ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 26ης Μαρτίου 2019 ( 1 )
Υπόθεση C‑249/18
Staatssecretaris van Financiën
παρισταμένης της:
CEVA Freight Holland BV
[αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden
(Ανώτατου Δικαστηρίου, Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής απόφασης]
«Προδικαστική παραπομπή – Τελωνειακή ένωση – Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Άρθρο 78 – Εκ των υστέρων έλεγχος των διασαφήσεων – Δασμοί που επιβάλλονται επί των εισαγόμενων εμπορευμάτων κατόπιν επανεξέτασης από τις τελωνειακές αρχές – Διόρθωση της αναγραφόμενης σε τελωνειακή διασάφηση δασμολογητέας αξίας εμπορευμάτων από τον διασαφιστή – Καθορισμός του χρόνου συμπλήρωσης της παραγραφής βάσει του άρθρου 221»
1.
Η υπό εξέταση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, που υπεβλήθη από το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο, Κάτω Χώρες), αφορά την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ( 2 ), ο οποίος καθορίζει το νομικό πλαίσιο για τους τελωνειακούς κανόνες και τις τελωνειακές διαδικασίες στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης. Συγκεκριμένα, η αίτηση αυτή έχει υποβληθεί στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της CEVA Freight Holland BV (στο εξής: CEVA Freight) και των τελωνειακών αρχών των Κάτω Χωρών, που έχει ως αντικείμενο ατομικές ειδοποιήσεις οφειλής δασμών οι οποίες εστάλησαν κατόπιν επανεξέτασης τελωνειακών διασαφήσεων της CEVA Freight.
2.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί καθοδήγηση σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 78 του τελωνειακού κώδικα, το οποίο έχει ως αντικείμενο τον εκ των υστέρων έλεγχο των τελωνειακών διασαφήσεων. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία του άρθρου 221 του τελωνειακού κώδικα και το αν ο καθορισμός του χρόνου λήξης της εκεί προβλεπόμενης τριετούς προθεσμίας αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης ή στο εθνικό δίκαιο.
Ο τελωνειακός κώδικας
3.
Το άρθρο 4 περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους ορισμούς:
«3.
Τελωνειακές αρχές: οι αρχές που είναι αρμόδιες μεταξύ άλλων για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας.
[…]
9.
Τελωνειακή οφειλή: η υποχρέωση προσώπου να καταβάλει τους εισαγωγικούς δασμούς (τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή) ή τους εξαγωγικούς δασμούς (τελωνειακή οφειλή κατά την εξαγωγή) που επιβάλλονται σε συγκεκριμένα εμπορεύματα σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις.
[…]
12.
Οφειλέτης: κάθε πρόσωπο που υποχρεούται να καταβάλει το ποσό τελωνειακής οφειλής.
[…]
16.
Τελωνειακό καθεστώς:
α)
η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία·
[…]
17.
Διασάφηση: πράξη με την οποία ένα πρόσωπο δηλώνει, με τους απαιτούμενους τύπους και διαδικασίες, τη βούλησή του να υπαγάγει ένα εμπόρευμα σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς.
18.
Διασαφιστής: το πρόσωπο που καταθέτει στο όνομά του την τελωνειακή διασάφηση ή εκείνος στο όνομα του οποίου κατατίθεται μια τελωνειακή διασάφηση.
[…]
20.
Παράδοση εμπορευμάτων: η διάθεση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές για τους σκοπούς που ορίζει το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο υπάγονται.
[…]»
4.
Ο τίτλος ΙΙ αφορούσε τα στοιχεία βάσει των οποίων λαμβάνονταν τα μέτρα που προβλέπονταν για τα εμπορεύματα, όπως η επιβολή εισαγωγικών δασμών. Το άρθρο 20 προέβλεπε ότι οι δασμοί που καθίσταντο απαιτητοί σε περίπτωση γένεσης τελωνειακής οφειλής έπρεπε να βασίζονται στο δασμολόγιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 28 όριζε ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου 3 καθόριζαν τη δασμολογητέα αξία για την εφαρμογή, μεταξύ άλλων, του δασμολογίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο κεφάλαιο αυτό, το άρθρο 29 προέβλεπε ότι η «δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι η συναλλακτική αξία», δηλαδή «η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της [Ένωσης]», με την επιφύλαξη των αναγκαίων προσαρμογών ( 3 ).
5.
Κατά τη συνήθη τελωνειακή διαδικασία, το άρθρο 62 όριζε ότι οι διασαφήσεις έπρεπε να συντάσσονται γραπτώς, σε έντυπο. Οι διασαφήσεις έπρεπε να περιέχουν όλες τις πληροφορίες που ήταν αναγκαίες για την εφαρμογή του τελωνειακού καθεστώτος για το οποίο γινόταν η διασάφηση των εμπορευμάτων.
6.
Κατά το άρθρο 65, ο διασαφιστής μπορούσε να διορθώσει τη διασάφηση μετά την αποδοχή της από τις τελωνειακές αρχές, υπό την προϋπόθεση ότι ο διασαφιστής δεν είχε υποβάλει την αίτηση διόρθωσης μετά τη λήψη μέτρων από τις τελωνειακές αρχές, όπως η χορήγηση άδειας παραλαβής των επίμαχων εμπορευμάτων ( 4 ).
7.
Το άρθρο 78 όριζε τα εξής:
«1. Οι τελωνειακές αρχές είναι δυνατόν να επανεξετάσουν τη διασάφηση, αυτεπαγγέλτως ή εφόσον το ζητήσει ο διασαφιστής, μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων.
2. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν, μετά τη χορήγηση άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων και προκειμένου να διαπιστώσουν την ακρίβεια των στοιχείων της διασάφησης, να προβαίνουν σε έλεγχο των παραστατικών και εμπορικών στοιχείων των σχετικών με τις πράξεις εισαγωγής ή εξαγωγής των εν λόγω εμπορευμάτων, καθώς και με τις μεταγενέστερες εμπορικές πράξεις που αφορούν τα ίδια εμπορεύματα. Οι έλεγχοι αυτοί μπορούν να διενεργούνται στις εγκαταστάσεις του διασαφιστή, κάθε προσώπου που ενδιαφέρεται άμεσα ή έμμεσα επαγγελματικά για τις εν λόγω πράξεις, καθώς και οποιουδήποτε άλλου προσώπου που λόγω επαγγέλματος έχει στην κατοχή του τα εν λόγω έγγραφα και στοιχεία. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν επίσης να εξετάσουν τα εμπορεύματα, όταν αυτά είναι ακόμα δυνατόν να προσκομιστούν.
3. Όταν από την επανεξέταση της διασάφησης ή τους εκ των υστέρων ελέγχους προκύπτει ότι οι διατάξεις που διέπουν το σχετικό τελωνειακό καθεστώς έχουν εφαρμοστεί βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων, οι τελωνειακές αρχές, τηρώντας τις διατάξεις που έχουν ενδεχομένως θεσπιστεί, λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για να επανορθώσουν την κατάσταση λαμβάνοντας υπόψη τους τα νέα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεσή τους.» ( 5 )
8.
Το άρθρο 79 προέβλεπε ότι η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προσέδιδε στα εμπορεύματα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ίδιο τελωνειακό χαρακτήρα όπως στα εμπορεύματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
9.
Το άρθρο 221 είχε ως εξής:
«1. Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις καταλογισθεί.
2. Όταν αναφέρεται ενδεικτικά στην τελωνειακή διασάφηση το ποσό των εισπρακτέων δασμών, η τελωνειακή αρχή μπορεί να ορίσει ότι η γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται μόνο αν το ποσό των δασμών που έχει αναγραφεί στη διασάφηση δεν αντιστοιχεί στο ποσό που αυτή καθορίζει.
Με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 218 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, όταν γίνεται χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων από την τελωνειακή αρχή ισοδυναμεί με γνωστοποίηση του βεβαιωθέντος ποσού των δασμών, στον οφειλέτη.
3. Η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατόν να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής. Η προθεσμία αυτή αναστέλλεται από τη στιγμή που υποβάλλεται προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 243 και καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας προσφυγής.» ( 6 )
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής
10.
Το άρθρο 147 του κανονισμού 2454/93 ( 7 ) προέβλεπε τα εξής:
«1. Για το σκοπό του άρθρου 29 του κώδικα, το γεγονός ότι τα εμπορεύματα που αποτελούν το αντικείμενο πώλησης διασαφίζονται για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία πρέπει να θεωρηθεί ως επαρκής ένδειξη, ότι αυτά επωλήθησαν προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Το ίδιο συμβαίνει σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την τελωνειακή εκτίμηση και κάθε μία από τις τιμές, οι οποίες έχουν προκύψει από τις πωλήσεις αυτές, δύναται να ληφθεί ως βάση εκτίμησης, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 178 έως 181.
[…]» ( 8 ).
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
11.
Η CEVA Freight είναι εκτελωνίστρια και, υπό την ιδιότητα αυτή, υποβάλλει διασαφήσεις για λογαριασμό και στο όνομα εισαγωγέων. Κατά την περίοδο μεταξύ 1ης Μαρτίου και 31ης Οκτωβρίου 2010 υπέβαλε πολυάριθμες διασαφήσεις για τη θέση διαφόρων μοντέλων συσκευών ανάγνωσης πολυμέσων σε ελεύθερη κυκλοφορία (στο εξής: επίμαχες διασαφήσεις). Η CEVA Freight κατέταξε τα εμπορεύματα αυτά σε δύο δασμολογικές διακρίσεις (84717050 και 85176200), στις οποίες αναλογούσε, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, συντελεστής δασμών 0 % επί των εν λόγω εμπορευμάτων. Κατά συνέπεια, οι τελωνειακές αρχές επέτρεψαν τη θέση των συσκευών ανάγνωσης πολυμέσων σε ελεύθερη κυκλοφορία χωρίς να επιβάλουν εισαγωγικούς δασμούς.
12.
Το 2011 οι τελωνειακές αρχές επανεξέτασαν τις επίμαχες διασαφήσεις. Κατόπιν των ελέγχων αυτών, έκριναν ότι οι συσκευές ανάγνωσης πολυμέσων έπρεπε να καταταγούν σε διαφορετική δασμολογική διάκριση (85219000), στην οποία αναλογούσε συντελεστής δασμών 13,9 %.
13.
Με επιστολή της 22ας Φεβρουαρίου 2013, οι τελωνειακές αρχές ενημέρωσαν τη CEVA Freight σχετικά με την πρόθεσή τους να εισπράξουν τους οφειλόμενους δασμούς. Για τον σκοπό της εκ των υστέρων είσπραξης δασμών, οι τελωνειακές αρχές βάσισαν τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των συσκευών ανάγνωσης πολυμέσων στις τιμές που είχε προγενέστερα δηλώσει η CEVA Freight, ήτοι στις τιμές πώλησης των συσκευών από τις οικείες επιχειρήσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις 27 Φεβρουαρίου 2013 οι αρχές έλαβαν απάντηση της CEVA Freight, με την οποία ζήτησε να μειωθεί η δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων. Η CEVA Freight υποστήριξε ότι η δασμολογητέα αξία των συσκευών έπρεπε να καθορισθεί με βάση τη χαμηλότερη τιμή συναλλαγής την οποία είχε χρεώσει ο εγκατεστημένος στην Ασία κατασκευαστής. Το εν λόγω αίτημα στηριζόταν στο άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα.
14.
Με επιστολή της 28ης Φεβρουαρίου 2013, οι τελωνειακές αρχές ενημέρωσαν τη CEVA Freight ότι, επειδή η απαίτηση είσπραξης της δασμολογικής οφειλής (που καθορίσθηκε σύμφωνα με την επιστολή της 22ας Φεβρουαρίου 2013) ενδέχετο να παραγραφεί, ήταν αναγκαίο να αποσταλούν ατομικές ειδοποιήσεις οφειλής σε συνάρτηση με τις επίμαχες διασαφήσεις. Η επιστολή εστάλη την ίδια ημέρα και παρελήφθη από τη CEVA Freight στις 4 Μαρτίου 2013.
15.
Η CEVA Freight άσκησε ένσταση κατά των ατομικών ειδοποιήσεων οφειλής και ζήτησε εκ νέου τη μείωση της δασμολογητέας αξίας των επίμαχων εμπορευμάτων δυνάμει του άρθρου 78 του τελωνειακού κώδικα. Οι τελωνειακές αρχές απέρριψαν την ένσταση της CEVA Freight για τους εξής λόγους: i) κατά την υποβολή των διασαφήσεων, η CEVA Freight πραγματοποίησε συνειδητή επιλογή μεταξύ δύο τιμών οι οποίες μπορούσαν αμφότερες να χρησιμοποιηθούν εξίσου για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, ii) οι τιμές που δηλώθηκαν από τη CEVA Freight στις τελωνειακές διασαφήσεις ήταν ορθές, και iii) το άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα δεν παρέχει στους διασαφιστές τη δυνατότητα να επανεξετάζουν και εν συνεχεία να τροποποιούν τα στοιχεία που αναγράφουν στις διασαφήσεις εισαγωγής, εκτός αν αυτά είναι εσφαλμένα ή ατελή.
16.
Το Gerechtshof Amsterdam (εφετείο του Άμστερνταμ) έκρινε ότι η επιλεγείσα από τη CEVA Freight τιμή, η οποία υποδήλωνε τη δασμολογητέα αξία των συσκευών ανάγνωσης πολυμέσων, ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη με το σφάλμα που εμφιλοχώρησε κατά τη δασμολογική κατάταξη των εν λόγω εμπορευμάτων. Η επιλογή αυτή ενέπιπτε στην έννοια των «ελλιπών στοιχείων» κατ’ άρθρον 78, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα. Το δικαστήριο έκρινε, ως εκ τούτου, ότι οι τελωνειακές αρχές έπρεπε να επανεξετάσουν την απόφαση σχετικά με το αν η CEVA Freight μπορούσε να διορθώσει τις επίμαχες τελωνειακές διασαφήσεις. Το δικαστήριο αυτό έκρινε επίσης ότι η τριετής παραγραφή που προβλεπόταν στο άρθρο 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα όσον αφορά τη γνωστοποίηση της τελωνειακής οφειλής στη CEVA Freight δεν είχε συμπληρωθεί, επειδή κρίσιμη για τον καθορισμό του χρόνου πραγματοποίησης της γνωστοποίησης προς τον οφειλέτη ήταν η ημερομηνία αποστολής των ατομικών ειδοποιήσεων οφειλής από τις τελωνειακές αρχές (28 Φεβρουαρίου 2013) και όχι η ημερομηνία παραλαβής τους (4 Μαρτίου 2013) ( 9 ).
17.
Οι τελωνειακές αρχές ζητούν την αναίρεση της απόφασης αυτής από το αιτούν δικαστήριο, το οποίο ζητεί καθοδήγηση επί των ακόλουθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«1.
Πρέπει το άρθρο 78 του [τελωνειακού κώδικα] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο διασαφιστής δύναται, στο πλαίσιο εκ των υστέρων βεβαιώσεως, παραπέμποντας επίσης στο άρθρο 147, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του [εκτελεστικού κανονισμού 2454/93], να επιλέξει μια άλλη, χαμηλότερη συναλλακτική αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων, με σκοπό τη μείωση της τελωνειακής οφειλής;
2α.
Συνιστά, για την εφαρμογή του [τελωνειακού κώδικα], ζήτημα δικαίου της Ένωσης ο καθορισμός του χρονικού σημείου στο οποίο έγινε η γνωστοποίηση στον οφειλέτη;
2β.
Αν στο ερώτημα 2α δοθεί καταφατική απάντηση, πρέπει τότε το άρθρο 221, παράγραφος 3, του [τελωνειακού κώδικα] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προβλεπόμενη σε αυτό γνωστοποίηση πρέπει να παραληφθεί από τον οφειλέτη εντός τριετούς προθεσμίας από τη γένεση της τελωνειακής οφειλής ή αρκεί η γνωστοποίηση αυτή να απεστάλη στον οφειλέτη εντός της προθεσμίας αυτής;»
18.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η CEVA Freight, η Ολλανδική και η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι εν λόγω μετέχοντες στη διαδικασία παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 14ης Φεβρουαρίου 2019 και ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους.
Ανάλυση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
19.
Ο τίτλος ΙΙΙ του τελωνειακού κώδικα καθορίζει τα τρία στοιχεία των εμπορευμάτων (δασμολογική κατάταξη, καταγωγή και δασμολογητέα αξία) τα οποία λειτουργούν ως βάση για τη λήψη μέτρων όπως η επιβολή εισαγωγικών δασμών. Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι τελωνειακές αρχές επανεξέτασαν τη δασμολογική κατάταξη των επίμαχων εμπορευμάτων με βάση το άρθρο 78, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, διορθώνοντας το ποσό των καταβλητέων δασμών από μηδενικό σε ποσό προκύπτον από την εφαρμογή συντελεστή οφειλόμενων δασμών 13,9 %. Η εν λόγω απόφαση επαναταξινόμησης δεν έχει προσβληθεί στην υπόθεση της κύριας δίκης.
20.
Το μόνο επίδικο στοιχείο είναι η δασμολογητέα αξία η οποία πρέπει να αποδοθεί στα επίμαχα εμπορεύματα.
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
21.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν το άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι, όταν ο διασαφιστής έχει αναγράψει σε τελωνειακή διασάφηση μια τιμή που υποδηλώνει τη δασμολογητέα αξία εμπορευμάτων που εισάγονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορεί να επιλέξει να τροποποιήσει την εν λόγω καταχώριση, αντικαθιστώντας τη με χαμηλότερη, εξίσου νόμιμη, τιμή συναλλαγής για τα εν λόγω εμπορεύματα.
22.
Η CEVA Freight υποστηρίζει ότι, όταν συνέταξε για πρώτη φορά τελωνειακές διασαφήσεις για τα επίμαχα εμπορεύματα, θεώρησε ότι η δασμολογητέα αξία ήταν άνευ σημασίας. Τούτο διότι έκρινε ότι για την κρίσιμη δασμολογική κατάταξη ίσχυε συντελεστής δασμών 0 %. Υποστηρίζει ότι το πρώτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να αναδιατυπωθεί για να λάβει υπόψη το στοιχείο αυτό. Υπό το πρίσμα των διευκρινίσεων που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, με τη διάταξή του περί παραπομπής, σχετικά με τις περιστάσεις της υπόθεσης, φρονώ ότι το στοιχείο αυτό είναι ήδη απολύτως σαφές. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι δεν παρίσταται ανάγκη αναδιατύπωσης του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
23.
Η CEVA Freight υποστηρίζει ότι πρέπει να της επιτραπεί να διορθώσει την τελωνειακή διασάφηση με βάση το άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα.
24.
Οι Κάτω Χώρες και η Επιτροπή υποστηρίζουν το αντίθετο. Μετά τη χορήγηση άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων, οι τελωνειακές διασαφήσεις μπορούν να διορθωθούν μόνον εφόσον έχει εφαρμογή το άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα. Για να μπορεί ο διασαφιστής να επικαλεσθεί τη διάταξη αυτή, πρέπει να αποδείξει ότι οι τελωνειακές αρχές ενήργησαν βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων. Το αν η επανεξέταση θα ήταν προς όφελος του διασαφιστή δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο.
25.
Κατά πάγια νομολογία, σκοπός των κανονιστικών ρυθμίσεων της Ένωσης που διέπουν τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας είναι η διαμόρφωση ενός δίκαιου, ομοιόμορφου και ουδέτερου συστήματος, το οποίο αποκλείει τη χρησιμοποίηση αυθαίρετων ή πλασματικών δασμολογικών αξιών. Επομένως, η δασμολογητέα αξία πρέπει να αντανακλά την πραγματική οικονομική αξία του εισαγόμενου εμπορεύματος και να ενσωματώνει όλα τα στοιχεία του εμπορεύματος που έχουν οικονομική αξία ( 10 ).
26.
Το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα όριζε τη «δασμολογητέα αξία» των εισαγόμενων εμπορευμάτων ως τη «συναλλακτική αξία», ήτοι ως την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης, ενδεχομένως κατόπιν προσαρμογής που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις κρίσιμες διατάξεις του τελωνειακού κώδικα ( 11 ). Από το άρθρο 29, παράγραφος 1, συνάγεται ότι η δασμολογητέα αξία αφορά μόνον τα εμπορεύματα που πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης. Επομένως, κατά τον χρόνο της πώλησης, πρέπει να συμφωνείται ότι τα επίμαχα εμπορεύματα καταγωγής τρίτης χώρας θα μεταφερθούν στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης ( 12 ).
27.
Κατά το άρθρο 147, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού, σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων εμπορευμάτων πριν από τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, μπορούν να ληφθούν υπόψη, για τον καθορισμό της «συναλλακτικής αξίας», κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, οι τιμές που ορίσθηκαν στο πλαίσιο πωλήσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μετά την εξαγωγή, αλλά προτού το εμπόρευμα τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 13 ). Ως εκ τούτου, ο εισαγωγέας δύναται να επιλέξει ποια από τις τιμές που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της κάθε πώλησης θα χρησιμοποιηθεί ως βάση προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας των επίμαχων εμπορευμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι είναι δυνατόν να προσκομισθούν, όσον αφορά την επιλεγείσα τιμή, όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τις τελωνειακές αρχές ( 14 ).
28.
Στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι η δασμολογητέα αξία την οποία ανέγραψε η CEVA Freight στις δασμολογικές διασαφήσεις της και η οποία αποτέλεσε τη βάση για την αναθεωρημένη εκτίμηση των τελωνειακών αρχών εμπίπτει στην έννοια της συναλλακτικής αξίας των εμπορευμάτων κατ’ άρθρον 29 του τελωνειακού κώδικα και κατ’ άρθρον 147, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού. Είναι εξίσου αληθές ότι η αναθεωρημένη χαμηλότερη δασμολογητέα αξία την οποία η CEVA Freight θεωρεί ότι πρέπει να λάβουν υπόψη οι τελωνειακές αρχές για τον υπολογισμό των καταβλητέων δασμών εμπίπτει ομοίως στην ανωτέρω έννοια, όπως αυτή ορίζεται στις προμνησθείσες διατάξεις. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η CEVA Freight δεν είχε αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 29 του τελωνειακού κώδικα και του άρθρου 147, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού, καθόσον είχε επίγνωση ότι, βάσει των διατάξεων αυτών, ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσει στις τελωνειακές διασαφήσεις είτε την ισχύουσα στην αγορά της Ένωσης τιμή των συσκευών ανάγνωσης πολυμέσων είτε τη χαμηλότερη τιμή που ίσχυε στην Ασία.
29.
Κατά τα άρθρα 62 και 76 του τελωνειακού κώδικα, οι τελωνειακές διασαφήσεις πρέπει να περιέχουν όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του τελωνειακού καθεστώτος για το οποίο γίνεται η διασάφηση των εμπορευμάτων ( 15 ). Ο γενικός κανόνας (που προβλεπόταν στο άρθρο 65, στοιχείο γʹ, του τελωνειακού κώδικα) ήταν ότι οι διασαφιστές δεν μπορούσαν να διορθώσουν τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην τελωνειακή διασάφηση μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων. Ο κανόνας αυτός τροποποιήθηκε όταν τέθηκε σε ισχύ ο τελωνειακός κώδικας του 1992 την 1η Ιανουαρίου 1994 ( 16 ). Έκτοτε, το άρθρο 78 παρείχε στις τελωνειακές αρχές τη δυνατότητα να διορθώνουν, αυτεπαγγέλτως ή εφόσον το ζητούσε ο διασαφιστής, την τελωνειακή διασάφηση μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων. Κατά την επανεξέταση δυνάμει του άρθρου 78, οι τελωνειακές αρχές δύνανται να χρησιμοποιούν μόνο τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην τελωνειακή διασάφηση ή που παρέχονται στο πλαίσιό της ( 17 ).
30.
Το άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα σιωπά ως προς το αν, υπό περιστάσεις όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο διασαφιστής μπορεί να τροποποιήσει τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων η οποία αναγράφεται στις τελωνειακές διασαφήσεις του, αντικαθιστώντας τη με χαμηλότερη τιμή συναλλαγής. Το νέο νομικό ζήτημα που ανακύπτει στην περίπτωση της CEVA Freight αφορά την έκταση της διακριτικής ευχέρειας των τελωνειακών αρχών να επανεξετάζουν τις τελωνειακές διασαφήσεις. Κατά το άρθρο 78, παράγραφος 3, η ευχέρεια αυτή ασκείται αν από την επανεξέταση (ή από τον έλεγχο) προκύπτει ότι οι διατάξεις που διέπουν το οικείο τελωνειακό καθεστώς εφαρμόσθηκαν βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων, δηλαδή εχώρησαν είτε σφάλματα ή παραλείψεις εκ παραδρομής είτε σφάλματα ερμηνείας του εφαρμοστέου δικαίου. Στην περίπτωση αυτή, οι τελωνειακές αρχές οφείλουν, κατά το άρθρο 78, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, να λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για να επανορθώσουν την κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη τους τα νέα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεσή τους ( 18 ). Ο σκοπός είναι να εισπράττονται οι νομίμως οφειλόμενοι δασμοί και όχι να μεγιστοποιούνται τα έσοδα.
31.
Συνάδει η ζητηθείσα από τη CEVA Freight επανεξέταση με τους σκοπούς της τελωνειακής νομοθεσίας της Ένωσης που διέπει τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας;
32.
Φρονώ ότι συνάδει.
33.
Πρώτον, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά την αίτηση αναιρέσεως που άσκησαν οι τελωνειακές αρχές κατά της απόφασης του Gerechtshof Amsterdam (εφετείου του Άμστερνταμ). Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε επί της εν λόγω διαφοράς, το δικαστήριο έκρινε ότι η επιλεγείσα από τη CEVA Freight τιμή των συσκευών ανάγνωσης πολυμέσων, η οποία ανεγράφη στις τελωνειακές διασαφήσεις για τους σκοπούς του προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας, δεν είναι δυνατόν να διαχωρισθεί από το σφάλμα που πραγματοποιήθηκε όσον αφορά τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων αυτών ( 19 ). Τούτο υποδηλώνει, κατά την άποψή μου, ότι το αρχικό σφάλμα σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη των επίμαχων εμπορευμάτων συνδέεται άρρηκτα με τη δασμολογητέα αξία την οποία η CEVA Freight απέδωσε στις συσκευές ανάγνωσης πολυμέσων. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αναγνωρίσθηκε ότι, όταν η δασμολογική κατάταξη συνεπάγεται την επιβολή συντελεστή δασμών 0 %, η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων είναι άνευ σημασίας. Ωστόσο, όταν η δασμολογική κατάταξη γεννά ευθύνη καταβολής δασμών με συντελεστή 13,9 %, τα στοιχεία αυτά (τιμή και δασμολογητέα αξία) καθίστανται πρωταρχικής σημασίας. Η αδυναμία να ληφθεί υπόψη η μεταβολή των συνθηκών μετά την επανεξέταση της δασμολογικής κατάταξης από τις τελωνειακές αρχές θα στερούσε από τη CEVA Freight τη δυνατότητα να αναγράψει για τα επίμαχα εμπορεύματα μια εμπεριστατωμένη δασμολογητέα αξία, αντί μιας αυθαίρετης δασμολογητέας αξίας. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το αρχικό σφάλμα δασμολογικής κατάταξης και ο καθορισμός της δασμολογητέας αξίας των επίμαχων εμπορευμάτων απαρτίζουν ένα αδιαίρετο σύνολο. Η μεμονωμένη εκτίμηση καθενός από τα εν λόγω βήματα θα ήταν τεχνητή και θα αντέβαινε στον σκοπό της αποτύπωσης της πραγματικής κατάστασης, η εξακρίβωση της οποίας απαιτείται, βάσει του τελωνειακού κώδικα, για τους σκοπούς του προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας ( 20 ).
34.
Δεύτερον, κατά την άποψή μου, το να γίνει δεκτή η προτεινόμενη επανεξέταση είναι δίκαιο, καθόσον λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα, ήτοι ότι η εφαρμοστέα δασμολογική κατάταξη συνδέεται άρρηκτα με την τιμή την οποία η CEVA Freight επέλεξε να αναγράψει στην τελωνειακή της διασάφηση για τα επίμαχα εμπορεύματα. Τρίτον, η επανεξέταση δεν αντίκειται στην ομοιομορφία και την ουδετερότητα του συστήματος, στο μέτρο που εξακολουθούν να οφείλονται δασμοί (απλώς μικρότερης αξίας).
35.
Τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει. στη διάταξή του περί παραπομπής. ότι η χαμηλότερη τιμή με την οποία η CEVA Freight ζήτησε να αντικαταστήσει την καταχωρισθείσα τιμή είναι επαληθεύσιμη με βάση τα σχετικά έγγραφα και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργεί πλασματική δασμολογητέα αξία.
36.
Πέμπτον, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα δεν περιέχει περιορισμούς ούτε ως προς τη δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να πραγματοποιούν διορθώσεις ή να διενεργούν εκ των υστέρων έλεγχο κατά την έννοια του άρθρου 78, παράγραφος 1 (ή 2), ούτε ως προς τη λήψη από τις αρχές αυτές των απαιτούμενων μέτρων για την επανόρθωση της κατάστασης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 78, παράγραφος 3 ( 21 ). Ειδικότερα, τόσο αυτός καθεαυτόν ο σκοπός του τελωνειακού κώδικα, «καθόσον, κατά την αιτιολογική του σκέψη 5, αποβλέπει μεταξύ άλλων στην ορθή εφαρμογή των φορολογικών επιβαρύνσεων τις οποίες προβλέπει […], όσο και η ιδιαίτερη εσωτερική λογική του άρθρου 78 του εν λόγω κώδικα, που ανάγεται στην ευθυγράμμιση της τελωνειακής διαδικασίας προς την πραγματικότητα με τη διόρθωση των ουσιαστικών σφαλμάτων ή παραλείψεων καθώς και των σφαλμάτων ερμηνείας του εφαρμοστέου δικαίου […] τάσσονται κατά μιας ερμηνείας του άρθρου αυτού με την οποία θα αποκλειόταν γενικώς η εκ μέρους των τελωνειακών αρχών διεξαγωγή επανεξετάσεων ή άλλων εκ των υστέρων ελέγχων των τελωνειακών διασαφήσεων για την τακτοποίηση, εφόσον απαιτείται, της καταστάσεως» ( 22 ). Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, οι τελωνειακές αρχές διαθέτουν, προκειμένου ιδίως οι σκοποί αυτοί να υλοποιηθούν πράγματι, ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την πραγματοποίηση διορθώσεων και τη διενέργεια εκ των υστέρων ελέγχων ( 23 ). Επομένως, το άρθρο 78, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο των υποχρεώσεων που επιβάλλει στις τελωνειακές αρχές, κατά κανόνα παρέχει στις αρχές αυτές τη δυνατότητα να επανεξετάζουν ή να ελέγχουν εκ των υστέρων τις τελωνειακές διασαφήσεις και να επανορθώνουν την κατάσταση ορίζοντας νέα τελωνειακή οφειλή ( 24 ).
37.
Κατά την άποψή μου, από την ανωτέρω νομολογία συνάγεται ότι οι τελωνειακές αρχές διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την επανεξέταση των διασαφήσεων μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής των σχετικών εμπορευμάτων. Καθότι το αρχικό σφάλμα δασμολογικής κατάταξης και η δασμολογητέα αξία που αποδόθηκε από τη CEVA Freight στις συσκευές ανάγνωσης πολυμέσων συνδέονται άρρηκτα, φρονώ ότι το διαπιστωθέν σφάλμα εμπίπτει στην έννοια των «ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων» του άρθρου 78, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα. Οι όροι αυτοί έχουν ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτουν τόσο σφάλματα ή παραλείψεις εκ παραδρομής όσο και σφάλματα ερμηνείας του εφαρμοστέου δικαίου ( 25 ). Το αρχικό σφάλμα δασμολογικής κατάταξης μπορεί να εξομοιωθεί με σφάλμα εκ παραδρομής.
38.
Τέλος, η Επιτροπή εξέφρασε τον προβληματισμό ότι το άρθρο 78 του τελωνειακού κώδικα δεν έχει σκοπό να παρέχει στους διασαφιστές την ευχέρεια να ζητούν επανεξέταση προκειμένου να επιλέγουν την υποβολή στοιχείων που τους περιάγουν σε πλεονεκτικότερη θέση. Αντιλαμβάνομαι ότι ο εν λόγω προβληματισμός θα ήταν ενδεχομένως εύλογος, εφόσον θεωρείτο ότι οι διασαφιστές έχουν τόσο γενικό και ευρύ περιθώριο επιλογής.
39.
Ωστόσο, οι συνθήκες στην περίπτωση της CEVA Freight είναι πιο σύνθετες, καθότι αυτή δεν ζητεί απλώς να επιλέξει μια ευνοϊκότερη δασμολογητέα αξία για την τελωνειακή διασάφησή της.
40.
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Overland Footwear ( 26 ). Αφενός, από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι επανεξέταση δυνάμει του άρθρου 78 του τελωνειακού κώδικα δεν είναι δυνατή παρά μόνο εφόσον υφίστανται σφάλματα ή παραλείψεις εκ παραδρομής και σφάλματα ερμηνείας του εφαρμοστέου δικαίου. Αφετέρου, το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα σφάλματα που συνίστανται σε ακούσια παράλειψη δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επιλογή, η οποία είναι εξ ορισμού εκούσια. Το αιτούν δικαστήριο εκφράζει την άποψη ότι ο όρος «ακούσιες παραλείψεις» χρήζει διασταλτικής ερμηνείας και μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι καλύπτει περιπτώσεις όπως αυτή της CEVA Freight στην υπόθεση της κύριας δίκης.
41.
Στην υπόθεση εκείνη, η επιχείρηση (Overland) αγόραζε προϊόντα (κυρίως είδη υπόδησης) που παράγονταν εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη συνέχεια τα εισήγαγε και τα εμπορευόταν στο έδαφος των κρατών μελών. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, η Overland έκανε χρήση των υπηρεσιών παραγγελιοδόχου στην Άπω Ανατολή, στον οποίο κατέβαλλε προμήθεια αγοράς. Η προμήθεια αυτή καταβαλλόταν στον κατασκευαστή, ο οποίος στη συνέχεια την κατέβαλλε στον παραγγελιοδόχο. Αρχικώς, η Overland περιελάμβανε την προμήθεια του παραγγελιοδόχου (η οποία δεν αναγραφόταν χωριστά) στις διασαφήσεις εισαγωγής. Οι εισαγωγικοί δασμοί υπολογίζονταν και καταβάλλονταν αντιστοίχως επί της προμήθειας αυτής. Μεταγενέστερα, με τη συναίνεση των τελωνειακών αρχών, η Overland δήλωνε, επί των τελωνειακών διασαφήσεων, χωριστά την προμήθεια αγοράς και την τιμή πώλησης των εμπορευμάτων. Έκτοτε, οι τελωνειακές αρχές δεν επέβαλλαν πλέον δασμούς επί των ποσών που αντιστοιχούσαν στην προμήθεια αγοράς. Τότε, η Overland ζήτησε να επανεξετασθούν οι προγενέστερες τελωνειακές διασαφήσεις και να της επιστραφούν αναλογικώς οι καταβληθέντες δασμοί με την αιτιολογία ότι μέρος της δασμολογητέας αξίας που αναγραφόταν σε κάθε διασάφηση εισαγωγής αντιστοιχούσε σε προμήθεια αγοράς και ότι δεν οφειλόταν δασμός επί του ποσού αυτού.
42.
Με την απόφασή του, το Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα κατά τα οποία το άρθρο 78, παράγραφος 3, είχε εφαρμογή μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτές της εσφαλμένης δασμολογικής κατάταξης των επίμαχων εμπορευμάτων. Παρομοίως το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς ότι η Overland, μη αναγράφοντας την προμήθεια αγοράς στη διασάφησή της, πραγματοποίησε επιλογή και δεν υπέπεσε σε σφάλμα. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επισήμανε ότι «[τ]ο γεγονός αυτό, εφόσον υφίσταται δυνατότητα μεταγενέστερης επανεξετάσεως μιας τελωνειακής διασαφήσεως κατ’ αίτηση του διασαφιστή, δεν θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια να εξομοιώνονται εκ των υστέρων, παρά την προσκόμιση επαρκών αποδεικτικών στοιχείων, δασμοί που εισπράχθηκαν νομίμως λόγω απλών κανόνων αποδείξεως με δασμούς νομίμως οφειλόμενους […]. Πρέπει τέλος να επισημανθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, ένα σφάλμα που συνίσταται σε ακούσια παράλειψη δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιλογή, η οποία είναι εξ ορισμού εκούσια» ( 27 ).
43.
Καίτοι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ονerland Footwear ( 28 ) είναι ασφαλώς διδακτική, φρονώ ότι η υπό εξέταση περίπτωση είναι διαφορετική. Εν προκειμένω, υπήρξε ένα αρχικό σφάλμα σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη των συγκεκριμένων εμπορευμάτων. Το εν λόγω αρχικό σφάλμα είχε ως συνέπεια να αναγραφεί συγκεκριμένη δασμολογητέα αξία στις σχετικές δασμολογικές διασαφήσεις. Εν συνεχεία, το σφάλμα δασμολογικής κατάταξης επανεξετάσθηκε και διορθώθηκε. Οι περιστάσεις αυτές διαφέρουν πολύ από εκείνες στην υπόθεση Ονerland Footwear. Η υπό εξέταση υπόθεση διαφέρει επίσης από την περίπτωση κατά την οποία ο διασαφιστής επιλέγει ελεύθερα μεταξύ πολλών και διαφόρων δασμολογητέων αξιών και εν συνεχεία ζητεί επανεξέταση απλώς και μόνον επειδή άλλαξε γνώμη. Εν προκειμένω, το αρχικό σφάλμα δασμολογικής κατάταξης και η δηλωθείσα δασμολογητέα αξία αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
44.
Ως εκ τούτου, συμπεραίνω ότι, όταν εμπορεύματα κατατάσσονται εσφαλμένα σε δασμολογική διάκριση στην οποία αναλογεί μηδενικός συντελεστής δασμών και, με βάση το σφάλμα αυτό, ο διασαφιστής επιλέγει ορισμένη τιμή (σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων) για τον σκοπό του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 29 του τελωνειακού κώδικα και το άρθρο 147, παράγραφος 1, του εκτελεστικού κανονισμού, οι τελωνειακές αρχές δύνανται, εφόσον το ζητήσει ο διασαφιστής, να διορθώνουν την τελωνειακή διασάφηση μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής των εν λόγω εμπορευμάτων, παρέχοντας στον διασαφιστή τη δυνατότητα να αντικαταστήσει την αρχική αξία με άλλη, εμπεριστατωμένη αξία, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω καθορισμός της δασμολογητέας αξίας πληροί επίσης τις απαιτήσεις του τελωνειακού κώδικα.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
45.
Κατά το άρθρο 221, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα, το οφειλόμενο ποσό δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη από τις τελωνειακές αρχές μόλις βεβαιωθεί. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν ο καθορισμός του χρόνου πραγματοποίησης της γνωστοποίησης στον οφειλέτη συνιστά ζήτημα του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου. Σε περίπτωση που κριθεί ότι ο καθορισμός του χρόνου πραγματοποίησης της γνωστοποίησης αποτελεί ζήτημα του δικαίου της Ένωσης, ζητεί επίσης να διασαφηνισθεί κατά πόσον η γνωστοποίηση πρέπει να παραλαμβάνεται εντός τριών ετών από τη γένεση της τελωνειακής οφειλής ή αρκεί, βάσει του άρθρου 221, παράγραφος 3, να αποδεικνύεται ότι η γνωστοποίηση απεστάλη στον οφειλέτη εντός της προθεσμίας αυτής.
46.
Ως προκαταρκτικό ζήτημα, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή της αποδοχής της τελωνειακής διασάφησης (άρθρο 201, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα). Εν προκειμένω, οι επίμαχες διασαφήσεις υποβλήθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες μεταξύ της 1ης Μαρτίου 2010 και της 31ης Οκτωβρίου 2010. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το ζήτημα κατά πόσον έχουν παραγραφεί ορισμένες τελωνειακές οφειλές αφορά μόνο τις οφειλές που γεννήθηκαν πριν από τις 4 Μαρτίου 2010.
47.
Η CEVA Freight και η Ισπανική Κυβέρνηση έχουν την άποψη ότι ο καθορισμός του χρόνου λήξης της προθεσμίας αποτελεί ζήτημα του δικαίου της Ένωσης. Οι Κάτω Χώρες και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι, βάσει του τελωνειακού κώδικα, ο καθορισμός αυτός διέπεται από τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες.
48.
Συμφωνώ με τις Κάτω Χώρες και την Επιτροπή.
49.
Το άρθρο 221, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, θέτει έναν κανόνα σχετικό με την παραγραφή: «Η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατόν να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής» ( 29 ). Ουδέν σημείο στην ίδια τη γραμματική διατύπωση της διάταξης υποδηλώνει ότι ο καθορισμός του χρόνου πραγματοποίησης της γνωστοποίησης στον οφειλέτη αποτελεί ζήτημα του δικαίου της Ένωσης.
50.
Από το ιστορικό θέσπισης της διάταξης αυτής προκύπτει ότι ο νομοθέτης είχε σκοπό να καθιερώσει περιορισμένου βαθμού συνεκτικότητα και ομοιομορφία όσον αφορά την είσπραξη των ποσών τελωνειακής οφειλής. Πριν από την έναρξη ισχύος του τελωνειακού κώδικα, τα ζητήματα αυτά διέπονταν από τον κανονισμό 1697/79 ( 30 ) σε συνδυασμό με τον κανονισμό 1854/89 ( 31 ). Ο κανονισμός 1697/79 εκδόθηκε για να αντικαταστήσει τους τότε υφιστάμενους εθνικούς κανόνες με νέα κοινοτική νομοθεσία ( 32 ). Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού διευκρινίζει ότι η εκ των υστέρων είσπραξη των τελωνειακών δασμών επηρεάζει την ασφάλεια των συναλλαγών που οι φορολογούμενοι δικαιούνται να προσδοκούν από πράξεις της διοίκησης που έχουν χρηματικές συνέπειες. Κρίθηκε, ως εκ τούτου, ενδεδειγμένος ο καθορισμός προθεσμίας τριών ετών, μετά την εκπνοή της οποίας ο προσδιορισμός των τελωνειακών δασμών καθίσταται οριστικός, προκειμένου να περιορισθεί το πεδίο μελλοντικής δράσης των τελωνειακών αρχών. Δεν μνημονεύονται περαιτέρω σκοποί σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής της προθεσμίας αυτής. Ειδικότερα, ο νομοθέτης δεν περιέλαβε πρόβλεψη σχετικά με τον χρόνο και τον τρόπο πραγματοποίησης της κοινοποίησης. Η διατύπωση του άρθρου 221 του τελωνειακού κώδικα του 1992 είναι παρεμφερής με εκείνη του άρθρου 2 του κανονισμού 1697/79.
51.
Φρονώ, ως εκ τούτου, ότι απόκειται στα κράτη μέλη να ενεργούν βάσει των δικονομικών και ουσιαστικών κανόνων του εθνικού τους δικαίου, κατά την εφαρμογή του άρθρου 221 του τελωνειακού κώδικα, καθότι, κατά τον χρόνο εκείνο, το δίκαιο της Ένωσης δεν περιλάμβανε κοινούς κανόνες που να διέπουν τον καθορισμό του χρόνου πραγματοποίησης της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή γνωστοποίησης ( 33 ).
52.
Η CEVA Freight και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι είναι, ωστόσο, αναγκαίο να ληφθεί υπόψη το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου ενεργούν οι τελωνειακές αρχές και οι οικονομικοί φορείς. Εφιστούν την προσοχή στη νυν ισχύουσα μορφή του τελωνειακού κώδικα ( 34 ), ο οποίος προβλέπει πλέον ότι κάθε είδους ανταλλαγή πληροφοριών, όπως διασαφήσεων, αιτήσεων ή αποφάσεων, μεταξύ τελωνειακών αρχών και μεταξύ οικονομικών φορέων και τελωνειακών αρχών πραγματοποιείται με τη χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων (άρθρο 6, παράγραφος 1). Τόσο η CEVA Freight όσο και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι ο τελωνειακός κώδικας του 2013 πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως βοήθημα για την ερμηνεία του προϊσχύσαντος τελωνειακού κώδικα του 1992.
53.
Το επιχείρημα αυτό παραβλέπει το γεγονός ότι το νομοθετικό πλαίσιο του τελωνειακού κώδικα του 2013 και εκείνο του τελωνειακού κώδικα του 1992 απλούστατα δεν είναι τα ίδια. Το 2008 ο τελωνειακός κώδικας αναθεωρήθηκε εκ βάθρων, προκειμένου να καταστεί συμβατός με το νέο ηλεκτρονικό περιβάλλον για τα τελωνεία και το εμπόριο· αντιστοίχως, οι κανόνες αναμορφώθηκαν για τον σκοπό αυτό ( 35 ). Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να συναχθούν συμπεράσματα από το νυν περιεχόμενο του τελωνειακού κώδικα του 2013 για την ερμηνεία του άρθρου 221, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα του 1992.
54.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, βάσει της διάταξης αυτής, απόκειται στο εθνικό δικονομικό δίκαιο να καθορίζει τον χρόνο πραγματοποίησης της γνωστοποίησης στον οφειλέτη. Τούτο ισχύει με την επιφύλαξη των συνήθων ορίων που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης, υπό την έννοια ότι οι κανόνες και οι διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την είσπραξη των ποσών τελωνειακής οφειλής και ότι οι εν λόγω εθνικοί κανόνες δεν πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που συνεπάγεται διακρίσεις σε σχέση με τις αντίστοιχες διαδικασίες που αποβλέπουν στην επίλυση εθνικών διαφορών του ίδιου τύπου ( 36 ).
55.
Υπό το πρίσμα της απάντησης που έδωσα στο πρώτο σκέλος του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου σκέλους του ερωτήματος αυτού. Χάριν πληρότητας, συμπληρώνω ότι, σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαφωνήσει με την άποψή μου επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος και ταχθεί υπέρ της ενιαίας ερμηνείας σε επίπεδο Ένωσης, φρονώ ότι η γραμματική διατύπωση του άρθρου 221, παράγραφος 3, υποδηλώνει ότι πριν από τη λήξη της τριετούς προθεσμίας απαιτείται η αποστολή της γνωστοποίησης από τις τελωνειακές αρχές στον οφειλέτη, καθόσον η εν λόγω διάταξη επικεντρώνεται περισσότερο στις πράξεις των τελωνειακών αρχών παρά στην ημερομηνία παραλαβής από τον οφειλέτη.
Πρόταση
56.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Ανώτατο Δικαστήριο, Κάτω Χώρες) ως εξής:
1.
Όταν εμπορεύματα κατατάσσονται εσφαλμένα σε δασμολογική διάκριση στην οποία αναλογεί μηδενικός συντελεστής δασμών και, με βάση το σφάλμα αυτό, ο διασαφιστής επιλέγει ορισμένη τιμή (σε περίπτωση διαδοχικών πωλήσεων) για τον σκοπό του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 29 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και το άρθρο 147, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου, οι τελωνειακές αρχές δύνανται, εφόσον το ζητήσει ο διασαφιστής, να διορθώνουν την τελωνειακή διασάφηση μετά τη χορήγηση της άδειας παραλαβής των εν λόγω εμπορευμάτων, παρέχοντας στον διασαφιστή τη δυνατότητα να αντικαταστήσει την αρχική αξία με άλλη, εμπεριστατωμένη αξία, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω καθορισμός της δασμολογητέας αξίας πληροί επίσης τις απαιτήσεις του κανονισμού 2913/92.
2.
Ο καθορισμός του χρόνου πραγματοποίησης της γνωστοποίησης στον οφειλέτη, κατά την έννοια του άρθρου 221, παράγραφος 3, του κανονισμού 2913/92, απόκειται στο εθνικό δικονομικό δίκαιο. Ο κανόνας αυτός ισχύει με την επιφύλαξη των ορίων που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης, υπό την έννοια ότι οι κανόνες και οι διαδικασίες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο για τις γνωστοποιήσεις αυτές δεν έχουν ως αποτέλεσμα να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την είσπραξη των ποσών τελωνειακής οφειλής και ότι οι εν λόγω εθνικοί κανόνες δεν εφαρμόζονται κατά τρόπο που συνεπάγεται διακρίσεις σε σχέση με τις αντίστοιχες διαδικασίες που αποβλέπουν στην επίλυση εθνικών διαφορών του ίδιου τύπου.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992 (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός έχει τροποποιηθεί πολλάκις· κατά τον κρίσιμο χρόνο ίσχυε όπως είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 1791/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ 2006, L 363, σ. 1). Στις παρούσες προτάσεις, αναφέρω την πράξη αυτή ως «τελωνειακό κώδικα» ή «τελωνειακό κώδικα του 1992». Ο κανονισμός (ΕΚ) 450/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας) (ΕΕ 2008, L 145, σ. 1), άρχισε να ισχύει στις 4 Ιουνίου 2008. Ωστόσο, ο κανονισμός (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (στο εξής: τελωνειακός κώδικας του 2013), κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 450/2008, προτού αυτός αρχίσει να εφαρμόζεται.
( 3 ) Τα άρθρα 32 και 33 προέβλεπαν ορισμένες προσαρμογές που μπορούσαν να επέλθουν επί της πράγματι πληρωθείσας ή πληρωτέας τιμής με σκοπό τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων βάσει του τελωνειακού κώδικα.
( 4 ) Προγενέστερα, οι περιλαμβανόμενες στο τότε άρθρο 65 του τελωνειακού κώδικα διατάξεις προβλέπονταν στο άρθρο 6 της οδηγίας 79/695/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 262).
( 5 ) Πριν από την τροποποίηση της τελωνειακής νομοθεσίας που ενσωματώθηκε στον τελωνειακό κώδικα του 1992 δεν υφίσταντο νομοθετικές διατάξεις με περιεχόμενο αντίστοιχο με αυτό του άρθρου 78 του τελωνειακού κώδικα.
( 6 ) Το άρθρο 243 όριζε ότι κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, οι οποίες το αφορούν άμεσα και ατομικά.
( 7 ) Κανονισμός, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 (ΕΕ 1993, L 253, σ. 1) (στο εξής: εκτελεστικός κανονισμός). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε, από τις 30 Απριλίου 2016, από τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2016/481 της Επιτροπής, της 1ης Απριλίου 2016 (ΕΕ 2016, L 87, σ. 24).
( 8 ) Τα άρθρα 178 έως 181 αφορούσαν τη δήλωση στοιχείων και την παροχή των σχετικών εγγράφων.
( 9 ) Βλ. σημείο 46 των παρουσών προτάσεων.
( 10 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Χριστοδούλου κ.λπ. (C-116/12, EU:C:2013:825, σκέψεις 34 έως 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 11 ) Βλ. υποσημείωση 3 των παρουσών προτάσεων.
( 12 ) Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Carboni e derivati (C-263/06, EU:C:2008:128, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 13 ) Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Carboni e derivati (C-263/06, EU:C:2008:128, σκέψεις 29 και 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Στη νομολογία αυτή περιλαμβάνεται η υπόθεση Unifert (απόφαση της 6ης Ιουνίου 1990, C-11/89, EU:C:1990:237), η οποία, ωστόσο είχε ως αντικείμενο τις νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγόμενων εμπορευμάτων [άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ 1980, L 134, σ. 1)] οι οποίες ήταν σε ισχύ πριν από τη θέσπιση του άρθρου 78 του τελωνειακού κώδικα.
( 14 ) Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, Carboni e derivati (C-263/06, EU:C:2008:128, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 15 ) Στη διασάφηση πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα (άρθρο 62, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα).
( 16 ) Βλ. υποσημείωση 5 των παρουσών προτάσεων και απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, Overland Footwear (C-468/03, EU:C:2005:624, σκέψη 62).
( 17 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Veloserviss (C-427/14, EU:C:2015:803, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 18 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Veloserviss (C-427/14, EU:C:2015:803, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 19 ) Βλ. σημείο 3.1 της διάταξης περί παραπομπής.
( 20 ) Βλ. σημείο 25 των παρουσών προτάσεων.
( 21 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Veloserviss (C-427/14, EU:C:2015:803, σκέψη 25)
( 22 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Veloserviss (C-427/14, EU:C:2015:803, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 23 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, Veloserviss (C-427/14, EU:C:2015:803, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 24 ) Απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2017, Tigers (C-156/16, EU:C:2017:754, σκέψεις 29 έως 31).
( 25 ) Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, Overland Footwear (C-468/03, EU:C:2005:624, σκέψη 63).
( 26 ) Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005 (C-468/03, EU:C:2005:624).
( 27 ) Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, Overland Footwear (C-468/03, EU:C:2005:624, σκέψεις 68 και 69) (η υπογράμμιση δική μου).
( 28 ) Απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005 (C-468/03, EU:C:2005:624).
( 29 ) Βλ., επίσης, απόφαση της 17ης Ιουνίου 2010, Agra (C-75/09, EU:C:2010:352, σκέψη 30) καθώς και σημεία 9 των παρουσών προτάσεων.
( 30 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της «εκ των υστέρων» εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254).
( 31 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1854/89 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, για τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή (ΕΕ 1989, L 186, σ. 1).
( 32 ) Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2006, Molenbergnatie (C-201/04, EU:C:2006:136, σκέψη 32).
( 33 ) Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2006, Molenbergnatie (C-201/04, EU:C:2006:136, σκέψεις 52 και 53).
( 34 ) Βλ. υποσημείωση 2 των παρουσών προτάσεων.
( 35 ) Βλ. αιτιολογική έκθεση της πρότασης της Επιτροπής για τον κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα [COM(2012) 64, σ. 2].
( 36 ) Απόφαση της 21ης Ιουνίου 2007, ROM-projecten (C-158/06, EU:C:2007:370, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).