου Goethe.
95. Πάλι, ουδεμία από τις εν λόγω διαπιστώσεις είναι από μόνη της καθοριστική. Ομοίως, η τύχη της ταινίας δεν είναι καθοριστική για την καταχώριση σήματος. Ωστόσο, ενώπιον τόσο ισχυρών στοιχείων ως προς την κοινωνική αντίληψη περί χρηστών ηθών και ως προς την ενδεχόμενη χυδαιότητα του ίδιου ακριβώς τίτλου, το EUIPO έπρεπε να παραθέσει πολύ πιο πειστική επιχειρηματολογία για να συναγάγει ότι, παρά την αξιολόγηση διαφόρων οργάνων στις γερμανόφωνες χώρες ότι η συγκεκριμένη έκφραση δεν προκαλεί αντιδράσεις στο μυαλό του γερμανόφωνου κοινού, το ομώνυμο σήμα δεν μπορεί να καταχωριστεί, καθόσον συνιστά προσβολή των χρηστών ηθών του ίδιου ακριβώς κοινού.
96. Επίσης, μια τέτοια αντίληψη, κατά τη γνώμη μου, αποτυπώνει ορθώς τον ρόλο των χρηστών ηθών στο πλαίσιο του δικαίου των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με δεδομένο ότι ο ορισμός και η διαπίστωση των χρηστών ηθών (όπως και της δημόσιας τάξης) σε καμία περίπτωση δεν συνιστά τον κύριο ρόλο του EUIPO (58), είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι το EUIPO έχει την εντολή να αρχίσει ξαφνικά να δημιουργεί μια πλήρη θεώρηση περί των χρηστών ηθών, αποκομμένη (ή, μάλιστα, πολύ πιο αυστηρή) από εκείνη που προφανώς επικρατεί στο συγκεκριμένο κράτος μέλος (ή στα συγκεκριμένα κράτη μέλη).
97. Εν ολίγοις, φρονώ ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εφαρμόζοντας εσφαλμένως το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009, διότι δεν έλαβε υπόψη στοιχεία του κρίσιμου πλαισίου για την αξιολόγηση του αν το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνάδει με τα χρηστά ήθη.
98. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί.
2. Επί του δευτέρου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως
99. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η εξέταση του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως θα μπορούσε να θεωρηθεί περιττή. Ωστόσο, ο ρόλος του γενικού εισαγγελέα είναι να επικουρεί πλήρως το Δικαστήριο σε κάθε κατεύθυνση που αυτό μπορεί να επιλέξει. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως δίνουν πρόσθετη έμφαση στον πρώτο λόγο: η αξιολόγηση περί του τι συνάδει και τι δεν συνάδει με τα χρηστά ήθη θα αποτελεί πάντοτε αξιολογική κρίση. Ωστόσο, ιδίως σε σχέση με τέτοιες αξιολογικές κρίσεις, θα πρέπει να είναι τουλάχιστον σε έναν βαθμό σαφή τα κριτήρια που θα λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαμόρφωση μιας τέτοιας κρίσης, ώστε να υπάρχει τουλάχιστον ένας εύλογος βαθμός προβλεψιμότητας για το πιθανό αποτέλεσμα. Ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αποδεικνύουν, παρά ταύτα, ότι τέτοια σαφήνεια και τέτοια προβλεψιμότητα λείπουν μέχρι ενός σημείου στην υπό κρίση υπόθεση.
100. Ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορούν φερόμενη παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης (δεύτερος λόγος) και της χρηστής διοίκησης (τρίτος λόγος). Η αναιρεσείουσα επικρίνει κατ’ ουσίαν την παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου να επιβάλει κυρώσεις για την άνιση μεταχείριση της αίτησής της, λαμβάνοντας υπόψη προηγούμενη απόφαση που το EUIPO είχε λάβει στην υπόθεση Die Wanderhure (59).
101. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικρίνει το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο επικύρωσε την επίμαχη απόφαση παρά τις ομοιότητες μεταξύ της κατάστασης, αφενός, στην ένδικη διαφορά και, αφετέρου, στην υπόθεση Die Wanderhure. Η αναιρεσείουσα τονίζει ότι η αιτιολογία την οποία παρέθεσε το EUIPO, και επικυρώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο, για να εξηγήσει το διαφορετικό αποτέλεσμα ήταν ότι το σήμα του οποίου είχε ζητηθεί η καταχώριση και είχε εγκριθεί στην υπόθεση Die Wanderhure περιγράφει το περιεχόμενο ταινίας. Τούτο, κατά το EUIPO, δεν συνέβη στην περίπτωση του σήματος του οποίου την καταχώριση ζήτησε η αναιρεσείουσα. Η αναιρεσείουσα διαφωνεί και ισχυρίζεται ότι επίσης το επίμαχο σημείο περιγράφει το περιεχόμενο ταινίας, στο μέτρο που εκφράζει την απογοήτευση των μαθητών λόγω της υποχρέωσής τους να παρακολουθούν μη δημοφιλή μαθήματα στο λύκειο. Η αναιρεσείουσα επικρίνει επίσης την έλλειψη αιτιολογίας ως προς το γιατί δεν μπορεί αν θεωρηθεί ότι το επίμαχο σημείο περιγράφει το περιεχόμενο ταινίας. Επιπλέον, δεν υφίσταται αντικειμενικός λόγος για την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι το σημείο «Die Wanderhure» είναι πολύ λιγότερο σοκαριστικό και χυδαίο από το σήμα του οποίου την καταχώριση ζήτησε η αναιρεσείουσα.
102. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε επίσης την αρχή της χρηστής διοίκησης μην εφαρμόζοντας στην περίπτωση της αναιρεσείουσας τα συμπεράσματα που συνήχθησαν από το EUIPO στην απόφαση Die Wanderhure και μην εξετάζοντας τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης διαφοράς.
103. Ως προς τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το EUIPO αντιτάσσει ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας σχετικά με την παράλειψη να ληφθεί υπόψη προγενέστερη απόφαση είναι προδήλως αβάσιμος, διότι το EUIPO ρητώς ανέλυσε την επίμαχη προγενέστερη απόφαση (Die Wanderhure). Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας σχετικά με τις ομοιότητες μεταξύ των δύο καταστάσεων αφορά πραγματικό ζήτημα και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στην αναιρετική διαδικασία.
104. Το EUIPO ισχυρίζεται επιπλέον ότι η αιτίαση της αναιρεσείουσας σχετίζεται με την έκταση της υποχρέωσης αιτιολογήσεως όταν σε παρόμοιες καταστάσεις συνάγονται διαφορετικά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αιτιολόγησης την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα θα οδηγούσε, στην πραγματικότητα, σε υποχρέωση του EUIPO να διαπιστώσει εκ των υστέρων νομικό σφάλμα που ενδεχομένως εμφιλοχώρησε σε προγενέστερη απόφαση (η οποία ωστόσο έχει καταστεί αμετάκλητη) χωρίς να δίδεται η ευκαιρία στους διαδίκους της προγενέστερης υπόθεσης να λάβουν θέση σχετικά με την κρίση αυτή. Μια τέτοια υποχρέωση αιτιολόγησης θα ήταν επίσης προβληματική σε περίπτωση που ήδη καταχωρηθέν σήμα κηρυχθεί αργότερα άκυρο (60). Ωστόσο, το ζήτημα αυτό είναι κάπως υποθετικό στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο επικύρωσε την κρίση του EUIPO ως προς τη μη συγκρισιμότητα των δύο καταστάσεων.
105. Το EUIPO αποκρούει τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ως απαράδεκτο κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου χωρίς να παρέχεται καμία εξήγηση. Όσον αφορά τη φερόμενη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, το EUIPO θεωρεί ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 168, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, κατά το οποίο η αίτηση αναιρέσεως περιέχει «τους προβαλλόμενους λόγους και επιχειρήματα, καθώς και συνοπτική έκθεση των λόγω αυτών». Κατά το EUIPO, αυτός ο λόγος αναιρέσεως αντιστοιχεί στον πρώτο λόγο αναιρέσεως και η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε ισχυρισμούς που τεκμηριώνουν παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, πέραν της φερόμενης παράβασης του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009.
106. Κατά την άποψή μου, οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αφορούν κατ’ αρχήν το ίδιο ζήτημα: τη φερόμενη έλλειψη συνοχής όσον αφορά την πρακτική λήψης αποφάσεων του EUIPO, ιδίως όταν η επίμαχη στην ένδικη διαφορά απόφαση έρχεται σε αντίθεση με το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε το EUIPO στην υπόθεση Die Wanderhure. Ο ισχυρισμός αυτός μπορεί στην πραγματικότητα να λειτουργήσει με δύο τρόπους, είτε ως παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης (δεύτερος λόγος αναιρέσεως) είτε, στην περίπτωση διοικητικών οργάνων, ως ζήτημα χρηστής διοίκησης (τρίτος λόγος αναιρέσεως) (61). Πράγματι, η αρχή της χρηστής διοίκησης αφορά την υποχρέωση παράθεσης αιτιολογίας που να εξηγεί την απόκλιση του EUIPO από την προγενέστερη πρακτική του. Υπό την έννοια αυτή, η εν λόγω αρχή συμβαδίζει λογικά με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι η τελευταία απαιτεί την ύπαρξη παρόμοιων αποτελεσμάτων σε παρόμοιες καταστάσεις και διαφορετικών αποτελεσμάτων σε διαφορετικές καταστάσεις.
107. Κατά συνέπεια, θα εξετάσω από κοινού αμφότερους τους λόγους αναιρέσεως.
108. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως προβλέπεται επίσης στο άρθρο 75 του κανονισμού 207/2009, καθώς και στο άρθρο 94, παράγραφος 1, του κανονισμού 2017/1001, με το ίδιο πεδίο εφαρμογής όπως στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 296 ΣΛΕΕ (62). Το Δικαστήριο έχει κρίνει επίσης ότι «το EUIPO οφείλει να ασκεί τις αρμοδιότητές του σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως» (63). Τούτο σημαίνει, ιδίως, ότι «[…] το EUIPO οφείλει, βάσει των προμνησθεισών αρχών, να λαμβάνει υπόψη τις αποφάσεις που έχει ήδη εκδώσει επί παρόμοιων αιτήσεων και να εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή κατά πόσον πρέπει ή όχι να αποφασίσει κατά τον ίδιο τρόπο, η δε εφαρμογή των αρχών αυτών πρέπει να συμβιβάζεται […] με την τήρηση της αρχής της νομιμότητας» (64).
109. Το Δικαστήριο επισήμανε περαιτέρω ότι «το δικαίωμα της χρηστής διοικήσεως περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη […], την υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. Η υποχρέωση αυτή […] έχει ως διττό σκοπό, αφενός, να παράσχει στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να λάβουν γνώση των λόγων για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, προκειμένου να προασπίσουν τα δικαιώματά τους, και, αφετέρου, να καταστήσει δυνατή την εκ μέρους των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης άσκηση του ελέγχου νομιμότητας της συγκεκριμένης αποφάσεως» (65).
110. Οι μόλις προπαρατεθείσες πρόσφατες κρίσεις του Δικαστηρίου αντικρούουν ορισμένους από τους ισχυρισμούς που προέβαλε το EUIPO στην ένδικη διαδικασία. Πρώτον, η λήψη συνεκτικών μεταξύ τους αποφάσεων ασφαλώς δεν σημαίνει ότι τα αποτελέσματα πρέπει να είναι πανομοιότυπα. Ούτε σημαίνει αδυναμία μεταβολής ή αδυναμία διόρθωσης προγενέστερων σφαλμάτων ή αδυναμία αλλαγών όσον αφορά την προσέγγιση και την ερμηνεία. Σημαίνει απλώς τήρηση, όσο το δυνατόν περισσότερο, μιας προσέγγισης για τη λήψη συνεκτικών μεταξύ τους αποφάσεων, όπως, εν προκειμένω, τα κριτήρια και τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση των κατηγοριών του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009 και η αυστηρότητα ή ελαστικότητα με την οποία εφαρμόζονται. Θα ήθελα να το τονίσω σαφώς: η συνοχή μεταξύ των προσεγγίσεων είναι κάτι διαφορετικό από την ταυτότητα του αποτελέσματος.
111. Δεύτερον, η επιταγή για συνοχή μεταξύ των προσεγγίσεων και μεταξύ των εφαρμοστέων κριτηρίων έχει μια διαδικαστική συνέπεια: φυσικά, ανά πάσα στιγμή είναι δυνατή η απόκλιση από την προηγούμενη προσέγγιση όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων, αλλά η εν λόγω απόκλιση πρέπει να αιτιολογείται και να εξηγείται με συνεκτικό τρόπο.
112. Ακριβώς στο σημείο αυτό, η απόφαση Die Wanderhure, καθώς και σειρά άλλων αποφάσεων του EUIPO που μνημονεύονται στις παρούσες προτάσεις, δεν συμβιβάζονται εύκολα με την απόφαση «Fack Ju Göhte».
113. Η απόφαση Die Wanderhure αφορούσε το σημείο «DIE WANDERHURE», που αποτελούσε επίσης το όνομα γερμανικού μυθιστορήματος και της μεταφοράς του σε ταινία. Η εξετάστρια έκρινε ότι το σημείο αυτό δεν μπορούσε να τύχει προστασίας βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, διότι περιείχε προσβλητική έκφραση, καθόσον η λέξη «Hure» είναι στα γερμανικά συνώνυμη της ιερόδουλης και χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη για να δηλώσει ένα άτομο με πολλούς σεξουαλικούς συντρόφους (66).
114. Η απόφαση αυτή ανατράπηκε από το τμήμα προσφυγών. Το τμήμα αυτό επισήμανε ότι η εξετάστρια περιορίστηκε να τονίσει το δεύτερο λεκτικό συνθετικό του σημείου χωρίς να σχολιάσει το πρώτο. Το τμήμα προσφυγών περιέγραψε το περιεχόμενο του μυθιστορήματος και της ταινίας, που ήταν ομώνυμα με το σήμα του οποίου είχε ζητηθεί η καταχώριση, και επισήμανε την ευρεία δημοφιλία τους. Το μυθιστόρημα και η ταινία διηγούνται την ιστορία μιας νεαρής, περιπλανώμενης γυναίκας που παρείχε τις υπηρεσίες της κατά τον 15ο αιώνα, ενώ οι χρήστες των σχετικών υπηρεσιών ήταν κληρικοί που μετείχαν στη Σύνοδο της Κωνσταντίας. Το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι η επιτυχία απέδειξε ότι το κοινό δεν προσβάλλεται από το περιεχόμενο ή τον τίτλο του βιβλίου. Επισήμανε περαιτέρω ότι ο Δήμος της Κωνσταντίας δεν δίστασε να προσφέρει ειδικές περιηγήσεις «στα βήματα του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση» (67).
115. Το τμήμα προσφυγών τόνισε ότι ένα σήμα είναι «ανήθικο» «αν ο αποδέκτης των προϊόντων, διαβάζοντας το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, […] προσβάλλεται ή αισθάνεται απαξίωση ή αν γελοιοποιούνται άτομα ή ομάδες ατόμων ή δημιουργείται διάκριση σε βάρος τους» (68). Πάντως, αυτό δεν συνέβη στην περίπτωση του επίμαχου σήματος στην υπόθεση εκείνη (69). Περαιτέρω, «είναι επίσης δυνατόν μια διατύπωση, που, κατά το λεξικό, είναι χυδαία, να νοείται με αμιγώς χιουμοριστικό τρόπο, ανάλογα με το πλαίσιο». Η αξιολόγηση που πρέπει να διενεργείται δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009 προστατεύει, κατά το τμήμα προσφυγών, «τις αξίες του ευρωπαϊκού δικαίου ως νομικού συστήματος που προασπίζει τα θεμελιώδη και τα ανθρώπινα δικαιώματα [αλλά δεν προορίζεται να αποτελέσει] γλωσσολογικό εγχειρίδιο για την καταστολή των υβριστικών λέξεων» (70).
116. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υπόθεσης, προβλήθηκε, με ειδική αναφορά στην εν λόγω απόφαση και στην αιτιολογία της, ότι η συνολική προσέγγιση που υιοθέτησε το EUIPO δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009 όντως ήταν προηγουμένως φιλελεύθερη και η απόφαση Die Wanderhure θεωρήθηκε απόδειξη της προσέγγισης αυτής (71). Η αναιρεσείουσα τονίζει ιδίως ότι, αν ο όρος «Die Wanderhure» μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν είναι ούτε σοκαριστικός ούτε χυδαίος, παρά το γεγονός ότι αναφέρεται σε γυναίκα που παρείχε σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι αμοιβής, κατά μείζονα λόγο πρέπει να συναχθεί το ίδιο συμπέρασμα όσον αφορά το σημείο «Fack Ju Göhte».
117. Υπό το πρίσμα των κρίσεων αυτών, φρονώ ότι, δεδομένων των αναμφισβήτητων εκ πρώτης όψεως ομοιοτήτων μεταξύ, αφενός, του πλαισίου εντός του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση του επίμαχου σημείου και, αφετέρου, της κατάστασης που αφορούσε η υπόθεση Die Wanderhure, καθώς και του γεγονότος ότι η αναιρεσείουσα αναφέρθηκε επανειλημμένα στην εν λόγω απόφαση στις παρατηρήσεις της, είναι λογικό να αναμένεται από το EUIPO να παράσχει (και από το Γενικό Δικαστήριο να απαιτήσει) εύλογη εξήγηση σχετικά με τα διαφορετικά αποτελέσματα στις δύο αυτές καταστάσεις.
118. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι η αίτηση για το επίμαχο σημείο και η αίτηση στην υπόθεση Die Wanderhure δεν μπορούν να θεωρηθούν παρόμοιες. Τούτο, κατά το Γενικό Δικαστήριο (το οποίο παρέπεμψε στην αξιολόγηση του τμήματος προσφυγών), πρώτον, διότι το σημείο «Die Wanderhure» περιέγραφε το περιεχόμενο της ομώνυμης ταινίας, ενώ τούτο δεν ίσχυε για το επίμαχο εν προκειμένω σημείο. Συνεπώς, κατά το Γενικό Δικαστήριο, από τη μεγάλη επιτυχία της ταινίας Fack Ju Göhte δεν ήταν δυνατόν να συναχθεί ότι το κοινό θα αναγνωρίζει αμέσως τον τίτλο μέσω του σημείου του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και δεν θα σοκάρεται από αυτό. Δεύτερον, το σημείο «Die Wanderhure», στα μάτια του ενδιαφερόμενου κοινού, είναι πολύ λιγότερο σοκαριστικό (72).
119. Ουδεμία από τις εξηγήσεις αυτές είναι πειστική.
120. Πρώτον, δεν μου είναι σαφές πώς το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην υπόθεση Die Wanderhure το σήμα είναι περιγραφικό του περιεχομένου της ταινίας, ενώ στην υπόθεση «Fack Ju Göthe» δεν είναι. Μολονότι αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί πραγματικό ζήτημα, το θεμελιώδες ζήτημα που διακυβεύεται εδώ είναι το νομικό κριτήριο που εφαρμόστηκε από το EUIPO και από το Γενικό Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση αιτήσεως για καταχώριση σημείου περιέχοντος μια χυδαία έκφραση η οποία αντιστοιχεί στον τίτλο επιτυχημένης ταινίας (ή μυθιστορήματος), και όταν η επιτυχία αυτή παρακίνησε δημόσιους φορείς (είτε πρόκειται για τον Δήμο της Κωνσταντίας είτε για το Ινστιτούτο Goethe) να υιοθετήσουν τη χρησιμοποιηθείσα έκφραση για δικούς τους δημόσιους σκοπούς (περιηγήσεις στη μία περίπτωση, εκμάθηση γλώσσας στην άλλη).
121. Όσον αφορά ειδικά τη επιρροή της «αντιστοιχίας» μεταξύ του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση και του τίτλου ταινίας, δεν μπορώ να προσδιορίσω, πρώτον, γιατί η εν λόγω περίσταση έχει οποιαδήποτε σημασία και, δεύτερον, πώς αξιολογήθηκε αυτή η «αντιστοιχία».
122. Πράγματι, ακόμη και αν διευκρινιζόταν τι ακριβώς σημαίνει «τίτλος περιγραφικός του περιεχομένου ταινίας», δεν είναι σαφές με ποιον τρόπο το γεγονός ότι ένα σήμα αντιστοιχεί στο περιεχόμενο ταινίας μπορεί από μόνο του να αποκλείσει για το σημείο αυτό την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009. Επιπλέον, η αιτιολογία στο σημείο αυτό απλώς δεν συνάδει με τη γενική προσέγγιση σχετικά με την αξιολόγηση που προτείνει το EUIPO όσον αφορά το «Fack Ju Göthe» (κατά την οποία το σημείο πρέπει να αξιολογηθεί ως τέτοιο, μεμονωμένα, ως εγγενώς χυδαίο, ανεξαρτήτως του αν υπήρξε ή δεν υπήρξε ομώνυμη ταινία), ενώ στην απόφαση Die Wanderhure επελέγη ακριβώς η αντίθετη προσέγγιση (το σημείο αξιολογήθηκε εντός του κοινωνικού του πλαισίου, και η επιτυχία του μυθιστορήματος και της ταινίας χρησιμοποιήθηκε ως το βασικό επιχείρημα υπέρ του μη προσβλητικού χαρακτήρα του).
123. Συναφώς, επισημαίνω τις σαφώς αντίθετες προσεγγίσεις για την αξιολόγηση παρόμοιων, από πλευράς πραγματικών περιστατικών, και πανομοιότυπων, από νομικής απόψεως, καταστάσεων, χωρίς καν να εισέλθω στην (όντως αφορώσα πραγματικά περιστατικά) συζήτηση ως προς το γιατί ένα γενικό κοινό, του οποίου τα γερμανικά είναι η μητρική γλώσσα, που βλέπει το σήμα DIE WANDERHURE (73) σε προϊόντα ή (ιδίως) σε υπηρεσίες (74), ήτοι μια έκφραση που κάθε ομιλητής της γερμανικής καταλαβαίνει αμέσως, σοκάρεται πολύ λιγότερο από εκείνους που ενδεχομένως αρχίζουν να διερωτώνται τι σημαίνει «Fack Ju Göthe», επειδή δεν έχουν δει την ταινία.
124. Αντιλαμβάνομαι ότι η προσπάθεια για συνοχή όσον αφορά την πρακτική λήψης αποφάσεων αποτελεί μακροπρόθεσμο στόχο, όπως αναγνωρίστηκε επίσης από το EUIPO κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Λαμβανομένης υπόψη της πολλαπλότητας των πιθανών σεναρίων που ενδέχεται να αντιμετωπίσει το EUIPO, ασφαλώς δεν πρόκειται για εύκολο έργο. Ωστόσο, οι δυσκολίες αυτές δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγος για τη μείωση των απαιτήσεων ή ακόμη και για την παραίτηση από αυτές όταν πρόκειται να αιτιολογηθεί μια απόφαση.
125. Πάλι, πρέπει να επαναληφθεί ότι η υποχρέωση αυτή δεν σημαίνει ότι δεν δύναται να συναχθεί διαφορετικό συμπέρασμα σε συγκεκριμένη υπόθεση, αν αιτιολογείται δεόντως η διαφορά μεταξύ των υποθέσεων, ή ότι δεν δύναται να μεταβληθεί εντελώς η ερμηνευτική προσέγγιση, αν η απόκλιση αυτή διακηρύσσεται και αιτιολογείται. Η αναλογία με τη λήψη δικαστικών αποφάσεων επ’ αυτού είναι σαφής, μολονότι, φυσικά, τα πρότυπα αιτιολόγησης δεν είναι τόσο υψηλά. Ομοίως, τα δικαστήρια δεν εμποδίζονται να μεταβάλουν τη νομολογία τους με την πάροδο του χρόνου (75), αλλά οφείλουν να αιτιολογήσουν μια ενδεχόμενη μεταβολή όσον αφορά δεδομένη νομολογιακή κατεύθυνση (76).
126. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο κοινός παρονομαστής είναι η ισότητα ενώπιον του νόμου, αλλά και, από τη σκοπιά του αποδέκτη της αποφάσεως, η προβλεψιμότητά της. Ακόμη και ο πλέον συνετός επιχειρηματίας δεν μπορεί να σχεδιάζει τη συνολική εμπορική στρατηγική του αν, σε μια περίπτωση, ορισμένα στοιχεία λαμβάνονται υπόψη και η προσέγγιση σχετικά με την αξιολόγηση είναι, στο σύνολό της, μάλλον φιλελεύθερη και ανεκτική, ενώ, σε παρόμοιες πραγματικές περιστάσεις που αφορούν την εφαρμογή των ίδιων νομικών διατάξεων σε διαφορετική περίπτωση, τα ίδια ή παρόμοια στοιχεία θεωρούνται άνευ σημασίας, και η συνολική προσέγγιση είναι πολύ πιο αυστηρή.
127. Τέλος, ασφαλώς αναγνωρίζω το συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο του δικαίου των σημάτων, καθώς και το γεγονός ότι παλαιότερες καταχωρίσεις ενδέχεται να αμφισβητηθούν στη συνέχεια, μεταξύ άλλων λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009 (77). Ωστόσο, εξακολουθώ να μην κατανοώ πώς το επιχείρημα αυτό θα μπορούσε να ευνοήσει την απόκλιση από την ελάχιστη απαίτηση συνοχής στη διοικητική πρακτική λήψης αποφάσεων, η οποία είναι πράγματι μια κάθετη αρχή που έχει εφαρμογή σε οποιονδήποτε τομέα της δημόσιας διοίκησης, συμπεριλαμβανομένης της νομοθεσίας περί σημάτων.
128. Εν κατακλείδι, είμαι της άποψης ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο μη επιβάλλοντας κυρώσεις για την παράλειψη, εκ μέρους του EUIPO, να αιτιολογήσει προσηκόντως την απόκλιση από την προγενέστερη πρακτική λήψης αποφάσεών του, ή να παραθέσει εύλογη αιτιολογία ως προς το γιατί η αίτηση για το επίμαχο σημείο έπρεπε να αντιμετωπιστεί διαφορετικά, σε σχέση με το αποτέλεσμα σε μια παρόμοια υπόθεση, η οποία τέθηκε υπόψη του EUIPO από την αναιρεσείουσα.
V. Τα αιτήματα στην υπό κρίση υπόθεση
129. Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα. Δεν ζητεί την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως.
130. Ωστόσο, κατά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμφωνα με τη αρχή της δικαστικής οικονομίας και της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας, αν αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο δύναται να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον αυτή είναι ώριμη προς εκδίκαση.
131. Φρονώ ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται εν προκειμένω.
132. Για τους λόγους που εκτέθηκαν στο τμήμα Α των παρουσών προτάσεων, εκτιμώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε κατά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009, πράγμα που εν συνεχεία οδήγησε στην αντίστοιχη έλλειψη (κρίσιμης) αιτιολογίας στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ανεξαρτήτως των ενδεχόμενων συμπερασμάτων του Δικαστηρίου επί του δευτέρου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως, αν το Δικαστήριο δεχθεί τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η επίμαχη απόφαση του τμήματος προσφυγών του EUIPO θα πρέπει αναπόφευκτα να ακυρωθεί στη συνέχεια από το Γενικό Δικαστήριο για τους ίδιους λόγους.
133. Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει νέα εκτίμηση της υποθέσεως από το Γενικό Δικαστήριο.
VI. Επί των δικαστικών εξόδων
134. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι βάσιμη και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.
135. Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 184, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
136. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την καταδίκη του EUIPO στα δικαστικά έξοδα. Αν το Δικαστήριο υιοθετήσει την πρότασή μου ως προς το αποτέλεσμα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το EUIPO θα είναι ηττηθέν. Ως εκ τούτου, το EUIPO θα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτοβάθμιας διαδικασίας στην υπόθεση T‑69/17 όσο και της αναιρετικής διαδικασίας.
VII. Πρόταση
137. Προτείνω στο Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24ης Ιανουαρίου 2018, Constantin Film Produktion κατά EUIPO (Fack Ju Göhte) (T‑69/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:27)·
– να ακυρώσει την απόφαση του πέμπτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 1ης Δεκεμβρίου 2016 (υπόθεση R 2205/2015-5, Fack Ju Göhte)·
– να ορίσει ότι το EUIPO φέρει, πέραν των δικών του δικαστικών εξόδων, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Constantin Film Produktion GmbH τόσο στην πρωτοβάθμια διαδικασία όσο και στην αναιρετική διαδικασία.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 «Die Religion verspottet, die Laster beschönigt und gute Sitten verderben kann», Brief der dänischen Kanzlei vom 19. September 1776 an den König von Dänemark, αναπαραχθέν σε Müller, P. (επιμ.), Der junge Goethe im zeitgenössichen Urteil. Akademie-Verlag GmbH, Βερολίνο, 1969, σ. 130. Βλ., επίσης, Mandelkow, K.R. (επιμ.), Goethe im Urteil seiner Kritiker: Dokumente zur Wirkungsgeschichte Goethes in Deutschland. Teil I 1773–1832, Verlag C. H. Beck, Μόναχο, 1975, XXV-XXXII και σ. 41 έως 47.
3 ΕΕ 2009, L 78, σ. 1. Έκτοτε αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1).
4 Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2018, Constantin Film Produktion κατά EUIPO (Fack Ju Göhte) (T‑69/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:27).
5 Σκέψεις 14 έως 16 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
6 Σκέψη 18 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
7 Σκέψη 19 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
8 Σκέψεις 22 έως 24 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
9 Σκέψη 25 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
10 Σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
11 Σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
12 Σκέψεις 28 και 29 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
13 Σκέψεις 31 έως 32 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
14 Σκέψεις 33 έως 34 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
15 Απόφαση του τετάρτου τμήματος προσφυγών της 28ης Μαΐου 2015, R 2889/2014-4, DIE WANDERHURE.
16 Σκέψεις 35 έως 40 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
17 Σκέψεις 42 και 43 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
18 Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπ’ αριθ. 6025159 «Fucking Hell» και σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπ’ αριθ. 10279644 «MACAFUCKER».
19 Εν αντιθέσει προς το γεγονός ότι απευθύνεται στα κράτη μέλη μόνον όταν «εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης» (ο λειτουργικός ορισμός του πεδίου εφαρμογής), το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη καθιστά τις διατάξεις του εφαρμοστέες στα θεσμικά και λοιπά όργανα της Ένωσης σε οποιαδήποτε δραστηριότητά τους (ο οργανικός ορισμός του πεδίου εφαρμογής).
20 Βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Fennelly στην υπόθεση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑376/98, EU:C:2000:324, σημεία 154 και 155).
21 Απόφαση του ΕΔΔΑ της 25ης Αυγούστου 2015, Dor κατά Ρουμανίας (CE:ECHR:2015:0825DEC005515312, § 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
22 Απόφαση του ΕΔΔΑ της 24ης Φεβρουαρίου 1994, Casado Coca κατά Ισπανίας (CE:ECHR:1994:0224JUD001545089, § 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., επίσης, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 25ης Αυγούστου 2015, Dor κατά Ρουμανίας (CE:ECHR:2015:0825DEC005515312 § 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και της 30ής Ιανουαρίου 2018, Sekmadienis Ltd. κατά Λιθουανίας (CE:ECHR:2018:0130JUD006931714, § 75 έως 84).
23 Αιτιολογική σκέψη 21 του κανονισμού 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 207/2009 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2868/95 της Επιτροπής περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2869/95 της Επιτροπής σχετικά με τα πληρωτέα προς το Γραφείο Εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς τέλη (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα (ΕΕ 2015, L 341, σ. 21). Ο τελευταίος τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαρτίου 2016, ήτοι μετά την υποβολή της εν προκειμένω αιτήσεως καταχωρίσεως στις 21 Απριλίου 2015. Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 21 του κανονισμού 2017/1001.
24 Για παράδειγμα, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, Couture Tech κατά ΓΕΕΑ (απεικόνιση του σοβιετικού εμβλήματος) (T‑232/10, EU:T:2011:498, σκέψεις 68 έως 71).
25 Για παράδειγμα, αποφάσεις του τμήματος προσφυγών της 6ης Ιουλίου 2006, R 495/2005-G, SCREW YOU, σημείο 15· της 28ης Μαΐου 2015, R 2889/2014-4, DIE WANDERHURE, σημείο 12· της 2ας Σεπτεμβρίου 2015, R 519/2015-4, JEWISH MONKEYS, σημείο 16· της 14ης Δεκεμβρίου 2015, R 1627/2015-4, PICA, σημείο 16· και της 28ης Ιουνίου 2017, R 2244/2016-2, BREXIT, σημεία 26 έως 34.
26 Για τη σχέση μεταξύ προστασίας των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, βλ., για πρόσφατο παράδειγμα, Geiger, C., και Izyumenko, E., «Intellectual property before the European Court of Human Rights», σε Geiger, C., Nard, C.A. και Seuba, X., Intellectual Property and the Judiciary, Edward Elgar Publishing, Cheltenham, 2018, σ. 9 έως 90, ιδίως σ. 50 έως 62· Ramsey, L.P., «A Free Speech Right to Trademark Protection?», The Trademark Reporter, τόμος 106, αριθ. 5, 2016, σ. 797.
27 Στην ένδικη διαφορά, την ελευθερία της έκφρασης επικαλείται η αναιρεσείουσα. Φυσικά, ωστόσο, η ελευθερία της έκφρασης, όπως τα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα που αποτελούν μέρος της εξίσωσης, δεν περιορίζεται στους κατόχους (ή πιθανούς κατόχους) των δικαιωμάτων που απορρέουν από την προστασία των σημάτων. Πράγματι, την ελευθερία της έκφρασης δύνανται να επικαλεστούν επίσης όσοι επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν χωρίς άδεια ένα σήμα, για λόγους τους οποίους θεωρούν σημαντικούς από κοινωνικής απόψεως. Βλ., για παράδειγμα, Geiger, C., και Izyumenko, E. (επιμ.), «Intellectual property before the European Court of Human Rights», σε Geiger, C., Nard, C.A. και Seuba, X., Intellectual Property and the Judiciary, Edward Elgar Publishing, Cheltenham, 2018, σ. 9 έως 90, ιδίως σ. 50 έως 54, και Senftleben, M., «Free signs and free use: How to offer room for freedom of expression within the trademark system», σε Geiger, C., Research Handbook on Human Rights and Intellectual Property, Edward Elgar Publishing, Cheltenham, 2015, σ. 354 έως 376. Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Google France και Google (C‑236/08 έως C‑238/08, EU:C:2009:569, σημείο 102).
28 Σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
29 Σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
30 Βλ., για παράδειγμα, Cohen Jehoram, T., Van Nispen, C., και Huydecoper, T., European Trademark Law: Community trademark law and harmonized national trademark law, Wolters Kluwers, Alphen aan den Rijn, 2010, σ. 9 επ. Βλ., επίσης, έγγραφο εργασίας της Επιτροπής για την εκτίμηση του αντίκτυπου, που συνοδεύει το έγγραφο πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα, και την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τα σήματα (αναδιατύπωση) της 27ης Μαρτίου 2013, SWD(2013) 95 τελικό, σ. 5, και υπόμνημα για τη δημιουργία σήματος της ΕΟΚ της 6ης Ιουλίου 1976, SEC(76) 2462, σ. 7.
31 Αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 2007, Adam Opel (C‑48/05, EU:C:2007:55, σκέψεις 21 έως 25), και της 23ης Μαρτίου 2010, Google France και Google (C‑236/08 έως C‑238/08, EU:C:2010:159, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2002, Philips (C‑299/99, EU:C:2002:377, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), της 25ης Μαρτίου 2010, BergSpechte (C‑278/08, EU:C:2010:163, σκέψη 31), και της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Interflora και Interflora British Unit (C‑323/09, EU:C:2011:604, σκέψη 38). Βλ., επίσης, Werkman, C.J., Trademarks: Their creation, psychology and perception, J.H. de Bussy, Άμστερνταμ, 1974, σ. 4 έως 9.
32 Sakulin, W., Trademark Protection and Freedom of Expression: An Inquiry into the Conflict Between Trademark Rights and Freedom of Expression under European Law, Wolters Kluwer, Alphen aan den Rijn, 2010, σ. 30.
33 Η αντίστοιχη διάταξη βρίσκεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2015, L 336, σ. 1), και στο άρθρο 6 πεντάκις, μέρος Β, σημείο 3, της Συμβάσεως των Παρισίων της 20ής Μαρτίου 1883 περί προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, όπως αναθεωρήθηκε και τροποποιήθηκε, όπου η τελευταία προβλέπει ότι τα καλυπτόμενα σήματα δεν δύναται να απορριφθούν κατά την καταχώριση ούτε να ακυρωθούν πλην των ακολούθων περιπτώσεων: «[ό]ταν αντιβαίνωσιν εις την ηθικήν ή την δημοσίαν τάξιν, ιδία εκείνα, άτινα είναι φύσεως τοιαύτης, ώστε να εξαπατώσι το κοινόν. Εννοείται ότι σήμα δεν δύναται να θεωρηθή ως αντιβαίνον εις την δημοσίαν τάξιν διά μόνον τον λόγον, ότι δεν είναι σύμφωνον προς διάταξίν τινα της περί σημάτων νομοθεσίας, εκτός της περιπτώσεως, καθ’ ήν αυτή αύτη η διάταξις αφορά την δημοσίαν τάξιν».
34 Hasselblatt, G.N., Community Trade Mark Regulation: A Commentary, CH Beck-Hart-Nomos, Μόναχο, 2015, σ. 125: «η υποκείμενη λογική του απόλυτου λόγου απαραδέκτου κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, επομένως, δεν είναι ο αποκλεισμός των σημείων των οποίων η εμπορική χρήση πρέπει οπωσδήποτε να απαγορευθεί. Αντιθέτως, ο σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι ο αποκλεισμός των σημείων που αντιβαίνουν στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη από τα προνόμια που συνεπάγεται η καταχώριση σήματος».
35 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 2012, Cortés del Valle López κατά ΓΕΕΑ (¡Que buenu ye! HIJOPUTA) (T‑417/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:120, σκέψεις 26 και 27), και της 14ης Νοεμβρίου 2013, Efag Trade Mark Company κατά ΓΕΕΑ (FICKEN LIQUORS) (T‑54/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:593, σκέψη 44).
36 Σημεία 62 έως 64 των παρουσών προτάσεων.
37 Σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
38 Βλ., για παράδειγμα, Cohen Jehoram, T., Van Nispen, C., και Huydecoper, T., European Trademark Law: Community trademark law and harmonized national trademark law, Wolters Kluwers, Alphen aan den Rijn, 2010, σ. 171.
39 Βλ. Hasselblatt, G.N., Community Trade Mark Regulation: A Commentary, CH Beck-Hart-Nomos, Μόναχο, 2015, σ. 125. Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs, στην υπόθεση Κάτω Χώρες κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑377/98, EU:C:2001:329, σημεία 95 έως 99).
40 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις του τμήματος προσφυγών της 29ης Σεπτεμβρίου 2004, R 176/2004-2, BIN LADIN, σημεία 17 και 18, και της 28ης Ιουνίου 2017, R 2244/2016-2, BREXIT, ειδικά σημείο 42· αποφάσεις του τμήματος προσφυγών της 6ης Ιουλίου 2006, R 495/2005-G, SCREW YOU, και της 17ης Σεπτεμβρίου 2012, R 2613/2011-2, ATATURK.
41 Βλ. αποφάσεις του τμήματος προσφυγών της 6ης Φεβρουαρίου 2015, R 2804/2014-5, MECHANICAL APARTHEID, σημείο 30, και της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, R 1997/2014-4, OSHO, σημεία 34 και 36. Βλ., επίσης, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2018, La Mafia Franchises κατά EUIPO – Ιταλία (La Mafia SE SIENTA A LA MESA) (T‑1/17, EU:T:2018:146, σκέψεις 42 και 48).
42 Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις του τμήματος προσφυγών της 1ης Σεπτεμβρίου 2011, R 168/2011-1 fucking freezing!, by TÜRPITZ (εικονιστικό σήμα), σημεία 25 και 29, και της 23ης Φεβρουαρίου 2015, R 793/2014-2, FUCK CANCER, σημείο 19. Βλ., για επισκόπηση της πρακτικής ως προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού 207/2009, Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), Κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέρος Β: Εξέταση· τμήμα 4: Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου της καταχώρισης· κεφάλαιο 7: Σήματα αντίθετα στη δημόσια τάξη ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 7, παράγραφος, 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης), σ. 4 έως 6.
43 Βλ. απόφαση του τμήματος προσφυγών της 6ης Φεβρουαρίου 2015, R 2804/2014-5, MECHANICAL APARTHEID, σημείο 30.
44 Βλ. απόφαση του τμήματος προσφυγών της 2ας Σεπτεμβρίου 2015, R 519/2015-4, JEWISH MONKEYS, ειδικά σημεία 3, 10, 15 και 16. Είναι ενδιαφέρον ότι η εν λόγω απόφαση εστίασε στους δυνητικούς θαυμαστές τους συγκροτήματος ως το ενδιαφερόμενο κοινό, αντί εκείνων που ενδέχεται να συναντήσουν το σήμα στην καθημερινή ζωή τους.
45 Όπ.π. (σημείο 11).
46 Απόφαση του τμήματος προσφυγών της 28ης Μαΐου 2015, R 2889/2014-4, DIE WANDERHURE.
47 Απόφαση του τμήματος προσφυγών της 2ας Σεπτεμβρίου 2015, R 519/2015-4, JEWISH MONKEYS, σημείο 11.
48 Όπ.π. (σημείο 16).
49 Η υπογράμμιση δική μου. Βλ. απόφαση του τμήματος προσφυγών της 29ης Σεπτεμβρίου 2004, R 176/2004-2, BIN LADIN, σημείο 17. Συναφώς, βλ., επίσης, απόφαση του τμήματος προσφυγών της 6ης Ιουλίου 2006, R 495/2005-G, SCREW YOU, σημείο 20, όπου κρίθηκε ότι «επίσης τα σημεία που προσβάλλουν σοβαρά τις θρησκευτικές ευαισθησίες σημαντικού μέρους του πληθυσμού είναι καλύτερο να μην καταχωρίζονται, αν όχι για λόγους ηθικής, τουλάχιστον για λόγους δημόσιας τάξης, ήτοι εξαιτίας του κινδύνου πρόκλησης κοινωνικής αναταραχής».
50 Βλ. για παρόμοια προσέγγιση, Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), Κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέρος Β: Εξέταση· τμήμα 4: Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου της καταχώρισης· κεφάλαιο 7: Σήματα αντίθετα στη δημόσια τάξη και στα χρηστά ήθη (άρθρο 7, παράγραφος, 1, στοιχείο στʹ, του κανονισμού για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης), σ. 4: «η “δημόσια τάξη” αναφέρεται στο τμήμα του δικαίου της Ένωσης που έχει εφαρμογή σε ορισμένο τομέα, καθώς και στην έννομη τάξη και το κράτος δικαίου, όπως ορίζεται στις Συνθήκες και στο παράγωγο δίκαιο της ΕΕ, τα οποία αποτυπώνουν μία κοινή αντίληψη ορισμένων βασικών αρχών και αξιών, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα».
51 Βλ. επίσης, συναφώς, όπ.π., σ. 4 έως 5, όπου αναφέρεται ότι η έννοια των χρηστών ηθών «αποκλείει την καταχώριση ως σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης λέξεων ή φράσεων βλάσφημων, ρατσιστικών, γενεσιουργών δυσμενών διακρίσεων ή προσβλητικών, αλλά μόνον αν το νόημα αυτό μεταφέρεται σαφώς, και με τρόπο που δεν αφήνει αμφιβολία, από το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση».
52 Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25). Η εν λόγω οδηγία καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 2015/2436, η οποία μνημονεύεται στην υποσημείωση 33 των παρουσών προτάσεων.
53 Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ της 6ης Απριλίου 2017, Δήμος του Όσλο (E‑5/16, σκέψη 86).
54 Για παράδειγμα, δεν αμφιβάλλω ότι τα σήματα που συνδέονται ή επικαλούνται τρομοκρατικές πράξεις ή οργανώσεις αντιβαίνουν τόσο στη δημόσια τάξη (δεδομένου ότι ασφαλώς αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης η καταπολέμηση τέτοιων ενεργειών και η διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης) όσο και στα χρηστά ήθη (καθόσον είναι σαφές ότι σχεδόν το σύνολο των Ευρωπαίων αποστρέφεται τέτοιες πράξεις).
55 Πριν από δύο δεκαετίες, η εισαγωγή από την τσεχική νομοθεσία νέου κανόνα, ο οποίος απέδιδε την αποκαλούμενη «απόλυτη προτεραιότητα» στους (προηγουμένως κινδυνεύοντες) πεζούς που διασχίζουν τον δρόμο στις διαβάσεις έναντι των διερχομένων οχημάτων, αποτελεί καλό παράδειγμα της εν λόγω περίπτωσης. Αυτό που αρχικώς θεωρήθηκε ως ένας ακόμη κανόνας κυκλοφορίας που ανάγεται στη δημόσια τάξη, (ελπίζω να) μετασχηματίστηκε έκτοτε επίσης σε ηθικό κανόνα.
56 Βλ. απαρίθμηση που εκτίθεται στο σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.
57 Υπό την έννοια αυτή, οι κατευθυντήριες γραμμές του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εξέταση των σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που μνημονεύονται ανωτέρω στην υποσημείωση 50, σ. 5, αναφέρουν ότι «η εθνική νομοθεσία και η εθνική πρακτική θεωρούνται πραγματικά περιστατικά που καθιστούν δυνατή την αξιολόγηση της αντίληψης του ενδιαφερόμενου κοινού εντός του συγκεκριμένου εδάφους».
58 Σημεία 65 έως 68 των παρουσών προτάσεων.
59 Απόφαση του τμήματος προσφυγών της 28ης Μαΐου 2015, R 2889/2014-4, DIE WANDERHURE.
60 Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 (απόλυτος λόγος απαραδέκτου) και του άρθρου 53, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού (σχετικοί λόγος απαραδέκτου).
61 Σημειώνω ότι ο τίτλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως αναφέρεται όχι μόνον στην αρχή της χρηστής διοίκησης, αλλά και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου. Ωστόσο, η τελευταία αρχή δεν αναλύεται από την αναιρεσείουσα και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως θα νοηθεί υπό την έννοια ότι αφορά μόνον την αρχή της χρηστής διοίκησης.
62 Σχετικά με το άρθρο 75 του κανονισμού 207/2009, βλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma (C‑564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψη 65).
63 Βλ. απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma (C‑564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
64 Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma (C‑564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψη 61). Βλ., επίσης, απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2019, Πολωνία κατά Stock Polska και EUIPO (C‑162/17 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2019:27, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
65 Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2018, EUIPO κατά Puma (C‑564/16 P, EU:C:2018:509, σκέψη 64).
66 Απόφαση του τμήματος προσφυγών της 28ης Μαΐου 2015, R 2889/2014-4, DIE WANDERHURE, σημείο 3.
67 Απόφαση του τμήματος προσφυγών της 28ης Μαΐου 2015, R 2889/2014-4, DIE WANDERHURE, σημεία 6 έως 9.
68 Απόφαση του τμήματος προσφυγών της 28ης Μαΐου 2015, R 2889/2014-4, DIE WANDERHURE, σημείο 12.
69 Απόφαση του τμήματος προσφυγών της 28ης Μαΐου 2015, R 2889/2014-4, DIE WANDERHURE, σημείο 13.
70 Απόφαση του τμήματος προσφυγών της 28ης Μαΐου 2015, R 2889/2014-4, DIE WANDERHURE, σημείο 12.
71 Βλ., επίσης, αποφάσεις του τμήματος προσφυγών της 21ης Ιανουαρίου 2010, R 385/2008-4, Fucking Hell· της 1ης Σεπτεμβρίου 2011, R 168/2011-1, FUCKING FREEZING!, και της 2ας Σεπτεμβρίου 2015, R 519/2015-4, JEWISH MONKEYS, οι οποίες σχολιάστηκαν στο σημείο 73 των παρουσών προτάσεων. Βλ. επίσης (εν μέρει) απόφαση του τμήματος προσφυγών της 6ης Ιουλίου 2006, R 495/2005-G, SCREW YOU.
72 Σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
73 Ο αγγλικός τίτλος της γερμανικής σειράς βιβλίων (μεταφρασμένης από τον Lee Chadeayne) είναι The Wandering Harlot. Ωστόσο, αν ο τίτλος είχε αποδοθεί σε πιο σύγχρονη γλώσσα, θα μπορούσε να έχουν γίνει πολύ λιγότερο λεπταίσθητες μεταφραστικές επιλογές.
74 Έχει ενδιαφέρον ότι η καταχώριση του σήματος φαίνεται να ισχύει όχι μόνον για προϊόντα (κλάσεις 9 και 16), αλλά και για υπηρεσίες (κλάσεις 35, 38 και 41).
75 Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του ΕΔΔΑ της 14ης Ιανουαρίου 2010, Atanasovski κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (CE:ECHR:2010:0114JUD003681503, § 38).
76 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 14ης Ιανουαρίου 2010, Atanasovski κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (CE:ECHR:2010:0114JUD003681503, § 38), της 7ης Ιουνίου 2007, Salt Hiper SA κατά Ισπανίας (CE:ECHR:2007:0607JUD002577903, § 26), και της 30ής Νοεμβρίου 2010, S.S. BALIKLIÇEŞME Beldesi tar. kal. Kooperatifi κατά Τουρκίας (CE:ECHR:2010:1130JUD000357305, § 28).
77 Σημείο 104 και υποσημείωση 60 των παρουσών προτάσεων.