ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 7ης Αυγούστου 2018 ( 1 ) ( 2 )
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑325/18 PPU και C‑375/18 PPU
Hampshire County Council
κατά
C.E.,
N.E.
[αιτήσεις του Court of Appeal (εφετείου, Ιρλανδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Επείγουσα προδικαστική διαδικασία – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 – Αρμοδιότητα, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σχετικά με τη γονική μέριμνα – Σχέση με τη Σύμβαση της Χάγης για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών – Αίτηση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας – Προσφυγή – Προθεσμία ασκήσεως της εν λόγω προσφυγής – Δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας – Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – Περιεχόμενο – Εκτέλεση αποφάσεως πριν επιδοθεί στους θιγόμενους γονείς η απόφαση που την κηρύσσει εκτελεστή – Διαφύλαξη της πρακτικής αποτελεσματικότητας της προσφυγής κατά της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας – Προσωρινή διαταγή»
Περιεχόμενα
I. Εισαγωγή
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της Ένωσης
1. Η Σύμβαση της Χάγης
2. Ο κανονισμός 2201/2003
Β. Το ιρλανδικό δίκαιο
III. Ιστορικό της διαφοράς
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα προδικαστικά ερωτήματα
V. Εκτίμηση
Α. Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
Β. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑325/18 PPU
1. Η δυνατότητα να ζητηθεί η κήρυξη της εκτελεστότητας αποφάσεως σχετικά με τη γονική μέριμνα βάσει του κανονισμού 2201/2003, ανεξαρτήτως της διαδικασίας της Χάγης
2. Η αδυναμία να ζητηθεί δυνάμει του κανονισμού 2201/2003 η κήρυξη της εκτελεστότητας αποφάσεως διατάσσουσας την επιστροφή παιδιού που δεν συνδέεται με απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
Γ. Επί του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑325/18 PPU και επί του προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑375/18 PPU
1. Επί της προθεσμίας (δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑325/18 PPU)
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
β) Επί της δυνατότητας παρατάσεως της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003
γ) Επί της σταθμίσεως που πρέπει να πραγματοποιηθεί όσον αφορά την παράταση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003
1) Η έκταση της υπερβάσεως της προθεσμίας
2) Οι σκοποί του κανονισμού 2201/2003
3) Η προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας
4) Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μη τηρήσεως της προθεσμίας και της συμπεριφοράς της διοικήσεως
5) Η συμπεριφορά των μερών
δ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
2. Επί της προσωρινής διαταγής (υπόθεση C‑375/18 PPU)
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
β) Σχετικά με την απαγόρευση των anti-suit injunctions [διαταγών περί αποχής από την κίνηση ή τη συνέχιση ένδικης διαδικασίας]
γ) Επί της χρησιμότητας προσωρινής διαταγής υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης
δ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
VI. Πρόταση
I. Εισαγωγή
1.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003, λεγόμενος «κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα» ( 3 ), είναι ο μηχανισμός της Ένωσης που έχει ιδιαίτερη σημασία, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις που αφορούν την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεως σχετικά με τη γονική μέριμνα σε άλλο κράτος μέλος. Σε περίπτωση παράνομης μετακινήσεως παιδιών κατά προσβολή δικαιώματος επιμέλειας, ο κανονισμός αυτός ενσωματώνει και συμπληρώνει τις διατάξεις της Συμβάσεως για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, η οποία συνήφθη στη Χάγη στις 25 Οκτωβρίου 1980 (στο εξής: Σύμβαση της Χάγης).
2.
Στην παρούσα υπόθεση τίθεται το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ των δύο αυτών μηχανισμών, σε υπόθεση στην οποία οικογένεια Άγγλων, υπό την απειλή της απομακρύνσεως των παιδιών τους από τοπική αρχή προστασίας παιδιών, διέφυγε στην Ιρλανδία με βρέφος ηλικίας δύο ή τριών ημερών και δύο παιδιά ηλικίας τριών και πέντε ετών.
3.
Κατόπιν αιτήσεως της τοπικής αρχής, ερήμην των γονέων, εξεδόθη κατ’ αρχάς διάταξη αγγλικού δικαστηρίου που έθετε τα παιδιά υπό καθεστώς δικαστικής επιτροπείας και διέτασσε την επιστροφή τους στην Αγγλία, εν συνεχεία δε, εξεδόθη απόφαση ιρλανδικού δικαστηρίου περί κηρύξεως της εκτελεστότητας βάσει του κανονισμού 2201/2003. Τέλος, πριν ακόμη από την επίδοση της αποφάσεως αυτής περί κηρύξεως της εκτελεστότητας στους γονείς, η αγγλική αρχή, επικουρούμενη από την ομόλογη ιρλανδική αρχή, προχώρησε σε εκτέλεση ώστε να επιστρέψουν τα παιδιά στην Αγγλία εν αγνοία των γονέων τους. Οι γονείς άσκησαν στην Ιρλανδία, με καθυστέρηση δύο ημερών σε σχέση με την προθεσμία που προβλέπεται στον κανονισμό 2201/2003, προσφυγή κατά της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας. Εν τω μεταξύ, η αγγλική αρχή κίνησε στην Αγγλία διαδικασία για την υιοθεσία του βρέφους.
4.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο, πρώτον, εάν το γεγονός ότι η αγγλική αρχή επικαλέστηκε τις γενικές διατάξεις του κανονισμού 2201/2003 για την εκτέλεση αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να κηρυχθεί εκτελεστή η αγγλική απόφαση στην Ιρλανδία συνιστά καταστρατήγηση των ειδικών διαδικασιών που προβλέπονται σε υποθέσεις διεθνούς απαγωγής παιδιών από τη Σύμβαση της Χάγης σε συνδυασμό με τον κανονισμό 2201/2003.
5.
Εν συνεχεία, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν μπορεί να παραταθεί η προθεσμία του άρθρου 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003 για την άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως η οποία κηρύσσει την εκτελεστότητα, ιδίως σε περίπτωση που μια απόφαση εκτελέστηκε πριν από την επίδοση της αποφάσεως που την κηρύσσει εκτελεστή στο πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση.
6.
Τέλος, το αιτούν δικαστήριο, επιληφθέν επίσης αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων για την έκδοση προσωρινής διαταγής κατά της αγγλικής αρχής προκειμένου να απαγορευθεί στην αρχή αυτή να συνεχίσει τη διαδικασία υιοθεσίας του βρέφους και να κινήσει τη διαδικασία υιοθεσίας των δύο μεγαλύτερων παιδιών, ζητεί από το Δικαστήριο απάντηση στο ζήτημα κατά πόσον το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται στην έκδοση μιας τέτοιας προσωρινής διαταγής κατά δημόσιου οργανισμού άλλου κράτους μέλους.
II. Το νομικό πλαίσιο
Α. Το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της Ένωσης
1. Η Σύμβαση της Χάγης
7.
Κατά το πρώτο της άρθρο, η Σύμβαση της Χάγης έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, «να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν παράνομα σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη».
8.
Δυνάμει του άρθρου 3 της Συμβάσεως της Χάγης, η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού θεωρούνται παράνομες:
«α)
εφόσον έγιναν κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση, είτε αποκλειστικά είτε από κοινού με άλλους, από το δίκαιο του Κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την μετακίνηση ή την κατακράτηση του
[…]
Το δικαίωμα επιμέλειας που αναφέρεται στην περίπτωση α) μπορεί να απορρέει ιδίως είτε απευθείας από τον νόμο, είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του Κράτους.»
9.
Κατά το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως της Χάγης:
«Εφόσον ένα παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παράνομα κατά την έννοια του άρθρου 3 και από τη μετακίνηση ή κατακράτησή του μέχρι τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του.»
10.
Το άρθρο 13 της Συμβάσεως της Χάγης ορίζει τα εξής:
«Παρά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, η δικαστική ή διοικητική αρχή του Κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει:
[…]
β)
ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση.
Η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί επίσης να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του. […]»
2. Ο κανονισμός 2201/2003
11.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 2201/2003 ορίζει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, σε αστικές υποθέσεις που αφορούν:
[…]
β)
την ανάθεση, την άσκηση, την ανάθεση σε τρίτο, την ολική ή μερική αφαίρεση της γονικής μέριμνας.»
2. Οι υποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στοιχείο βʹ, αφορούν ιδίως:
α)
το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας·
β)
την επιτροπεία, την κηδεμονία και τους ανάλογους θεσμούς·
γ)
τον διορισμό και τα καθήκοντα προσώπων ή οργανώσεων στα οποία ανατίθεται η επιμέλεια του προσώπου ή η διοίκηση της περιουσίας του παιδιού, η εκπροσώπησή του ή η φροντίδα του·
δ)
την τοποθέτηση του παιδιού σε ανάδοχη οικογένεια ή σε ίδρυμα·
[…]
3. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:
[…]
β)
στην απόφαση για την υιοθεσία και τα προπαρασκευαστικά μέτρα υιοθεσίας καθώς και την ακύρωση και την ανάκληση της υιοθεσίας».
12.
Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 2201/2003 ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
«4)
Ο όρος “απόφαση” περιλαμβάνει […] κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, που εκδίδεται από δικαστήριο κράτους μέλους […].
[…]
7)
Ο όρος “γονική μέριμνα” περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που παρέχονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με δικαστική απόφαση, απευθείας από το νόμο ή με ισχύουσα συμφωνία όσον αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του παιδιού. Ειδικότερα ο όρος περιλαμβάνει το δικαίωμα επιμέλειας και το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας.
[…]
9)
Ο όρος “δικαίωμα επιμέλειας” περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αφορούν τη φροντίδα για το πρόσωπο του παιδιού, και ειδικότερα το δικαίωμα απόφασης καθορισμού του τόπου διαμονής του.
[…]
11)
Ο όρος “παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού” σημαίνει τη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού:
α)
εφόσον γίνονται κατά παραβίαση δικαιώματος επιμέλειας το οποίο προκύπτει από δικαστική απόφαση ή από το νόμο ή από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτησή του […]».
13.
Το κεφάλαιο II του κανονισμού 2201/2003 επιγράφεται «Δικαιοδοσία», περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 11, με τίτλο «Επιστροφή του παιδιού», και ορίζει τα εξής:
«1. Όταν ένα φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους προκειμένου να εκδοθεί, βάσει της σύμβασης της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών (εφεξής “σύμβαση της Χάγης του 1980”), απόφαση για την επιστροφή του παιδιού το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 8.
[…]
4. Το δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού δυνάμει του άρθρου 13 στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980, εάν διαπιστώνεται ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του.
[…]
6. Εάν ένα δικαστήριο εκδώσει απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού, σύμφωνα με το άρθρο 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, το δικαστήριο αυτό διαβιβάζει αμέσως, είτε απευθείας είτε μέσω της κεντρικής του αρχής, αντίγραφο της απόφασης μη επιστροφής και συναφή έγγραφα, ιδίως πρακτικά, στο αρμόδιο δικαστήριο ή στην κεντρική αρχή του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο. Τα εν λόγω έγγραφα επιδίδονται στο δικαστήριο εντός μηνός από την ημερομηνία της απόφασης περί μη επιστροφής.
7. Αν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του δεν έχουν ήδη επιληφθεί κατόπιν αιτήσεως ενός των μερών, το δικαστήριο ή η κεντρική αρχή που λαμβάνει την πληροφορία που μνημονεύεται στην παράγραφο 6 πρέπει να την γνωστοποιήσει στα μέρη και να τα καλέσει να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση, ώστε το δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της επιμέλειας του παιδιού.
Με την επιφύλαξη των περί δικαιοδοσίας διατάξεων του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο περατώνει την υπόθεση, εάν παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία.
8. Ανεξάρτητα από απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με το άρθρο 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, οιαδήποτε μεταγενέστερη απόφαση η οποία διατάσσει την επιστροφή του παιδιού και έχει εκδοθεί από δικαστήριο αρμόδιο βάσει του παρόντος κανονισμού είναι εκτελεστή σύμφωνα με το κεφάλαιο III τμήμα 4, προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιστροφή του παιδιού.»
14.
Το άρθρο 20, το οποίο περιλαμβάνεται επίσης στο κεφάλαιο ΙΙ, ορίζει τα εξής:
«1. Σε επείγουσες περιπτώσεις, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν εμποδίζουν τα αρμόδια δικαστήρια κράτους μέλους να λαμβάνουν προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα σχετικά με πρόσωπα ή περιουσιακά στοιχεία που ευρίσκονται στο κράτος αυτό, τα οποία προβλέπονται από το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, έστω και αν το δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης.
[…]»
15.
Το κεφάλαιο III του κανονισμού 2201/2003 περιέχει διατάξεις σχετικά με την «Αναγνώριση και εκτέλεση». Συναφώς, το τμήμα 1 («Αναγνώριση») περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 21, το οποίο επιγράφεται «Αναγνώριση αποφάσεων», του οποίου η παράγραφος 1 προβλέπει τα εξής:
«Οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς καμία διαδικασία.»
16.
Στο άρθρο 23 του κανονισμού 2201/2003 προβλέπονται οι «Λόγοι μη αναγνώρισης αποφάσεων που αφορούν τη γονική μέριμνα»:
«Απόφαση που αφορά τη γονική μέριμνα δεν αναγνωρίζεται:
α)
αν η αναγνώριση αντίκειται προδήλως στη δημόσια τάξη του κράτους μέλους αναγνώρισης, λαμβάνοντας υπόψη το [υπέρτερο] συμφέρον του παιδιού,
β)
αν έχει εκδοθεί, εκτός περιπτώσεων κατεπείγοντος, χωρίς να δοθεί στο παιδί δυνατότητα ακρόασης, κατά παράβαση θεμελιωδών δικονομικών αρχών του κράτους μέλους αναγνώρισης,
γ)
αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα διάδικο κανονικά και έγκαιρα ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν βεβαιωθεί ότι ο διάδικος έχει δεχτεί την απόφαση κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση,
δ)
κατόπιν αιτήματος προσώπου που ισχυρίζεται ότι η απόφαση παραβιάζει την άσκηση της γονικής μέριμνάς του, εάν η απόφαση έχει εκδοθεί χωρίς να δοθεί στο πρόσωπο αυτό δυνατότητα ακρόασης,
[…]».
17.
Το τμήμα 2 του κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού 2201/2003 φέρει τον τίτλο «Αίτηση για την κήρυξη της εκτελεστότητας» και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 28 («Εκτελεστές αποφάσεις»), του οποίου η παράγραφος 1 προβλέπει τα εξής:
«Αποφάσεις που εκδόθηκαν σε κράτος μέλος για την άσκηση της γονικής μέριμνας παιδιού, οι οποίες είναι εκτελεστές σε αυτό το κράτος μέλος και έχουν επιδοθεί, μπορούν να εκτελεστούν σε άλλο κράτος μέλος αφού κηρυχθούν εκτελεστές με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου.»
18.
Το άρθρο 31 του κανονισμού 2201/2003 ορίζει συναφώς:
«1. Το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση αποφασίζει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ούτε το πρόσωπο, κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ούτε το παιδί έχουν, στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων.
2. Η αίτηση μπορεί να απορριφθεί μόνο για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στα άρθρα 22, 23 και 24.
3. Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της απόφασης.»
19.
Το άρθρο 33 του κανονισμού 2201/2003, που φέρει τον τίτλο «Προσφυγή», ορίζει τα εξής:
«1. Κατά της απόφασης που εκδίδεται σχετικά με την αίτηση για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή και από τους δύο διαδίκους.
[…]
3. Η προσφυγή εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
4. Εάν η προσφυγή ασκείται από τον αιτούντα την κήρυξη εκτελεστότητας, ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου της προσφυγής. […]
5. Η προσφυγή κατά της αποφάσεως η οποία κηρύσσει την εκτελεστότητα ασκείται εντός μηνός από την επίδοσή της Εάν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής είναι δύο μήνες από την ημέρα που του έγινε η επίδοση προσωπικά, ή στην κατοικία του. Η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως.»
20.
Το άρθρο 35, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 έχει ως εξής:
«Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται η προσφυγή σύμφωνα με τα άρθρα 33 ή 34 μπορεί, με αίτηση του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, να αναστείλει τη διαδικασία αν έχει ασκηθεί στο κράτος μέλος προέλευσης τακτικό ένδικο μέσο ή αν δεν έχει εκπνεύσει η προθεσμία για την άσκησή του. Στην τελευταία περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να τάξει προθεσμία για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου.»
21.
Το άρθρο 40 του κανονισμού 2201/2003 ορίζει το πεδίο εφαρμογής του τμήματος 4 του κεφαλαίου ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού και προβλέπει τα εξής:
«1. Το παρόν τμήμα εφαρμόζεται όσον αφορά:
α)
το δικαίωμα επικοινωνίας
και
β)
την επιστροφή παιδιού που απορρέει από απόφαση διατάσσουσα την επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 παράγραφος 8.
2. Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος δεν εμποδίζουν ένα δικαιούχο γονικής μέριμνας να επιδιώξει την αναγνώριση και εκτέλεση σύμφωνα με τις διατάξεις των τμημάτων 1 και 2 του παρόντος κεφαλαίου.»
22.
Το άρθρο 42, το οποίο περιλαμβάνεται στο τμήμα 4, προβλέπει τα εξής:
«1. Εκτελεστή απόφαση εκδιδόμενη σε κράτος μέλος για την επιστροφή του παιδιού κατά την έννοια του άρθρου 40 παράγραφος 1 στοιχείο β), για την οποία έχει εκδοθεί πιστοποιητικό στο κράτος μέλος προέλευσης κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, αναγνωρίζεται σε άλλο κράτος μέλος και μπορεί να εκτελεστεί σε αυτό χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας και χωρίς να μπορεί να προσβληθεί ή αναγνώριση.
Ακόμη και αν το εθνικό δίκαιο δεν προβλέπει την εκτελεστότητα απευθείας εκ του νόμου, παρά ενδεχόμενη προσφυγή, απόφασης διατάσσουσας την επιστροφή του παιδιού η οποία προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 8, το δικαστήριο του κράτους μέλους προέλευσης μπορεί να κηρύξει την απόφαση εκτελεστή.
2. Ο δικαστής προέλευσης που εξέδωσε την απόφαση για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 40 παράγραφος 1 στοιχείο β) εκδίδει το πιστοποιητικό της παραγράφου 1, μόνο εφόσον:
α)
έχει παρασχεθεί στο παιδί η δυνατότητα ακρόασης, εκτός αν η ακρόαση αντενδείκνυται δεδομένης της ηλικίας ή του βαθμού ωριμότητάς του·
β)
τα μέρη είχαν δυνατότητα ακρόασης, και
γ)
το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων εξεδόθη η απόφαση κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980.
[…]»
Β. Το ιρλανδικό δίκαιο
23.
Η διάταξη 122 του Rules of the Superior Courts (κανονισμού διαδικασίας των ανώτερων δικαστηρίων) φέρει τον τίτλο «Προθεσμίες» και στον κανόνα 7 ορίζει τα εξής:
«Τα ανώτερα δικαστήρια δύνανται να παρατείνουν ή να συντμήσουν τις προθεσμίες που ορίζονται από τον παρόντα κανονισμό διαδικασίας ή τάσσονται από διάταξη περί παρατάσεως της προθεσμίας, για τη διενέργεια πράξεως ή κίνηση διαδικασίας, υπό τους όρους που ενδεχομένως καθορίζονται από τα ανώτερα δικαστήρια. Δύναται να χορηγηθεί παράταση της προθεσμίας ακόμη και αν το αίτημα περί παρατάσεως υποβλήθηκε κατόπιν της παρελεύσεως της ταχθείσας ή εγκριθείσας προθεσμίας».
III. Ιστορικό της διαφοράς
24.
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά οικογένεια αποτελούμενη από μητέρα ( 4 ) ηλικίας σήμερα 24 ετών, τα τρία παιδιά της ηλικίας σήμερα έξι ετών ( 5 ), τεσσάρων ετών ( 6 ) και περίπου έντεκα μηνών ( 7 ), καθώς και από τον σύζυγο της μητέρας ( 8 ), ηλικίας σήμερα 26 ετών, ο οποίος είναι πατέρας του βρέφους και πατριός των δύο μεγαλύτερων παιδιών.
25.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία της κύριας δίκης, κατά το διάστημα που η μητέρα και τα δύο μεγαλύτερα παιδιά κατοικούσαν στην Αγγλία παρακολουθούνταν για πολλά χρόνια από τοπική αρχή προστασίας παιδιών, το Hampshire County Council (Συμβούλιο της Κομητείας του Hampshire, Ηνωμένο Βασίλειο) ( 9 ). Στο πλαίσιο αυτό, οι ανησυχίες του HCC αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την απουσία υγιεινής και καθαριότητας της οικίας, την αύξηση του βάρους του δεύτερου παιδιού, επεισόδια ενδοοικογενειακής βίας κατά της μητέρας από τον πατέρα του δεύτερου παιδιού κατά την περίοδο που ζούσε μαζί της, την κατοχή δενδρυλλίων κάνναβης από τον πατέρα του δεύτερου παιδιού και, γενικά, κίνδυνο παραμελήσεως της εποπτείας των παιδιών.
26.
Κατά τα έτη 2015 και 2016, η μητέρα συμμετείχε σε πρόγραμμα για θύματα ενδοοικογενειακής βίας ( 10 ), χώρισε από τον πατέρα του δευτέρου παιδιού και προέβη σε ενέργειες για την προστασία της ίδιας αλλά και των παιδιών της. Επιπλέον, οι συνθήκες οικιακής υγιεινής βελτιώθηκαν.
27.
Εντούτοις, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2017, τα δύο μεγαλύτερα παιδιά τέθηκαν εκ νέου υπό την παρακολούθηση του HCC κυρίως λόγω της παραμελήσεως των συνθηκών διαβιώσεώς τους και των συνθηκών οικιακής υγιεινής. Εξάλλου, το HCC εξέφρασε ανησυχία για το γεγονός ότι η μητέρα είχε σχέση με τον πατέρα από τα τέλη του 2016, μολονότι από αυτόν και την προηγούμενη σύντροφό του αφαιρέθηκε η επιμέλεια των παιδιών τους εξαιτίας του γεγονότος ότι ένα από τα παιδιά αυτά υπήρξε θύμα οφειλόμενου σε ατύχημα τραυματισμού και δεν αποκλείστηκε ότι ο πατέρας ήταν ο δράστης, ακόμη και αν η αστυνομία δεν μπόρεσε να το αποδείξει. Το HCC εξέφρασε επίσης την ανησυχία του λόγω του γεγονότος ότι το πρώτο παιδί είχε αναφέρει ότι ο πατέρας του είχε δώσει μια ξυλιά στα οπίσθια και δεν κατέστη σαφές εάν αυτό συνέβη στο πλαίσιο παιγνιώδους πάλης ή μη ενδεδειγμένης τιμωρίας.
28.
Χωρίς ποτέ να αναφέρει τη δυνατότητα υιοθεσίας των δύο μεγαλύτερων παιδιών, το HCC εξέτασε διάφορες επιλογές τοποθετήσεώς τους, μεταξύ άλλων, σε ανάδοχες οικογένειες, στη γιαγιά τους από τη πλευρά της μητέρας τους ή ακόμη και στον αντίστοιχο πατέρα εκάστου. Στο πλαίσιο αυτό, το HCC έκρινε ότι τα παιδιά ήταν πολύ μικρά για να ληφθεί υπόψη η γνώμη τους. Το HCC επισήμανε επίσης ότι η μητέρα είχε αναφέρει ότι, σε περίπτωση που αποφασιζόταν ότι τα παιδιά δεν μπορούσαν να μείνουν μαζί της, θα προτιμούσε να ανατεθούν στη φροντίδα της μητέρας της, ήτοι στη γιαγιά τους από την πλευρά της μητέρας τους.
29.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις του HCC, καθώς και από εκθέσεις που συντάχθηκαν από το σχολείο του πρώτου παιδιού και από τον παιδικό σταθμό του δεύτερου παιδιού, τα δύο μεγαλύτερα παιδιά είχαν καλή σχέση με τη γιαγιά τους και οι συνθήκες διαβιώσεώς τους είχαν βελτιωθεί αφότου η γιαγιά τους βοηθούσε τη μητέρα τους και τα μετέφερε στο σχολείο και στον παιδικό σταθμό το πρωί. Επιπλέον, όπως ιδίως προκύπτει από τις εκθέσεις που δόθηκαν από το σχολείο του πρώτου παιδιού και από τον παιδικό σταθμό του δεύτερου παιδιού κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2017, τα παιδιά ήταν κοινωνικά και η σχέση με την μητέρα τους χαρακτηριζόταν από τρυφερότητα. Τέλος, οι εκθέσεις αυτές επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι οι γονείς έδειχναν ενδιαφέρον και είχαν ζητήσει συμβουλές για βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεως και υγιεινής που είχαν επικρίνει οι κοινωνικές υπηρεσίες, γεγονός το οποίο είχε όντως οδηγήσει σε βελτίωση των εν λόγω συνθηκών.
30.
Στις 30 Ιουνίου 2017, το Family Court του Portsmouth (δικαστήριο οικογενειακών διαφορών του Portsmouth, Ηνωμένο Βασίλειο) εξέδωσε διάταξη περί αναθέσεως της προσωρινής επιμέλειας (interim care order) των δύο μεγαλύτερων παιδιών στο HCC. Η διάταξη αυτή ανέθετε τη γονική μέριμνα στο HCC και απαγόρευε ιδίως την απομάκρυνση των παιδιών από το Ηνωμένο Βασίλειο. Παρά τα σχέδια του HCC περί αναθέσεως της φροντίδας των παιδιών σε τρίτον, αρχικώς επιτράπηκε στα παιδιά να παραμείνουν με τους γονείς τους. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, ο εκπροσωπών τα συμφέροντα των παιδιών ( 11 ) εξέφρασε τη διαφωνία του με τα σχέδια του HCC περί της αναθέσεως της φροντίδας των παιδιών σε τρίτον.
31.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του HCC, τον Αύγουστο του 2017, η αρχή αυτή γνωστοποίησε στους γονείς την πρόθεσή της να ζητήσει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως σχετικά με την επιμέλεια του βρέφους μετά τη γέννησή του. Το HCC επιπλέον προειδοποίησε τους γονείς ότι ήταν αντίθετο προς κάθε μη επιτηρούμενη επικοινωνία του πατέρα με το βρέφος.
32.
Το βρέφος γεννήθηκε στο νοσοκομείο στις αρχές του Σεπτεμβρίου 2017 και η μητέρα και το βρέφος επέστρεψαν στην οικία τους την ίδια ημέρα της γεννήσεως ή την επομένη ( 12 ).
33.
Την επόμενη ή τη μεθεπόμενη ημέρα της γεννήσεως του βρέφους ( 13 ), κοινωνικοί λειτουργοί του HCC μετέβησαν στην οικία των γονέων και τους γνωστοποίησαν την αλλαγή του σχεδίου προστασίας των παιδιών από το HCC, που συνίστατο στην απομάκρυνση των παιδιών από τους γονείς τους. Εξάλλου, ένας από τους κοινωνικούς λειτουργούς και οι γονείς υπέγραψαν συμφωνία βάσει της οποίας ο πατέρας έπρεπε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία αυθημερόν και να μην έχει καμία επαφή με τα παιδιά χωρίς να έχει ενημερωθεί προηγουμένως το HCC, εν αναμονή της εκβάσεως των δικαστικών διαδικασιών.
34.
Κατά συνέπεια, η μητέρα, ηλικίας τότε 23 ετών, βρέθηκε μόνη στην οικία της με ένα βρέφος ηλικίας μιας ή δύο ημερών καθώς και με τα δύο μεγαλύτερα παιδιά ηλικίας τριών και πέντε ετών, με την προοπτική δικαστικών διαδικασιών που θα μπορούσαν να καταλήξουν σε απόφαση περί απομακρύνσεως των παιδιών της. Επιπλέον, η μητέρα ισχυρίστηκε αργότερα, σε ένορκη δήλωση, ότι τη στιγμή εκείνη θυμήθηκε μια συνομιλία που είχε προηγουμένως με κοινωνικό λειτουργό του HCC και κατά τη διάρκεια της οποίας ο εν λόγω κοινωνικός λειτουργός είχε αναφέρει ότι τα δύο μεγαλύτερα παιδιά είναι εν πάση περιπτώσει πολύ μεγάλα για να δοθούν για υιοθεσία, αλλά είναι εύκολο να υιοθετηθεί ένα βρέφος.
35.
Υπό τις συνθήκες αυτές, στις 5 ή στις 6 Σεπτεμβρίου 2017 ( 14 ), δηλαδή δύο ή τρεις ημέρες μετά τη γέννηση του βρέφους, οι γονείς μετέβησαν με οχηματαγωγό πλοίο στην Ιρλανδία μαζί με τα παιδιά.
36.
Κατόπιν της αφίξεώς τους στην Ιρλανδία, οι γονείς μίσθωσαν οικία, βρήκαν παιδίατρο που θα αναλάμβανε την ιατρική παρακολούθηση των παιδιών, έγραψαν τα δύο μεγαλύτερα παιδιά στο σχολείο, το δε βρέφος εξετάστηκε από νοσοκόμα. Επιπλέον, η ιρλανδική αστυνομία καθώς και οι ιρλανδικές υπηρεσίες προστασίας του παιδιού [Child and Family Agency (υπηρεσία παιδικής και οικογενειακής πρόνοιας, Ιρλανδία), στο εξής: CFA] παρακολουθούσαν την οικογένεια και δεν εντόπισαν τίποτα ανησυχητικό κατά τις συχνές επισκέψεις τους στην οικογενειακή κατοικία.
37.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2017, το δικαστήριο οικογενειακών διαφορών του Portsmouth εξέδωσε διάταξη περί αναθέσεως της προσωρινής επιμέλειας (interim care order) του βρέφους στο HCC.
38.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 2017, το HCC υπέβαλε αίτηση για θέση των τριών παιδιών υπό δικαστική επιτροπεία ενώπιον του High Court of Justice (England & Wales), Family Division, Family Court at Portsmouth [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία, τμήμα οικογενειακών υποθέσεων, δικαστήριο οικογενειακών διαφορών του Portsmouth, Ηνωμένο Βασίλειο), στο εξής: αγγλικό Ηigh Court]. Η αίτηση αυτή επιδόθηκε στους εκπροσώπους των γονέων αυθημερόν. Ο εκπρόσωπος του πατέρα ανέφερε τότε ότι δεν είχε οδηγίες σχετικά με τη θέση υπό δικαστική επιτροπεία και ότι δεν επρόκειτο να ζητήσει δικαστική αρωγή για να συμμετάσχει στη δίκη αυτή. Ο εκπρόσωπος της μητέρας δήλωσε ότι ήθελε να ζητήσει οδηγίες από αυτήν, αλλά δεν κατόρθωσε να επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικώς.
39.
Αργότερα την ίδια ημέρα, το αγγλικό High Court εξέδωσε, απουσία των εκπροσώπων των γονέων, διάταξη με την οποία διατασσόταν η θέση των παιδιών υπό δικαστική επιτροπεία και η επιστροφή τους στην Αγγλία (στο εξής: διάταξη του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017).
40.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του HCC, η διάταξη του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017 επιδόθηκε στους γονείς στις 11 Σεπτεμβρίου 2017.
41.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 2017, το District Court του Gorey (περιφερειακό δικαστήριο Gorey, Ιρλανδία) εξέδωσε διατάξεις περί αναθέσεως της προσωρινής επιμέλειας (interim care orders) των τριών παιδιών στη CFA, οι οποίες έπρεπε να παραμείνουν σε ισχύ μέχρι τις 26 Σεπτεμβρίου 2017. Τα παιδιά ανατέθηκαν προσωρινώς σε ανάδοχη οικογένεια στην Ιρλανδία.
42.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 2017, το High Court (ανώτερο δικαστήριο, Ιρλανδία) (στο εξής: ιρλανδικό High Court) εξέδωσε διάταξη για την αναγνώριση και την εκτέλεση της διατάξεως του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017 (στο εξής: από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διάταξη του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας).
43.
Την ημέρα εκδόσεως της από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διατάξεως του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας, η CFA παρέλαβε τα παιδιά από την ανάδοχη οικογένεια στην οποία είχαν προσωρινώς ανατεθεί και τα παρέδωσαν στους κοινωνικούς λειτουργούς του HCC στον λιμένα του Rosslare (Ιρλανδία). Εν συνεχεία, τα παιδιά μεταφέρθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου τα δύο μεγαλύτερα ανατέθηκαν στη φροντίδα του πατέρα του δεύτερου παιδιού, ενώ το βρέφος ανατέθηκε σε ανάδοχη οικογένεια.
44.
Κατόπιν της αποχωρήσεως των παιδιών, οι γονείς τους ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικώς για την αποχώρηση αυτή από Άγγλο κοινωνικό λειτουργό. Εν συνεχεία, η από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διάταξη του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας επιδόθηκε στους γονείς στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.
45.
Στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, οι γονείς άσκησαν προσφυγή κατά της διατάξεως του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017 ενώπιον του Court of Appeal of England and Wales (εφετείου, Αγγλία και Ουαλία). Στις 9 Οκτωβρίου 2017, το δικαστήριο αυτό αρνήθηκε να τους χορηγήσει την άδεια να ασκήσουν έφεση.
46.
Στις 24 Νοεμβρίου 2017, οι εκπρόσωποι των γονέων άσκησαν ενώπιον του ιρλανδικού High Court προσφυγή κατά της από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διατάξεως του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας, που είχε επιδοθεί στους γονείς στις 22 Σεπτεμβρίου 2017. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στη δίκη εκείνη, οι εκπρόσωποι των γονέων ανέφεραν ότι δεν μπορούσε να καταλογιστεί στους γονείς η 48ωρη καθυστέρηση στην άσκηση της προσφυγής.
47.
Στις 21 Δεκεμβρίου 2017, το αγγλικό High Court εξέδωσε διάταξη περί αναθέσεως της φροντίδας των παιδιών σε τρίτον (placement order) με την οποία επέτρεπε στο HCC να επιλέξει θετούς γονείς για το βρέφος και να το τοποθετήσει σε αυτούς για υιοθεσία.
48.
Στις 18 Ιανουαρίου 2018, το ιρλανδικό High Court απέρριψε την προσφυγή των γονέων κατά της από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διατάξεως του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας, κρίνοντας ότι δεν ήταν αρμόδιο να παρατείνει την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής.
49.
Οι γονείς άσκησαν έφεση κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Court of Appeal (εφετείου, Ιρλανδία).
50.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το HCC ενημέρωσε το αιτούν δικαστήριο ότι, λόγω περιορισμένων πόρων, δεν προτίθετο να συμμετάσχει στη διαδικασία. Επιπλέον, δήλωσε στο αιτούν δικαστήριο ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν σκόπευε να επιστρέψει τα παιδιά, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης που εκκρεμούσε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
51.
Στις 17 Μαΐου 2018, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑325/18 PPU.
52.
Στις 23 Μαΐου 2018, οι γονείς υπέβαλαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας από αυτό να εκδώσει προσωρινή διαταγή κατά του HCC, προκειμένου να μη συνεχίσει τη διαδικασία υιοθεσίας του βρέφους και να μη κινήσει διαδικασία υιοθεσίας για τα δύο μεγαλύτερα παιδιά.
53.
Μολονότι δεν μετέσχε ούτε στην ως άνω δίκη, το HCC κατέθεσε δήλωση το πρωί της ημέρας της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως των ασφαλιστικών μέτρων, ήτοι στις 29 Μαΐου 2018. Στη δήλωση αυτή, τόνισε ότι πρότεινε την υιοθεσία μόνο για το βρέφος. Ανέφερε ότι, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας των δύο άλλων παιδιών, της αναθέσεώς τους σε γονέα –ήτοι στον πατέρα του δεύτερου παιδιού– καθώς και του ισχυρού αδελφικού δεσμού τους, δεν υπήρχε κανένας λόγος να κινηθεί διαδικασία υιοθεσίας. Σε περίπτωση που δεν έπρεπε να συνεχιστεί η ανάθεση στον πατέρα του δεύτερου παιδιού, το σχέδιο προστασίας συνίστατο σε μακροπρόθεσμη τοποθέτηση σε ανάδοχη οικογένεια.
54.
Στις 7 Ιουνίου 2018, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση C‑375/18 PPU.
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα προδικαστικά ερωτήματα
55.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαΐου 2018, το Court of Appeal (εφετείο) αποφάσισε, στο πλαίσιο της δίκης επί της εφέσεως που εκκρεμεί ενώπιόν του, να ζητήσει την εφαρμογή της επείγουσας διαδικασίας και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα (υπόθεση C‑325/18 PPU):
«1)
Δύναται δημόσια αρχή του κράτους συνήθους διαμονής παιδιών, σε περίπτωση κατά την οποία προβάλλεται ότι τα παιδιά μετακινήθηκαν παράνομα από τη χώρα αυτή από τους γονείς τους και/ή άλλα μέλη της οικογενείας τους κατά παράβαση δικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας επί αιτήσεως της εν λόγω δημόσιας αρχής, να προσφύγει στα δικαστήρια άλλου κράτους μέλους για την κήρυξη της εκτελεστότητας δικαστικής αποφάσεως διατάσσουσας την επιστροφή των παιδιών στο κράτος της δημόσιας αρχής αυτής, βάσει των διατάξεων του κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού 2201/2003 του Συμβουλίου, ή μήπως η προσφυγή αυτή συνιστά παράνομη καταστρατήγηση του άρθρου 11 του κανονισμού αυτού και της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 ή, άλλως, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος ή δικαίου εκ μέρους της οικείας αρχής;
2)
Έχει το επιληφθέν υποθέσεως δικαστήριο διεθνή δικαιοδοσία να παρατείνει την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, κατά το άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003 του Συμβουλίου, στην περίπτωση υποθέσεως που αφορά τις σχετικές με την κήρυξη εκτελεστότητας διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, εάν η καθυστέρηση ως προς την άσκηση είναι ελάχιστη, η δε παράταση της προθεσμίας θα είχε διαφορετικά χορηγηθεί βάσει του εθνικού δικονομικού δικαίου;
3)
Με την επιφύλαξη του δεύτερου ερωτήματος, θίγει η εκ μέρους αλλοδαπής δημόσιας αρχής μετακίνηση των παιδιών από κράτος μέλος, όπως εν προκειμένου, δυνάμει αποφάσεως περί εκτελέσεως εκδοθείσας χωρίς να διεξαχθεί κατ’ αντιμωλίαν συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού 2201/2003 […], αλλά εκτελεσθείσας πριν από την επίδοση της σχετικής αποφάσεως στους γονείς, στερώντας τους κατ’ αυτόν τον τρόπο το δικαίωμά τους να ζητήσουν αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως εν αναμονή προσφυγής, το ουσιαστικό περιεχόμενο του δικαιώματος που παρέχεται στους γονείς βάσει του άρθρου 6 της [Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ)] και του άρθρου 47 του Χάρτη [των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης)], ούτως ώστε, στην περίπτωση αυτή, να πρέπει να χορηγηθεί παράταση της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής (για τους σκοπούς του άρθρου 33, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού);»
56.
Επιπλέον, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Ιουνίου 2018, το Court of Appeal (εφετείο) αποφάσισε, στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων που κινήθηκε εν τω μεταξύ ενώπιόν του, να θέσει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα, ζητώντας συγχρόνως την εφαρμογή της επείγουσας διαδικασίας (υπόθεση C‑375/18 PPU):
«Συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα προς τις διατάξεις του κανονισμού 2201/2003 του Συμβουλίου, η έκδοση διαταγής (προβλέπουσας τη λήψη προσωρινών μέτρων) από τα δικαστήρια κράτους μέλους, η οποία θα στρέφεται in personam κατά δημόσιου φορέα άλλου κράτους μέλους και θα απαγορεύει στον φορέα αυτόν να κινήσει ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του άλλου κράτους μέλους τη διαδικασία υιοθεσίας ανηλίκων παιδιών, όταν η διαταγή in personam απορρέει από την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων των διαδίκων σε διαδικασία εκτελέσεως που έχει ανακύψει στο πλαίσιο του κεφαλαίου III του ως άνω κανονισμού;»
57.
Μετά τη συνεδρίαση επί διοικητικών ζητημάτων της 11ης Ιουνίου 2018, το πρώτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε, αφενός, να συνεκδικαστούν οι υπό κρίση υποθέσεις, αφετέρου, να εκδικαστούν με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία του άρθρου 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
58.
Στο πλαίσιο της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, οι γονείς, το HCC, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και η Κυβέρνηση της Ιρλανδίας και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπέβαλαν παρατηρήσεις, η δε Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου απάντησε σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Οι ανωτέρω μετέχοντες στη διαδικασία, καθώς και η Τσεχική και η Πολωνική Κυβέρνηση παρέστησαν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 13ης Ιουλίου 2018.
V. Εκτίμηση
Α. Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
59.
Όπως προκύπτει από το ιστορικό της υποθέσεως της κύριας δίκης, η επιστροφή των παιδιών στην Αγγλία πραγματοποιήθηκε πριν από την επίδοση στους γονείς της διατάξεως του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας. Επομένως, οι γονείς δεν μπορούσαν να ασκήσουν προσφυγή κατά της εν λόγω διατάξεως παρά μόνον κατόπιν της εκτελέσεώς της.
60.
Υπό τις συνθήκες αυτές, θα μπορούσε να τεθεί το ζήτημα κατά πόσον εξακολουθεί να υφίσταται η διαφορά της κύριας δίκης και, ως εκ τούτου, κατά πόσον είναι παραδεκτά τα υπό εξέταση προδικαστικά ερωτήματα.
61.
Όπως όμως απορρέει βεβαίως από την οικονομία του κανονισμού 2201/2003, η απόφαση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας πρέπει κανονικά να επιδοθεί στον καθού η εκτέλεση πριν από την εκτέλεση, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα ο διάδικος αυτός να ασκήσει εγκαίρως προσφυγή για να εμποδίσει την εκτέλεση ( 15 ).
62.
Εντούτοις, τούτο δεν σημαίνει, αντιθέτως, σε περίπτωση που η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε πριν από την επίδοση της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας, ότι η προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως στερείται αντικειμένου ( 16 ).
63.
Συναφώς, η Επιτροπή ασφαλώς τόνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι ο κανονισμός 2201/2003 δεν προβλέπει ειδική διαδικασία που να υποχρεώνει τα αγγλικά δικαστήρια να λαμβάνουν υπόψη ενδεχόμενη ακύρωση της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας από το αιτούν δικαστήριο.
64.
Πλην όμως, όπως ισχυρίστηκε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, στην περίπτωση αυτή, οι γονείς μπορούν να ασκήσουν προσφυγή στην Αγγλία και, βάσει της διεθνούς αβροφροσύνης (international comity), τα αγγλικά δικαστήρια δεν θα αγνοήσουν την απόφαση του ιρλανδικού δικαστηρίου και θα αποδώσουν, αντιθέτως, πρωταρχική σημασία στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής. Επιπλέον, όπως επίσης παρατήρησαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και ο εκπρόσωπος του HCC, η επιστροφή των παιδιών στην Αγγλία δεν είναι μη αναστρέψιμη και, υπό την επιφύλαξη της συνεκτιμήσεως του υπέρτερου συμφέροντός τους, μπορούν, κατά περίπτωση, να μεταφερθούν και πάλι στην Ιρλανδία. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και ο εκπρόσωπος του HCC δήλωσαν εξάλλου ότι τέτοιες μετακινήσεις πραγματοποιούνταν συχνά, ιδίως κατά την εφαρμογή της Συμβάσεως της Χάγης μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
65.
Ως εκ τούτου, δεν εγείρονται αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον υφίσταται η διαφορά της κύριας δίκης και, επομένως, ως προς το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων.
Β. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑325/18 PPU
66.
Με το πρώτο ερώτημά του στην υπόθεση C‑325/18 PPU, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν, όταν προβάλλεται παράνομη μετακίνηση παιδιών, απόφαση δικαστηρίου του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής των παιδιών η οποία διατάσσει την επιστροφή αυτών μπορεί να κηρυχθεί εκτελεστή στο κράτος μέλος στο οποίο κατέφυγαν, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του κεφαλαίου III του κανονισμού 2201/2003, ή εάν αυτό συνιστά καταστρατήγηση της ειδικής διαδικασίας που προβλέπεται σε περίπτωση μετακινήσεως παιδιών από τη Σύμβαση της Χάγης σε συνδυασμό με το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003 (στο εξής, από κοινού: διαδικασία της Χάγης).
67.
Οι γονείς καθώς και το αιτούν δικαστήριο φαίνεται να θεωρούν ότι, σε περίπτωση μετακινήσεως παιδιών από ένα κράτος μέλος σε άλλο, υφίσταται σχέση επικουρικότητας μεταξύ της διαδικασίας της Χάγης και της κανονικής διαδικασίας αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αποφάσεων σχετικά με τη γονική μέριμνα που προβλέπει ο κανονισμός 2201/2003.
68.
Το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003, σε συνδυασμό με τη Σύμβαση της Χάγης, παρέχει τη δυνατότητα σε όποιον ισχυρίζεται ότι παιδί μετακινήθηκε παράνομα σε άλλο κράτος μέλος να ζητήσει από την αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους μέλους αυτού να διατάξει την επιστροφή του παιδιού. Εάν το δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο έχει καταφύγει το παιδί αρνείται, δυνάμει του άρθρου 13 της Συμβάσεως της Χάγης, να διατάξει την επιστροφή αυτή ( 17 ), το άρθρο 11, παράγραφος 8, του κανονισμού 2201/2003 παρέχει σε αρμόδιο βάσει του εν λόγω κανονισμού δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει απόφαση διατάσσουσα την επιστροφή, η οποία εκτελείται εν συνεχεία άμεσα, χωρίς να απαιτείται διαδικασία περί κηρύξεως της εκτελεστότητας στο κράτος μέλος στο οποίο έχει καταφύγει το παιδί, εφόσον η απόφαση αυτή έχει εκδοθεί και πιστοποιηθεί σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία ( 18 ).
69.
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το HCC δεν έκανε χρήση της διαδικασίας αυτής και ότι δεν υφίστατο επομένως απόφαση διατάσσουσα την επιστροφή των παιδιών κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 8, του κανονισμού 2201/2003. Όπως επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το HCC δεν επέλεξε τη διαδικασία αυτή κυρίως διότι χρησιμοποιείται μόνο σε περίπτωση παράνομης μετακινήσεως παιδιού όταν συντρέχει προσβολή δικαιώματος επιμέλειας ( 19 ). Πλην όμως, κατά τον χρόνο της μετακινήσεως της οικογένειας στην Ιρλανδία, το HCC έκρινε ότι είχε αναμφισβήτητο δικαίωμα επιμέλειας μόνον ως προς τα δύο μεγαλύτερα παιδιά. Ως εκ τούτου, δεν ήταν σίγουρο ότι η μετακίνηση του βρέφους θα μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων ( 20 ).
70.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το HCC ζήτησε απευθείας από το αγγλικό High Court να θέσει τα παιδιά υπό δικαστική επιτροπεία και να διατάξει την επιστροφή τους στην Αγγλία, πριν υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του κανονισμού 2201/2003, αίτηση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας της διατάξεως του αγγλικού High Court ενώπιον του ιρλανδικού High Court.
1. Η δυνατότητα να ζητηθεί η κήρυξη της εκτελεστότητας αποφάσεως σχετικά με τη γονική μέριμνα βάσει του κανονισμού 2201/2003, ανεξαρτήτως της διαδικασίας της Χάγης
71.
Ο κανονισμός 2201/2003 προβλέπει δύο διαφορετικές επιλογές όσον αφορά την εκτέλεση των αποφάσεων που εκδίδονται από δικαστήρια άλλων κρατών μελών: αφενός, τη γενική διαδικασία αιτήσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας σύμφωνα με το τμήμα 2 του κεφαλαίου ΙΙΙ (άρθρα 28 επ.) και, αφετέρου, την ειδική διαδικασία για τις αποφάσεις που είναι άμεσα εκτελεστές σε άλλο κράτος μέλος χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας δυνάμει του τμήματος 4 του κεφαλαίου III (άρθρα 40 επ.). Η δεύτερη επιλογή εφαρμόζεται μόνο για τις αποφάσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 11, παράγραφος 8 ( 21 ), του κανονισμού 2201/2003, ήτοι στις αποφάσεις επιστροφής που εκδίδονται κατά το πέρας της εφαρμογής της διαδικασίας της Χάγης από αρμόδιο δικαστήριο, κατόπιν αποφάσεως περί μη επιστροφής από δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το παιδί.
72.
Κατά το άρθρο 40, παράγραφος 2, του κανονισμού 2201/2003 όμως, οι διατάξεις του τμήματος 4 του κεφαλαίου ΙΙΙ (σχετικά με την εκτελεστότητα των αποφάσεων επιστροφής που εκδίδονται κατά το πέρας της διαδικασίας της Χάγης) δεν εμποδίζουν δικαιούχο γονικής μέριμνας να επικαλεστεί την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεως σχετικά με τη γονική μέριμνα σύμφωνα με τις διατάξεις των τμημάτων 1 και 2 του κεφαλαίου αυτού.
73.
Από τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης προκύπτει επίσης ότι ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες απόφαση περί αναθέσεως της γονικής μέριμνας σε πρόσωπο που παραμένει σε κράτος μέλος λαμβάνεται μόνο μετά τη μετακίνηση παιδιού σε άλλο κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να μην είναι παράνομη η μετακίνηση κατά την έννοια της διαδικασίας της Χάγης. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ένα τέτοιο πρόσωπο στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να ζητήσει να κηρυχθεί η εκτελεστότητα της αποφάσεως που του αναθέτει τη γονική μέριμνα στο κράτος μέλος στο οποίο κατέφυγε το παιδί σύμφωνα με τον κανονισμό 2201/2003.
74.
Επομένως, δεν προκύπτει ότι πρόσωπο το οποίο επιθυμεί την επιστροφή παιδιού που μετακινήθηκε σε άλλο κράτος μέλος πρέπει υποχρεωτικά να επιδιώξει να διαταχθεί η επιστροφή αυτή μέσω της διαδικασίας της Χάγης πριν να μπορέσει να υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του κανονισμού 2201/2003, αίτηση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας αποφάσεως σχετικά με τη γονική του μέριμνα που εξεδόθη σε άλλο κράτος μέλος ( 22 ).
75.
Οι αμφιβολίες που εκφράστηκαν από τους γονείς και το αιτούν δικαστήριο ως προς μια τέτοια ερμηνεία δεν είναι πειστικές.
76.
Συγκεκριμένα, κατ’ αρχάς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη του αιτούντος δικαστηρίου ότι το άρθρο 13 της Συμβάσεως της Χάγης προβλέπει περισσότερους λόγους αρνήσεως της επιστροφής παιδιού σε σχέση με τους λόγους μη αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αποφάσεων που αφορούν τη γονική μέριμνα κατά το άρθρο 23 του κανονισμού 2201/2003. Πράγματι, οι λόγοι αρνήσεως και μη αναγνωρίσεως που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές αλληλεπικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό.
77.
Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο στο μέτρο που ο κανονισμός 2201/2003 περιορίζει τους λόγους αρνήσεως επιστροφής που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Χάγης, όταν αυτή εφαρμόζεται, σε συνδυασμό με τον εν λόγω κανονισμό, μεταξύ κρατών μελών της Ένωσης: αφενός, το άρθρο 11, παράγραφος 4, του κανονισμού 2201/2003 θέτει όρια στο δικαίωμα αρνήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 13, στοιχείο βʹ, της Συμβάσεως της Χάγης· αφετέρου, όπως ήδη αναφέρθηκε ( 23 ), δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υποθέσεως μπορεί, δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003, να αγνοήσει απόφαση περί μη επιστροφής που εξεδόθη από δικαστήριο του κράτους μέλους στο οποίο κατέφυγε το παιδί, ακόμη και εάν οφείλει, βάσει του άρθρου 42, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού, να λάβει υπόψη τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση της αποφάσεως αυτής περί μη επιστροφής.
78.
Εν συνεχεία, προκύπτει ασφαλώς από τα άρθρα 11, παράγραφος 7, και 42, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2201/2003 ότι απόφαση επιστροφής που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 8, του εν λόγω κανονισμού δεν μπορεί να ληφθεί χωρίς να δοθεί στους ενδιαφερομένους διαδίκους η δυνατότητα ακροάσεως. Εντούτοις, όπως προκύπτει από το άρθρο 31, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με τα άρθρα 23 και 33 του κανονισμού 2201/2003, απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα επίσης δεν μπορεί να κηρυχθεί εκτελεστή σε άλλο κράτος μέλος εάν στο πρόσωπο κατά του οποίου ζητήθηκε η εκτέλεση δεν είχε δοθεί η δυνατότητα ακροάσεως ( 24 ). Επομένως, από το γεγονός ότι δεν τηρήθηκαν εν προκειμένω ( 25 ) οι εν λόγω διατάξεις, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η κανονική διαδικασία περί κηρύξεως της εκτελεστότητας μιας αποφάσεως σχετικά με τη γονική μέριμνα που προβλέπεται στα άρθρα 28 επ. του κανονισμού 2201/2003 προστατεύει γενικώς σε μικρότερο βαθμό τα δικαιώματα του καθού η εκτέλεση σε σχέση με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 11, 40 και 42 του εν λόγω κανονισμού.
79.
Τέλος, δεν μπορεί να αντληθεί επιχείρημα ούτε από το γεγονός ότι σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού 2201/2003 ( 26 ) υπάρχει διαφορετική διατύπωση των άρθρων 21 και 28 όσον αφορά το αντικείμενο της αιτήσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας. Εν προκειμένω, το άρθρο 21 ορίζει ότι «οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος» (δηλαδή, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, σημείο 4, κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα) αναγνωρίζονται στα λοιπά κράτη μέλη, ενώ το άρθρο 28 των οικείων γλωσσικών αποδόσεων προβλέπει την αίτηση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας μόνο για τις «αποφάσεις που εκδόθηκαν σε κράτος μέλος για την άσκηση ( 27 ) της γονικής μέριμνας». Εντούτοις, όχι μόνον η διαφορά αυτή δεν υφίσταται σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού 2201/2003, αλλά και επιπλέον αντανακλά απλώς το γεγονός ότι ιδίως οι αποφάσεις σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας συνεπάγονται εκτελεστικά μέτρα και, ως εκ τούτου, απαιτούν να εκδοθεί απόφαση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας. Αντιθέτως, για τις αποφάσεις που αφορούν την ανάθεση, την ανάθεση σε τρίτο ή την αφαίρεση της γονικής μέριμνας, μόνον η αναγνώριση ενδέχεται να αρκεί. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι αποκλείεται η υποβολή αιτήσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας όσον αφορά τέτοιες αποφάσεις, οι οποίες κατά περίπτωση μπορούν επίσης να εκτελεστούν.
80.
Επομένως, ειδικότερα, σε περίπτωση παράνομης μετακινήσεως τέκνου από το κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του σε άλλο κράτος μέλος, η απόφαση δικαστηρίου του κράτους μέλους προελεύσεως που αναθέτει τη γονική μέριμνα και το δικαίωμα επιμέλειας σε γονέα που διαμένει στο κράτος αυτό είναι εκτελεστή, υπό την έννοια ότι, εάν ο γονέας που πήρε το παιδί δεν το «παραδίδει», θα απαιτηθεί η συνδρομή της αστυνομίας για την ανάκτηση και την επιστροφή του παιδιού. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον, βάσει του άρθρου 2, σημείο 9, του κανονισμού 2201/2003, το «δικαίωμα επιμέλειας» κατά τον εν λόγω κανονισμό περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα αποφάσεως σχετικά με τον καθορισμό του τόπου διαμονής του παιδιού ( 28 ).
81.
Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το κείμενο του πιστοποιητικού που προβλέπεται στο άρθρο 39 του κανονισμού 2201/2003, του οποίου το υπόδειγμα παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙ του εν λόγω κανονισμού. Το πιστοποιητικό αυτό, το οποίο επίσης είχε εκδοθεί στην παρούσα υπόθεση από το αγγλικό High Court, πρέπει, βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2201/2003, να προσκομίζεται από τον διάδικο που ζητεί την κήρυξη της εκτελεστότητας αποφάσεως σχετικά με τη γονική μέριμνα. Πάντως, το σημείο 11 του εντύπου αυτού προβλέπει ακριβώς τη δυνατότητα να αναφέρεται εάν «[η] απόφαση προβλέπει την επιστροφή του παιδιού», καθώς και το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας του ατόμου στο οποίο πρέπει να γίνει η επιστροφή αυτή. Επιπλέον, το εν λόγω σημείο 11 αναφέρει ρητώς ότι «[η] δυνατότητα αυτή προβλέπεται από το άρθρο 40, παράγραφος 2».
82.
Τούτο επιβεβαιώνει ότι υπήρξε όντως πρόβλεψη του νομοθέτη για αποφάσεις που αφορούν τη γονική μέριμνα και απαιτούν την επιστροφή παιδιού σε άλλο κράτος μέλος, η δε κήρυξη της εκτελεστότητάς τους μπορεί να ζητηθεί ανεξάρτητα από την προσφυγή στη διαδικασία της Χάγης που προβλέπεται στα άρθρα 11, 40 και 42 του εν λόγω κανονισμού.
2. Η αδυναμία να ζητηθεί δυνάμει του κανονισμού 2201/2003 η κήρυξη της εκτελεστότητας αποφάσεως διατάσσουσας την επιστροφή παιδιού που δεν συνδέεται με απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα
83.
Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ αποφάσεων που συνεπάγονται ή διατάσσουν την επιστροφή παιδιού προς το κράτος μέλος προελεύσεως ως συνέπεια αποφάσεως σχετικά με τη γονική μέριμνα, αφενός, και των αποφάσεων που διατάσσουν την επιστροφή ενός ατόμου, εν προκειμένω παιδιού, στην επικράτεια κράτους μέλους, ανεξαρτήτως αποφάσεως σχετικά με τη γονική μέριμνα, αφετέρου: οι δύο τύποι αποφάσεων ενδέχεται να συνεπάγονται την επιστροφή του παιδιού στο κράτος μέλος προελεύσεως, μόνον όμως οι αποφάσεις του πρώτου τύπου μπορούν να κηρυχθούν εκτελεστές στο κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας βάσει του τμήματος 2 του κεφαλαίου III του κανονισμού 2201/2003.
84.
Ως εκ τούτου, δεν αποκλείεται ασφαλώς το ενδεχόμενο να μπορούν τα δικαστήρια των κρατών μελών, βάσει του εθνικού τους δικαίου, να διατάξουν την επιστροφή παιδιού στην επικράτειά τους, ανεξάρτητα από την έκδοση αποφάσεως σχετικά με τη γονική μέριμνα ( 29 ).
85.
Εντούτοις, σε περίπτωση που δεν συνιστά απόφαση επιστροφής εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 8, του κανονισμού 2201/2003 (ήτοι απόφαση εκδοθείσα μετά το πέρας της διαδικασίας της Χάγης), μια τέτοια διάταξη επιστροφής δεν εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003.
86.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, σε αστικές ( 30 ) υποθέσεις που αφορούν ιδίως την ανάθεση, την άσκηση, την ανάθεση σε τρίτο και την αφαίρεση της γονικής μέριμνας. Συναφώς, το Δικαστήριο τόνισε ασφαλώς ότι η έννοια «αστικές υποθέσεις» δεν πρέπει, στο πλαίσιο αυτό, να ερμηνεύεται συσταλτικά ( 31 ) και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, κρατικά μέτρα προστασίας των παιδιών, όπως η τοποθέτηση σε ανάδοχη οικογένεια ( 32 ) ή σε κλειστό ίδρυμα ( 33 ).
87.
Εντούτοις, ένα τέτοιο μέτρο κρατικής προστασίας των παιδιών συνδέεται πάντοτε με την άσκηση της γονικής μέριμνας και επομένως διαφέρει από μέτρο που διατάσσει την επιστροφή ενός ατόμου, εν προκειμένω παιδιού, στην επικράτεια του οικείου δικαστηρίου εκτός του πλαισίου αποφάσεως σχετικά με τη γονική μέριμνα. Πράγματι, ένα τέτοιο μέτρο έχει ως αντικείμενο ( 34 ) την άσκηση, από το οικείο κράτος μέλος, εξουσίας αστυνόμευσης η οποία υπερβαίνει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003 ( 35 ).
88.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, εκτός των περιπτώσεων τις οποίες αφορά το άρθρο 11 του κανονισμού 2201/2003, δικαστική απόφαση διατάσσουσα την επιστροφή παιδιού στην επικράτεια του οικείου δικαστηρίου ανεξάρτητα από απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Ως εκ τούτου, μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να κηρυχθεί εκτελεστή σύμφωνα με τις διατάξεις του τμήματος 2 του κεφαλαίου ΙΙΙ του εν λόγω κανονισμού.
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
89.
Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, το διατακτικό της διατάξεως του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017 αποτελείται από περισσότερα επιμέρους στοιχεία, ήτοι, μεταξύ άλλων, τη θέση των παιδιών υπό δικαστική επιτροπεία, την εντολή επιστροφής των παιδιών στην επικράτεια του αγγλικού δικαστηρίου, την άδεια για την παροχή προστασίας στα παιδιά από τις ιρλανδικές υπηρεσίες παιδικής πρόνοιας για όσο χρόνο απαιτείται ώστε να οργανωθεί η επιστροφή τους και την ανάληψη της προστασίας των παιδιών από το HCC κατόπιν της εν λόγω επιστροφής.
90.
Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει, βάσει των όρων της διατάξεως αυτής και υπό το πρίσμα των λοιπών περιστάσεων, εάν επί της εντολής επιστροφής που περιέχεται στην εν λόγω διάταξη μπορούσε να εφαρμοστεί η διαδικασία κηρύξεως της εκτελεστότητας που προβλέπεται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου III του κανονισμού 2201/2003.
91.
Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, στο πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C‑325/18 PPU πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όταν προβάλλεται παράνομη μετακίνηση παιδιών από το κράτος μέλος της συνήθους διαμονής τους προς άλλο κράτος μέλος, απόφαση διατάσσουσα την επιστροφή των παιδιών αυτών εκδοθείσα από δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως εκτός του πλαισίου της διαδικασίας του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003 και ανεξάρτητα από απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα δεν μπορεί να εκτελεστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου III του εν λόγω κανονισμού. Εντούτοις, υπό τέτοιες περιστάσεις, απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα εκδοθείσα από δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως η οποία συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού σε αυτό το κράτος μέλος μπορεί να εκτελεστεί σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις.
Γ. Επί του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑325/18 PPU και επί του προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑375/18 PPU
92.
Το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα στην υπόθεση C‑325/18 PPU και το ερώτημα στην υπόθεση C‑375/18 PPU είναι κρίσιμα μόνο σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο επιληφθεί προσφυγής κατά αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας σύμφωνα με τον κανονισμό 2201/2003. Σε αντίθετη περίπτωση, η διαφορά της κύριας δίκης βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο ( 36 ).
93.
Ως εκ τούτου, οι απαντήσεις στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα της υποθέσεως C‑325/18 PPU και στο ερώτημα της υποθέσεως C‑375/18 PPU παρέχονται για την περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διάταξη του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017 μπορούσε να κηρυχθεί εκτελεστή στην Ιρλανδία μέσω της από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διατάξεως του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας σύμφωνα με τον κανονισμό 2201/2003, και ότι η προσφυγή της οποίας έχει επιληφθεί διέπεται, επομένως, από τον εν λόγω κανονισμό.
1. Επί της προθεσμίας (δεύτερο και τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑325/18 PPU)
94.
Με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα στην υπόθεση C‑325/18 PPU, τα οποία πρέπει να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν, σε περίπτωση που η εκτέλεση μιας αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας πραγματοποιήθηκε πριν από την επίδοση της εν λόγω αποφάσεως, το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει να παραταθεί η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά της εν λόγω αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας που ορίζεται στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003.
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
95.
Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως η οποία κηρύσσει την εκτελεστότητα ανέρχεται σε ένα μήνα ή σε δύο μήνες εφόσον ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα.
96.
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ήταν δύο μήνες από την επίδοση της από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διατάξεως του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας ( 37 ), ότι η εν λόγω διάταξη επιδόθηκε στους γονείς στις 22 Σεπτεμβρίου 2017 ( 38 ) και ότι οι γονείς άσκησαν την προσφυγή τους κατά της διατάξεως αυτής στις 24 Νοεμβρίου 2017 ( 39 ). Ως εκ τούτου, το αιτούν δικαστήριο εκκινεί από την παραδοχή ότι η προσφυγή των γονέων ασκήθηκε με καθυστέρηση 48 ωρών.
97.
Ασφαλώς, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να αμφισβητήσει την εν λόγω παραδοχή και τις εκτιμήσεις του αιτούντος δικαστηρίου περί των πραγματικών περιστατικών που τη θεμελιώνουν. Επιπλέον, κανένας από τους διαδίκους δεν φαίνεται να αμφισβητεί ότι η ημερομηνία ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής είναι η ημερομηνία επιδόσεως της από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διατάξεως του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας, ήτοι η 22α Σεπτεμβρίου 2017 ( 40 ).
98.
Εντούτοις, όπως επίσης επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η δικογραφία του εθνικού δικαστηρίου περιέχει ένα memorandum of appearance του εκπροσώπου των γονέων της 27ης Σεπτεμβρίου 2017, που συντάχθηκε σύμφωνα με τη διάταξη 12, κανόνας 9, του Rules of the Superior Courts (κανονισμού διαδικασίας των ανώτερων δικαστηρίων) καθώς και σύμφωνα με το έντυπο υπ’ αριθ. 1 του τμήματος ΙΙ του παραρτήματος Α που αναφέρεται σε αυτό. Στο εν λόγω έγγραφο, ο εκπρόσωπος των γονέων αναφέρει ότι έλαβε τις originating summons και ζητεί την αποστολή ενός statement of claim, όπερ φαίνεται να αφορά την αίτηση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας που υπέβαλε το HCC ενώπιον του ιρλανδικού High Court προκειμένου να κηρυχθεί εκτελεστή η διάταξη του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017.
99.
Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει το στοιχείο αυτό και να καθορίσει κατά πόσον το γεγονός, εάν υποτεθεί αληθές, ότι οι γονείς δεν παρέλαβαν την αίτηση του HCC περί κηρύξεως της εκτελεστότητας ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο κατά την επίδοση της από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διατάξεως του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας επηρεάζει το σημείο ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής.
100.
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που απονέμει στους ιδιώτες το δίκαιο της Ένωσης απαιτεί να τους γνωστοποιείται πλήρης αιτιολογία προκειμένου να μπορούν να αμυνθούν υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες ( 41 ). Επιπλέον, στο πλαίσιο προσφυγής κατά πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής κινείται μόνον αφ’ ης στιγμής ο ενδιαφερόμενος λάβει ακριβή γνώση του περιεχομένου και της αιτιολογίας της συγκεκριμένης πράξεως ώστε να μπορεί να κάνει χρήση του δικαιώματός του για την άσκηση προσφυγής ( 42 ). Τέλος, είναι χρήσιμο να υπομνησθεί η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά την οποία η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει να κινείται μόνον από τη στιγμή που οι προσφεύγοντες μπορούν όντως να έχουν γνώση της δικαστικής αποφάσεως στο σύνολό της ( 43 ).
101.
Μόνο σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει, με βάση την εξέταση αυτή, στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή των γονέων είχε όντως ασκηθεί εκπρόθεσμα, τίθεται το ερώτημα εάν η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003 είναι δυνατόν να παραταθεί σε περίπτωση κατά την οποία η εκτέλεση μιας αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας πραγματοποιήθηκε πριν από την επίδοση της εν λόγω αποφάσεως στον καθού η εκτέλεση.
β) Επί της δυνατότητας παρατάσεως της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003
102.
Κατά το άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003, η προσφυγή κατά της αποφάσεως η οποία κηρύσσει την εκτελεστότητα ασκείται εντός μηνός ή εντός δύο μηνών εάν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα. Η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως.
103.
Στον βαθμό που το γράμμα του άρθρου 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003 ορίζει απλώς ότι η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί να παραταθεί λόγω αποστάσεως ( 44 ), δεν αποκλείεται η παράταση της προθεσμίας αυτής για λόγους πέραν της αποστάσεως ( 45 ).
104.
Όπως ορθώς ισχυρίζονται οι γονείς, τέτοια γραμματική ερμηνεία επιρρωννύεται από το γεγονός ότι ο κανονισμός 2201/2003 περιλαμβάνει εξάλλου πολύ σαφείς διατάξεις σχετικά με πιθανές εξαιρέσεις, απαγορεύσεις ή περιορισμούς στις εξουσίες των οικείων δικαστηρίων ( 46 ). Επομένως, το γεγονός ότι απαγορεύεται ρητώς μόνον η παράταση λόγω αποστάσεως αποτελεί ένδειξη του ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν ήθελε να αποκλείσει την παράταση της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003 για άλλους λόγους.
105.
Η συστηματική ερμηνεία της προθεσμίας προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003 δεν οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την οικονομία του άρθρου 33, ο σκοπός της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά την παράγραφο 5 της διατάξεως αυτής έγκειται στη μη καθυστέρηση της εκτελέσεως των αποφάσεων που εκδίδονται σε άλλο κράτος μέλος των οποίων η εκτελεστότητα κηρύχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 31. Ο σκοπός αυτός συνάγεται από το γεγονός ότι η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ισχύει, βάσει του άρθρου 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003, μόνο για την προσφυγή που ασκείται από τον καθού η εκτέλεση, επομένως για την περίπτωση που εκδόθηκε απόφαση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας. Αντιθέτως, βάσει του άρθρου 33, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού δεν υπάρχει προθεσμία για την άσκηση προσφυγής από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση όταν ο επισπεύδων αυτός βάλλει κατά της απορρίψεως από το επιληφθέν δικαστήριο της αιτήσεως που υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 28 προκειμένου να κηρυχθεί εκτελεστή απόφαση που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος.
106.
Επομένως, η παράταση της προθεσμίας δεν αποκλείεται, ιδίως εφόσον δεν καθυστερεί αδικαιολόγητα την εκτέλεση αποφάσεως της οποίας κηρύχθηκε η εκτελεστότητα.
107.
Τούτο ισχύει υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, όπου η απόφαση που ζητήθηκε να κηρυχθεί εκτελεστή έχει ήδη εκτελεστεί πριν από την άσκηση της προσφυγής, οπότε η παράταση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί να καθυστερήσει την εκτέλεση. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η προσφυγή του καθού η εκτέλεση την οποία ασκεί δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003 θα έπρεπε, όπως και η προσφυγή του επισπεύδοντος την εκτέλεση κατά την παράγραφο 4 της διατάξεως αυτής, να μπορεί να ασκηθεί χωρίς περιορισμό ως προς την προθεσμία. Χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί το ενδεχόμενο αυτό, αρκεί η διαπίστωση ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η προθεσμία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εφαρμόζεται με περιοριστικό τρόπο.
108.
Ως εκ τούτου, ο κανονισμός 2201/2003 δεν αποκλείει τη δυνατότητα να παρατείνει το αρμόδιο δικαστήριο την προθεσμία για την άσκηση προσφυγής που προβλέπεται στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού ( 47 ). Στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, να ορίσει τις διαδικαστικούς κανόνες για την παράταση αυτή.
γ) Επί της σταθμίσεως που πρέπει να πραγματοποιηθεί όσον αφορά την παράταση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003
109.
Μολονότι ο κανονισμός 2201/2003 δεν αποκλείει παράταση ή επανέναρξη ( 48 ) της προθεσμίας του άρθρου 33, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού, η εφαρμογή της προθεσμίας αυτής ισχύει ως αρχή από την οποία χωρεί παρέκκλιση μόνο σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις.
110.
Επιπλέον, η εξουσία του εθνικού δικαστή να παρατείνει ή να κινήσει εκ νέου την προθεσμία αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις οριοθετείται από τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας ( 49 ).
111.
Αφενός, η τήρηση της αρχής της ισοδυναμίας, η οποία σημαίνει ότι οι δικονομικοί κανόνες ασκήσεως προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία αντλούν οι ιδιώτες από το δίκαιο της Ένωσης δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις εσωτερικής φύσεως ( 50 ), δεν φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το ιρλανδικό δίκαιο παρέχει στον δικαστή την εξουσία να παρατείνει τις προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις όταν εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο ( 51 ).
112.
Αφετέρου, βάσει της αρχής της αποτελεσματικότητας, οι δικονομικοί κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξεως δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης ( 52 ).
113.
Επί του ζητήματος αυτού, εν προκειμένω, ο κανονισμός 2201/2003 και, ειδικότερα, το τμήμα 2 του κεφαλαίου III αυτού σταθμίζουν το δικαίωμα του επισπεύδοντος την εκτέλεση να διασφαλίσει την ταχεία ικανοποίησή του με το δικαίωμα του καθού η εκτέλεση να αντιταχθεί, στο κράτος μέλος εκτελέσεως, αποτελεσματικά στην εκτέλεση αποφάσεως εκδοθείσας σε άλλο κράτος μέλος ( 53 ). Επιπλέον, κατ’ αρχάς, ο σκοπός της κατά το δυνατόν καλύτερης διασφαλίσεως του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων του, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 24 του Χάρτη, εμπνέει και διέπει το σύνολο των διατάξεων του κανονισμού 2201/2003 ( 54 ).
114.
Επομένως, όταν εθνικό δικαστήριο, όπως εν προκειμένω το αιτούν δικαστήριο, εφαρμόζει τους δικονομικούς κανόνες του εθνικού του δικαίου, προκειμένου να αποφασίσει παράταση της προθεσμίας του άρθρου 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003, το δικαστήριο αυτό πρέπει να διασφαλίζει τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των δικαιωμάτων και των σκοπών που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη. Η απαίτηση αυτή μπορεί να υπαγορεύσει, σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση, την παράταση της προθεσμίας, όπως επίσης μπορεί να επιβάλει χρονικά όρια σε μια τέτοια παράταση. Στο πλαίσιο της σταθμίσεως στην οποία καλείται να προβεί προς τον σκοπό αυτόν, το οικείο δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τη γενική οικονομία του κανονισμού καθώς και όλα τα στοιχεία του ευρύτερου πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η συγκεκριμένη περίπτωση.
115.
Εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να λάβει συναφώς υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία.
1) Η έκταση της υπερβάσεως της προθεσμίας
116.
Ο κανονισμός 2201/2003 δεν αποσκοπεί απλώς στο να καταστήσει δυνατή την ταχεία εφαρμογή των αποφάσεων των οποίων ζητείται η κήρυξη της εκτελεστότητας, αλλά και στο να εξασφαλίσει ασφάλεια δικαίου κατά την αναγνώριση και εκτέλεση τέτοιων αποφάσεων. Το γεγονός όμως ότι επιτρέπει την αμφισβήτηση της νομιμότητας ήδη εκτελεσθείσας αποφάσεως χωρίς κανένα χρονικό όριο ενδέχεται να βλάπτει την ασφάλεια δικαίου. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον η ακύρωση της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας μπορεί να οδηγήσει στην ανατροπή της πραγματικής καταστάσεως που έχει ήδη δημιουργηθεί από τη βεβιασμένη εκτέλεση, ήτοι, σε περίπτωση όπως η προκειμένη, στην επιστροφή των τέκνων στο κράτος μέλος εκτελέσεως ( 55 ). Κατά συνέπεια, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη την έκταση του χρόνου που παρήλθε σε σχέση με την αρχικώς προβλεφθείσα προθεσμία. Εν προκειμένω, η καθυστέρηση 48 ωρών με την οποία ασκήθηκε η προσφυγή των γονέων είναι ελάχιστη, οπότε η αποδοχή της προσφυγής αυτής δεν συνεπάγεται σημαντική διαφορά σε σχέση με την αρχική προθεσμία του άρθρου 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003.
2) Οι σκοποί του κανονισμού 2201/2003
117.
Σκοπός του κανονισμού 2201/2003 δεν είναι μόνο να διευκολυνθεί η αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σχετικά με τη γονική μέριμνα οι οποίες εκδόθηκαν σε άλλα κράτη μέλη, αλλά και να αποφευχθεί η κήρυξη της εκτελεστότητας τέτοιων αποφάσεων εάν συντρέχουν οι λόγοι μη αναγνωρίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 23 του εν λόγω κανονισμού. Η εξακολούθηση μιας πραγματικής καταστάσεως που δημιουργήθηκε με απόφαση η οποία ενέχει προδήλως λόγους μη αναγνωρίσεως και η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και εκτελέστηκε χωρίς ο καθού η εκτέλεση να είχε τη δυνατότητα να αντιταχθεί φαίνεται πιο προβληματική από την άποψη της πρακτικής αποτελεσματικότητας του κανονισμού 2201/2003, σε συνδυασμό με τον Χάρτη, από την ευδοκίμηση προσφυγής ασκηθείσας με καθυστέρηση 48 ωρών σε σχέση με την αρχικώς προβλεφθείσα προθεσμία. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον η προσβολή της αποτελεσματικότητας των διατάξεων του κανονισμού 2201/2003 διά της παράνομης εκτελέσεως αποφάσεως υφίσταται για όσο διάστημα συνεχίζεται η πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε με βάση την εν λόγω εκτέλεση ( 56 ).
3) Η προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας
118.
Σε αντίθεση προς τις αποφάσεις σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που καλύπτονται από τον κανονισμό 1215/2012, τον καλούμενο «κανονισμό Βρυξέλλες Ια» ( 57 ) καθώς και προς τις αποφάσεις που αφορούν το δικαίωμα επικοινωνίας και την επιστροφή του παιδιού που αναφέρονται στο άρθρο 40 του κανονισμού 2201/2003 ( 58 ), ο νομοθέτης της Ένωσης δεν επέλεξε ρητώς την εξαίρεση των αποφάσεων σχετικά με τη γονική μέριμνα κατά την έννοια του κανονισμού 2201/2003 από τη διαδικασία κηρύξεως της εκτελεστότητας. Όπως επισήμανε η Πολωνική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι κανονισμοί Βρυξέλλες Iα και Βρυξέλλες ΙΙα δεν είναι ως προς αυτό πανομοιότυποι, δεδομένου ότι ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα διέπεται από τον σκοπό της προστασίας του συμφέροντος του παιδιού. Λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα τους και της σπουδαιότητας των υπό διακύβευση δικαιωμάτων των παιδιών και των γονέων, οι αποφάσεις σχετικά με τη γονική μέριμνα δεν εκτελούνται αυτομάτως χωρίς κανέναν έλεγχο στο κράτος μέλος εκτελέσεως. Η εφαρμογή της διαδικασίας κηρύξεως της εκτελεστότητας που προβλέπεται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού 2201/2003 αποτελεί επομένως αναγκαίο προαπαιτούμενο για την εκτέλεση των αποφάσεων σχετικά με τη γονική μέριμνα που έχουν εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος ( 59 ).
119.
Εν πάση περιπτώσει, η διαδικασία αυτή έχει σχεδιασθεί ώστε να περιλαμβάνει, οπωσδήποτε, δύο στάδια: συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας αποφασίζει αρχικώς σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς ούτε το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ούτε το παιδί να έχουν, σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας, δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων. Εντούτοις, εν συνεχεία, πριν από την καθαυτή εκτέλεση μιας αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας που έχει εκδοθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση πρέπει να έχει τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής, προκειμένου, ιδίως, να μπορεί να προβάλει έναν από τους λόγους μη αναγνωρίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 23 του εν λόγω κανονισμού ( 60 ) και να αντιταχθεί εγκαίρως στην εκτέλεση.
120.
Κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, κάθε περιορισμός στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων δικαιολογείται μόνον εάν σέβεται το βασικό περιεχόμενο του σχετικού δικαιώματος και εφόσον είναι αναγκαίος και ανταποκρίνεται πραγματικά στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.
121.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατεπείγοντος χαρακτήρα και όταν το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού το επιβάλλει επιτακτικώς και τα προσωρινά μέτρα που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 20 του κανονισμού 2201/2003 δεν επαρκούν είναι δυνατόν, κατ’ εξαίρεση, απόφαση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας εκδοθείσα σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα, να καταστεί εκτελεστή από της εκδόσεώς της και να εκτελεστεί πριν από το πέρας της διαδικασίας προσφυγής. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι τέτοιες περιστάσεις συνέτρεχαν σε περίπτωση σχετικά με την εκτέλεση αποφάσεως που διέτασσε την αναγκαστική τοποθέτηση παιδιού σε κλειστό ίδρυμα σε άλλο κράτος μέλος, ενώ το παιδί είχε ήδη δραπετεύσει και είχε αποπειραθεί επανειλημμένα να αυτοκτονήσει, και μόνο αυτό (και όχι οι γονείς του) αντιτίθετο στην εν λόγω τοποθέτηση ( 61 ).
122.
Από τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, προκύπτει κατά τρόπο πρόδηλο από ότι τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις ουδόλως συνέτρεχαν εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, όταν οι κοινωνικοί λειτουργοί της CFA και του HCC προέβησαν στην εκτέλεση της από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διατάξεως του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας και επέστρεψαν τα παιδιά στην Αγγλία εν αγνοία των γονέων, τα παιδιά ήταν ασφαλή σε ανάδοχη οικογένεια στην Ιρλανδία. Ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ούτε κίνδυνος νέας διαφυγής των γονέων μαζί με τα παιδιά ούτε κίνδυνος να θιγεί η ομαλή διαβίωση των παιδιών που θα απαιτούσε άμεση εκτέλεση της διατάξεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας.
123.
Επιπλέον, δεν είναι κατανοητό γιατί ήταν τόσο επείγουσα η επιστροφή των παιδιών στην Αγγλία που έπρεπε να πραγματοποιηθεί πριν καν επιδοθεί στους γονείς η διάταξη περί κηρύξεως της εκτελεστότητας, ενώ το HCC άφησε να παρέλθουν σχεδόν δυο εβδομάδες από την έκδοση της διατάξεως του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017 έως την υποβολή της αιτήσεώς του περί κηρύξεως της εκτελεστότητας της εν λόγω διατάξεως στις 21 Σεπτεμβρίου 2017.
124.
Τέλος, εν προκειμένω, η άμεση εκτέλεση της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας, ήτοι η επιστροφή των παιδιών στην Αγγλία, μπορούσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη λόγω του έστω και προσωρινού αποχωρισμού των γονέων από τα παιδιά. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι, όσον αφορά τα παιδιά μικρής ηλικίας, ο βιολογικός χρόνος δεν προσμετράται κατά τα συνήθως αποδεκτά κριτήρια, λόγω της διανοητικής και ψυχολογικής τους διαπλάσεως και της ταχύτητας με την οποία εξελίσσεται ( 62 ). Όπως επισήμανε το Δικαστήριο, υπό τις συνθήκες αυτές, ο αποχωρισμός ενδέχεται να επιδεινώσει τη σχέση μεταξύ των εν λόγω παιδιών και των γονέων τους και να προκαλέσει μη αναστρέψιμη ψυχική βλάβη ( 63 ). Εξ αυτού έπεται ότι, εν προκειμένω, η αποτελεσματικότητα του δικονομικού δικαιώματος των γονέων σε πραγματική προσφυγή άσκησε επίσης επιρροή στην αποτελεσματικότητα της προστασίας του ουσιαστικού τους δικαιώματος στον σεβασμό της οικογενειακής τους ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.
125.
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ζητήματος εάν ο ούτως επιβαλλόμενος περιορισμός στο δικαίωμα των γονέων σε πραγματική προσφυγή, όπως προβλέπεται από το άρθρο 47 του Χάρτη, έθιξε το βασικό περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη. Αρκεί η διαπίστωση ότι η προσέγγιση των ιρλανδικών και των αγγλικών αρχών συνιστούσε ιδιαζόντως σοβαρή προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος των γονέων σε πραγματική προσφυγή, η οποία ουδόλως ήταν απαραίτητη για τη διαφύλαξη της ασφάλειας και του συμφέροντος των παιδιών, και ως εκ τούτου δεν ήταν δικαιολογημένη.
4) Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μη τηρήσεως της προθεσμίας και της συμπεριφοράς της διοικήσεως
126.
Ασφαλώς, εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε σαφώς ότι υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μη δικαιολογημένης προσβολής του δικαιώματος των γονέων σε πραγματική προσφυγή, αφενός, και του γεγονότος ότι οι γονείς δεν τήρησαν την προθεσμία του άρθρου 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003 όταν άσκησαν την προσφυγή τους κατά της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας, αφετέρου. Οι εκπρόσωποι των γονέων ανέφεραν εξάλλου ότι για την καθυστέρηση αυτή ευθύνονταν οι ίδιοι και όχι οι γονείς ( 64 ).
127.
Εντούτοις, όπως ορθώς επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, δεν αποκλείεται η συμπεριφορά του HCC, σε συνδυασμό με τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης να αποθάρρυναν τους γονείς με αποτέλεσμα αυτοί να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ήταν μάταιο να ασκήσουν προσφυγή κατά της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας στην Ιρλανδία εφόσον η εν λόγω απόφαση είχε εκτελεσθεί πριν καν ακόμη τους επιδοθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι μια τέτοια αποθάρρυνση έχει έμμεση αιτιώδη συνάφεια με την καθυστέρηση κατά την άσκηση της προσφυγής τους.
128.
Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, πρώτον, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τρόπου με τον οποίο το HCC χειρίστηκε τον φάκελο της εν λόγω οικογένειας, αφενός, και της φυγής της οικογένειας αυτής στην Ιρλανδία, αφετέρου ( 65 ).
129.
Δεύτερον, η απόφαση του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017, που έθεσε τα παιδιά υπό δικαστική επιτροπεία και διέταξε την επιστροφή τους, ελήφθη απουσία των γονέων υπό συνθήκες υπό τις οποίες, όπως επιβεβαιώθηκε από πολλά από τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, είναι τουλάχιστον αμφίβολο εάν οι γονείς είχαν πράγματι τη δυνατότητα ακροάσεως ( 66 ).
130.
Τρίτον, η διάταξη αυτή εν συνεχεία κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ιρλανδία και εκτελέστηκε αδικαιολόγητα ( 67 ) αμέσως, χωρίς να είχαν οι γονείς τη δυνατότητα να προβάλουν αντιρρήσεις, μολονότι μπορούσαν προδήλως να επικαλεστούν ορισμένους από τους λόγους μη αναγνωρίσεως κατά το άρθρο 23 του κανονισμού 2201/2003 ( 68 ), ιδίως δε το γεγονός ότι το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης που κίνησε το HCC δεν τους επιδόθηκε εγκαίρως και ότι η απόφαση του αγγλικού High Court εκδόθηκε χωρίς να έχουν τη δυνατότητα ακροάσεως.
131.
Τέταρτον, είναι απολύτως εύλογο ότι, μετά την επιστροφή των παιδιών τους στην Αγγλία, οι γονείς προσπάθησαν κατ’ αρχάς να προσφύγουν κατά της διατάξεως του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017 στην Αγγλία.
132.
Πλην όμως, πέμπτον, η άδεια να ασκήσουν έφεση κατά της εν λόγω διατάξεως δεν τους χορηγήθηκε από το Court of Appeal of England and Wales (εφετείο, Αγγλία και Ουαλία) με μια τουλάχιστον συνοπτική αιτιολογία η οποία δεν φαίνεται να έλαβε υπόψη τον προδήλως προβληματικό χαρακτήρα της διατάξεως του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017 υπό το πρίσμα του δικαιώματός τους ακροάσεως ( 69 ).
133.
Τα στοιχεία αυτά, εξεταζόμενα στο σύνολό τους, ενδέχεται να περιέπλεξαν και εν τέλει να καθυστέρησαν την άσκηση της προσφυγής των γονέων στην Ιρλανδία ( 70 ), ακόμη και αν το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι η πρόθεσή τους να ασκήσουν προσφυγή εντός της ταχθείσας προθεσμίας συνάγεται από διάφορα πραγματικά περιστατικά. Όπως ορθώς επισήμανε ο εκπρόσωπος των γονέων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι γονείς είναι άτομα που βρίσκονται σε κοινωνικά και οικονομικά μειονεκτική κατάσταση και τα οποία αναμφιβόλως διέθεταν λιγότερα μέσα για να οργανώσουν την άμυνα τους σε σχέση με τη διοίκηση στην οποία είχαν αντιταχθεί.
5) Η συμπεριφορά των μερών
134.
Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στη δικογραφία της υποθέσεως της κύριας δίκης που θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι η όψιμη άσκηση της προσφυγής των γονέων σε σχέση με την αρχικώς προβλεπόμενη προθεσμία οφείλεται σε πρόθεση παρελκύσεως της δίκης, σε βούληση παρεμποδίσεως της διαδικασίας ή ακόμη και σε απόπειρα καταστρατηγήσεως των προβλεπόμενων προθεσμιών, σε αντίθεση προς ό,τι φαίνεται ότι συνέβη στην υπόθεση Hoffmann ( 71 ). Τουναντίον, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, οι γονείς ενήργησαν καλόπιστα και κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να ασκήσουν εμπροθέσμως την προσφυγή τους.
135.
Αντιθέτως, όπως ήδη επισημάνθηκε, το HCC και ο ομόλογος ιρλανδικός οργανισμός δεν επέδειξαν, εν προκειμένω, τη δέουσα επιμέλεια ( 72 ). Ειδικότερα, η εσπευσμένη εκτέλεση της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας δεν ήταν δικαιολογημένη ( 73 ). Η συμπεριφορά των διοικητικών αυτών οργανισμών είναι έτι περαιτέρω αδικαιολόγητη καθόσον πρόκειται για διοικητικούς φορείς οι οποίοι, σε αντίθεση με έναν γονέα από τον οποίο αποσπάστηκε το παιδί σε μια «κλασική» περίπτωση διασυνοριακής απαγωγής, δεν έχουν ίδιο συμφέρον για την επιστροφή των παιδιών, αλλά οφείλουν να ενεργήσουν αποκλειστικά προς τη διαφύλαξη του υπέρτερου συμφέροντος των παιδιών. Ο τρόπος όμως με τον οποίο ενήργησαν η CFA και το HCC στην προκειμένη περίπτωση δεν συνάδει με τον σκοπό αυτόν.
δ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
136.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα στην υπόθεση C‑325/18 PPU πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι σε υπόθεση σχετικά με τις περί εκτελέσεως διατάξεις του κανονισμού 2201/2003, το επιληφθέν δικαστήριο έχει αρμοδιότητα, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, να παρατείνει την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 33, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει, βάσει όλων των υφισταμένων στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, εάν πρέπει να δοθεί μια τέτοια παράταση. Κατά την εκτίμηση αυτή, το δικαστήριο αυτό μπορεί ιδίως να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η εκτέλεση της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας πριν από την επίδοσή της στον καθού η εκτέλεση συνιστά αδικαιολόγητη προσβολή του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής του εν λόγω καθού, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη.
2. Επί της προσωρινής διαταγής (υπόθεση C‑375/18 PPU)
137.
Όπως προαναφέρθηκε ( 74 ), κατόπιν της υποβολής του προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C‑325/18 PPU, οι γονείς άσκησαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την έκδοση προσωρινής διαταγής κατά του HCC, προκειμένου, εν αναμονή του αποτελέσματος της κύριας δίκης, να μην συνεχίσει τη διαδικασία υιοθεσίας του βρέφους και να μην κινήσει τη διαδικασία υιοθεσίας των δύο μεγαλύτερων παιδιών.
138.
Υπό τις συνθήκες αυτές, με το ερώτημά του στην υπόθεση C‑375/18, το αιτούν δικαστήριο ρωτά το Δικαστήριο εάν το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως ο κανονισμός 2201/2003 του απαγορεύουν να εκδώσει προσωρινή διαταγή κατά δημόσιου οργανισμού άλλου κράτους μέλους προκειμένου να απαγορευτεί στον οργανισμό αυτόν να κινήσει διαδικασία υιοθεσίας παιδιών ενώπιον των δικαστηρίων του εν λόγω άλλου κράτους μέλους, μολονότι μια τέτοια προσωρινή διαταγή είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων σε διαδικασία προσφυγής ασκηθείσας σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού.
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
139.
Με το ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει συγκεκριμένα ότι η προσωρινή διαταγή που του ζητείται να εκδώσει έχει ως αποδέκτη δημόσια αρχή άλλου κράτους μέλους.
140.
Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, βεβαίως, δεν αποκλείεται το γεγονός η έκδοση μιας τέτοιας προσωρινής διαταγής κατά αλλοδαπού δημόσιου φορέα να εγείρει, σε ορισμένες περιπτώσεις, ειδικά ζητήματα από απόψεως συνταγματικού ή δημοσίου διεθνούς δικαίου.
141.
Εντούτοις, όπως το αιτούν δικαστήριο ορθώς παρατηρεί, εν προκειμένω, δεν πρόκειται για επέμβαση στη δικαστική, εκτελεστική και διοικητική εσωτερική κυριαρχία του Ηνωμένου Βασιλείου, δεδομένου ότι η διαταγή που ζητείται να εκδοθεί από το αιτούν δικαστήριο απευθύνεται στο HCC υπό την ιδιότητά του ως διαδίκου στη διαδικασία προσφυγής ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου. Ούτως ή άλλως, το ίδιο το HCC είχε κινήσει τη διαδικασία κηρύξεως της εκτελεστότητας στην Ιρλανδία, της οποίας η υφιστάμενη δίκη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αποτελεί απλώς προέκταση. Ως εκ τούτου, είναι αμφίβολο κατά πόσον το HCC μπορεί τώρα να αποφύγει τις συνέπειες της δίκης ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Η ιδέα ότι ένα κράτος το οποίο μετέχει σε δίκη ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους υπόκειται, για την ούτως κινηθείσα δίκη, στη δικαιοδοσία του κράτους αυτού και, επομένως, δεν μπορεί να επικαλεστεί την ετεροδικία του, εντοπίζεται, εξάλλου, και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ετεροδικία των κρατών ( 75 ).
142.
Εν πάση περιπτώσει, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει εάν, εν προκειμένω, το γεγονός ότι το HCC είναι δημόσιος οργανισμός άλλου κράτους μέλους μπορεί να εμποδίσει το αιτούν δικαστήριο να του απευθύνει σχετική προσωρινή διαταγή στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιόν του. Συγκεκριμένα, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου περιορίζεται στο ζήτημα εάν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ο κανονισμός 2201/2003 αντιτίθενται σε μια τέτοια διαταγή.
β) Σχετικά με την απαγόρευση των anti-suit injunctions [διαταγών περί αποχής από την κίνηση ή τη συνέχιση ένδικης διαδικασίας]
143.
Στο μέτρο που το αιτούν δικαστήριο λαμβάνει ως δεδομένο ότι η διαδικασία υιοθεσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι ένδικη διαδικασία ή απαιτεί τουλάχιστον τη μεσολάβηση δικαστικών αποφάσεων, διερωτάται αν προσωρινή διαταγή διατάσσουσα το HCC να μη συνεχίσει ή να μην κινήσει τέτοια διαδικασία ισοδυναμεί με απαγόρευση προς το HCC να προσφύγει στα αρμόδια αγγλικά δικαστήρια και προσομοιάζει, συνεπώς, σε μια μορφή anti-suit injunction η οποία απαγορεύεται βάσει των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Turner ( 76 ) και Allianz και Generali Assicurazioni Generali ( 77 ).
144.
Προκαταρκτικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από έγγραφο που απέστειλε το HCC στο αιτούν δικαστήριο στις 27 Μαρτίου 2018, η απόφαση για την τοποθέτηση των παιδιών (placement order) η οποία επιτρέπει στο HCC να αναζητήσει υποψήφιους θετούς γονείς για το βρέφος και να αναθέσει τη φροντίδα του προσωρινώς σε αυτούς είχε ήδη ληφθεί στις 21 Δεκεμβρίου 2017 ( 78 ). Εξάλλου, το HCC αναφέρει ότι μελλοντική αίτηση για την έκδοση αποφάσεως υιοθεσίας (adoption order) για το βρέφος θα πρέπει πλέον να υποβληθεί από αυτούς τους υποψήφιους θετούς γονείς. Συνεπώς, δεν είναι απολύτως σαφές εάν η απαίτηση του αιτούντος δικαστηρίου να μη συνεχίσει το HCC τη διαδικασία υιοθεσίας του βρέφους συνεπάγεται πράγματι απαγόρευση να προσφύγει το HCC στην αγγλική δικαιοσύνη. Επιπλέον, το HCC επανέλαβε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ότι δεν προτίθετο να κινήσει διαδικασία υιοθεσίας για τα δύο μεγαλύτερα παιδιά.
145.
Υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει εάν η προσωρινή διαταγή που του ζητούν να εκδώσει οι γονείς περιλαμβάνει πράγματι ένα «στοιχείο anti-suit» υπό την έννοια ότι απαγορεύει στο HCC να προσφύγει ενώπιον της αγγλικής δικαιοσύνης. Εάν δεν ισχύει αυτό, δεν προκύπτει με ποιον τρόπο η έκδοση μιας τέτοιας προσωρινής διαταγής μπορεί να είναι προβληματική υπό το πρίσμα της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τις anti-suit injunctions.
146.
Σε κάθε περίπτωση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι προσωρινή διαταγή εκδοθείσα από το αιτούν δικαστήριο θα είχε ως αποτέλεσμα να εμποδίσει προσωρινώς, εν αναμονή της εκβάσεως της κύριας δίκης, το HCC να προσφύγει ενώπιον της αγγλικής δικαιοσύνης για την υιοθεσία του βρέφους ή των δύο μεγαλύτερων παιδιών, μια τέτοια προσωρινή διαταγή ουδόλως απαγορεύεται από τον κανονισμό 2201/2003 ή από άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.
147.
Πρώτον, η προσωρινή διαταγή που ζητούν οι γονείς να εκδοθεί από το αιτούν δικαστήριο κατά του HCC δεν αποτελεί anti-suit injunction, αλλά freezing ή Mareva injunction [προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως με την οποία διατάσσεται η παράλειψη πράξεως]. Μια τέτοια προσωρινή διαταγή δεν έχει σκοπό να εμποδίσει τον διάδικο κατά του οποίου εκδίδεται να προσφύγει σε άλλο δικαστήριο, αλλά έχει ως στόχο να εμποδίσει τον διάδικο να δημιουργήσει, πριν από το πέρας της δίκης, μια μη αναστρέψιμη, τετελεσμένη κατάσταση που θα στερήσει την απόφαση που θα εκδοθεί κατά το πέρας της εν λόγω διαφοράς από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα. Πρόκειται, επομένως, για τη διατήρηση, έως το πέρας της δίκης, του πραγματικού status quo ( 79 ).
148.
Δεύτερον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι μια τέτοια freezing injunction περιλαμβάνει, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, ένα «στοιχείο anti-suit», υπό την έννοια ότι απαγορεύει στο HCC να προσφύγει στην αγγλική δικαιοσύνη, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της νομολογίας σχετικά με την απαγόρευση των anti-suit injunctions.
149.
Συναφώς, όπως έκρινε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Turner και Allianz και Generali Assicurazioni Generali, μια anti-suit injunction, ήτοι, εν προκειμένω, διαταγή που απαγορεύει σε ένα πρόσωπο να κινήσει ή να συνεχίσει διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους, ήταν μη συμβατή προς τη Σύμβαση των Βρυξελλών και τον κανονισμό 44/2001, τον καλούμενο «κανονισμό Βρυξέλλες Ι», δεδομένου ότι μια τέτοια διαταγή δεν είναι σύμφωνη με την αρχή κατά την οποία τα επιληφθέντα δικαστήρια καθορίζουν μόνα τους, βάσει των εφαρμοστέων κανόνων, εάν είναι αρμόδια να δικάσουν διαφορά που υποβάλλεται στην κρίση τους ( 80 ). Μια τέτοια παρέμβαση στην αρμοδιότητα δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους δεν συνάδει εξάλλου με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που αποτελεί τη βάση για τη θέσπιση ενός δεσμευτικού συστήματος διεθνούς δικαιοδοσίας, προς το οποίο οφείλουν να συμμορφώνονται όλα τα δικαστήρια που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των νομικών αυτών πράξεων ( 81 ).
150.
Εντούτοις, το σκεπτικό στο οποίο στηρίζεται η εν λόγω απαγόρευση των διαταγών anti-suit δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως.
151.
Συγκεκριμένα, στις υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο διαπίστωσε τη μη συμβατότητα των anti-suit injunctions με τις νομικές πράξεις του συστήματος των συμβάσεων Βρυξελλών-Λουγκάνο, οι προσωρινές αυτές διαταγές είχαν ως αντικείμενο να εμποδίσουν διάδικο σε διαφορά εκκρεμή ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους να κινήσει ή να συνεχίσει ένδικη διαδικασία κατά του έτερου διαδίκου στην ίδια διαφορά και ως προς το ίδιο αντικείμενο ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους ( 82 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, anti-suit injunction εκδιδόμενη από το πρώτο δικαστήριο ισοδυναμεί στην πράξη με καταστρατήγηση των κανόνων περί δικαιοδοσίας που προβλέπονται από τις πράξεις του συστήματος των Συμβάσεων Βρυξελλών-Λουγκάνο καθώς και σαφή παρέμβαση στην αρμοδιότητα του δεύτερου δικαστηρίου να εφαρμόσει το ίδιο τους κανόνες αυτούς.
152.
Όπως όπως επισήμανε και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εν προκειμένω, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική.
153.
Ειδικότερα, δεν πρόκειται για παρεμπόδιση του HCC να προσφύγει σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους ως προς το ίδιο αντικείμενο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, καθότι δικαστική διαδικασία υιοθεσίας που κινείται ή συνεχίζεται συνακολούθως στην Αγγλία έχει εντελώς διαφορετικό αντικείμενο. Επομένως, δεν μπορεί να υφίσταται ούτε εκκρεμοδικία ούτε σύγκρουση αρμοδιότητας μεταξύ των δύο οικείων δικαστηρίων.
154.
Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στο μέτρο που ο κανονισμός 2201/2003 ρυθμίζει τις συγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών μόνον όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Πλην όμως, η απόφαση για την υιοθεσία και τα προπαρασκευαστικά της υιοθεσίας μέτρα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται στην υπόθεση της κύριας δίκης τέτοια σύγκρουση κατά τον εν λόγω κανονισμό ( 83 ).
155.
Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, η έκδοση προσωρινής διαταγής κατά του HCC από το αιτούν δικαστήριο με σκοπό τη μη συνέχιση ή κίνηση διαδικασίας υιοθεσίας στην Αγγλία δεν προσκρούει στις αρχές που απορρέουν από τη νομολογία σχετικά με τις anti-suit injunctions.
γ) Επί της χρησιμότητας προσωρινής διαταγής υπό τις περιστάσεις της κύριας δίκης
156.
Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, ούτε η γενική οικονομία του κανονισμού 2201/2003 ούτε η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην οποία αυτός στηρίζεται αντιτίθενται στην έκδοση προσωρινής διαταγής κατά του HCC από το αιτούν δικαστήριο.
157.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 20 του κανονισμού 2201/2003 προβλέπει βεβαίως προσωρινά μέτρα μόνο για την περίπτωση κατά την οποία δικαστήριο κράτους μέλους πρέπει να λάβει επειγόντως τέτοια μέτρα σχετικά με άτομα ή περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στο κράτος μέλος αυτό. Εντούτοις, η αρμοδιότητα αυτή προβλέπεται ρητώς μόνον διότι πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής της σε περιστάσεις υπό τις οποίες συνιστά παρέκκλιση από την επί της ουσίας δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους ( 84 ).
158.
Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι μόνον τέτοια προσωρινά μέτρα προβλέπονται ρητώς ουδόλως προδικάζει το γεγονός ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών μπορούν, εντός των αρμοδιοτήτων που τους αναθέτει ο κανονισμός 2201/2003, να λάβουν προσωρινά μέτρα για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των δικών που εκκρεμούν ενώπιόν τους.
159.
Τέτοια μέτρα ενδέχεται ιδίως να αποδειχθούν αναγκαία σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, στην οποία ένας διάδικος, εν προκειμένω το HCC, ουδόλως παρέχει την εγγύηση ότι θα συμμορφωθεί προς την απόφαση που θα εκδοθεί στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου σύμφωνα με τον κανονισμό 2201/2003.
160.
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ορθώς επισημαίνει ότι ασφαλώς, υπό κανονικές συνθήκες, δεν πρέπει να απαιτείται η έκδοση προσωρινής διαταγής κατά δημόσιου οργανισμού άλλου κράτους μέλους που είναι διάδικος σε τέτοια δίκη, δεδομένου ότι ο οργανισμός αυτός πρέπει να μετάσχει στη δίκη αυτή και να αποδεχτεί τη συμμόρφωσή του προς την απόφαση που θα εκδοθεί.
161.
Όπως όμως προκύπτει από τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, εν προκειμένω, το HCC έλαβε μέρος μόνο στη διαδικασία προσφυγής ενώπιον του ιρλανδικού High Court κατά της από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διατάξεως του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας, διαδικασία η οποία περατώθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2018. Αντιθέτως, το HCC αποφάσισε να μη λάβει πλέον μέρος στην κατ’ έφεση δίκη που κινήθηκε από τους γονείς κατά της διατάξεως του ιρλανδικού High Court της 18ης Ιανουαρίου 2018 ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Επιπλέον, το HCC γνωστοποίησε στο αιτούν δικαστήριο ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν προτίθετο να επιστρέψει τα παιδιά και ότι είχε κινηθεί διαδικασία υιοθεσίας για το βρέφος. Το HCC υποστήριξε συναφώς ότι τα αγγλικά δικαστήρια είναι αρμόδια να δικάσουν την υπόθεση επί της ουσίας και ότι τα παιδιά δεν ενέπιπταν ποτέ στη δικαιοδοσία των ιρλανδικών δικαστηρίων. Η άποψη αυτή, εντούτοις, υπό την επιφύλαξη του ζητήματος της αρμοδιότητας επί της ουσίας στην υπό κρίση υπόθεση, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του κανονισμού 2201/2003. Πράγματι, όπως επιβεβαίωσε, μεταξύ άλλων, η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο κανονισμός αυτός προβλέπει ρητώς την αρμοδιότητα των δικαστηρίων του κράτους μέλους εκτελέσεως να εκδικάζει προσφυγές κατά των αποφάσεων περί κηρύξεως της εκτελεστότητας.
162.
Συνεπώς, το HCC επικαλέστηκε, κατ’ αρχάς, τον κανονισμό 2201/2003 προς όφελός του προκειμένου να επιτύχει την κήρυξη της εκτελεστότητας της διατάξεως του αγγλικού High Court της 8ης Σεπτεμβρίου 2017 και κίνησε προς τούτο τη διαδικασία κηρύξεως της εκτελεστότητας σύμφωνα με το άρθρο 28 του εν λόγω κανονισμού. Εν συνεχεία, από κοινού με τον ομόλογό του ιρλανδικό οργανισμό, παρέκαμψε τις δικονομικές υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό αυτόν, εκτελώντας την απόφαση περί κηρύξεως της εκτελεστότητας πριν από την επίδοση της εν λόγω αποφάσεως στους γονείς. Τέλος, θεώρησε ότι δεν υποχρεούνταν να μετάσχει μέχρι τέλους στη διαδικασία προσφυγής κατά της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας και δεν προτίθεται να συμμορφωθεί προς την απόφαση που θα ληφθεί από το αρμόδιο δικαστήριο κατά το πέρας της διαδικασίας αυτής.
163.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το HCC δεν παρέσχε τις εγγυήσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή των αρχών της αμοιβαίας αναγνωρίσεως και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, οι οποίες αποτελούν ωστόσο το θεμέλιο της λειτουργίας των μηχανισμών που προβλέπει ο κανονισμός 2201/2003. Όπως πρόσφατα υπενθύμισε το Δικαστήριο, ένα σύστημα εμπιστοσύνης και αμοιβαίας συνδρομής συνεπάγεται πράγματι ότι στις συμμετέχουσες εθνικές αρχές εναπόκειται να δημιουργήσουν τις συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορέσουν οι ομόλογες αρχές των άλλων κρατών μελών να παράσχουν τη συνδρομή τους λυσιτελώς και σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της Ένωσης ( 85 ).
δ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
164.
Στο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑375/18 PPU πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα δε οι διατάξεις του κανονισμού 2201/2003, δεν απαγορεύει σε δικαστήριο κράτους μέλους να εκδώσει κατά δημόσιου οργανισμού άλλου κράτους μέλους που είναι διάδικος σε δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου προσωρινή διαταγή απαγορεύουσα στον οργανισμό αυτόν να κινήσει ή να συνεχίσει διαδικασία υιοθεσίας παιδιών ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του άλλου κράτους μέλους.
VI. Πρόταση
165.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Court of Appeal (εφετείου, Ιρλανδία) στην υπόθεση C‑325/18 PPU ως εξής:
1)
Όταν προβάλλεται παράνομη μετακίνηση παιδιών από το κράτος μέλος της συνήθους διαμονής τους προς άλλο κράτος μέλος, απόφαση διατάσσουσα την επιστροφή των παιδιών αυτών εκδοθείσα από δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως εκτός του πλαισίου της διαδικασίας του άρθρου 11 του κανονισμού 2201/2003 και ανεξάρτητα από απόφαση περί της γονικής μέριμνας δεν μπορεί να εκτελεστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου III του εν λόγω κανονισμού. Εντούτοις, υπό τέτοιες περιστάσεις, απόφαση περί της γονικής μέριμνας εκδοθείσα από δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως η οποία συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού σε αυτό το κράτος μέλος μπορεί να εκτελεστεί σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις.
2)
Σε υπόθεση αφορώσα τις περί εκτελέσεως διατάξεις του κανονισμού 2201/2003, το επιληφθέν δικαστήριο έχει αρμοδιότητα, δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, να παρατείνει την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 33, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει, βάσει όλων των υφισταμένων στοιχείων και λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, εάν πρέπει να δοθεί μια τέτοια παράταση. Κατά την εκτίμηση αυτή, το δικαστήριο αυτό μπορεί ιδίως να λάβει υπόψη του το γεγονός ότι η εκτέλεση της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας πριν από την επίδοσή της στον καθού η εκτέλεση συνιστά αδικαιολόγητη προσβολή του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής του εν λόγω καθού, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
166.
Επιπλέον, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που υπέβαλε το Court of Appeal (εφετείο, Ιρλανδία) στην υπόθεση C‑375/18 PPU ως εξής:
Το δίκαιο της Ένωσης, ειδικότερα δε οι διατάξεις του κανονισμού 2201/2003, δεν απαγορεύει σε δικαστήριο κράτους μέλους να εκδώσει κατά δημόσιου οργανισμού άλλου κράτους μέλους που είναι διάδικος σε δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου προσωρινή διαταγή απαγορεύουσα στον οργανισμό αυτόν να κινήσει ή να συνεχίσει διαδικασία υιοθεσίας παιδιών ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του άλλου κράτους μέλους.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Στη σκέψη 56 του παρόντος κειμένου έγινε τροποποίηση γλωσσικής φύσεως μετά την αρχική ανάρτησή του στην ψηφιακή Συλλογή Νομολογίας.
( 3 ) Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 (ΕΕ 2003, L 338, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2116/2004 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2004 (ΕΕ 2004, L 367, σ. 1).
( 4 ) Στο εξής: μητέρα.
( 5 ) Στο εξής: πρώτο παιδί.
( 6 ) Στο εξής: δεύτερο παιδί· στο εξής, από κοινού με το πρώτο παιδί: δύο μεγαλύτερα παιδιά.
( 7 ) Στο εξής: βρέφος.
( 8 ) Στο εξής: πατέρας· στο εξής, από κοινού με τη μητέρα: γονείς.
( 9 ) Στο εξής: HCC.
( 10 ) Το «Freedom Programme», βλ. /.
( 11 ) Ο Cafcass guardian [μέλος της υπηρεσίας Children and Families Court Advisory and Support Service] οφείλει να εξετάσει τα σχέδια της τοπικής αρχής και να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται προς το συμφέρον των παιδιών, βλ. .
( 12 ) Δεν είναι απολύτως σαφές εάν η επιστροφή στην οικία πραγματοποιήθηκε την ίδια ημέρα ή την επόμενη της γεννήσεως του βρέφους.
( 13 ) Δεν είναι απολύτως σαφές εάν η επίσκεψη αυτή πραγματοποιήθηκε την επόμενη ή τη μεθεπόμενη ημέρα της γεννήσεως του βρέφους.
( 14 ) Δεν είναι απολύτως σαφές εάν οι γονείς έφτασαν στην Ιρλανδία στις 5 ή στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.
( 15 ) Βλ. σημεία 118 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 16 ) Βλ., συναφώς, γνώμη μου στην υπόθεση Health Service Executive (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:177, σημεία 56 και 57).
( 17 ) Η λήψη μιας τέτοιας αποφάσεως περί μη επιστροφής αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας εκτελέσεως του τμήματος 4 του κεφαλαίου III του κανονισμού 2201/2003, βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2008, Rinau (C‑195/08 PPU, EU:C:2008:406, σκέψη 74).
( 18 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 17, 18 και 23 του κανονισμού 2201/2003. Για εξηγήσεις συναφώς, βλ., επίσης, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2008, Rinau (C‑195/08 PPU, EU:C:2008:406, σκέψεις 61 επ.), και της 26ης Απριλίου 2012, Health Service Executive (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:255, σκέψεις 116 επ.). Βλ., επίσης, γνώμη μου στην υπόθεση Health Service Executive (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:177, σημεία 58 και 72 επ.).
( 19 ) Βλ. άρθρα 1, στοιχείο αʹ, 3 και 12 της Συμβάσεως της Χάγης και άρθρα 2, σημείο 11, στοιχείο αʹ, και 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 2201/2003 (σημεία 7, 8, 9, 12 και 13 των παρουσών προτάσεων).
( 20 ) Κατά τον χρόνο της μετακίνησης στην Ιρλανδία, διατάξεις προσωρινής προστασίας υπέρ του HCC είχαν εκδοθεί όσον αφορά τα δύο μεγαλύτερα παιδιά (βλ. σημείο 30 των παρουσών προτάσεων)· αντιθέτως, όπως επιβεβαίωσε και ο εκπρόσωπος του HCC κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν μπορεί να προσδιοριστεί εάν η διάταξη προσωρινής προστασίας για το βρέφος εξεδόθη πριν ή μετά την αποχώρηση (βλ. σημεία 35 και 37 των παρουσών προτάσεων).
( 21 ) Καθώς και για ορισμένες αποφάσεις σχετικά με το δικαίωμα επικοινωνίας που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στο παρόν πλαίσιο.
( 22 ) Στις υποθέσεις επί των οποίων εξεδόθησαν οι αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Mercredi (C‑497/10 PPU, EU:C:2010:829, σκέψεις 62 επ.), και της 9ης Οκτωβρίου 2014, C (C‑376/14 PPU, EU:C:2014:2268, σκέψεις 62 επ.), οι διάδικοι είχαν εξάλλου χρησιμοποιήσει εκ παραλλήλου τις δύο διαδικασίες και το Δικαστήριο δεν επέκρινε την προσέγγιση αυτή.
( 23 ) Βλ. σημείο 68 των παρουσών προτάσεων.
( 24 ) Βλ. σημεία 118 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 25 ) Βλ. σημεία 121 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 26 ) Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για την απόδοση στα αγγλικά («[a] judgment on the exercise of parental responsibility in respect of a child given in a Member State»), στα γαλλικά («[l]es décisions rendues dans un État membre sur l’exercice de la responsabilité parentale à l’égard d’un enfant»), στα ισπανικά («[l]as resoluciones dictadas en un Estado miembro sobre el ejercicio de la responsabilidad parental con respecto a un menor»), στα ιταλικά («[l]e decisioni relative all’esercizio della responsabilità genitoriale su un minore»), στα πορτογαλικά («[a]s decisões proferidas num Estado-Membro sobre o exercício da responsabilidade parental relativa a uma criança»), ή ακόμη και στα ολλανδικά («[b]eslissingen betreffende de uitoefening van de ouderlijke verantwoordelijkheid voor een kind»). Αντιθέτως, σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού 2201/2003, στο άρθρο 28 δεν υφίσταται τέτοια διαφοροποίηση, βλ., μεταξύ άλλων, την απόδοση στα γερμανικά («[d]ie in einem Mitgliedstaat ergangenen Entscheidungen über die elterliche Verantwortung für ein Kind»), στα δανικά («[e]n i en medlemsstat truffet retsafgørelse om forældreansvar over for et barn»), στα τσεχικά («[v]ýkon rozhodnutí o výkonu rodičovské zodpovědnosti ve vztahu k dítěti vydaných v členském státě»), ή και στα εσθονικά («[l]apse suhtes vanemlikku vastutust käsitlevat kohtuotsust, mis on tehtud liikmesriigis ja on selles liikmesriigis täitmisele pööratav ning kätte antud»).
( 27 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 28 ) Βλ., επ’ αυτού, γνώμη της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Rinau (C‑195/08 PPU, EU:C:2008:377, σημεία 52 επ.).
( 29 ) Τα άρθρα 18, 29 και 34 της Συμβάσεως της Χάγης διευκρινίζουν ότι η σύμβαση δεν αντιτίθεται σε αυτό.
( 30 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 31 ) Βλ. αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2007, C (C‑435/06, EU:C:2007:714, σκέψεις 46 επ.), και της 21ης Οκτωβρίου 2015, Gogova (C‑215/15, EU:C:2015:710, σκέψη 26). Βλ., επίσης, προτάσεις μου στην υπόθεση C (C‑435/06, EU:C:2007:543, σημεία 33 επ.), και γνώμη μου στην υπόθεση Health Service Executive (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:177, σημεία 10 επ.).
( 32 ) Βλ. αποφάσεις της 27ης Νοεμβρίου 2007, C (C‑435/06, EU:C:2007:714, σκέψεις 24 επ.), και της 2ας Απριλίου, A (C‑523/07, EU:C:2009:225, σκέψεις 21 επ.).
( 33 ) Βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2012, Health Service Executive (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:255, σκέψεις 56 επ.).
( 34 ) Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο, προκειμένου να καθοριστεί εάν μια αίτηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2201/2003, πρέπει να εξεταστεί το αντικείμενό της: απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 2015, Gogova (C‑215/15, EU:C:2015:710, σκέψη 28)· βλ. επίσης, όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2015/281 της Επιτροπής, της 26ης Νοεμβρίου 2014 (ΕΕ 2015, L 54, σ. 1) (καλούμενος «κανονισμός Βρυξέλλες Iα»), μεταξύ πολλών άλλων, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Pula Parking (C‑551/15, EU:C:2017:193, σκέψη 34).
( 35 ) Βλ., επ’ αυτού, γνώμη του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Gogova (C‑215/15, EU:C:2015:725, σημεία 39 επ.).
( 36 ) Δεν προκύπτει, εν προκειμένω, ότι το εθνικό δίκαιο παραπέμπει στο περιεχόμενο του κανονισμού 2201/2003 για να καθορίσει τους κανόνες που εφαρμόζονται σε κατάσταση που διέπεται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους· βλ., επ’ αυτού, διάταξη της 12ης Μαΐου 2016, Sahyouni (C‑281/15, EU:C:2016:343, σκέψεις 24 επ. και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 37 ) Η από 21 Σεπτεμβρίου 2017 διάταξη του ιρλανδικού High Court περί κηρύξεως της εκτελεστότητας διευκρινίζει ρητώς ότι η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής είναι δύο μήνες από την επίδοση της εν λόγω διατάξεως.
( 38 ) Βλ. σημείο 44 των παρουσών προτάσεων.
( 39 ) Βλ. σημείο 46 των παρουσών προτάσεων.
( 40 ) Η σύγχυση που υπήρξε, στις γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις του HCC, όχι ως προς την ημερομηνία ενάρξεως της προθεσμίας, αλλά ως προς την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής, ήρθη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση: το HCC είχε αναφέρει εκ παραδρομής ότι η «notice of motion» είχε ήδη ασκηθεί στις 19 Νοεμβρίου 2017, δηλαδή εντός της προθεσμίας των δύο μηνών για την άσκηση προσφυγής, εάν η προθεσμία αυτή είχε αρχίσει στις 22 Σεπτεμβρίου 2017· οι γονείς, εντούτοις, επιβεβαίωσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η αναφορά αυτή ήταν εσφαλμένη και ότι η προσφυγή τους είχε όντως ασκηθεί μόλις στις 24 Νοεμβρίου 2017.
( 41 ) Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1987, Heylens κ.λπ. (222/86, EU:C:1987:442, σκέψη 15).
( 42 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1980, Könecke Fleischwarenfabrik κατά Επιτροπής (76/79, EU:C:1980:68, σκέψη 7), της 6ης Ιουλίου 1988, Dillinger Hüttenwerke κατά Επιτροπής (236/86, EU:C:1988:367, σκέψεις 13 και 14), της 6ης Δεκεμβρίου 1990, Wirtschaftsvereinigung Eisen- und Stahlindustrie κατά Επιτροπής (C‑180/88, EU:C:1990:441, σκέψη 22), της 19ης Φεβρουαρίου 1998, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑309/95, EU:C:1998:66, σκέψεις 18 επ.), ή ακόμη της 23ης Οκτωβρίου 2007, Κοινοβούλιο κατά Επιτροπής (C‑403/05, EU:C:2007:624, σκέψεις 29 επ.).
( 43 ) Βλ., συναφώς, απόφαση του ΕΔΔΑ της 26ης Ιανουαρίου 2017, Ivanova και Ivashova κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2017:0126JUD000079714, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 44 ) Το γράμμα του γαλλικού κειμένου του κανονισμού («[c]e délai ne comporte pas de prorogation à raison de la distance») δεν είναι σαφές αλλά, όπως προκύπτει από άλλες γλωσσικές αποδόσεις, όντως σημαίνει ότι η προθεσμία δεν μπορεί να παραταθεί για λόγους αποστάσεως (βλ. αγγλικό κείμενο: «No extension of time may be granted on account of distance», γερμανικό κείμενο: «Eine Verlängerung dieser Frist wegen weiter Entfernung ist ausgeschlossen», ισπανικό κείμενο: «Dicho plazo no admitirá prórroga en razón de la distancia», ιταλικό κείμενο: «Detto termine non è prorogabile per ragioni inerenti alla distanza», πορτογαλικό κείμενο: «Este prazo não é susceptível de prorrogação em razão da distância», ολλανδικό κείμενο: «De termijn kan niet op grond van de afstand worden verlengd»).
( 45 ) Τη θέση αυτή υποστηρίζουν επίσης διακεκριμένοι θεωρητικοί του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, βλ., μεταξύ άλλων, Schlosser, P. F., EU-Zivilprozessrecht, 2η έκδ., Beck, Munich, 2003, σ. 276 αριθ. 9· Oberhammer, P., «Art. 43», Kommentar zur Zivilprozessordnung, τόμος 10, 22η έκδ., Mohr Siebeck, Τυβίγγη, 2011, σ. 686 αριθ. 11 (αμφότερα για το άρθρο 43 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 012, σ. 1) (καλούμενος «κανονισμός Βρυξέλλες I»), που αντιστοιχεί στο άρθρο 33 του κανονισμού 2201/2003)· Mankowski, P., «Art 33», Brussels IIbis Regulation, Sellier, Μόναχο, 2012, σ. 312 αριθ. 38· Paraschas, K., «VO (EG) 2201/2003 Art. 33», Internationaler Rechtsverkehr in Zivil- und Handelssachen, 54η εκδ., Beck, Μόναχο, 2018, αριθ. 8. Επιπλέον, στην απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, SISRO (C‑432/93, EU:C:1995:262, σκέψη 15), φαίνεται ότι το Δικαστήριο δέχτηκε εμμέσως τη δυνατότητα να κηρυχθεί παραδεκτή, κατ’ εφαρμογήν των εθνικών δικονομικών κανόνων, προσφυγή ασκηθείσα κατόπιν της παρελεύσεως της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 36, δεύτερο εδάφιο, της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), που αντιστοιχεί στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003.
( 46 ) Βλ., ιδίως, άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 2201/2003: «Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται […]», άρθρο 11, παράγραφοι 4 και 5: «Το δικαστήριο δεν μπορεί», άρθρα 22 και 23: «Αποφάσεις […] δεν αναγνωρίζονται», άρθρο 24: «Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους μέλους προέλευσης δεν ερευνάται», άρθρο 25: «Αποφάσεις […] δεν μπορούν να μην αναγνωρισθούν με την αιτιολογία ότι η νομοθεσία του κράτους μέλους αναγνώρισης δεν επιτρέπει […]», άρθρα 26 και 31, παράγραφος 3: «Η επί της ουσίας αναθεώρηση απόφασης αποκλείεται», άρθρο 31, παράγραφος 1: «Ούτε το πρόσωπο […] ούτε το παιδί έχουν […] δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων», ή και άρθρο 34: «Κατά της απόφασης επί της προσφυγής μπορούν να ασκηθούν μόνον οι διαδικασίες […]».
( 47 ) Για λόγους πληρότητας, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αποφάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 1988, Hoffman (145/86, EU:C:1988:61), και της 16ης Φεβρουαρίου 2006, Verdoliva (C‑3/05, EU:C:2006:113), που παραθέτει το αιτούν δικαστήριο και επικαλείται το HCC, δεν αναιρούν την ερμηνεία αυτή. Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει βεβαίως αναφερθεί, στις εν λόγω αποφάσεις, στον αυστηρό χαρακτήρα της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 36 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003. Εντούτοις, στην απόφαση Hoffmann, το Δικαστήριο ανέφερε απλώς ότι η εν λόγω διάταξη έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο διάδικος ο οποίος δεν άσκησε κατά της αποφάσεως περί κηρύξεως της εκτελεστότητας την προσφυγή που προβλέπει η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί πλέον να προβάλει, στο στάδιο της εκτελέσεως, έγκυρο λόγο που θα μπορούσε να είχε προβάλει στο πλαίσιο της προσφυγής κατά της ως άνω αποφάσεως (απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, Hoffmann, 145/86, EU:C:1988:61, σκέψη 34). Ομοίως, στην υπόθεση Verdoliva το Δικαστήριο περιορίστηκε στο να κρίνει ότι η γνώση απλώς και μόνον μιας αποφάσεως από το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν μπορεί να αντικαταστήσει την υποχρέωση επιδόσεως κατά την εν λόγω διάταξη προκειμένου να αρχίσει να κινείται η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής που προβλέπεται σε αυτήν (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2006, Verdoliva, C‑3/05, EU:C:2006:113, σκέψη 38).
( 48 ) Στο γερμανικό δίκαιο δεν προβλέπεται η παράταση αλλά η επανέναρξη της προθεσμίας.
( 49 ) Βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Puškár (C‑73/16, EU:C:2017:253, σημεία 46 και 47).
( 50 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Rewe-Zentralfinanz και Rewe‑Zentral (33/76, EU:C:1976:188, σ. 747, σκέψη 5), της 7ης Ιανουαρίου 2004, Wells (C‑201/02, EU:C:2004:12, σκέψη 67), και της 21ης Δεκεμβρίου 2016, TDC (C‑327/15, EU:C:2016:974, σκέψη 90).
( 51 ) Βλ., συναφώς, τη διάταξη του ιρλανδικού δικαίου που παρατίθεται στο σημείο 23 των παρουσών προτάσεων.
( 52 ) Βλ. νομολογία παρατεθείσα στην υποσημείωση 49 των παρουσών προτάσεων.
( 53 ) Βλ. όσον αφορά το άρθρο 36 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003, απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2006, Verdoliva (C‑3/05, EU:C:2006:113, σκέψεις 26 επ.), καθώς και προτάσεις μου στην υπόθεση Verdoliva (C‑3/05, EU:C:2005:722, σημεία 38 επ. και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· υπό την ίδια έννοια, σχετικά με τον κανονισμό 2201/2003, βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2008, Rinau (C‑195/08 PPU, EU:C:2008:406, σκέψη 101).
( 54 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογική σκέψη 33 του κανονισμού 2201/2003.
( 55 ) Βλ. σημείο 64 των παρουσών προτάσεων.
( 56 ) Βλ. συναφώς, κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑20/01 και C‑28/01, EU:C:2003:220, σκέψη 36).
( 57 ) Βλ. άρθρο 39 του κανονισμού 1215/2012, καλούμενου και «κανονισμού Βρυξέλλες 1α».
( 58 ) Βλ. σημεία 66 και 71 των παρουσών προτάσεων.
( 59 ) Βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2012, Health Service Executive (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:255, σκέψη 118), καθώς και γνώμη μου στην υπόθεση Health Service Executive (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:177, σημεία 71 επ.).
( 60 ) Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2008, Rinau (C‑195/08 PPU, EU:C:2008:406, σκέψη 101). Βλ. επίσης, στο πλαίσιο αυτό, σχετικά με το άρθρο 36 της Συμβάσεως των Βρυξελλών που αντιστοιχεί στο άρθρο 33, παράγραφος 5, του κανονισμού 2201/2003, προτάσεις μου στην υπόθεση Verdoliva (C‑3/05, EU:C:2005:722, σημεία 41 και 42): «Το άρθρο 36 συνιστά […] το δικονομικό συμπλήρωμα των απαριθμούμενων στα άρθρα 27 και 28 της Συμβάσεως λόγων ουσίας για τους οποίους δεν επιτρέπεται η αναγνώριση και η εκτέλεση της αλλοδαπής αποφάσεως». Εξάλλου, όπως προκύπτει και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο καθού η εκτέλεση σε απόφαση που εξεδόθη σε άλλος κράτος μέλος της Ένωσης για την οποία εφαρμόζεται μηχανισμός αμοιβαίας αναγνωρίσεως πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβάλει την προδήλως ανεπαρκή προστασία δικαιώματος το οποίο κατοχυρώνεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών [στο εξής: ΕΣΔΑ]. Πράγματι, μόνον εάν δεν υφίσταται τέτοια ανεπαρκής προστασία μπορεί να εφαρμοστεί το τεκμήριο της ισοδύναμης προστασίας των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ από το δίκαιο της Ένωσης και μπορούν τα δικαστήρια των κρατών μελών να επιτύχουν την πλήρη εφαρμογή ενός μηχανισμού αμοιβαίας αναγνωρίσεως· βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Μαΐου 2016, Avotiņš κατά Λεττονίας (CE:ECHR:2016:0523JUD001750207, § 116).
( 61 ) Βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2012, Health Service Executive (C‑92/12 PPU, EU:C:2012:255, σκέψεις 121 επ.).
( 62 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2008, Rinau (C‑195/08 PPU, EU:C:2008:406, σκέψη 81).
( 63 ) Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2010, Povse (C‑211/10 PPU, EU:C:2010:400, σκέψεις 35 και 36), της 5ης Οκτωβρίου 2010, McB. (C‑400/10 PPU, EU:C:2010:582, σκέψη 28), και της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Aguirre Zarraga (C‑491/10 PPU, EU:C:2010:828, σκέψεις 39 και 40).
( 64 ) Βλ. σημείο 46 των παρουσών προτάσεων.
( 65 ) Βλ., ιδίως, σημεία 33 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 66 ) Βλ. σημεία 38 και 39 των παρουσών προτάσεων.
( 67 ) Βλ. σημείο 125 των παρουσών προτάσεων.
( 68 ) Βλ. σημείο 16 των παρουσών προτάσεων.
( 69 ) Βλ. σημείο 45 των παρουσών προτάσεων. Η απόφαση αυτή έχει ως ακολούθως: «Δεν υφίσταται κάποιο στοιχείο στις καταγγελίες που διατύπωσαν οι αιτούντες στα έγγραφα που υπέβαλαν στο δικαστήριο αυτό. Είχαν τη δυνατότητα να παραστούν στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Σεπτεμβρίου αλλά, αντ’ αυτού, διέφυγαν σε άλλη χώρα. Τα επιχειρήματα τεχνικής φύσεως που προβάλλουν τώρα σχετικά με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, το δικαίωμα να ταξιδεύουν και την επιβολή της επιτροπείας είναι ανακόλουθα, ιδίως αφ’ ής στιγμής τα παιδιά υπόκεινται εκ νέου στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου αυτού».
( 70 ) Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, στο πλαίσιο προσφυγής κατά πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης ότι η καθυστέρηση κατά την άσκηση προσφυγής μπορεί να εμπίπτει στην έννοια της συγγνωστής πλάνης όταν το οικείο όργανο έχει ακολουθήσει συμπεριφορά ικανή, από μόνη της ή σε καθοριστικό βαθμό, να προκαλέσει επιτρεπτή σύγχυση σε καλόπιστο ιδιώτη (απόφαση της 15ης Μαΐου 2003, Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και ΕΚΤ, C‑193/01 P, EU:C:2003:281, σκέψη 24). Βλ. επίσης, στο πλαίσιο αυτό, απόφαση του ΕΔΔΑ της 6ης Δεκεμβρίου 2001, Τσιρώνης κατά Ελλάδας (CE:ECHR:2001:1206JUD004458498, § 27 επ.).
( 71 ) Βλ. υποσημείωση 46 των παρουσών προτάσεων.
( 72 ) Βλ., ιδίως, σημεία 122 επ. και 128 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 73 ) Βλ. σημεία 122 επ. των παρουσών προτάσεων.
( 74 ) Βλ. σημεία 51 και 52 των παρουσών προτάσεων.
( 75 ) Συμβούλιο της Ευρώπης, Σειρά ευρωπαϊκών συνθηκών, αριθ. 74.
( 76 ) Απόφαση της 27ης Απριλίου 2004, Turner (C‑159/02, EU:C:2004:228).
( 77 ) Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2009, Allianz και Generali Assicurazioni Generali (C‑185/07, EU:C:2009:69).
( 78 ) Βλ. σημείο 47 των παρουσών προτάσεων.
( 79 ) Όσον αφορά τον χρηματοπιστωτικό τομέα, μια τέτοια freezing injunction διατάσσει τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη ως συντηρητικό μέτρο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα ματαιωθεί η μελλοντική ικανοποίηση του δανειστή από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία (βλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Meroni, C‑559/14, EU:C:2016:120, σημείο 2). Το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε κάποιο πρόβλημα σε μια τέτοια διαταγή ακόμη και όταν το πρόσωπο που θίγεται ενδεχομένως από αυτήν δεν έτυχε ακροάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό είχε τη δυνατότητα να προβάλει τα δικαιώματά του ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω διαταγή (βλ. απόφαση της 25ης Μαΐου 2016, Meroni,C‑559/14, EU:C:2016:349, σκέψη 54).
( 80 ) Αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2004, Turner (C‑159/02, EU:C:2004:228, σκέψη 25), της 10ης Φεβρουαρίου 2009, Allianz και Generali Assicurazioni Generali (C‑185/07, EU:C:2009:69, σκέψη 29), και της 13ης Μαΐου 2015, Gazprom (C‑536/13, EU:C:2015:316, σκέψη 33).
( 81 ) Αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2004, Turner (C‑159/02, EU:C:2004:228, σκέψη 24), της 10ης Φεβρουαρίου 2009, Allianz και Generali Assicurazioni Generali (C‑185/07, EU:C:2009:69, σκέψη 30), και της 13ης Μαΐου 2015, Gazprom (C‑536/13, EU:C:2015:316, σκέψη 34).
( 82 ) Αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2004, Turner (C‑159/02, EU:C:2004:228, σκέψεις 9 επ.), και της 10ης Φεβρουαρίου 2009, Allianz και Generali Assicurazioni Generali (C‑185/07, EU:C:2009:69, σκέψεις 11 επ.).
( 83 ) Βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 13ης Μαΐου 2015, Gazprom (C‑536/13, EU:C:2015:316, σκέψη 36).
( 84 ) Βλ., συναφώς, απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 2009, Detiček (C‑403/09 PPU, EU:C:2009:810, σκέψη 38).
( 85 ) Βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 2018, Donnellan (C‑34/17, EU:C:2018:282, σκέψη 61).