ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GIOVANNI PITRUZZELLA
της 28ης Φεβρουαρίου 2019 ( 1 )
Υπόθεση C-254/18
Syndicat des cadres de la sécurité intérieure
κατά
Premier ministre,
Ministre de l’Intérieur,
Ministre de l’Action et des Comptes publics
[αίτηση του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας, Γαλλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οργάνωση του χρόνου εργασίας – Οδηγία 2003/88/ΕΚ – Άρθρο 6, στοιχείο βʹ, και άρθρο 16 – Μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας – Παρέκκλιση – Άρθρο 17, παράγραφοι 2 και 3, και άρθρο 19, πρώτο εδάφιο – Αστυνομικοί υπάλληλοι – Περίοδος αναφοράς – Κυλιόμενος ή προκαθορισμένος χαρακτήρας – Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων»
1.
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η «περίοδος αναφοράς» την οποία, κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88/ΕΚ ( 2 ), μπορούν να προβλέπουν τα κράτη μέλη για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας είναι «κυλιόμενη», ήτοι χρονικό διάστημα του οποίου η έναρξη μετατίθεται αναλόγως του διανυόμενου χρόνου, ή μπορεί, επίσης, να είναι «προκαθορισμένη» υπό την έννοια ότι αρχίζει και τελειώνει σε συγκεκριμένες ημερομηνίες;
2.
Αυτό είναι κατ’ ουσίαν το ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο στην εξεταζόμενη υπόθεση, η οποία αφορά αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβληθείσα από το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία) με αντικείμενο την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων της οδηγίας 2003/88.
3.
Το ζήτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο δίκης που κίνησε η Syndicat des cadres de la sécurité intérieure (στο εξής: SCSI), συνδικαλιστική οργάνωση αξιωματικών της αστυνομίας, η οποία ζητεί ενώπιον του Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) την ακύρωση διατάγματος για την τροποποίηση των διατάξεων που εισάγουν παρεκκλίσεις από τις ελάχιστες εγγυήσεις του χρόνου εργασίας και αναπαύσεως που εφαρμόζονται στο προσωπικό της γαλλικής αστυνομίας. Η SCSI υποστηρίζει ότι το διάταγμα αυτό αντιβαίνει στις διατάξεις της οδηγίας 2003/88 καθόσον προβλέπει «προκαθορισμένη» περίοδο αναφοράς για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας.
4.
Η επιλογή «κυλιόμενης» ή «προκαθορισμένης» περιόδου αναφοράς ασκεί πράγματι ορισμένη επιρροή στον τρόπο υπολογισμού της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις της οδηγίας 2003/88. Συγκεκριμένα, η χρήση «κυλιόμενης» περιόδου αναφοράς διασφαλίζει την ανά πάσα στιγμή τήρηση της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, ενώ η χρήση «προκαθορισμένης» περιόδου συνεπάγεται το αμετάβλητο της περιόδου που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των ωρών πραγματικής απασχολήσεως των εργαζομένων.
5.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται συνεπώς να διευκρινίσει το περιεχόμενο της έννοιας της «περιόδου αναφοράς» για τον υπολογισμό της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, όπως αυτή προβλέπεται από την οδηγία 2003/88, με γνώμονα τον κύριο σκοπό της, ήτοι την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.
I. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το δίκαιο της Ένωσης
6.
Το άρθρο 6 της οδηγίας 2003/88, με τίτλο «Μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας», ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, σε συνάρτηση με τις επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων:
[…]
β)
ο χρόνος εργασίας να μην υπερβαίνει, ανά επταήμερο, τις 48 ώρες, κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών».
7.
Το άρθρο 16 της οδηγίας 2003/88, σχετικά με τις περιόδους αναφοράς, έχει ως εξής:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν:
[…]
β)
για την εφαρμογή του άρθρου 6 (ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας), περίοδο αναφοράς η οποία δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες.
[…]»
8.
Το άρθρο 17, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας αυτής προβλέπει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες παρεκκλίσεις:
«2. Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 3, 4 και 5 επιτρέπεται να θεσπίζονται μέσω της νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής οδού ή με συλλογικές συμβάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων, υπό τον όρο ότι στους οικείους εργαζομένους χορηγούνται ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης ή ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου είναι αντικειμενικώς αδύνατη η χορήγηση ισοδύναμων περιόδων αντισταθμιστικής ανάπαυσης, παρέχεται κατάλληλη προστασία στους οικείους εργαζομένους.
3. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, παρεκκλίσεις [από το άρθρο] 16 είναι δυνατόν να επιτρέπονται:
[…]
β)
για τις δραστηριότητες φύλαξης και επίβλεψης που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη συνεχούς παρουσίας για την προστασία των αγαθών και των προσώπων, ιδίως όταν πρόκειται για φύλακες και θυρωρούς ή επιχειρήσεις φύλαξης·
γ)
για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να εξασφαλισθεί η συνέχεια της υπηρεσίας ή της παραγωγής, […]
[…]».
9.
Το άρθρο 19 της οδηγίας 2003/88, με τίτλο «Περιορισμοί παρεκκλίσεων από τις περιόδους αναφοράς», θεσπίζει τις ακόλουθες διατάξεις:
«Η ευχέρεια παρέκκλισης από το άρθρο 16 στοιχείο β) που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος 3 […] δεν επιτρέπεται να καταλήγει σε περίοδο αναφοράς που να υπερβαίνει τους έξι μήνες. […]»
Β. Το γαλλικό δίκαιο
10.
Όσον αφορά τον χρόνο εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων και των δικαστικών λειτουργών, κατά γενικό κανόνα στο γαλλικό δίκαιο, «η εβδομαδιαία διάρκεια πραγματικής εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ ώρες εντός της ίδιας εβδομάδας ούτε τις σαράντα τέσσερις ώρες κατά μέσο όρο για οποιαδήποτε περίοδο δώδεκα συναπτών εβδομάδων» (άρθρο 3, Ι, του διατάγματος 2000-815) ( 3 ). Παρέκκλιση από τον κανόνα αυτόν επιτρέπεται, μόνον, ιδίως, όταν τούτο παγίως επιβάλλεται από το ίδιο το αντικείμενο της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, για την προστασία, μεταξύ άλλων, προσώπων και αγαθών, κατόπιν διατάγματος υποκείμενου στη διαδικασία του Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας), εκδιδόμενου κατόπιν γνωμοδοτήσεως ορισμένων διοικητικών επιτροπών και του Conseil supérieur de la fonction publique (Ανώτατου Συμβουλίου Δημόσιας Διοίκησης, Γαλλία), το οποίο καθορίζει τις αντισταθμιστικές παροχές που χορηγούνται στις κατηγορίες υπαλλήλων τους οποίους αφορά (άρθρο 3, ΙΙ, στοιχείο a, του διατάγματος 2000-815).
11.
Οι παρεκκλίσεις από τις ελάχιστες εγγυήσεις του χρόνου εργασίας και αναπαύσεως που εφαρμόζονται στο προσωπικό της εθνικής αστυνομίας ρυθμίζονται από το διάταγμα 2002-1279 της 23ης Οκτωβρίου 2002. Το άρθρο 1 του διατάγματος αυτού τροποποιήθηκε από το διάταγμα 2017-109 της 30ής Ιανουαρίου 2017 (στο εξής: διάταγμα 2017-109). Η διάταξη αυτή, όπως τροποποιήθηκε, έχει ως ακολούθως:
«Για την οργάνωση της εργασίας των εν ενεργεία δημοσίων υπαλλήλων των υπηρεσιών της εθνικής αστυνομίας, επιτρέπεται παρέκκλιση από τις ελάχιστες εγγυήσεις του σημείου Ι του άρθρου 3 του ανωτέρω διατάγματος της 25ης Αυγούστου 2000, όταν τούτο επιβάλλεται από τα καθήκοντα δημόσιας ασφάλειας και ειρήνης, δικαστικής αστυνομίας, ενημέρωσης και παροχής πληροφοριών που τους έχουν ανατεθεί.
Η παρέκκλιση αυτή πρέπει εντούτοις να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
1)
Η καταγραφόμενη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, ανά επταήμερο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ ώρες κατά μέσο όρο για περίοδο ενός εξαμήνου του ημερολογιακού έτους·
[…]».
II. Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12.
Στις 28 Μαρτίου 2017, η SCSI προσέφυγε ενώπιον του Conseil d’État (Συμβουλίου της Επικρατείας) ζητώντας την ακύρωση του άρθρου 1 του διατάγματος 2017-109. Η SCSI υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η εν λόγω διάταξη αντιβαίνει στους κανόνες της οδηγίας 2003/88, καθόσον προβλέπει, για τον υπολογισμό της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, προκαθορισμένη περίοδο αναφοράς που εκφράζεται σε εξάμηνα του ημερολογιακού έτους και όχι περίοδο έξι μηνών εκφραζόμενη σε κυλιόμενη βάση χωρίς καθορισμένη έναρξη και λήξη.
13.
Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 6 και του άρθρου 16 της οδηγίας 2003/88 έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν κυλιόμενη περίοδο αναφοράς ή ότι καταλείπουν στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν αν η περίοδος αυτή θα είναι κυλιόμενη ή προκαθορισμένη.
14.
Διερωτάται επίσης, σε περίπτωση που επιτρέπεται μόνο κυλιόμενη περίοδος αναφοράς, αν η εν λόγω περίοδος πρέπει να διατηρεί τον κυλιόμενο χαρακτήρα της όταν επεκτείνεται σε έξι μήνες δυνάμει της παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88.
15.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας), αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχουν οι διατάξεις των άρθρων 6 και 16 της οδηγίας 2003/88 την έννοια ότι επιβάλλουν κυλιόμενη περίοδο αναφοράς ή ότι καταλείπουν στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν αν η περίοδος αυτή θα είναι κυλιόμενη ή προκαθορισμένη;
2)
Σε περίπτωση που οι διατάξεις αυτές ερμηνευθούν ως έχουσες την έννοια ότι επιβάλλουν κυλιόμενη περίοδο αναφοράς, μπορεί η παρεχόμενη στο άρθρο 17 δυνατότητα παρεκκλίσεων από το άρθρο 16, στοιχείο βʹ, να αφορά όχι μόνον τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, αλλά επίσης τον κυλιόμενο χαρακτήρα της;»
III. Νομική ανάλυση
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
16.
Τα υποβληθέντα από το αιτούν δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα στην παρούσα υπόθεση αφορούν την έννοια της «περιόδου αναφοράς» την οποία μπορούν να προβλέπουν τα κράτη μέλη για την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 2003/88 σχετικά με τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας.
17.
Όσον αφορά τη μέση μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, επισημαίνεται, προκαταρκτικώς, ότι η οδηγία 2003/88 προβλέπει δύο καθεστώτα: ένα κοινό καθεστώς και ένα καθεστώς παρεκκλίσεων.
18.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο του κοινού καθεστώτος, η μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας καθορίζεται στο άρθρο 6, στοιχείο βʹ, και στο άρθρο 16, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88. Κατά την πρώτη εκ των διατάξεων αυτών, ο χρόνος εργασίας δεν υπερβαίνει, ανά επταήμερο, τις σαράντα οκτώ ώρες, κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών. Κατά τη δεύτερη, για τον υπολογισμό της ως άνω μέσης μέγιστης διάρκειας, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν περίοδο αναφοράς η οποία δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες.
19.
Εντούτοις, η οδηγία 2003/88 περιέχει επίσης διατάξεις οι οποίες παρέχουν στα κράτη μέλη την ευχέρεια να παρεκκλίνουν από το κοινό καθεστώς της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 2003/88 τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 16 της ίδιας οδηγίας για «τις δραστηριότητες φύλαξης και επίβλεψης που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη συνεχούς παρουσίας για την προστασία των αγαθών και των προσώπων, ιδίως όταν πρόκειται για φύλακες και θυρωρούς ή επιχειρήσεις φύλαξης» και «για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να εξασφαλισθεί η συνέχεια της υπηρεσίας ή της παραγωγής». Ωστόσο, κατά το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, η ευχέρεια αυτή «δεν επιτρέπεται να καταλήγει σε περίοδο αναφοράς που να υπερβαίνει τους έξι μήνες».
20.
Το διάταγμα 2017-109, πάντως, του οποίου η ακύρωση ζητείται στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, αφορά παρέκκλιση από το κοινό καθεστώς σχετικά με τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων και, ειδικότερα, παρέκκλιση που εφαρμόζεται στους εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους των υπηρεσιών της εθνικής αστυνομίας. Όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από τους ενδιαφερομένους που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, η Γαλλική Δημοκρατία, εκδίδοντας το διάταγμα αυτό, έκανε χρήση της ευχέρειας που της παρέχει το άρθρο 17, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/88 να παρεκκλίνει από το κοινό καθεστώς της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας.
21.
Επομένως, οι προπαρατεθείσες στο σημείο 19 ανωτέρω διατάξεις της οδηγίας 2003/88, οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από το κοινό καθεστώς για τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας είναι κρίσιμες στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως ( 4 ).
22.
Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στις διατάξεις της οδηγίας 2003/88 που αφορούν τόσο το κοινό καθεστώς όσο και το σύστημα παρεκκλίσεων σχετικά με τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας χρησιμοποιείται η ίδια έννοια της «περιόδου αναφοράς», στο άρθρο 16, στοιχείο βʹ, και στο άρθρο 19, πρώτο εδάφιο.
23.
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στην οδηγία 2003/88, η έννοια της «περιόδου αναφοράς» για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας είναι ενιαία και ότι, στο πλαίσιο της οδηγίας αυτής, έχει το ίδιο περιεχόμενο και χρήζει ομοιόμορφης ερμηνείας.
24.
Περαιτέρω, δεδομένου ότι στις εν λόγω διατάξεις της οδηγίας 2003/88 δεν περιλαμβάνεται καμία παραπομπή στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, η έννοια αυτή, πρέπει επίσης να εκλαμβάνεται ως αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης και να ερμηνεύεται με ενιαίο τρόπο στο έδαφός της, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που δίδεται εντός των κρατών μελών ( 5 ).
25.
Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται, ωστόσο, ότι από την ανάγνωση των δύο προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) προκύπτει ότι αυτά προϋποθέτουν ενδεχομένως διαφορετική ερμηνεία της έννοιας της «περιόδου αναφοράς», αναλόγως του αν στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόζεται το κοινό καθεστώς ή το καθεστώς παρεκκλίσεων όσον αφορά τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας ( 6 ).
26.
Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του ενιαίου χαρακτήρα της έννοιας της «περιόδου αναφοράς» για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα δύο αυτά ερωτήματα αφορούν, στην πραγματικότητα, την ερμηνεία της ίδιας έννοιας και πρέπει, ως εκ τούτου, να εξεταστούν από κοινού.
27.
Υπό τις συνθήκες αυτές, εκτιμώ ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν οι κρίσιμες διατάξεις της οδηγίας 2003/88 –οι οποίες μνημονεύονται στα σημεία 18 και 19 ανωτέρω- έχουν την έννοια ότι, είτε στο πλαίσιο του κοινού καθεστώτος είτε του καθεστώτος παρεκκλίσεων όσον αφορά τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν «κυλιόμενη» περίοδο αναφοράς ως προς την οποία πρέπει να υπολογίζεται η διάρκεια αυτή ή αν μπορούν επίσης να προβλέπουν «προκαθορισμένη» περίοδο αναφοράς.
28.
Συναφώς, οι μετέχοντες στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου διατύπωσαν κατ’ ουσίαν δύο απόψεις.
29.
Τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση, αφενός, όσο και η SCSI, αφετέρου, υποστηρίζουν ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις της οδηγίας 2003/88 έχουν την έννοια ότι καταλείπουν στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια να προσδώσουν στην περίοδο αναφοράς ως προς την οποία υπολογίζεται η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας κυλιόμενο ή προκαθορισμένο χαρακτήρα.
30.
Εν αντιθέσει προς την Επιτροπή και τη Γαλλική Κυβέρνηση, ωστόσο, η SCSI υποστηρίζει ότι, αν το κράτος μέλος έκανε χρήση της ευχέρειας να παρεκκλίνει από το κοινό καθεστώς ορίζοντας περίοδο αναφοράς έξι μηνών σύμφωνα με το άρθρο 19 της οδηγίας 2003/88, τότε μπορεί να προβλέπεται μόνο κυλιόμενη περίοδος αναφοράς.
31.
Για να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο ερώτημα, κρίνω σκόπιμο, καταρχάς, να αναλύσω το σύστημα της οδηγίας 2003/88 στο πλαίσιο του οποίου εντάσσεται η έννοια της «περιόδου αναφοράς», υπό το πρίσμα των νομολογιακών αρχών που έχει διατυπώσει στον τομέα αυτό το Δικαστήριο. Στη συνέχεια, βάσει της αναλύσεως αυτής, θα είναι δυνατό να συναχθεί η ερμηνεία της εν λόγω έννοιας.
Β. Η οδηγία 2003/88 στη νομολογία του Δικαστηρίου
32.
Κατά πάγια νομολογία, η οδηγία 2003/88 αποσκοπεί στον καθορισμό των ελάχιστων προδιαγραφών για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής και εργασίας των εργαζομένων μέσω της εναρμονίσεως των εθνικών νομοθεσιών που αφορούν ιδίως τη διάρκεια του χρόνου εργασίας ( 7 ).
33.
Η εναρμόνιση αυτή στο επίπεδο της Ένωσης όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας αποσκοπεί στην εξασφάλιση καλύτερης προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, παρέχοντας σε αυτούς ελάχιστες περιόδους αναπαύσεως –ιδίως ημερήσιας και εβδομαδιαίας– καθώς και επαρκή διαλείμματα, και ορίζοντας ανώτατο όριο της μέσης διάρκειας εργασίας ανά εβδομάδα ( 8 ).
34.
Συνεπώς οι διατάξεις της οδηγίας 2003/88 που παρατίθενται στα σημεία 18 και 19 ανωτέρω ρυθμίζουν το ανώτατο όριο της εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας. Το δικαίωμα σε όριο μέγιστης διάρκειας εργασίας κατοχυρώνεται εξάλλου ρητώς στο άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
35.
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επισημάνει ότι το ανώτατο όριο των 48 ωρών, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών, ανά επταήμερο, για την τήρηση του οποίου, κατά το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα, βασίζεται στην ανάγκη τηρήσεως των επιταγών προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ( 9 ).
36.
Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι το ανώτατο όριο αυτό συγκαταλέγεται μεταξύ των προδιαγραφών της οδηγίας 2003/88 οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερης σπουδαιότητας κανόνες του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης που πρέπει να ισχύουν για κάθε εργαζόμενο ως ελάχιστη αναγκαία προδιαγραφή προς διασφάλιση της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας του ( 10 ).
37.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι οι ελάχιστες προδιαγραφές της οδηγίας 2003/88 που αποσκοπούν στη διασφάλιση της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων επιβάλλουν στα κράτη μέλη σαφείς και συγκεκριμένες υποχρεώσεις επιτεύξεως αποτελέσματος όσον αφορά τα δικαιώματα τα οποία τους παρέχει η οδηγία αυτή ( 11 ). Τούτο ισχύει ειδικά ως προς τον κανόνα που θεσπίζει η εν λόγω οδηγία ο οποίος συνίσταται στην καθιέρωση ανώτατου ορίου 48 ωρών, περιλαμβανομένων των υπερωριών, όσον αφορά τη μέση εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας ( 12 ).
38.
Υπό το ίδιο πρίσμα, στηριζόμενο στο γράμμα των άρθρων που προβλέπουν τις ελάχιστες προδιαγραφές, καθώς και στους σκοπούς που επιδιώκει και στο σύστημα που καθιερώνει η οδηγία 2003/88, το Δικαστήριο επισήμανε επίσης την ανάγκη οι εργαζόμενοι να επωφελούνται πράγματι από τα δικαιώματα τα οποία τους παρέχει η οδηγία ( 13 ).
39.
Το Δικαστήριο, επομένως, διευκρίνισε ότι είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται στο ακέραιο η πρακτική αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που χορηγεί η οδηγία 2003/88 στους εργαζομένους, πράγμα που συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν την τήρηση όλων των ελάχιστων προδιαγραφών που θεσπίζει η εν λόγω οδηγία. Η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη σύμφωνη προς τον σκοπό της οδηγίας 2003/88, που συνίσταται στη διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, με την παροχή σε αυτούς της δυνατότητας να επωφελούνται πράγματι από τα δικαιώματα που τους παρέχει η εν λόγω οδηγία ( 14 ).
40.
Τούτου λεχθέντος, καίτοι οι ελάχιστες προδιαγραφές της οδηγίας 2003/88 επιβάλλουν στα κράτη μέλη υποχρεώσεις επιτεύξεως αποτελέσματος προκειμένου να διασφαλίζεται η πρακτική αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που παρέχει στους εργαζομένους η οδηγία αυτή, προκύπτει εντούτοις από την ίδια οδηγία, και ιδίως από την αιτιολογική σκέψη 15, ότι παρέχεται επίσης μια κάποια ελαστικότητα στα κράτη μέλη όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της ( 15 ).
41.
Εντεύθεν προκύπτει, επομένως, ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ορισμένη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τους τρόπους εφαρμογής των εν λόγω ελάχιστων προδιαγραφών, υποχρεούνται συγχρόνως, όμως, όπως ρητώς αναφέρεται στην ίδια αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/88, να διασφαλίζουν πάντοτε την τήρηση των αρχών της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ( 16 ).
Γ. Η ερμηνεία της έννοιας της «περιόδου αναφοράς» για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας
42.
Με βάση το πλαίσιο που περιγράφηκε στις ανωτέρω παραγράφους, πρέπει να οριστεί η «περίοδος αναφοράς», όπως η έννοια αυτή χρησιμοποιείται στην οδηγία 2003/88 για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, και, ειδικότερα, να προσδιοριστεί αν, κατά την ως άνω οδηγία, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν κυλιόμενη περίοδο αναφοράς ή αν επιτρέπεται αυτή να είναι «προκαθορισμένη».
43.
Κατά τη νομολογία, μια αυτοτελής έννοια της Ένωσης, όπως η έννοια της «περιόδου αναφοράς», πρέπει να ερμηνεύεται με ενιαίο τρόπο στο έδαφος της Ένωσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που δίδεται εντός των κρατών μελών, βάσει αντικειμενικών χαρακτηριστικών, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος των σχετικών διατάξεων, καθώς και του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται και του σκοπού που επιδιώκεται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος η εν λόγω έννοια ( 17 ). Πράγματι, μόνο μια αυτοτελής ερμηνεία μπορεί να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας 2003/88 καθώς και την ομοιόμορφη εφαρμογή μιας τέτοιας έννοιας στο σύνολο των κρατών μελών ( 18 ).
44.
Συναφώς, όσον αφορά, πρώτον, τον όρο «περίοδος αναφοράς» και το γράμμα των διατάξεων της οδηγίας 2003/88 στις οποίες γίνεται χρήση της έννοιας αυτής για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, διαπιστώνεται ότι δεν παρέχουν τη δυνατότητα να συναχθεί αν η περίοδος αυτή πρέπει να είναι «κυλιόμενη» ή «προκαθορισμένη».
45.
Συγκεκριμένα, ούτε από την έκφραση «περίοδος αναφοράς» αυτή καθαυτή ούτε από το γράμμα, ιδίως, του άρθρου 16, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/88, προκύπτουν στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναχθεί αν η έναρξη της περιόδου αυτής πρέπει να είναι προκαθορισμένη ή αν πρέπει να μετατίθεται αναλόγως του διανυόμενου χρόνου. Η εν λόγω οδηγία δεν διευκρινίζει με ποιον τρόπο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περίοδος αυτή για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας. Η ανάλυση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων της εν λόγω εκφράσεως και των ως άνω διατάξεων δεν μεταβάλλει τη διαπίστωση αυτή.
46.
Ωστόσο, καίτοι το γεγονός ότι η εν λόγω οδηγία σιωπά ως προς το ζήτημα αυτό δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή οριστικών συμπερασμάτων, φρονώ, εντούτοις, ότι συνηγορεί υπέρ ερμηνείας που να αναγνωρίζει στα κράτη μέλη ορισμένη ευελιξία αφήνοντάς τους τη διακριτική ευχέρεια να ορίζουν αν η περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας θα είναι «προκαθορισμένη» ή «κυλιόμενη».
47.
Όσον αφορά, δεύτερον, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η έννοια της «περιόδου αναφοράς», επισημαίνεται, καταρχάς, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης χρησιμοποίησε σε διάφορες διατάξεις της οδηγίας την έννοια αυτή προκειμένου να καθορίσει την περίοδο εντός της οποίας πρέπει να υπολογίζεται η μέση μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας.
48.
Τούτο ισχύει για το άρθρο 16, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 το οποίο ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν περίοδο αναφοράς που δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για την εφαρμογή της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 6 της ίδιας οδηγίας καθώς και του άρθρου 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής που ορίζει ότι η προβλεπόμενη ιδίως στο άρθρο 17, παράγραφος 3, ευχέρεια παρεκκλίσεως από το άρθρο 16, στοιχείο βʹ, δεν επιτρέπεται να καταλήγει σε περίοδο αναφοράς που να υπερβαίνει τους έξι μήνες.
49.
Στην οδηγία 2003/88, η έννοια της «περιόδου αναφοράς» χρησιμοποιείται ρητώς για τον υπολογισμό της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, μεταξύ άλλων στο άρθρο 17, παράγραφος 5, στο πλαίσιο των παρεκκλίσεων σχετικά με τους ασκούμενους ιατρούς, στο άρθρο 20, παράγραφος 2, ως προς τους εργαζομένους που εκτελούν κυρίως δραστηριότητα ανοικτής θάλασσας, στο άρθρο 21, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ως προς τους εργαζομένους στα αλιευτικά ποντοπόρα πλοία που φέρουν σημαία κράτους μέλους, και στο άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και εʹ, που αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν το άρθρο 6 της οδηγίας 2003/88. Οι διατάξεις αυτές, ωστόσο, δεν παρέχουν καμία συγκεκριμένη ένδειξη ως προς το αν η «περίοδος αναφοράς» θα είναι «κυλιόμενη» ή «προκαθορισμένη».
50.
Από συστηματικής απόψεως, επισημαίνεται ότι στη οδηγία 2003/88 έννοια της «περιόδου αναφοράς» χρησιμοποιείται όχι μόνο για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας αλλά και για άλλους σκοπούς. Ειδικότερα, αφενός, το άρθρο 16, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής ορίζει την περίοδο αναφοράς την οποία τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν για την εφαρμογή του άρθρου 5 της εν λόγω οδηγίας σχετικά με την ελάχιστη εβδομαδιαία ανάπαυση και, αφετέρου, το άρθρο 16, στοιχείο γʹ, της ίδιας οδηγίας χρησιμοποιεί την ίδια έννοια για την εφαρμογή του άρθρου 8 της εν λόγω οδηγίας σχετικά με τη διάρκεια της νυκτερινής εργασίας.
51.
Όσον αφορά, ειδικότερα, την έννοια της «περιόδου αναφοράς» σχετικά με τον υπολογισμό της ελάχιστης περιόδου εβδομαδιαίας αναπαύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 5 και του άρθρου 16, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2003/88, επισημαίνεται ότι, στην απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Maio Marques da Rosa (C‑306/16, EU:C:2017:844), ιδίως στη σκέψη 43, το Δικαστήριο έκρινε ότι «ως περίοδος αναφοράς δύναται να ορισθεί συγκεκριμένη περίοδος εντός της οποίας πρέπει να χορηγείται ορισμένος αριθμός ωρών συνεχούς αναπαύσεως, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου κατά το οποίο χορηγούνται αυτές οι ώρες αναπαύσεως» ( 19 ).
52.
Στηριζόμενη στον ορισμό αυτόν που έγινε δεκτός από το Δικαστήριο, ο οποίος ωστόσο, αφορούσε την ελάχιστη περίοδο εβδομαδιαίας αναπαύσεως κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88, η Γαλλική Δημοκρατία προβάλλει ότι η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 16, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής περίοδος αναφοράς για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας πρέπει, κατ’ αναλογίαν, να νοείται ως προκαθορισμένη περίοδος.
53.
Συναφώς, επισημαίνεται εντούτοις ότι το ζήτημα το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση Maio Marques da Rosa ήταν διαφορετικό από το τιθέμενο στην υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο είχε κληθεί να κρίνει αν η ελάχιστη περίοδος εβδομαδιαίας συνεχούς αναπαύσεως είκοσι τεσσάρων ωρών, την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 5, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/88, επιβάλλεται να χορηγείται το αργότερο την ημέρα που έπεται της περιόδου έξι συνεχόμενων ημερών εργασίας.
54.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 5 περίοδος επτά ημερών μπορεί να θεωρηθεί ως «περίοδος αναφοράς» και όρισε, όπως προκύπτει από το σημείο 51 των παρουσών προτάσεων, την έννοια της «περιόδου αναφοράς» προς τον σκοπό αυτόν χρησιμοποιώντας τους όρους «συγκεκριμένη περίοδος».
55.
Εντούτοις, εκτιμώ ότι, διά της χρήσεως του όρου «συγκεκριμένη» στον ορισμό αυτόν, το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι κατ’ ορθή ερμηνεία της έννοιας της «περιόδου αναφοράς» η έναρξη της εν λόγω περιόδου πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι προκαθορισμένη, ότι πρέπει δηλαδή να αντιστοιχεί σε προκαθορισμένη ημερομηνία. Το ζήτημα αυτό, εξάλλου, δεν αποτελούσε αντικείμενο της εκκρεμούσας ενώπιον του Δικαστηρίου υποθέσεως. Αντιθέτως, με τον όρο «συγκεκριμένη», το Δικαστήριο, κατά τη γνώμη μου, εννοούσε ότι η περίοδος αναφοράς είναι ορισμένη περίοδος υπό την έννοια ότι έχει καθορισμένη διάρκεια, εν προκειμένω, κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88, επτά ημερών. Προσθέτω, εξάλλου, ότι, στη σκέψη 43 της αποφάσεως Maio Marques da Rosa το Δικαστήριο περιόρισε ρητώς το πεδίο εφαρμογής του ορισμού «στο πλαίσιο αυτό», ήτοι στο πλαίσιο της διατάξεως σχετικά με την εβδομαδιαία ανάπαυση.
56.
Υπό τις συνθήκες αυτές, αντιθέτως προς όσα προβάλλει η Γαλλική Δημοκρατία, δεν είναι δυνατό, κατά την άποψή μου, να συναχθούν οριστικά συμπεράσματα από τον ορισμό της έννοιας της «περιόδου αναφοράς» που έδωσε το Δικαστήριο στη σκέψη 43 της αποφάσεως Maio Marques da Rosa (C-306/16, EU:C:2017:844) σχετικά με την ελάχιστη εβδομαδιαία ανάπαυση ως προς το ζήτημα αν η περίοδος αναφοράς την οποία κατά την οδηγία 2003/88 μπορούν να χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη για τον υπολογισμό της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας πρέπει να είναι «προκαθορισμένη» ή «κυλιόμενη».
57.
Αντιθέτως, ο ορισμός που έγινε δεκτός από το Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση Maio Marques da Rosa μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον ορισμό της περιόδου αναφοράς όσον αφορά τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας ως συγκεκριμένης περιόδου εντός της οποίας η μέση εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνει ορισμένο αριθμό ωρών.
58.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ούτε η συστηματική ανάλυση καθιστά δυνατό να συναχθεί με βεβαιότητα αν η έννοια της «περιόδου αναφοράς» για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να την καθορίζουν σε «κυλιόμενη» βάση ή αν τα κράτη μέλη, αντιθέτως, έχουν εξίσου την ευχέρεια να την «προκαθορίζουν».
59.
Όσον αφορά, τρίτον, τον σκοπό της οδηγίας 2003/88, όπως εξέθεσα στα σημεία 32 και 33 ανωτέρω, η οδηγία αυτή έχει ως σκοπό την αποτελεσματική προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.
60.
Ο κεντρικός ρόλος του κύριου αυτού σκοπού της οδηγίας 2003/88 στο πλαίσιο των ρυθμίσεων που αφορούν τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας επιβεβαιώνεται τόσο από τη ρητή πρόβλεψη, στο άρθρο 6 της οδηγίας 2003/88, ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα σχετικά με τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας «σε συνάρτηση με τις επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων» ( 20 ), όσο και από το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 ως διάταξη της οποίας την πλήρη αποτελεσματικότητα πρέπει να διασφαλίζουν τα κράτη μέλη εμποδίζοντας την υπέρβαση της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 ( 21 ).
61.
Η επίμαχη έννοια της «περιόδου αναφοράς» πρέπει συνεπώς να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του κύριου σκοπού της οδηγίας 2003/88 και της υποχρεώσεως που βαρύνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν, προς επίτευξή του, την πλήρη αποτελεσματικότητα των προδιαγραφών της οδηγίας 2003/88 σχετικά με τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια του χρόνου εργασίας.
62.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, μια μέθοδος υπολογισμού της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας βάσει κυλιόμενης περιόδου αναφοράς ανταποκρίνεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο στον κύριο σκοπό της οδηγίας 2003/88 που συνίσταται στην προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.
63.
Πράγματι, αφενός, διά της εφαρμογής μιας τέτοιας μεθόδου υπολογισμού, η έναρξη της περιόδου αναφοράς δεν είναι σταθερή, αλλά μετατίθεται αναλόγως του διανυόμενου χρόνου, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η τήρηση της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας διασφαλίζεται ανεξαρτήτως της επιλογής του χρόνου ενάρξεως της περιόδου. Μια τέτοια μέθοδος, δηλαδή, διασφαλίζει την ανά πάσα στιγμή τήρηση της μέσης μεγίστης εβδομαδιαίας διαρκείας εργασίας.
64.
Αφετέρου, με την επιλογή μιας τέτοιας μεθόδου αποτρέπεται το ενδεχόμενο εργαζόμενος να διανύσει συνεχόμενες εντατικές περιόδους εργασίας στο πλαίσιο δύο διαδοχικών περιόδων αναφοράς και εξαλείφεται συνεπώς ο κίνδυνος ο εργαζόμενος να υπερβαίνει, κατά μέσο όρο, το εβδομαδιαίο όριο των σαράντα οκτώ ωρών εργασίας για μεγάλα χρονικά διαστήματα καθώς και ο κίνδυνος δημιουργίας καταστάσεων στις οποίες, παρά την τυπική τήρηση της μέγιστης διάρκειας εργασίας, διακυβεύεται η ασφάλεια και η υγεία του εργαζομένου ( 22 ).
65.
Το ζήτημα περιπλέκεται, αντιθέτως, στην περίπτωση εφαρμογής μεθόδου υπολογισμού της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας βάσει «προκαθορισμένης» περιόδου αναφοράς η οποία έχει συγκεκριμένο χρονικό σημείο ενάρξεως. Για την εκτίμηση του αν η εφαρμογή τέτοιας μεθόδου είναι συμβατή με την οδηγία 2003/88, ως αφετηρία πρέπει να ληφθούν δύο στοιχεία.
66.
Πρώτον, όπως επισήμανα στα σημεία 40 και 41 ανωτέρω, η οδηγία 2003/88 αναγνωρίζει στα κράτη μέλη ορισμένη ελαστικότητα όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεών της και επομένως τα κράτη μέλη έχουν ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς τον τρόπο εφαρμογής τους. Στο πλαίσιο της ελαστικότητας αυτής, τα κράτη μέλη δύνανται να συνεκτιμούν, στις διατάξεις μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, απαιτήσεις που συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την προστασία συμφερόντων γενικού χαρακτήρα, όπως η προστασία της δημόσιας τάξεως, ή ιδιαιτερότητες ειδικών δραστηριοτήτων που απαιτούν ορισμένου βαθμού ευελιξία στην οργάνωση του χρόνου εργασίας. Υπό το πρίσμα αυτό εξάλλου το κεφάλαιο 5 της οδηγίας 2003/88 προβλέπει δυνατότητες παρεκκλίσεως και εξαιρέσεις από ορισμένες διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.
67.
Βεβαίως, όπως προκύπτει ρητώς από την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2003/88, η ελαστικότητα αυτή οριοθετείται απολύτως από την απαίτηση τηρήσεως του πρωταρχικού σκοπού της οδηγίας 2003/88 και συνεπώς δεν μπορεί να οδηγεί σε παράβαση των επιταγών προστασίας της ασφάλειας και της υγείας του εργαζομένου τις οποίες εγγυάται η εν λόγω οδηγία.
68.
Δεύτερον, η επιλογή μεθόδου υπολογισμού της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας βάσει «προκαθορισμένης» περιόδου αναφοράς δεν συνεπάγεται αυτομάτως παράβαση των επιταγών αυτών. Πράγματι, η επιλογή «κυλιόμενης» ή «προκαθορισμένης» περιόδου αναφοράς για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας είναι μόνον ένα μεταξύ άλλων στοιχείων –όπως ο μέγιστος αριθμός ωρών εβδομαδιαίας εργασίας ή η διάρκεια της περιόδου αναφοράς– τα οποία λαμβάνονται υπόψη στις εθνικές διατάξεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Επομένως, σύστημα οργανώσεως του χρόνου εργασίας βάσει κυλιόμενης περιόδου αναφοράς δεν είναι κατ’ ανάγκην πάντοτε πιο προστατευτικό για τους εργαζομένους σε σύγκριση με σύστημα προκαθορισμένης περιόδου αναφοράς, όπως προέκυψε από ορισμένα από τα παραδείγματα που προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ( 23 ).
69.
Ασφαλώς, αν κράτος μέλος επιλέξει σύστημα οργανώσεως του χρόνου βάσει «προκαθορισμένης» περιόδου αναφοράς, και συγκεκριμένα μεγάλης διάρκειας και στο πλαίσιο καθεστώτος παρεκκλίσεων, υφίσταται το ενδεχόμενο δημιουργίας καταστάσεων, όπως η αναφερθείσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ( 24 ), στις οποίες δεν διασφαλίζεται η τήρηση των επιταγών προστασίας της ασφάλειας και της υγείας του εργαζομένου. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα σημεία 35 έως 39 και 60 των παρουσών προτάσεων, το κράτος μέλος υποχρεούται να διασφαλίζει ότι δεν θα προκύπτουν τέτοιου είδους καταστάσεις. Υπέχει, συγκεκριμένα, υποχρέωση να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα του κανόνα της οδηγίας 2003/88 ο οποίος προβλέπει ανώτατο όριο 48 ωρών για τη μέση εβδομαδιαία διάρκεια καθώς και να διασφαλίζει τα δικαιώματα που απονέμει ο κανόνας αυτός στους εργαζομένους.
70.
Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι, μολονότι μέθοδος υπολογισμού της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας βάσει κυλιόμενης περιόδου αναφοράς διασφαλίζει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την τήρηση των επιταγών προστασίας της ασφάλειας και της υγείας και συνιστά, ως εκ τούτου, την πρώτη επιλογή για τη μεταφορά των οικείων διατάξεων της οδηγίας 2003/88 στο εθνικό δίκαιο, ιδίως σε περίπτωση καθεστώτος παρεκκλίσεων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17 της οδηγίας αυτής, τούτο δεν σημαίνει εντούτοις ότι τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας την οποία διαθέτουν, δεν μπορούν να προβλέπουν τη χρήση προκαθορισμένης περιόδου αναφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται η τήρηση των επιταγών προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.
71.
Σε μια τέτοια περίπτωση, για την τήρηση των επιταγών αυτών πρέπει, κατά την άποψή μου, να πληρούνται δύο προϋποθέσεις.
72.
Αφενός, όταν επιλέγει να προβλέψει μέθοδο υπολογισμού της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας με τη χρήση προκαθορισμένης περιόδου αναφοράς, είναι ιδιαίτερα σημαντικό το κράτος μέλος να διασφαλίζει την ύπαρξη και την εφαρμογή αποτελεσματικών μέσων οργανώσεως της εργασίας, ελέγχου και εγγυήσεων προληπτικού χαρακτήρα που καθιστούν δυνατή την αποτροπή παραβάσεων των εν λόγω επιταγών προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων λόγω της οργανώσεως του ωραρίου εργασίας. Εναπόκειται στο κράτος μέλος να επιλέξει τους προληπτικούς μηχανισμούς που κρίνει πρόσφορους για τον σκοπό αυτόν. Τα μέσα αυτά πρέπει ωστόσο να διασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα του δικαιώματος σε μέση μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια που παρέχει η οδηγία 2003/88 –και το άρθρο 31, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων– στους εργαζομένους.
73.
Αφετέρου, το κράτος μέλος οφείλει επίσης να διασφαλίζει ότι, σε περίπτωση που οι προληπτικοί αυτοί μηχανισμοί αποδεικνύονται μη αποτελεσματικοί και, παρά την ύπαρξή τους, προκύπτει παράβαση των επιταγών προστασίας της ασφάλειας και της υγείας του εργαζομένου, ο εργαζόμενος να μπορεί να έχει στη διάθεσή του, ex post, αποτελεσματικά τόσο ενδοεπιχειρησιακά ή διοικητικά όσο και ένδικα μέσα προστασίας μέσω των οποίων θα έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την άμεση άρση τυχόν παραβάσεως των εν λόγω επιταγών.
74.
Εν συντομία, αν το κράτος μέλος επιλέξει να προβλέψει στην εθνική του νομοθεσία μέθοδο υπολογισμού της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας βάσει προκαθορισμένης περιόδου αναφοράς, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που η περίοδος αυτή είναι μεγάλη και αφορά καθεστώς παρεκκλίσεων, οφείλει να διασφαλίζει ότι υφίστανται οργανωτικοί, διαδικαστικοί και δικαιοδοτικοί μηχανισμοί ικανοί να εξασφαλίσουν, in concreto, ότι οι επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας του εργαζομένου τηρούνται πράγματι κατά την οργάνωση του χρόνου εργασίας και ότι δεν προκύπτουν παραβιάσεις των επιταγών αυτών ή, ακόμη και αν, παρά ταύτα, προκύπτουν, θα αίρονται χωρίς καθυστέρηση.
75.
Εναπόκειται, εν τέλει, στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει αν στη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του, στην περίπτωση που το κράτος μέλος έχει επιλέξει τη χρήση «προκαθορισμένης» περιόδου αναφοράς, υφίστανται ή όχι τέτοιοι αποτελεσματικοί μηχανισμοί και αν πληρούνται οι προαναφερθείσες δύο προϋποθέσεις, οπότε η προσβαλλόμενη ενώπιόν του εθνική ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί συμβατή προς το δίκαιο της Ένωσης και ειδικά προς την οδηγία 2003/88.
Δ. Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
76.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων και της ερμηνείας που προτείνω να δοθεί στην έννοια της «περιόδου αναφοράς» για τον υπολογισμό της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, όπως χρησιμοποιείται στην οδηγία 2003/88, εκτιμώ ότι στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της ελαστικότητας που τους παρέχει η οδηγία αυτή, είναι ελευθέρα να επιλέγουν μέθοδο υπολογισμού της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας βάσει είτε «κυλιόμενης» είτε «προκαθορισμένης» περιόδου αναφοράς.
77.
Ωστόσο, σε περίπτωση που κράτος μέλος αποφασίσει να χρησιμοποιήσει «προκαθορισμένη» περίοδο αναφοράς, οφείλει να διασφαλίζει ότι υφίστανται οργανωτικοί, διαδικαστικοί και δικαιοδοτικοί μηχανισμοί οι οποίοι είναι ικανοί να εξασφαλίσουν, in concreto, ότι οι επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας του εργαζομένου τηρούνται πράγματι κατά την οργάνωση του χρόνου εργασίας και ότι δεν προκύπτουν παραβιάσεις των επιταγών αυτών κατά την οργάνωση του χρόνου εργασίας ή, ακόμη και αν, παρά ταύτα, προκύπτουν, ότι είναι δυνατή η αποτελεσματική άρση τους χωρίς καθυστέρηση.
78.
Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, μόνο αρμόδιο για την ερμηνεία του εθνικού δικαίου, να διαπιστώσει κατά πόσον η εθνική ρύθμιση πληροί τις απαιτήσεις αυτές.
79.
Εντούτοις, κατά την εκτίμηση στην οποία καλείται να προβεί το εν λόγω δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τα ερμηνευτικά στοιχεία που του παρέχει το Δικαστήριο. Υπό το πρίσμα αυτό, προκειμένου να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο μια όσο το δυνατόν χρήσιμη απάντηση για να επιλύσει την εκκρεμή ενώπιόν του υπόθεση οι ακόλουθες παρατηρήσεις θα μπορούσαν να αποδειχθούν κρίσιμες.
80.
Πράγματι, βάσει των πληροφοριών που παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφης και προφορικής διαδικασίας, εγείρονται αμφιβολίες κατά πόσον, εν προκειμένω, πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις τηρήσεως των επιταγών προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Αφενός, δεν προκύπτει η ύπαρξη αποτελεσματικού συστήματος προληπτικού ελέγχου το οποίο να μπορεί να διασφαλίσει ότι, στο πλαίσιο καθεστώτος παρεκκλίσεως όπως αυτό της ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αμφισβητούμενης ρυθμίσεως, δεν δημιουργούνται καταστάσεις στις οποίες η τήρηση των επιταγών προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των οικείων εργαζομένων δεν εξασφαλίζεται. Συγκεκριμένα, υποστηρίχθηκε ότι, αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει στον ιδιωτικό τομέα, δεν υφίσταται ανεξάρτητος φορέας που να μπορεί να παρέμβει άμεσα και να υποχρεώσει τον εργοδότη να άρει τις παραβάσεις των εν λόγω επιταγών και ότι είναι, ουσιαστικά, αδύνατη η εξάλειψη τέτοιων καταστάσεων.
81.
Αφετέρου, υποστηρίχθηκε ότι ούτε τα συστήματα ex post διοικητικών και ένδικων προσφυγών για τον τερματισμό καταστάσεων που συνιστούν παραβάσεις των εν λόγω επιταγών είναι αποτελεσματικά. Κατά τα φαινόμενα, κατά κανόνα δεν δίνεται απάντηση στις ιεραρχικές προσφυγές, τα ασφαλιστικά μέτρα υπόκεινται σε πολύ αυστηρές προϋποθέσεις και ως εκ τούτου σπανίως χορηγούνται και οι προσφυγές ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων εκδικάζονται σε χρόνο που κυμαίνεται από ένα έως τέσσερα έτη, οπότε η μόνη μορφή προστασίας που διαθέτουν στην πραγματικότητα οι εργαζόμενοι είναι, ουσιαστικά, ενδεχόμενη εκ των υστέρων αποζημίωση.
82.
Εναπόκειται, προφανώς, στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν υφίστανται οι οργανωτικοί, διαδικαστικοί και δικαιοδοτικοί μηχανισμοί που είναι ικανοί να διασφαλίζουν, in concreto, ότι τηρούνται πράγματι οι επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Εντούτοις, ελλείψει τέτοιων εγγυήσεων, η πρόβλεψη «προκαθορισμένης» περιόδου αναφοράς, όπως αυτή της επίμαχης εθνικής ρυθμίσεως, παρίσταται ασυμβίβαστη με το δίκαιο της Ένωσης.
IV. Πρόταση
83.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία) ως εξής:
Το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, το άρθρο 16, στοιχείο βʹ, το άρθρο 17, παράγραφος 3, και το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, έχουν την έννοια ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέξουν μέθοδο υπολογισμού της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας βάσει «κυλιόμενης» ή «προκαθορισμένης» περιόδου αναφοράς. Εντούτοις, σε περίπτωση που κράτος μέλος αποφασίσει να χρησιμοποιήσει «προκαθορισμένη» περίοδο αναφοράς, οφείλει να διασφαλίζει ότι υφίστανται οργανωτικοί, διαδικαστικοί και δικαιοδοτικοί μηχανισμοί ικανοί να εξασφαλίσουν, in concreto, ότι οι επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας του εργαζομένου τηρούνται πράγματι κατά την οργάνωση του χρόνου εργασίας και ότι δεν προκύπτουν παραβάσεις των επιταγών αυτών ή, εφόσον προκύπτουν, ότι είναι δυνατή η αποτελεσματική άρση τους χωρίς καθυστέρηση. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, μόνο αρμόδιο για την ερμηνεία του εθνικού δικαίου, να διαπιστώσει κατά πόσον η εθνική ρύθμιση πληροί τις απαιτήσεις αυτές.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ 2003, L 299, σ. 9).
( 3 ) Διάταγμα 2000-815, της 25ης Αυγούστου 2000, σχετικά με την οργάνωση και τη μείωση του χρόνου εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων και των δικαστικών λειτουργών (στο εξής: διάταγμα 2000-815).
( 4 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Maio Marques da Rosa (C‑306/16, EU:C:2017:844, σκέψεις 35 και 36).
( 5 ) Βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Maio Marques da Rosa (C-306/16, EU:C:2017:844, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 6 ) Συγκεκριμένα, με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί αν η «περίοδος αναφοράς στο πλαίσιο του καθεστώτος παρεκκλίσεων μπορεί να έχει προκαθορισμένο χαρακτήρα όταν στο πλαίσιο του κοινού καθεστώτος πρέπει να είναι κυλιόμενη.
( 7 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2010, Fuß (C-243/09, EU:C:2010:609, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), καθώς και της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras (C-266/14, EU:C:2015:578, σκέψη 23 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 8 ) Όπ.π.
( 9 ) Πρβλ. απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, Fuß (C-243/09, EU:C:2010:609, σκέψη 33).
( 10 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2010, Fuß (C-243/09, EU:C:2010:609, σκέψη 33), και της 23ης Δεκεμβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C-180/14,μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:840, σκέψη 34). Σχετικά με την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 2003/88, βλ. τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στα σημεία 45 έως 54 των προτάσεών μου της 31ης Ιανουαρίου 2019 επί της υποθέσεως CCOO (C-55/18, EU:C:2019:87, και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 11 ) Πρβλ. απόφαση της 7 Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C-484/04, EU:C:2006:526, σκέψη 37), όσον αφορά την οδηγία 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ 1993, L 307, σ. 18), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2000/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 2000 (ΕΕ 2000, L 195, σ. 41) (στο εξής: οδηγία 93/104), της οποίας οι σχετικές διατάξεις είχαν ουσιαστικά πανομοιότυπη διατύπωση με τις αντίστοιχες της οδηγίας 2003/88. Η υπογράμμιση δική μου.
( 12 ) Πρβλ., όσον αφορά την οδηγία 93/104, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2004, Pfeiffer κ.λπ. (C‑397/01 έως C-403/01, EU:C:2004:584, σκέψη 104).
( 13 ) Πρβλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C-484/04, EU:C:2006:526, σκέψη 39)· η υπογράμμιση δική μου.
( 14 ) Πρβλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C-484/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C‑484/04, EU:C:2006:526, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 15 ) Βλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Maio Marques da Rosa (C-306/16, EU:C:2017:844, σκέψη 46).
( 16 ) Σχετικά με τη διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη από την οδηγία 2003/88, βλ. επίσης σημεία 86 επ. των προτάσεών μου επί της υποθέσεως CCOO που μνημονεύονται στην υποσημείωση 10 των παρουσών προτάσεων.
( 17 ) Πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Maio Marques da Rosa (C-306/16, EU:C:2017:844, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 18 ) Πρβλ. διάταξη της 4ης Μαρτίου 2011, Grigore (C-258/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:122, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), καθώς και, όσον αφορά την οδηγία 93/104, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2005, Dellas κ.λπ. (C-14/04, EU:C:2005:728, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
( 19 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 20 ) Συναφώς, επισημαίνεται ότι, ακόμη και όταν η οδηγία 2003/88, στο άρθρο της 22, παράγραφος 1, αναγνωρίζει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να μην εφαρμόσει το άρθρο 6, το εν λόγω κράτος μέλος υποχρεούται να τηρεί «τις γενικές αρχές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων». Βλ., επίσης, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, Fuß (C-243/09, EU:C:2010:609, σκέψη 34 in fine).
( 21 ) Βλ. αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 2004, Pfeiffer κ.λπ. (C-397/01 έως C-403/01, EU:C:2004:584, σκέψη 118), και της 14ης Οκτωβρίου 2010, Fuß (C-243/09, EU:C:2010:609, σκέψη 51). Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη την επίτευξη του θεμελιώδους αυτού σκοπού, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να καθορίζουν μονομερώς το περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως, εξαρτώντας από οποιαδήποτε προϋπόθεση ή περιορισμό το δικαίωμα των εργαζομένων να μην υπερβαίνει η μέση εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας τις 48 ώρες (όπ.π., αντίστοιχα σκέψη 99 και σκέψη 52) και αναγνώρισε ότι το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 παρέχει απευθείας δικαιώματα των οποίων η πρακτική αποτελεσματικότητα πρέπει να διασφαλίζεται στο ακέραιο στην εσωτερική έννομη τάξη (απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, Fuß, C-243/09, EU:C:2010:609, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Βλ., επίσης, σημεία 35 έως 39 των παρουσών προτάσεων και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.
( 22 ) Βλ. το παράδειγμα στην υποσημείωση 24 των παρουσών προτάσεων.
( 23 ) Συναφώς, η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, επισήμανε ορθώς ότι, παραδείγματος χάριν, εργαζόμενος που υπόκειται σε κανόνα εθνικού δικαίου που καθορίζει μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας πολύ μικρότερη του προβλεπόμενου στο άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 ανώτατου ορίου των 48 ωρών και η οποία πρέπει να υπολογίζεται βάσει προκαθορισμένης περιόδου αναφοράς τριών εβδομάδων τυγχάνει καλύτερης προστασίας από εργαζόμενο υποκείμενο στο ανώτατο όριο των σαράντα οκτώ ωρών εβδομαδιαίως υπολογιζόμενο βάσει κυλιόμενης περιόδου αναφοράς έξι μηνών.
( 24 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η συζήτηση μεταξύ των μετεχόντων στην προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου μερών είχε ως επίκεντρο ένα παράδειγμα υποθετικής καταστάσεως στην οποία, σε προκαθορισμένη περίοδο έξι ημερολογιακών μηνών (1η Ιανουαρίου-30 Ιουνίου) εργαζόμενος θα εργαζόταν 36 ώρες εβδομαδιαίως κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών και 60 ώρες εβδομαδιαίως κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων μηνών, πράγμα που ισοδυναμεί με μέσο όρο 48 ωρών εβδομαδιαίως για τους έξι μήνες και, κατά την επόμενη προκαθορισμένη ημερολογιακή περίοδο (1η Ιουλίου-31 Δεκεμβρίου), ο εργαζόμενος θα εργαζόταν 60 ώρες την εβδομάδα κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών και 36 ώρες εβδομαδιαίως κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων μηνών (και η περίπτωση αυτή ισοδυναμεί με μέση διάρκεια 48 ωρών εβδομαδιαίως για τους έξι μήνες). Σε μια τέτοια περίπτωση, κατά τη διάρκεια καθεμίας από τις δύο αυτές προκαθορισμένες διαδοχικές ημερολογιακές περιόδους, η μέση εβδομαδιαία διάρκεια θα ήταν πράγματι 48 ώρες εβδομαδιαίως. Εντούτοις, αν ληφθεί υπόψη ο αριθμός των ωρών εργασίας από 1η Απριλίου έως 30 Σεπτεμβρίου, διαπιστώνεται ότι ο εργαζόμενος θα είχε εργαστεί 60 ώρες εβδομαδιαίως για έξι μήνες. Οι διάδικοι συμφώνησαν ότι, σε μια τέτοια υποθετική περίπτωση, η κατάσταση αυτή θα αποτελούσε παράβαση των επιταγών προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.