Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRIK SAUGMANDSGAARD ØE
της 14ης Νοεμβρίου 2019 (1)
Υπόθεση C‑328/18 P
Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO)
κατά
Equivalenza Manufactory SL
«Αίτηση αναιρέσεως – Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 – Αίτηση εικονιστικού σήματος BLACK LABEL BY EQUIVALENZA – Διαδικασία ανακοπής – Προγενέστερο εικονιστικό σήμα LABELL – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ – Κίνδυνος συγχύσεως – Ομοιότητα σημείων – Μέθοδος σύγκρισης σημείων – Διαπίστωση μεσαίου βαθμού φωνητικής ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων – Υποχρέωση σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης»
I. Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε από το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) κατά της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Μαρτίου 2018, Equivalenza Manufactory κατά EUIPO – ITM Entreprises (BLACK LABEL BY EQUIVALENZA) (T‑6/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:119, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του δεύτερου τμήματος προσφυγών του EUIPO, της 11ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της ITM Entreprises SAS και της Equivalenza Manufactory SL (στο εξής: Equivalenza) (υπόθεση R 690/2016-2, στο εξής: επίμαχη απόφαση).
2. Η αίτηση αναιρέσεως εγείρει αρκετά νομικά ζητήματα όσον αφορά την εξέταση του σχετικού λόγου απαραδέκτου της καταχώρισης σημείου ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 (2) και αφορά την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης του κοινού. Συγκεκριμένα, το EUIPO ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει τη μέθοδο σύγκρισης των σημείων και τις περιστάσεις υπό τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο βασίμως δύναται να θεωρήσει ότι δύο σημεία δεν πληρούν την προβλεπόμενη στην εν λόγω διάταξη προϋπόθεση ομοιότητας.
3. Όπως θα εκθέσω στις παρούσες προτάσεις, στο πλήθος των αποφάσεων που έχει εκδώσει στον τομέα αυτόν, το Γενικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε πάντοτε την ίδια προσέγγιση στα διάφορα αυτά ζητήματα. Στην πραγματικότητα, οι αποφάσεις απέκλιναν μέχρι του σημείου να δημιουργηθούν δύο διακριτές νομολογιακές γραμμές, οι οποίες συνυπάρχουν προς το παρόν χωρίς το Δικαστήριο να έχει λάβει θέση υπέρ της μιας ή της άλλης. Η υπό κρίση υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να το πράξει.
II. Το νομικό πλαίσιο
4. Ο κανονισμός 207/2009 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, με ισχύ από την 1η Οκτωβρίου 2017, από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3). Ωστόσο, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας υποβολής της επίμαχης εν προκειμένω αίτησης καταχώρισης, δηλαδή της 16ης Δεκεμβρίου 2014, η οποία είναι κρίσιμη για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου, η παρούσα διαφορά διέπεται από τις ουσιαστικές διατάξεις του κανονισμού 207/2009.
5. Στην αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 207/2009 αναφέρονται τα εξής:
«Η προστασία που συνεπάγεται το [...] σήμα [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] και η οποία αποσκοπεί ιδίως στην εξασφάλιση της λειτουργίας του σήματος ως σημείου προέλευσης, θα πρέπει να είναι απόλυτη στην περίπτωση ταυτότητας μεταξύ αφενός του σήματος και του σημείου και αφετέρου των προϊόντων ή των υπηρεσιών. Η προστασία θα πρέπει να ισχύει επίσης στην περίπτωση ομοιότητας μεταξύ αφενός του σήματος και του σημείου και αφετέρου των προϊόντων ή υπηρεσιών. Η έννοια της ομοιότητας ενδείκνυται να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με τον κίνδυνο σύγχυσης. Ο κίνδυνος σύγχυσης, η εκτίμηση του οποίου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, και ιδίως από το πόσο γνωστό είναι το σήμα στην αγορά, από τη σύνδεση που μπορεί να γίνει με το χρησιμοποιηθέν ή καταχωρισθέν σημείο, από το βαθμό της ομοιότητας μεταξύ του σήματος και του σημείου και μεταξύ των σημαινομένων προϊόντων ή υπηρεσιών, θα πρέπει να αποτελεί την ειδική προϋπόθεση της προστασίας.»
6. Το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού, το οποίο επιγράφεται «Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου», ορίζει τα εξής:
«1. Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση:
[...]
β) εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.
[...]
5. Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος κατά την έννοια της παραγράφου 2, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται επίσης δεκτό για καταχώριση αν ταυτίζεται ή ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και πρόκειται να καταχωρισθεί για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με αυτές για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον, στην περίπτωση προγενέστερου [...] σήματος [της Ευρωπαϊκής Ένωσης], το σήμα αυτό χαίρει φήμης στην [Ευρωπαϊκή Ένωση] και, στην περίπτωση προγενέστερου εθνικού σήματος, το σήμα αυτό χαίρει φήμης στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η δε χρησιμοποίηση, χωρίς νόμιμη αιτία του αιτούμενου σήματος, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.»
III. Το ιστορικό της διαφοράς
7. Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 1 έως 10 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Κατά το μέρος που απαιτείται για την αναιρετική διαδικασία, το ιστορικό αυτό μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.
8. Στις 16 Δεκεμβρίου 2014 η Equivalenza υπέβαλε στο EUIPO αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δυνάμει του κανονισμού 207/2009, για το ακόλουθο εικονιστικό σημείο:
9. Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στην κλάση 3 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Αρώματα».
10. Στις 18 Μαρτίου 2015 η ITM Entreprises άσκησε ανακοπή, βάσει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009, κατά της καταχώρισης του ζητηθέντος σήματος για τα προϊόντα που μνημονεύονται στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, λόγω κινδύνου σύγχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού.
11. Η ανακοπή βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στο προγενέστερο εικονιστικό σήμα, το οποίο εμφαίνεται κατωτέρω και αποτελεί αντικείμενο της διεθνούς καταχωρίσεως υπ’ αριθ. 1079410, με προστασία που εκτείνεται στην Αυστρία, στο Βέλγιο, στη Βουλγαρία, στη Δανία, στην Ελλάδα, στην Εσθονία, στις Κάτω Χώρες, στην Κροατία, στη Λεττονία, στη Λιθουανία, στο Λουξεμβούργο, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία, στην Πορτογαλία, στη Ρουμανία, στη Σλοβακία, στη Σλοβενία και στην Τσεχική Δημοκρατία, το οποίο καταχωρίστηκε την 1η Απριλίου 2011 και αφορά «Κολόνιες, αποσμητικά σώματος (άρωμα), αρώματα»:
12. Με απόφαση της 2ας Μαρτίου 2016, το τμήμα ανακοπών έκανε δεκτή την ανακοπή για όλα τα επίμαχα προϊόντα λόγω της ύπαρξης κινδύνου σύγχυσης του ενδιαφερόμενου κοινού στην Ουγγαρία, στην Πολωνία, στη Σλοβενία και στην Τσεχική Δημοκρατία.
13. Με την επίμαχη απόφαση, το δεύτερο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή που η Equivalenza είχε ασκήσει κατά της απόφασης του τμήματος ανακοπών. Το εν λόγω τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελούνταν από το ευρύ κοινό των τεσσάρων ως άνω κρατών μελών, το οποίο επιδεικνύει μεσαίο βαθμό προσοχής, και ότι τα επίμαχα προϊόντα είναι πανομοιότυπα. Όσον αφορά τη σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημείων, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι αυτά έχουν μεσαίο βαθμό οπτικής και φωνητικής ομοιότητας καθώς και διαφορές από εννοιολογικής απόψεως. Ως εκ τούτου, συνήγαγε ότι είναι, συνολικώς, όμοια. Το τμήμα προσφυγών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, του ενδιαφερόμενου κοινού.
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
14. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Ιανουαρίου 2017, η Equivalenza άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της επίμαχης αποφάσεως. Προς στήριξη της προσφυγής της, η Equivalenza προέβαλε ένα και μοναδικό λόγο ακυρώσεως, και συγκεκριμένα παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
15. Κατά την εξέταση αυτού του λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στις μη αμφισβητηθείσες διαπιστώσεις του τμήματος προσφυγών του EUIPO κατά τις οποίες, αφενός, το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελείται από το ευρύ κοινό της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας, το οποίο επιδεικνύει μεσαίο βαθμό προσοχής, και, αφετέρου, τα προϊόντα τα οποία προσδιορίζονται από τα αντιπαρατιθέμενα σημεία είναι πανομοιότυπα (σκέψεις 17 και 18 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης).
16. Όσον αφορά την ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων, το Γενικό Δικαστήριο, πρώτον, τα συνέκρινε από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως. Στο πλαίσιο αυτό, έκρινε ότι τα σημεία αυτά δημιουργούν διαφορετική συνολική εντύπωση από οπτικής απόψεως (σκέψεις 29 έως 33 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), εμφανίζουν μεσαίο βαθμό ομοιότητας από φωνητικής απόψεως (σκέψεις 34 έως 39 της απόφασης αυτής) και διαφέρουν από εννοιολογικής απόψεως (σκέψεις 40 έως 45 της εν λόγω απόφασης).
17. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε σφαιρική εκτίμηση της ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημείων. Στο πλαίσιο αυτό, παρατήρησε ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι τα επίμαχα προϊόντα, ήτοι αρώματα, πωλούνται συνήθως σε καταστήματα αυτοεξυπηρέτησης ή σε αρωματοπωλεία, η οπτική πτυχή των σημείων αυτών έχει μεγαλύτερη σημασία, όσον αφορά τη συνολική εντύπωση που δημιουργούν, από τη φωνητική και την εννοιολογική πτυχή τους. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο επανέλαβε τη διαπίστωσή του ότι τα σημεία διαφέρουν από οπτικής απόψεως. Επιπλέον, υπενθύμισε ότι τα ίδια αυτά σημεία διαφέρουν από εννοιολογικής απόψεως. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν είναι, όσον αφορά τη συνολική εντύπωση που δημιουργούν, όμοια, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 (σκέψεις 48 και 51 έως 55 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης).
18. Δεδομένου ότι δεν πληρούται μία από τις σωρευτικές προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης (σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης). Ως εκ τούτου, έκανε δεκτό τον μοναδικό λόγο ακυρώσεως που είχε προβάλει η Equivalenza και ακύρωσε την επίμαχη απόφαση.
V. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
19. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στις 17 Μαΐου 2018.
20. Με την αίτησή του αναιρέσεως, το EUIPO ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και
– να καταδικάσει την Equivalenza στα δικαστικά έξοδα.
21. Με το υπόμνημά της επί της αιτήσεως αναιρέσεως, η Equivalenza ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, και
– να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα.
VI. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
22. Προς στήριξη της αιτήσεώς του αναιρέσεως, το EUIPO διατυπώνει ένα και μόνο λόγο, ο οποίος έχει τέσσερα σκέλη με τα οποία προβάλλει παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009. Σύμφωνα με αίτημα του Δικαστηρίου, οι παρούσες προτάσεις θα περιοριστούν στην ανάλυση του τρίτου και του τέταρτου σκέλους του μοναδικού αυτού λόγου αναιρέσεως.
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
23. Με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, το EUIPO υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 υποπίπτοντας σε μεθοδολογικό σφάλμα, καθόσον εξέτασε τις συνθήκες διάθεσης των επίμαχων προϊόντων στην αγορά και τις αγοραστικές συνήθειες του ενδιαφερόμενου κοινού στο στάδιο της σύγκρισης των σημείων. Εντούτοις, κατά την απόφαση Lloyd Schuhfabrik Meyer (4), η σύγκριση αυτή θα πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικό τρόπο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τέτοιοι παράγοντες, οι οποίοι αφορούν τη χρήση των σημάτων. Μόνον αφότου αποδειχθεί η ύπαρξη βαθμού ομοιότητας από οπτικής, φωνητικής ή εννοιολογικής απόψεως, θα πρέπει, στο στάδιο της σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης, να εξεταστούν οι παράγοντες αυτοί προκειμένου να εκτιμηθεί η σημασία που πρέπει να αποδοθεί σε αυτόν τον βαθμό ομοιότητας κατά την εν λόγω σφαιρική εκτίμηση (5).
24. Η Equivalenza συμφωνεί με τις εξηγήσεις του EUIPO όσον αφορά τη μέθοδο ανάλυσης που προκύπτει από την απόφαση Lloyd Schuhfabrik Meyer. Εντούτοις, θεωρεί ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε τη μέθοδο αυτή στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε, καταρχάς, χωριστά τον βαθμό οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημείων και, εν συνεχεία, προέβη σε σφαιρική εκτίμηση της ομοιότητάς τους ή σε ανάλυση του κινδύνου σύγχυσης, λαμβάνοντας υπόψη, μόνο στο στάδιο αυτό, τις αγοραστικές συνήθειες του ενδιαφερόμενου κοινού. Επομένως, μολονότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν υποδιαιρείται σε χωριστές ενότητες για κάθε στάδιο της ανάλυσης του Γενικού Δικαστηρίου, η διάρθρωσή της είναι καθορισμένη και κατανοητή και η ανάλυση αυτή συνάδει προς τις απαιτήσεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
25. Με το τέταρτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, το EUIPO προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 υποπίπτοντας σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο η οποία επηρεάζει την εκτίμηση της ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημείων.
26. Πρώτον, το EUIPO αμφισβητεί τη μέθοδο την οποία εφάρμοσε το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον αυτό δεν έλαβε υπόψη, στη συνολική εκτίμηση, το σύνολο των στοιχείων ομοιότητας και ανομοιότητας που υφίστανται μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων. Συγκεκριμένα, στη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (6), το Γενικό Δικαστήριο πρόωρα «εξουδετέρωσε», κατά το EUIPO, όλα τα στοιχεία οπτικής ομοιότητας λόγω των οπτικών διαφορών που προσδιόρισε κατά την πρώτη συνολική εκτίμηση των εν λόγω σημείων. Εν συνεχεία, χρησιμοποίησε τις ίδιες αυτές οπτικές διαφορές κατά τη δεύτερη συνολική εκτίμηση των αντιπαρατιθέμενων σημείων, στη σκέψη 55 της απόφασης αυτής, προκειμένου να «εξουδετερώσει» τη μεσαίου βαθμού φωνητική ομοιότητά τους. Η διττή αυτή «εξουδετέρωση», στηριζόμενη στα ίδια στοιχεία διαφοράς και στη συνολική εντύπωση, συνιστά, κατά το EUIPO, πλάνη περί το δίκαιο και παραμορφώνει τις αρχές που έχει διατυπώσει η νομολογία όσον αφορά τη σύγκριση των σημείων.
27. Δεύτερον, το EUIPO έχει την άποψη ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία και υπέπεσε σε μεθοδολογικό σφάλμα προβαίνοντας στην «εξουδετέρωση» της μεσαίου βαθμού φωνητικής ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημείων στο στάδιο της σύγκρισης των σημείων και παραιτούμενο, εκ του λόγου τούτου, πρόωρα από κάθε σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης. Συγκεκριμένα, αφενός, η «εξουδετέρωση» οπτικής ή φωνητικής ομοιότητας λόγω των εννοιολογικών διαφορών πρέπει να πραγματοποιείται στο στάδιο της σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης (7), η οποία διενεργείται βάσει του συνόλου των στοιχείων ομοιότητας και ανομοιότητας που προσδιορίστηκαν αρχικώς. Η «εξουδετέρωση» δεν ισοδυναμεί με αγνόηση ομοιοτήτων που διαπιστώθηκαν προηγουμένως και δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα σημεία δεν έχουν καμία ομοιότητα. Αφετέρου, η διαπίστωση της ύπαρξης βαθμού ομοιότητας, έστω χαμηλού, μεταξύ των σημείων από οπτικής, φωνητικής ή εννοιολογικής απόψεως συνεπάγεται υποχρέωση διενέργειας σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης (8).
28. Απαντώντας στην επιχειρηματολογία του EUIPO που εκτίθεται συνοπτικά στο σημείο 26 των παρουσών προτάσεων, η Equivalenza υποστηρίζει, πρώτον, ότι η επιχειρηματολογία αυτή στερείται σαφήνειας και είναι συγκεχυμένη και ότι η μέθοδος που εφάρμοσε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδεμία πλάνη περί το δίκαιο ενέχει. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε δύο διακριτές εκτιμήσεις, εκτιμώντας, καταρχάς, ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δημιουργούν διαφορετική συνολική εντύπωση από οπτικής απόψεως λαμβανομένων υπόψη των οπτικών τους στοιχείων ομοιότητας και ανομοιότητας και, εν συνεχεία, στο στάδιο της σφαιρικής εκτίμησης της ομοιότητας, ότι αυτά είναι συνολικώς διαφορετικά, λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών διαφορών τους από οπτικής και εννοιολογικής απόψεως και του χαμηλού βαθμού σημασίας της φωνητικής πτυχής για την επίμαχη κατηγορία προϊόντων. Επομένως, τα στοιχεία τα οποία ελήφθησαν υπόψη προκειμένου να αποκλειστεί κάθε οπτική ομοιότητα και εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν, κατά τη σφαιρική εκτίμηση των σημείων, προκειμένου να καθοριστεί ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης είναι διαφορετικά.
29. Στο πλαίσιο αυτό, η Equivalenza υπογραμμίζει επίσης ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί ο βαθμός ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημείων, είναι δυνατόν να ενδείκνυται να εκτιμηθεί η σημασία που πρέπει να δοθεί στην οπτική, φωνητική και εννοιολογική πτυχή τους λαμβανομένων υπόψη της επίμαχης κατηγορίας προϊόντων και των συνθηκών υπό τις οποίες τα προϊόντα διατίθενται στην αγορά (9). Πάντως, όπως ορθώς υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το κοινό βλέπει πάντοτε τα επίμαχα εν προκειμένω προϊόντα (αρώματα) προτού τα αγοράσει. Επομένως, η οπτική πτυχή έχει μεγαλύτερη σημασία για τη σφαιρική εκτίμηση της ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημείων ή την εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης.
30. Δεύτερον, απαντώντας στην επιχειρηματολογία του EUIPO που εκτίθεται συνοπτικά στο σημείο 27 των παρουσών προτάσεων, η Equivalenza είναι της άποψης ότι από γραμματική και τελολογική ερμηνεία των σκέψεων 46 επ. της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο όντως προέβη σε σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης. Εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο θα είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα αν είχε λάβει υπόψη τις λιγοστές ομοιότητες των αντιπαρατιθέμενων σημείων στο στάδιο της σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου αυτού.
2. Ανάλυση
31. Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 προβλέπει σχετικό λόγο απαραδέκτου της καταχώρισης σημείου ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βασισμένο στην ύπαρξη δυνητικής σύγχυσης μεταξύ του σημείου αυτού και ενός ή περισσότερων προγενέστερων σημάτων (10).
32. Κατά τη διάταξη αυτή, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το ζητούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση «εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα».
33. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (11), ο κίνδυνος σύγχυσης τον οποίο αφορά η εν λόγω διάταξη είναι ο κίνδυνος να μπορέσει το κοινό να πιστέψει ότι τα επίμαχα προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από συνδεόμενες οικονομικά επιχειρήσεις (12).
34. Κατά την εν λόγω νομολογία, η ύπαρξη του κινδύνου αυτού πρέπει να εκτιμάται σφαιρικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που εν προκειμένω ασκούν επιρροή. Στους παράγοντες αυτούς καταλέγονται, μεταξύ άλλων, ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος, ο βαθμός προσοχής που επιδεικνύει το ενδιαφερόμενο κοινό, ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ του προγενέστερου σήματος και του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, καθώς και ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζονται από τα σήματα αυτά (13).
35. Ο σφαιρικός χαρακτήρας της εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης συνεπάγεται κάποιον βαθμό αλληλεξάρτησης των κρίσιμων παραγόντων, και ιδίως της ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημείων και εκείνης των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών, με αποτέλεσμα, για παράδειγμα, χαμηλός βαθμός ομοιότητας μεταξύ αυτών των προϊόντων ή υπηρεσιών να μπορεί να αντισταθμιστεί από υψηλό βαθμό ομοιότητας μεταξύ των σημείων, και αντιστρόφως (14).
36. Εντούτοις, η συλλογιστική αυτή, ευρύτερα γνωστή ως «αρχή της αλληλεξάρτησης», δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, το οποίο παρατέθηκε στο σημείο 32 των παρουσών προτάσεων, ο κίνδυνος σύγχυσης προϋποθέτει, αφενός, το πανομοιότυπο ή ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων και, αφετέρου, το πανομοιότυπο ή ομοιότητα των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών (15). Επομένως, οι δύο αυτοί παράγοντες συνιστούν, στη νομολογία του Δικαστηρίου, σωρευτικές προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής.
37. Ως εκ τούτου, το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, είναι προδήλως ανεφάρμοστο, ειδικότερα, όταν τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν είναι όμοια. Ανακοπή βασισμένη στη διάταξη αυτή πρέπει να απορρίπτεται εξαρχής σε μια τέτοια περίπτωση: οι άλλοι κρίσιμοι για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης παράγοντες δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αντισταθμίσουν και να εξαλείψουν την ανομοιότητα αυτή, με αποτέλεσμα να παρέλκει η εξέτασή τους (16).
38. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν είναι όμοια, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και, ως εκ τούτου, εφάρμοσε τη νομολογία που υπομνήσθηκε στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων (17). Εντούτοις, το EUIPO θεωρεί ότι η νομολογία αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, κατά το EUIPO, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς δεν μπορούσε να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα κατόπιν σύγκρισης των σημείων αυτών. Επομένως, με το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, τα οποία, κατ’ εμέ, πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το EUIPO θέτει υπό αμφισβήτηση τη μέθοδο την οποία το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε κατά τη σύγκριση αυτή.
39. Συναφώς, διευκρινίζεται ότι, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε αρχικώς ορισμένες κρίσεις που προέρχονται από τις αποφάσεις SABEL (18) και Lloyd Schuhfabrik Meyer, οι οποίες έθεσαν τις βάσεις για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης: αφενός, η σφαιρική αυτή εκτίμηση «πρέπει, όσον αφορά την οπτική, ακουστική ή εννοιολογική ομοιότητα των εξεταζομένων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σήματα, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους» (19)· αφετέρου, «[π]ρος εκτίμηση του βαθμού ομοιότητας μεταξύ των οικείων σημάτων, πρέπει να προσδιοριστεί ο βαθμός οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής ομοιότητάς τους και, ενδεχομένως, να εκτιμηθεί η σημασία που πρέπει να αποδοθεί στα διάφορα αυτά στοιχεία, αφού ληφθούν υπόψη η κατηγορία των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών και οι συνθήκες υπό τις οποίες διατίθενται στην αγορά» (20).
40. Σε εφαρμογή των κρίσεων αυτών, το Γενικό Δικαστήριο συνέκρινε, πρώτον, τα αντιπαρατιθέμενα σημεία διαδοχικώς από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως. Στο πλαίσιο αυτό, εκτίμησε, καταρχάς, ότι τα σημεία αυτά δημιουργούν, παρά τα στοιχεία ομοιότητας τα οποία δεν μπορούσαν να οδηγήσουν το τμήμα προσφυγών στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει καμία ομοιότητα, διαφορετική συνολική εντύπωση από οπτικής απόψεως, λόγω των πολλών και σημαντικών διαφορών τους. Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι τα εν λόγω σημεία εμφανίζουν μεσαίο βαθμό ομοιότητας από φωνητικής απόψεως. Τέλος, διαπίστωσε ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία διαφέρουν από εννοιολογικής απόψεως (21).
41. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να «εξετάσει αν οι οπτικές και εννοιολογικές διαφορές μεταξύ των εν λόγω σημείων μπορούν να αποκλείσουν κάθε ομοιότητα μεταξύ των σημείων αυτών ή αντιθέτως αντισταθμίζονται από τον μεσαίο βαθμό φωνητικής ομοιότητας μεταξύ τους». Συγκεκριμένα, κατά το Γενικό Δικαστήριο, «η οπτική, φωνητική και εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο σφαιρικής εκτίμησης, στο πλαίσιο της οποίας η εκτίμηση ενδεχόμενης φωνητικής ομοιότητας αποτελεί ένα μόνον από τους κρίσιμους παράγοντες» (22).
42. Στο πλαίσιο αυτού του δεύτερου σταδίου της «σφαιρικής εκτίμησης της ομοιότητας», το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι η οπτική, η φωνητική ή η εννοιολογική πτυχή των αντιπαρατιθέμενων σημείων δεν έχουν πάντοτε την ίδια βαρύτητα και ότι, συναφώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες διάθεσης των επίμαχων προϊόντων στην αγορά. Δεδομένου ότι πρόκειται για αρώματα, τα οποία εν γένει πωλούνται σε καταστήματα αυτοεξυπηρέτησης ή σε αρωματοπωλεία, στα οποία ο καταναλωτής έχει συνήθως τη δυνατότητα να επιλέξει ο ίδιος τα προϊόντα που επιθυμεί ή τουλάχιστον να δει τα προϊόντα προτού τα αγοράσει, η οπτική πτυχή των σημείων αυτών είναι πιο σημαντική, όσον αφορά τη συνολική εντύπωση που δημιουργούν, από τη φωνητική και την εννοιολογική πτυχή τους. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο επανέλαβε τη διαπίστωσή του ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν είναι όμοια από οπτικής απόψεως λόγω των πολλών και σημαντικών διαφορών τους. Επανέλαβε, επίσης, ότι υπάρχει εννοιολογικής φύσεως διαφορά μεταξύ των σημείων αυτών, η οποία προκύπτει από την ύπαρξη στο επίμαχο σημείο των στοιχείων «black» και «by equivalenza». Η συλλογιστική αυτή οδήγησε το Γενικό Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι, «λόγω των διαφορών που υφίστανται μεταξύ τους και παρά τη μεσαίου βαθμού ομοιότητά τους από φωνητικής απόψεως, τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν είναι, βάσει της συνολικής εντύπωσης που δημιουργούν, όμοια κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009» (23).
43. Εντούτοις, κατά το EUIPO, η διαπίστωση μεσαίου βαθμού φωνητικής ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων επέβαλλε στο Γενικό Δικαστήριο να προβεί σε σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης. Το EUIPO προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι «εξουδετέρωσε» την ομοιότητα αυτή στο στάδιο της σύγκρισης των σημείων και, με τον τρόπο αυτόν, παραιτήθηκε πρόωρα από τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου αυτού. Οι συνθήκες διάθεσης των επίμαχων προϊόντων στην αγορά και η ενδεχόμενη «εξουδετέρωση» της φωνητικής ομοιότητας από τις οπτικές και εννοιολογικές διαφορές έπρεπε να εξεταστούν κατά το στάδιο αυτής της σφαιρικής εκτίμησης, υπό το πρίσμα αυτών των άλλων κρίσιμων παραγόντων (24).
44. Κατά τον τρόπο αυτόν, η επιχειρηματολογία του EUIPO εγείρει σειρά νομικών ζητημάτων (25). Κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο πρέπει να διευκρινίσει αν η διαπίστωση κάποιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ σημείων ως προς την οπτική, τη φωνητική ή την εννοιολογική πτυχή τους είναι αναγκαία και επαρκής προϋπόθεση για να συναχθεί ότι τα σημεία αυτά είναι όμοια, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, ή αν αυτός ο βαθμός ομοιότητας μπορεί (ή ακόμη πρέπει) να σταθμιστεί με τις διαφορές που προσδιορίστηκαν όσον αφορά τις άλλες πτυχές, στο πλαίσιο ενός σταδίου «σφαιρικής εκτίμησης της ομοιότητας». Με το ζήτημα αυτό συνδέεται άμεσα το αν πρέπει να διευκρινιστεί το στάδιο (σύγκριση των σημείων ή σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης) κατά το οποίο πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες διάθεσης των επίμαχων προϊόντων στην αγορά και πρέπει να εξεταστεί ενδεχόμενη «εξουδετέρωση» των ομοιοτήτων μεταξύ των σημείων λόγω των μεταξύ τους διαφορών.
45. Όπως επισήμανα στην εισαγωγή των παρουσών προτάσεων, αποκλίνουσες μεταξύ τους νομολογιακές γραμμές υφίστανται, στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, επί των διάφορων αυτών σημείων (ενότητα 1). Το Δικαστήριο πρέπει να λάβει θέση επί των αποκλίσεων αυτών (ενότητα 2), προκειμένου να απαντηθούν το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως τον οποίο προβάλλει το EUIPO (ενότητα 3).
1. Παράθεση της σχετικής με τη σύγκριση των σημείων νομολογίας
46. Κατά την πρώτη νομολογιακή γραμμή του Γενικού Δικαστηρίου, την οποία θα χαρακτήριζα «αυστηρή», και την οποία επικαλείται το EUIPO στην αίτησή του αναιρέσεως (26), στο στάδιο της σύγκρισης των σημείων, πρέπει να διενεργείται απλώς διαδοχική σύγκρισή τους από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως. Εφόσον διαπιστωθεί ομοιότητα, έστω χαμηλού βαθμού, ως προς (τουλάχιστον) μία από τις πτυχές αυτές, πρέπει να διενεργηθεί σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης (27). Με άλλα λόγια, σε μια τέτοια περίπτωση, τα σημεία πρέπει να θεωρηθούν όμοια, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 (28). Επομένως, στις αποφάσεις που ανήκουν σε αυτή τη νομολογιακή γραμμή, οι οποίες κατά τις έρευνές μου αποτελούν την πλειονότητα (29), δεν υπάρχει συμπληρωματική ανάλυση «σφαιρικής εκτίμησης της ομοιότητας», όπως αυτή την οποία διενήργησε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
47. Αντιθέτως, κατά τη δεύτερη νομολογιακή γραμμή, την οποία θα χαρακτήριζα «ελαστική», αφότου εξεταστούν χωριστά η οπτική, η φωνητική και η εννοιολογική πτυχή των αντιπαρατιθέμενων σημείων και διαπιστωθεί (τουλάχιστον) κάποιος βαθμός ομοιότητας ως προς μία από τις πτυχές αυτές, πρέπει να διενεργηθεί αυτή η συμπληρωματική ανάλυση προκειμένου να καθοριστεί η «συνολική εντύπωση» που δημιουργούν τα σημεία αυτά. Όταν το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι τα σημεία δημιουργούν διαφορετική συνολική εντύπωση, καταλήγει στο συμπέρασμα, όπως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι αυτά δεν είναι όμοια, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, παρά τον βαθμό ομοιότητας που διαπιστώθηκε ως προς μία ή περισσότερες πτυχές.
48. Εντούτοις, στο πλαίσιο αυτής της νομολογιακής γραμμής, μένει κάπως ασαφής ο τρόπος με τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο προβαίνει σε αυτή τη «σφαιρική εκτίμηση της ομοιότητας». Σε ορισμένες αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο περιορίζεται να επαναλάβει τις διαπιστώσεις του όσον αφορά την ύπαρξη ή έλλειψη βαθμού ομοιότητας ως προς κάθε πτυχή των σημείων και να συναγάγει, χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία, ότι αυτά εμφανίζουν «συνολικώς ομοιότητα» ή, αντιθέτως, είναι, «κατόπιν σφαιρικής εξέτασης, διαφορετικά» (30). Σε άλλες αποφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο αιτιολογεί το συμπέρασμά του λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών διάθεσης των επίμαχων προϊόντων στην αγορά ή ενδεχόμενης «εξουδετέρωσης» των ομοιοτήτων που είχαν διαπιστωθεί προηγουμένως (31).
49. Η νομολογία του Δικαστηρίου είναι, και αυτή, διφορούμενη όσον αφορά την εκτίμηση της ομοιότητας των σημείων. Αφενός, ορισμένες αποφάσεις του περιέχουν στοιχεία που βαίνουν προς την «αυστηρή» νομολογιακή γραμμή του Γενικού Δικαστηρίου. Συναφώς, το Δικαστήριο κρίνει τακτικά ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να δημιουργήσει κίνδυνο σύγχυσης η απλώς και μόνον φωνητική ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων, ή ακόμη η απλώς και μόνον εννοιολογική ομοιότητά τους, πλην όμως η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου πρέπει να διαπιστώνεται στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου αυτού, στην οποία η ομοιότητα αυτή είναι μόνον ένας από τους κρίσιμους παράγοντες (32). Επομένως, η συνολική εντύπωση που δημιουργούν τα σημεία, όσον αφορά την ενδεχόμενη οπτική, φωνητική και εννοιολογική ομοιότητά τους, πρέπει να εκτιμάται στο πλαίσιο της σφαιρικής αυτής εκτίμησης (33). Από τη συλλογιστική αυτή συνάγεται, εμμέσως, πλην όμως κατ’ ανάγκην, ότι η ύπαρξη κάποιου βαθμού ομοιότητας όσον αφορά μία πτυχή των σημείων επαρκεί για να θεωρηθούν αυτά όμοια, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, και συνεπάγεται ότι πρέπει να διενεργείται η εν λόγω σφαιρική εκτίμηση.
50. Επιπλέον, από την απόφαση Ferrero κατά ΓΕΕΑ (34)προκύπτει ότι πρέπει να διενεργείται σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης όταν τα αντιπαρατιθέμενα σήματα «παρουσιάζουν ορισμένη, έστω μικρή, ομοιότητα». Μολονότι η κρίση αυτή, ασφαλώς, δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποφανθεί μετά βεβαιότητας επί του ζητήματος που εγείρεται εν προκειμένω, τουλάχιστον δείχνει τη βούληση καθορισμού αυστηρών προϋποθέσεων εφαρμογής της νομολογίας που υπομνήσθηκε στο σημείο 37 των παρουσών προτάσεων.
51. Αφετέρου, η νομολογία του Δικαστηρίου περιέχει επίσης ορισμένα στοιχεία που βαίνουν προς την «ελαστική» νομολογιακή γραμμή του Γενικού Δικαστηρίου. Ειδικότερα, στην ίδια απόφαση Ferrero κατά ΓΕΕΑ (35), το Δικαστήριο έκρινε, κατά κάπως διφορούμενο τρόπο, ότι «η οπτική, ακουστική και εννοιολογική ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημείων πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο σφαιρικής εκτιμήσεως, στο πλαίσιο της οποίας η εκτίμηση ενδεχόμενης φωνητικής ομοιότητας αποτελεί ένα μόνον από τους παράγοντες που ασκούν επιρροή». Επιπλέον, στην απόφαση Wolf Oil κατά EUIPO (36), το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει «να γίνεται διάκριση μεταξύ της εκτίμησης των εννοιολογικών διαφορών των αντιπαρατιθέμενων σημείων και της σφαιρικής εκτίμησης των ομοιοτήτων τους, οι οποίες αποτελούν δύο διακριτά στάδια της ανάλυσης του συνολικού κινδύνου σύγχυσης, με την πρώτη να προηγείται της δεύτερης» (37), αναγνωρίζοντας, όπως φαίνεται, την ύπαρξη αυτού του σταδίου συμπληρωματικής ανάλυσης.
52. Ανάλογες αποκλίσεις εντοπίζονται στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά το στάδιο κατά το οποίο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες διάθεσης των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών στην αγορά και κατά το οποίο πρέπει να εξετάζεται ενδεχόμενη «εξουδετέρωση» των ομοιοτήτων μεταξύ των σημείων.
53. Όσον αφορά, πρώτον, τις συνθήκες διάθεσης των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών στην αγορά, παρατηρώ ότι, στις αποφάσεις που ανήκουν στην «αυστηρή» νομολογιακή γραμμή, πρόκειται για κρίσιμο παράγοντα για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης (38). Ο παράγοντας αυτός συνεπάγεται ότι, όταν τα επίμαχα προϊόντα ή οι επίμαχες υπηρεσίες πωλούνται, για παράδειγμα, συνήθως σε καταστήματα αυτοεξυπηρέτησης, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής να έρχεται κυρίως σε οπτική επαφή με τα αντιπαρατιθέμενα σημεία, το Γενικό Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στις ομοιότητες ή, αντιστρόφως, στις ανομοιότητες που διαπιστώνονται όσον αφορά την οπτική πτυχή, χωρίς εντούτοις να παραβλέπει άλλες πτυχές και το σύνολο των κρίσιμων παραγόντων για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης (39).
54. Αντιθέτως, σε άλλες αποφάσεις, που ανήκουν στην «ελαστική» νομολογιακή γραμμή, και στις οποίες καταλέγεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι συνθήκες διάθεσης των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών στην αγορά εξετάζονται στο στάδιο της σύγκρισης των σημείων. Αν τα προϊόντα αυτά ή οι υπηρεσίες αυτές διατίθενται στην αγορά κατά τέτοιον τρόπο ώστε η οπτική πτυχή τους να είναι σημαντικότερη για τον καταναλωτή, και το Γενικό Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ομοιότητα όσον αφορά την πτυχή αυτή, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι τα σημεία δεν είναι όμοια, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, ανεξαρτήτως ενδεχόμενου βαθμού ομοιότητας όσον αφορά τις άλλες πτυχές των σημείων, και χωρίς να εξετάζει τους άλλους παράγοντες που ασκούν επιρροή για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης.
55. Επίσης εδώ, το Δικαστήριο δεν τάχθηκε σαφώς υπέρ της μιας ή της άλλης προσέγγισης. Συγκεκριμένα, ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου δείχνουν ότι οι συνθήκες διάθεσης των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών στην αγορά συνιστούν παράγοντα κρίσιμο για την εκτίμηση της ομοιότητας των σημείων (40). Αντιστρόφως, από την απόφαση Il Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ (41) προκύπτει ότι δεν πρόκειται για κρίσιμο παράγοντα για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης (42).
56. Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα της «εξουδετέρωσης» των ομοιοτήτων που υπάρχουν μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου εννοιολογικές διαφορές που διαχωρίζουν τα σημεία μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να «εξουδετερώσουν» την οπτική και φωνητική ομοιότητά τους. Για μια τέτοια εξουδετέρωση απαιτείται τουλάχιστον όπως ένα από τα επίμαχα σημεία έχει, από τη σκοπιά του ενδιαφερομένου κοινού, σαφές και καθορισμένο νόημα, ώστε το κοινό αυτό να μπορεί να το προσλαμβάνει άμεσα (43).
57. Τούτου λεχθέντος, πάλι, το ερώτημα σε ποιο στάδιο πρέπει να εξετάζεται η «εξουδετέρωση» αυτή δεν βρίσκει μονοσήμαντη απάντηση στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου. Σε ορισμένες αποφάσεις, η ύπαρξη ενδεχόμενου «αποτελέσματος εξουδετέρωσης» εξετάζεται στο στάδιο της σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης (44). Σε άλλες, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο αυτό στο πλαίσιο της ανάλυσης της εννοιολογικής ομοιότητας (45) ή αμέσως μετά τη σύγκριση των σημείων από κάθε άποψη, στο πλαίσιο της «σφαιρικής εκτίμησης της ομοιότητας» (46).
58. Επιπλέον, όταν διαπιστώνεται «αποτέλεσμα εξουδετέρωσης», οι συνέπειες ποικίλλουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Γενικό Δικαστήριο προβαίνει παρ’ όλα αυτά σε σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης, εξετάζοντας τους άλλους κρίσιμους παράγοντες (47). Σε άλλες, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα σημεία δεν είναι όμοια και απορρίπτει εξαρχής τα επιχειρήματα που σχετίζονται με αυτούς τους άλλους παράγοντες (48).
59. Επίσης εδώ, η νομολογία του Δικαστηρίου είναι διφορούμενη. Συγκεκριμένα, διάφορες αποφάσεις δείχνουν ότι η «εξουδετέρωση» των ομοιοτήτων πρέπει να πραγματοποιείται στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης και ότι αυτή δεν απαλλάσσει το Γενικό Δικαστήριο από την εξέταση των άλλων κρίσιμων παραγόντων για τη σφαιρική αυτή εκτίμηση (49). Επιπλέον, στην απόφαση Mülhens κατά ΓΕΕΑ (50), το Δικαστήριο εξέθεσε ότι ο λόγος ύπαρξης της «θεωρίας της εξουδετέρωσης» είναι, ακριβώς, ο συνολικός χαρακτήρας της εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης και η αρχή της αλληλεξάρτησης, η οποία «σημαίνει ότι οι εννοιολογικές και οπτικές διαφορές μεταξύ δύο σημείων μπορούν να εξουδετερώνουν τις μεταξύ τους υφιστάμενες ακουστικές ομοιότητες».
60. Αντιθέτως, η αντίστροφη προσέγγιση απορρέει από την απόφαση ΓΕΕΑ κατά riha WeserGold Getränke (51). Στην αναιρεσιβληθείσα στην εν λόγω υπόθεση απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο είχε, αφενός, «εξουδετερώσει», στο στάδιο της σύγκρισης των σημείων, την οπτική και τη φωνητική ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων σημείων, λόγω της εννοιολογικής διαφοράς τους, και είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα σημεία ήταν, «κατόπιν σφαιρικής εξέτασης, διαφορετικά» (52). Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο είχε κρίνει ότι το τμήμα προσφυγών είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο παραλείποντας να εξετάσει τον διακριτικό χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος –παράγοντας ο οποίος, υπενθυμίζω, είναι κρίσιμος όχι για τον καθορισμό της ομοιότητας των σημείων, αλλά για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης. Πάντως, το Δικαστήριο αναίρεσε την εν λόγω απόφαση. Κατά το Δικαστήριο, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία ήταν, «κατόπιν σφαιρικής εξέτασης, διαφορετικά», δεν συνέτρεχε πλέον λόγος εξέτασης του διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος (53). Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο βασίμως «εξουδετέρωσε» την οπτική και τη φωνητική ομοιότητα των σημείων στο στάδιο της σύγκρισής τους, το δε «αποτέλεσμα εξουδετέρωσης» επέβαλλε στο Γενικό Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν ήταν όμοια, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, συμπέρασμα το οποίο οδήγησε στον τερματισμό της εξέτασης της ανακοπής κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που μνημονεύεται στη σκέψη 37 των παρουσών προτάσεων.
61. Με ακόμη πιο ρητό τρόπο, στην απόφαση Wolf Oil κατά EUIPO (54), το Δικαστήριο έκρινε ότι «η εξουδετέρωση της οπτικής και της φωνητικής ομοιότητας των αντιπαρατιθέμενων σημείων από τις εννοιολογικές διαφορές τους εξετάζεται κατά τη σφαιρική εκτίμηση της ομοιότητας των σημείων αυτών» (55). Επιπλέον, στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο επικύρωσε την προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου η οποία συνίστατο στο συμπέρασμα ότι τα σημεία δεν ήταν όμοια λαμβανομένου υπόψη του διαπιστωθέντος «αποτελέσματος εξουδετέρωσης» (56).
2. Ανακεφαλαίωση και λήψη θέσης
62. Εν ολίγοις, στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου συνυπάρχουν δύο μέθοδοι όσον αφορά την ομοιότητα των σημείων. Αφενός, υπάρχει μια «αυστηρή» μέθοδος, κατά την οποία, στο στάδιο της σύγκρισης των σημείων, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται να τα συγκρίνει από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως. Όταν διαπιστώνει κάποιον βαθμό ομοιότητας όσον αφορά (τουλάχιστον) μία από τις ως άνω πτυχές, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να συναγάγει ότι τα σημεία είναι όμοια, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009. Εφόσον υπάρχει ομοιότητα επίσης μεταξύ των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης. Οι συνθήκες διάθεσης των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών στην αγορά και η ενδεχόμενη «εξουδετέρωση» των ομοιοτήτων που διαπιστώθηκαν μεταξύ των σημείων λόγω της εννοιολογικής διαφοράς τους πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της σφαιρικής αυτής εκτίμησης, μαζί με το σύνολο των κρίσιμων παραγόντων.
63. Αφετέρου, υπάρχει μια «ελαστική» μέθοδος, κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο πρέπει όχι μόνο να συγκρίνει τα σημεία από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως, αλλά, επιπλέον, πρέπει να σταθμίσει τους βαθμούς ομοιότητας και τις διαφορές που διαπιστώθηκαν όσον αφορά όλες τις πτυχές, στο πλαίσιο σταδίου «σφαιρικής εκτίμησης της ομοιότητας», λαμβάνοντας ενδεχομένως υπόψη τις εν λόγω συνθήκες διάθεσης στην αγορά και ένα πιθανό «αποτέλεσμα εξουδετέρωσης». Αν υποτεθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο εκτιμήσει ότι οι διαφορές υπερισχύουν των ομοιοτήτων, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να θεωρήσει ότι τα σημεία δεν είναι (συνολικώς) όμοια, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και να μην προβεί σε σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης.
64. Εξαρχής, εκτιμώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει, στην υπό κρίση υπόθεση, να λάβει θέση υπέρ της μιας ή της άλλης μεθόδου. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να εναρμονίσει τη νομολογία σχετικά με το δίκαιο των σημάτων και να χαράξει, στον τομέα αυτόν, σαφή και συνεκτική γραμμή.
65. Συναφώς, εν αντιθέσει προς όσα υπαινίσσεται η Equivalenza (57), το Δικαστήριο δεν καλείται, εν προκειμένω, να αποφανθεί επί ζητήματος αμιγώς παρουσίασης. Το κρίσιμο ζήτημα στην υπό κρίση υπόθεση είναι η έκταση της εξέτασης την οποία πρέπει να διενεργεί το Γενικό Δικαστήριο όταν εκδικάζει προσφυγή που αφορά διαδικασία ανακοπής βασισμένη στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009. Πρέπει να καθοριστούν τα όρια εντός των οποίων το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να εφαρμόζει τη νομολογία που μνημονεύεται στο σημείο 37 των παρουσών προτάσεων, η οποία το απαλλάσσει από τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης. Η επιλογή της «ελαστικής» μεθόδου θα διευκόλυνε την εφαρμογή της νομολογίας αυτής, ενώ, αντιστρόφως, η «αυστηρή» μέθοδος θα μείωνε τη δυνατότητα χρήσης της.
66. Μολονότι, ομολογουμένως, η επιλογή μεταξύ των δύο μεθόδων δεν είναι η πιο εύκολη, κατά την άποψή μου, συνεκτιμωμένων όλων των στοιχείων, το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόζουν την «αυστηρή» μέθοδο που εκτίθεται στο σημείο 62 των παρουσών προτάσεων.
67. Συγκεκριμένα, φρονώ ότι η μέθοδος αυτή, πρώτον, συνάδει περισσότερο προς το σύστημα του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
68. Συναφώς, παρατηρώ ότι από το γράμμα της διάταξης αυτής προκύπτουν δύο αλληλένδετα, αλλά διακριτά, ερωτήματα όσον αφορά την ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων: αφενός, υπάρχει τέτοια ομοιότητα; Αφετέρου, αρκεί η ομοιότητα αυτή για να δημιουργήσει κίνδυνο σύγχυσης στο κοινό; Λογικά, η προϋπόθεση ομοιότητας των σημείων, η οποία προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη, θα πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται όταν έχει δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, ανεξαρτήτως της απάντησης που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο.
69. Όπως το EUIPO (58), εκτιμώ ότι η απάντηση στο πρώτο ερώτημα προϋποθέτει μόνο τη σύγκριση των αντιπαρατιθέμενων σημείων και τη διαπίστωση της ύπαρξης στοιχείων οπτικής, φωνητικής ή εννοιολογικής ομοιότητας (59) μεταξύ τους. Αυτή η πρώτη ανάλυση των σημείων έχει περιορισμένο σκοπό. Αποβλέπει απλώς στον καθορισμό της τυπικής σχέσης τους. Ακριβώς κατά τη δεύτερη ανάλυση (60), αυτήν της σφαιρικής εκτίμησης, με σκοπό να απαντηθεί το δεύτερο, θεμελιώδες, ερώτημα του κινδύνου σύγχυσης, πρέπει να καθορίζεται αν αυτά τα στοιχεία ομοιότητας επαρκούν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσιμων παραγόντων, για τη δημιουργία του κινδύνου αυτού (61).
70. Βεβαίως, η σύγκριση των σημείων δεν μπορεί να διενεργείται σε αμιγώς αφηρημένο επίπεδο. Πρέπει πάντοτε να διενεργείται υπό το πρίσμα της (υποτιθέμενης) αντίληψης του μέσου καταναλωτή όσον αφορά την επίμαχη κατηγορία προϊόντων ή υπηρεσιών (62). Επομένως, η σύγκριση αυτή πρέπει να βασίζεται στη «συνολική εντύπωση» που δημιουργούν τα σημεία αυτά στη μνήμη του καταναλωτή και να στοιχεί με την αρχή της ατελούς εικόνας (63). Στο πλαίσιο αυτό, όταν συγκρίνει τα αντιπαρατιθέμενα σημεία από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως και εκτιμά την ομοιότητα που υφίσταται ως προς κάθε πτυχή, το Γενικό Δικαστήριο καλείται κατ’ ανάγκην να σταθμίσει στοιχεία ομοιότητας και ανομοιότητας (τα πρώτα μπορούν να υπερισχύουν των δεύτερων στη συνολική αυτή εντύπωση ή το αντίστροφο), και ο ενδεχόμενος (χαμηλός, μεσαίος ή υψηλός) βαθμός ομοιότητας που αποδίδεται σε κάθε πτυχή των σημείων είναι, επί της ουσίας, μόνον απλούστευση των λεπτών διαφορών που προκύπτουν από την ίδια αυτή σύγκριση (64).
71. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, υπάρχει διαφορά μεταξύ, αφενός, της στάθμισης στοιχείων ομοιότητας και ανομοιότητας κατά τη σύγκριση της οπτικής, φωνητικής ή εννοιολογικής πτυχής των αντιπαρατιθέμενων σημείων, προκειμένου να εκτιμηθεί ο βαθμός ομοιότητας ως προς τη συγκεκριμένη πτυχή, και, αφετέρου, της στάθμισης των βαθμών ομοιότητας και των διαφορών που διαπιστώθηκαν ως προς τις διάφορες αυτές πτυχές.
72. Όπως υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, το EUIPO (65), αυτή η διενέργεια δύο διαδοχικών σταθμίσεων (η πρώτη, μεταξύ των στοιχείων ομοιότητας και ανομοιότητας που διαπιστώθηκαν ως προς πτυχή των σημείων, προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη βαθμού ομοιότητας όσον αφορά την πτυχή αυτή· η δεύτερη, μεταξύ των ομοιοτήτων και των διαφορών που διαπιστώθηκαν ως προς τις διάφορες πτυχές των σημείων, προκειμένου να εκτιμηθεί η «συνολική ομοιότητα» αυτών) συνεπάγεται τον κίνδυνο υπερβολικής απλούστευσης της ομοιότητάς τους, συγκαλύπτοντας στοιχεία που θα μπορούσαν, αν είχε ληφθεί υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της προκείμενης περίπτωσης, να αποδείξουν κίνδυνο σύγχυσης. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι δεν δύναται να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η απλώς και μόνον φωνητική ομοιότητα δύο σημείων, ή ακόμη η εννοιολογική ομοιότητά τους, να μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να δημιουργήσει τον κίνδυνο αυτόν (66).
73. Επομένως, κατά την άποψή μου, η «ελαστική» μέθοδος σύγκρισης των σημείων και το στάδιο της «σφαιρικής εκτίμησης της ομοιότητας» συγχέουν τις δύο αναλύσεις που εκτίθενται στο σημείο 69 των παρουσών προτάσεων και υπερβαίνουν τον σκοπό στον οποίο αποβλέπει η σύγκριση των σημείων. Η εφαρμογή της μεθόδου αυτής ενέχει τον κίνδυνο να προδικαστεί, στο στάδιο της σύγκρισης αυτής, το ζήτημα της ενδεχόμενης ύπαρξης κινδύνου σύγχυσης.
74. Πρέπει να επιμείνω εδώ στο γεγονός ότι το ζήτημα αν η ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων επαρκεί για να δημιουργήσει κίνδυνο σύγχυσης δεν μπορεί να εκτιμηθεί ανεξαρτήτως των άλλων κρίσιμων για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου αυτού παραγόντων και της αρχής της αλληλεξάρτησης, η οποία έχει ως στόχο να ευθυγραμμίσει συνολικά, όσο το δυνατόν περισσότερο, την εκτίμηση αυτή με την πραγματική αντίληψη που το ενδιαφερόμενο κοινό έχει όσον αφορά τα σήματα (67). Παράγοντες όπως, μεταξύ άλλων, ο βαθμός προσοχής που επιδεικνύει το κοινό και ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος έχουν συναφώς καθοριστική σημασία. Καταναλωτής ο οποίος επιδεικνύει υψηλό βαθμό προσοχής θα αντιληφθεί διαφορές τις οποίες δεν θα παρατηρήσει καταναλωτής ο οποίος επιδεικνύει χαμηλό βαθμό προσοχής. Ομοίως, αν το προγενέστερο σήμα έχει έντονα διακριτικό χαρακτήρα, επειδή αποτελείται από πρωτότυπα στοιχεία, το κοινό δεν θα αποδώσει καμία σημασία στις διαφορές μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων, ενώ, αν το σήμα έχει περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα, επειδή αποτελείται από περιγραφικά στοιχεία, στοιχεία που προκαλούν συνειρμούς ή συνήθη στοιχεία, το κοινό θα αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στις διαφορές τους (68).
75. Επιπλέον, εκτιμώ, όπως το EUIPO (69), ότι ούτε η συνεκτίμηση των συνθηκών διάθεσης των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών στην αγορά ούτε η συνεκτίμηση ενδεχόμενου «αποτελέσματος εξουδετέρωσης» θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα στο Γενικό Δικαστήριο να «σβήσει» εξαρχής, στο στάδιο της σύγκρισης των σημείων, κάποιον βαθμό ομοιότητας ο οποίος διαπιστώθηκε όσον αφορά μία από τις πτυχές τους (πόσω μάλλον όταν πρόκειται, όπως εν προκειμένω, για μεσαίο βαθμό φωνητικής ομοιότητας).
76. Συγκεκριμένα, αφενός, η συνεκτίμηση των συνθηκών διάθεσης των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών στην αγορά εντάσσεται, ως εκ της φύσεώς της, στην ανάλυση της μελλοντικής δυνητικής χρήσης των αντιπαρατιθέμενων σημείων στην αγορά, η οποία είναι σύμφυτη με τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης (70). Δεν πρόκειται πλέον για σύγκριση των σημείων προκειμένου να εντοπισθούν οι ομοιότητες και ανομοιότητες, αλλά για τον καθορισμό του μέτρου στο οποίο οι διαπιστωθείσες ομοιότητες συμβάλλουν στην απόδειξη του κινδύνου αυτού. Όταν, για παράδειγμα, προϊόντα πωλούνται κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο καταναλωτής να έρχεται κυρίως σε οπτική επαφή με τα αντιπαρατιθέμενα σημεία, κατά την άποψή μου έπεται απλώς ότι είναι λιγότερο πιθανό η φωνητική ομοιότητά τους να δημιουργήσει τον εν λόγω κίνδυνο. Εντούτοις, το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί και εξαρτάται από το σύνολο των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στη σφαιρική αυτή εκτίμηση. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να περιοριστεί να αγνοήσει μια τέτοια ομοιότητα στο στάδιο της σύγκρισης των σημείων.
77. Κατά την άποψή μου, δεν προκύπτει διαφορετική ερμηνεία από την απόφαση Lloyd Schuhfabrik Meyer (71). Συγκεκριμένα, θεωρώ, όπως το EUIPO (72), ότι η απόφαση αυτή έχει την έννοια ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη του κινδύνου σύγχυσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να συγκριθούν τα αντιπαρατιθέμενα σημεία ως προς τις διάφορες πτυχές τους και, αν υποτεθεί ότι, στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνεται κάποιος βαθμός ομοιότητας ως προς μια πτυχή, πρέπει να «εκτιμηθεί η σημασία» της διαπίστωσης αυτής για την απόδειξη του κινδύνου αυτού, λαμβανομένων υπόψη, ειδικότερα, των συνθηκών διάθεσης των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών στην αγορά. Με άλλα λόγια, σκοπός του Δικαστηρίου ήταν απλώς να διευκρινίσει το μέτρο στο οποίο η διαπίστωση κάποιου βαθμού ομοιότητας των σημείων ως προς ορισμένη πτυχή (στην υπόθεση εκείνη, επρόκειτο για φωνητική ομοιότητα) αποδεικνύει την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης, με την επιφύλαξη των άλλων κρίσιμων παραγόντων (73).
78. Αφετέρου, η «θεωρία της εξουδετέρωσης» εντάσσεται επίσης, ως εκ της φύσεώς της, στη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης. Κατά τη θεωρία αυτή, οι εννοιολογικές διαφορές μεταξύ δύο αντιπαρατιθέμενων σημείων μπορούν απλώς να μειώσουν τον κίνδυνο σύγχυσης του καταναλωτή όσον αφορά την προέλευση των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών, παρά την οπτική και/ή φωνητική ομοιότητα των σημείων αυτών. Στην περίπτωση αυτή, το αποτέλεσμα των ομοιοτήτων αυτών στην αντίληψη των σημείων από τον καταναλωτή «μειώνεται σε μεγάλο βαθμό» (74). Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλειστεί, παρ’ όλα αυτά, το ενδεχόμενο να δημιουργούν οι εν λόγω ομοιότητες κίνδυνο σύγχυσης σε ορισμένες περιπτώσεις (75). Επομένως, η διαπίστωση ενδεχόμενης «εξουδετέρωσης» δεν μπορεί, κατ’ εμέ, να παράσχει στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να παραβλέψει τις ομοιότητες αυτές στο στάδιο της σύγκρισης των σημείων και να το απαλλάξει από την εξέταση των άλλων κρίσιμων παραγόντων για την εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης (76).
79. Εκτιμώ επίσης, δεύτερον, ότι η «αυστηρή» μέθοδος συνάδει περισσότερο προς τον σκοπό του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή αποβλέπει, κατ’ ουσίαν, στην προστασία των ανταγωνιστικών συμφερόντων των επιχειρηματιών, εμποδίζοντας να καταχωριστούν ως σήματα σημεία τα οποία είναι ικανά να θίξουν τη δηλωτική της προέλευσης λειτουργία που επιτελούν τα σήματα των οποίων αυτοί είναι δικαιούχοι (77).
80. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού αυτού, ο δικαιούχος σήματος ο οποίος ασκεί ανακοπή κατά της καταχώρισης σημείου θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να έχει την κατάλληλη δυνατότητα να αποδείξει την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης και την αναγκαιότητα προστασίας. Ειδικότερα, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αποδείξει, για παράδειγμα, ότι η απλώς και μόνον εννοιολογική ή φωνητική ομοιότητα μεταξύ των σημείων επαρκεί, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων, για τη δημιουργία του κινδύνου σύγχυσης (78). Προς τούτο, η προϋπόθεση της ομοιότητας των σημείων θα πρέπει να παραμένει ελάχιστο προαπαιτούμενο για την πρόσβαση στην προστασία αυτή, και η προϋπόθεση αυτή δεν θα πρέπει, εκτός περιπτώσεων πραγματικά πρόδηλης μη τήρησής της, να χρησιμοποιείται για να θέτει τέλος σε κάθε συζήτηση σχετικά με τον εν λόγω κίνδυνο (79). Επομένως, η νομολογία που μνημονεύεται στο σημείο 37 των παρουσών προτάσεων θα πρέπει να εφαρμόζεται με φειδώ.
81. Εκτιμώ επίσης ότι η «αυστηρή» μέθοδος δεν βαίνει πέραν όσων επιτάσσει ο σκοπός προστασίας τον οποίο έχει το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
82. Ειδικότερα, η υποχρέωση σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης, όταν διαπιστώνεται κάποιος βαθμός ομοιότητας ως προς μία από τις πτυχές των αντιπαρατιθέμενων σημείων, δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνεται αυτομάτως (και, επομένως, καθ’ υπερβολή) δεκτή η ύπαρξη του κινδύνου αυτού, και τούτο ακόμη και στην περίπτωση πανομοιότυπων επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών (80).
83. Συγκεκριμένα, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα να καθορίζεται, σε κάθε περίπτωση, αν το προγενέστερο σήμα στο οποίο βασίζεται η ανακοπή χρήζει προστασίας, βάσει του σκοπού του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009. Επομένως, η ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημείων και η ομοιότητα των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών δεν θα πρέπει να καθορίζουν, αφ’ εαυτών, το αποτέλεσμα της εκτίμησης αυτής. Ειδικότερα, συναφώς, πρέπει να αναγνωρίζεται καθοριστική σημασία στον διακριτικό χαρακτήρα του προγενέστερου αυτού σήματος. Μολονότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο κίνδυνος σύγχυσης είναι τόσο μεγαλύτερος όσο πιο σημαντικός αποδεικνύεται ο διακριτικός χαρακτήρας του προγενέστερου σήματος (81), ισχύει και το αντίστροφο. Όταν το σήμα έχει περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα, και επομένως περιορισμένη δηλωτική ικανότητα της από συγκεκριμένη επιχείρηση προέλευσης των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίστηκε, ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των σημείων θα πρέπει να είναι υψηλότερος για να δικαιολογηθεί κίνδυνος σύγχυσης, ειδάλλως ενδέχεται να παρασχεθεί στο σήμα και στον δικαιούχο του υπερβολική προστασία (82).
84. Βεβαίως, ορισμένες αποφάσεις αποκλίνουν από τη θέση αυτή. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο έχει ενίοτε κρίνει ότι οι απλώς και μόνον διαπιστώσεις του πανομοιότυπου των προϊόντων και κάποιας ομοιότητας, έστω και χαμηλού βαθμού, των σημείων επαρκούν, εν πάση περιπτώσει, για να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης, ανεξαρτήτως του περιορισμένου διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος (83). Κατά την άποψή μου, οι αποφάσεις αυτές απομακρύνονται από τον σκοπό του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 και δημιουργούν πρόβλημα «υπερπροστασίας» των αδύναμων σημάτων, το οποίο έχει σχολιαστεί εκτενώς (84).
85. Εντούτοις, μολονότι το πρόβλημα αυτό είναι υπαρκτό, δεν θεωρώ ότι η λύση έγκειται στην εφαρμογή της «ελαστικής» μεθόδου σύγκρισης των σημείων. Στην πραγματικότητα, η λύση βρίσκεται στην εκ νέου αξιολόγηση της βαρύτητας που πρέπει να αποδίδεται στον διακριτικό χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος, κατά τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης.
86. Τρίτον, φρονώ ότι σκέψεις ασφάλειας δικαίου συνηγορούν κατά της εφαρμογής της «ελαστικής» αυτής μεθόδου. Συγκεκριμένα, κατ’ εμέ, η αρχή της ασφάλειας δικαίου σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι, στο μέτρο του δυνατού, κάθε συλλογιστική πρέπει να είναι διαφανής και κάθε απόφαση πρέπει να είναι προβλέψιμη. Το στάδιο, όμως, της «σφαιρικής εκτίμησης της ομοιότητας» εμφανίζει, συχνά, στις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου, κάποια ασάφεια (85) και η διττή στάθμιση των ομοιοτήτων και ανομοιοτήτων των σημείων την οποία συνεπάγεται επηρεάζει την προβλεψιμότητα του αποτελέσματος της σύγκρισής τους (86). Αντιθέτως, εκτιμώ ότι η συλλογιστική της «αυστηρής» μεθόδου είναι σαφής στο ζήτημα αυτό.
87. Τέλος, η προτίμηση της «ελαστικής» μεθόδου θα δημιουργήσει αναπόφευκτα σύγκρουση με τη νομολογία σχετικά με το άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 207/2009 (87). Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της διάταξης αυτής, το Δικαστήριο προτίμησε την εφαρμογή «αυστηρής» προσέγγισης: όταν το Γενικό Δικαστήριο έχει διαπιστώσει κάποιον βαθμό ομοιότητας, έστω και χαμηλού βαθμού, μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων από οπτικής, φωνητικής ή εννοιολογικής απόψεως, πρέπει να προβεί σε σφαιρική εκτίμηση των κρίσιμων παραγόντων προκειμένου να καθοριστεί ο κίνδυνος να θεωρήσει το ενδιαφερόμενο κοινό ότι υφίσταται σχέση μεταξύ των σημείων αυτών (88). Η σύγκρουση μπορεί να είναι ακόμη πιο έντονη αν ληφθεί υπόψη ότι, καταρχήν, η προϋπόθεση ομοιότητας των σημείων, η οποία είναι κοινή στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και στο άρθρο 8, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού, πρέπει να εκτιμάται με τον ίδιο τρόπο στο πλαίσιο της μιας και της άλλης διάταξης (89).
3. Επί του τρίτου και του τετάρτου σκέλους του μοναδικού λόγου αναιρέσεως τον οποίο προβάλλει το EUIPO
88. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, εκτιμώ ότι το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως τον οποίο προβάλλει το EUIPO είναι βάσιμα. Κατά την άποψή μου, προβαίνοντας, στις σκέψεις 46 έως 54 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σε «σφαιρική εκτίμηση της ομοιότητας», λαμβάνοντας υπόψη, στο πλαίσιο αυτό, στις σκέψεις 48, 51 και 53 της απόφασης αυτής, τις συνθήκες διάθεσης των επίμαχων προϊόντων στην αγορά, καθώς και, στη σκέψη 54 της εν λόγω απόφασης, την ύπαρξη εννοιολογικής διαφοράς μεταξύ των σημείων, και, τέλος, καταλήγοντας στο συμπέρασμα, στη σκέψη 55 της ίδιας απόφασης, ότι, «παρά τον μεσαίο βαθμό ομοιότητάς τους, από φωνητικής απόψεως, τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν είναι, βάσει της συνολικής εντύπωσης που δημιουργούν, όμοια, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009», το Γενικό Δικαστήριο παρέβη τη διάταξη αυτή.
89. Εκτιμώ ότι αυτή η πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο κλονίζει τη νομιμότητα του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να ακυρώσει, βασίμως, στο σημείο 1 του εν λόγω διατακτικού, την επίμαχη απόφαση που είχε διαπιστώσει την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης, χωρίς να προβεί προηγουμένως, βάσει της μεθόδου που εκτίθεται στο σημείο 62 των παρουσών προτάσεων, σε σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου αυτού. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο, μη θιγομένης της απάντησης που θα δώσει στο πρώτο και στο δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, να αναιρέσει την ως άνω απόφαση.
VII. Πρόταση
90. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των εκτιμήσεων που προεκτέθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Μαρτίου 2018, Equivalenza Manufactory κατά EUIPO – ITM Entreprises (BLACK LABEL BY EQUIVALENZA) (T‑6/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:119).
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EE 2009, L 78, σ. 1).
3 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017 (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1). Βλ. άρθρα 211 και 212 του κανονισμού αυτού.
4 Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1999 (C‑342/97, στο εξής: απόφαση Lloyd Schuhfabrik Meyer, EU:C:1999:323, σκέψη 27).
5 Βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Shaker (C‑334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 36).
6 Όπως επισημαίνει η Equivalenza, η σκέψη στην οποία παραπέμπει συναφώς το EUIPO φαίνεται να είναι, στην πραγματικότητα, η σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
7 Βλ. αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2006, Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (C‑361/04 P, EU:C:2006:25, σκέψεις 20, 21 και 25), και της 23ης Μαρτίου 2006, Mülhens κατά ΓΕΕΑ (C‑206/04 P, EU:C:2006:194, σκέψεις 21 και 36).
8 Βλ. αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 2011, Ferrero κατά ΓΕΕΑ (C‑552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψη 66), και της 2ας Δεκεμβρίου 2009, Volvo Trademark κατά ΓΕΕΑ – Grebenshikova (SOLVO) (T‑434/07, EU:T:2009:480, σκέψη 50).
9 Βλ. απόφαση Lloyd Schuhfabrik Meyer (σκέψη 27).
10 Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 7 και 8 του κανονισμού 207/2009.
11 Υπογραμμίζεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 συμπίπτει με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25). Επομένως, η νομολογία που αφορά την πρώτη διάταξη μπορεί να εφαρμοστεί στη δεύτερη και το αντίστροφο. Επιπλέον, οι δύο αυτές διατάξεις επαναλαμβάνουν, αντιστοίχως, τις ταυτόσημες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), και της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), τις οποίες αντικατέστησαν. Επομένως, η νομολογία που αφορά τα προϊσχύσαντα αυτά άρθρα μπορεί να εφαρμοστεί στα νέα άρθρα [πρβλ. αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 2003, LTJ Diffusion (C‑291/00, EU:C:2003:169, σκέψεις 41 και 43), και της 10ης Δεκεμβρίου 2015, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ (C‑603/14 P, EU:C:2015:807, σκέψη 37)]. Επομένως, στις παρούσες προτάσεις, θα παραπέμπω, αδιακρίτως, σε αποφάσεις σχετικές με τον κίνδυνο σύγχυσης οι οποίες αφορούν οποιεσδήποτε από τις διατάξεις αυτές.
12 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Canon (C‑39/97, EU:C:1998:442, σκέψεις 26, 27 και 29), της 12ης Ιουνίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Shaker (C‑334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 33), καθώς και της 24ης Ιουνίου 2010, Becker κατά Harman International Industries (C‑51/09 P, EU:C:2010:368, σκέψη 31).
13 Βλ., μεταξύ άλλων, αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 207/2009 και αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, SABEL (C‑251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 22), της 12ης Ιανουαρίου 2006, Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (C‑361/04 P, EU:C:2006:25, σκέψη 18), καθώς και της 12ης Ιουνίου 2019, Hansson (C‑705/17, EU:C:2019:481, σκέψη 41).
14 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Canon (C‑39/97, EU:C:1998:442, σκέψη 17), Lloyd Schuhfabrik Meyer (σκέψη 19), καθώς και της 12ης Ιουνίου 2019, Hansson (C‑705/17, EU:C:2019:481, σκέψη 43).
15 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Canon (C‑39/97, EU:C:1998:442, σκέψη 22), της 11ης Δεκεμβρίου 2008, Gateway κατά ΓΕΕΑ (C‑57/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:718, σκέψεις 45 και 52), καθώς και της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, The Tea Board κατά EUIPO (C‑673/15 P έως C‑676/15 P, EU:C:2017:702, σκέψη 47).
16 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Οκτωβρίου 2004, Vedial κατά ΓΕΕΑ (C‑106/03 P, EU:C:2004:611, σκέψη 54), της 11ης Δεκεμβρίου 2008, Gateway κατά ΓΕΕΑ (C‑57/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:718, σκέψεις 56 και 57), καθώς και της 24ης Μαρτίου 2011, Ferrero κατά ΓΕΕΑ (C‑552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψεις 65, 66 και 68).
17 Βλ. σκέψεις 55 και 56 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
18 Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1997 (C‑251/95, EU:C:1997:528).
19 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, SABEL (C‑251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 23), και της 12ης Ιανουαρίου 2006, Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (C‑361/04 P, EU:C:2006:25, σκέψη 19). Βλ. σκέψη 19 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
20 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Lloyd Schuhfabrik Meyer (σκέψη 27), της 12ης Ιουνίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Shaker (C‑334/05 P, EU:C:2007:333, σκέψη 36), καθώς και της 24ης Μαρτίου 2011, Ferrero κατά ΓΕΕΑ (C‑552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψη 85). Βλ. σκέψη 20 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
21 Βλ. σκέψεις 26 έως 45 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
22 Σκέψεις 46 και 47 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
23 Βλ. σκέψεις 48 και 51 έως 55 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
24 Βλ. σημεία 23, 26 και 27 των παρουσών προτάσεων.
25 Συναφώς, μολονότι η εκτίμηση των ομοιοτήτων και ανομοιοτήτων που υφίστανται μεταξύ των σημείων είναι ανάλυση πραγματικών περιστατικών η οποία, υπό την επιφύλαξη της περίπτωσης παραμόρφωσης, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου [βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Calvin Klein Trademark Trust κατά ΓΕΕΑ (C‑254/09 P, EU:C:2010:488, σκέψη 50)], το αν το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις νομικές αρχές που έχουν εφαρμογή στην εκτίμηση της ομοιότητας των σημείων ή υπέπεσε σε μεθοδολογικό σφάλμα είναι νομικό ζήτημα [βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2019, FTI Touristik κατά EUIPO (C‑99/18 P, EU:C:2019:565, σκέψη 25)].
26 Εξάλλου, το EUIPO έχει δεσμευθεί να εφαρμόζει αυτή τη νομολογιακή γραμμή στην πρακτική λήψης των αποφάσεών του. Βλ. EUIPO, Κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέρος Γ, τμήμα 2, κεφάλαιο 4, σημείο 1.4 «Αποτέλεσμα της σύγκρισης».
27 Βλ., ιδίως, απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2009, SOLVO (T‑434/07, EU:T:2009:480, σκέψη 50).
28 Πρβλ. την κρίση, στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, ότι δύο σήματα είναι όμοια όταν, από τη σκοπιά του ενδιαφερόμενου κοινού, είναι μεταξύ τους, τουλάχιστον εν μέρει, ισοδύναμα όσον αφορά μία ή περισσότερες πτυχές τους, ήτοι την οπτική, ακουστική και εννοιολογική πτυχή τους [βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2002, Matratzen Concord κατά ΓΕΕΑ – Hukla Germany (MATRATZEN) (T‑6/01, EU:T:2002:261, σκέψη 30), της 20ής Απριλίου 2005, Faber Chimica κατά ΓΕΕΑ – Industrias Quimicas Naber (Faber) (T‑211/03, EU:T:2005:135, σκέψη 26), καθώς και της 15ης Δεκεμβρίου 2010, Novartis κατά ΓΕΕΑ – Sanochemia Pharmazeutika (TOLPOSAN) (T‑331/09, EU:T:2010:520, σκέψη 43)].
29 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2003, Alejandro κατά ΓΕΕΑ – Anheuser-Busch (BUDMEN) (T‑129/01, EU:T:2003:184, σκέψεις 54 επ.), της 3ης Μαρτίου 2004, Mülhens κατά ΓΕΕΑ – Zirh International (ZIRH) (T‑355/02, EU:T:2004:62, σκέψεις 47 επ.), της 6ης Οκτωβρίου 2004, New Look κατά ΓΕΕΑ – Naulover (NLSPORT, NLJEANS, NLACTIVE και NLCollection) (T‑117/03 έως T‑119/03 και T‑171/03, EU:T:2004:293, σκέψεις 40 επ.), της 12ης Ιανουαρίου 2006, Devinlec κατά ΓΕΕΑ – TIME ART (QUANTUM) (T‑147/03, EU:T:2006:10, σκέψεις 92 επ.), της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, Golden Balls κατά ΓΕΕΑ – Intra-Presse (GOLDEN BALLS) (T‑448/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:456, σκέψεις 51 και 52), της 16ης Οκτωβρίου 2013, Zoo Sport κατά ΓΕΕΑ – K‑2 (ZOOSPORT) (T‑453/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:532, σκέψεις 87 επ.), της 13ης Μαΐου 2015, Harper Hygienics κατά ΓΕΕΑ – Clinique Laboratories (CLEANIC Kindii) (T‑364/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:277, σκέψεις 63 επ.), της 13ης Μαΐου 2015, Ferring κατά ΓΕΕΑ – Kora (Koragel) (T‑169/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:280, σκέψεις 69 επ.), της 3ης Ιουνίου 2015, Giovanni Cosmetics κατά ΓΕΕΑ – Vasconcelos & Gonçalves (GIOVANNI GALLI) (T‑559/13, EU:T:2015:353, σκέψεις 99 επ.), καθώς και της 13ης Μαρτίου 2018, Hotelbeds Spain κατά EUIPO – Guidigo Europe (Guidego what to do next) (T‑346/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:134, σκέψεις 59 επ.). Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Γενικό Δικαστήριο ρητώς συνήγαγε ότι τα σημεία είναι όμοια αφότου είχε διαπιστώσει ομοιότητα ως προς (τουλάχιστον) μία πτυχή [βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, Dominio de la Vega κατά ΓΕΕΑ – Ambrosio Velasco (DOMINIO DE LA VEGA) (T‑458/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:337, σκέψη 44)]. Σε άλλες περιπτώσεις, το Γενικό Δικαστήριο προέβη άμεσα στη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης [βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 2011, XXXLutz Marken κατά ΓΕΕΑ – Natura Selection (Linea Natura Natur hat immer Stil) (T‑54/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:118, σκέψεις 67 επ.), και της 29ης Ιανουαρίου 2013, Fon Wireless κατά ΓΕΕΑ – nfon (nfon) (T‑283/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:41, σκέψεις 62 επ.)].
30 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 2008, Hoya κατά ΓΕΕΑ – Indo (AMPLITUDE) (T‑9/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:8, σκέψη 59), της 23ης Σεπτεμβρίου 2009, Arcandor κατά ΓΕΕΑ – dm drogerie markt (S-HE) (T‑391/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:348, σκέψη 54), της 15ης Δεκεμβρίου 2010, TOLPOSAN (T‑331/09, EU:T:2010:520, σκέψεις 54 έως 56), της 10ης Μαΐου 2011, Emram κατά ΓΕΕΑ – Guccio Gucci (G) (T‑187/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:202, σκέψη 68), της 15ης Μαρτίου 2012, Cadila Healthcare κατά ΓΕΕΑ – Novartis (ZYDUS) (T‑288/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:124, σκέψη 57), της 15ης Οκτωβρίου 2014, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ – English Cut (The English Cut) (T‑515/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:882, σκέψη 33), καθώς και της 26ης Απριλίου 2018, Messi Cuccittini κατά EUIPO – J‑M.‑E.V. e hijos (MESSI) (T‑554/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:230, σκέψη 64). Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι σημεία εμφανίζουν «συνολικώς ομοιότητα» όταν έχουν κάποιον βαθμό οπτικής και φωνητικής ομοιότητας, παρά την εννοιολογική διαφορά τους. Αντιστρόφως, διαφορετικά από οπτικής και φωνητικής απόψεως σήματα θεωρούνται, «κατόπιν σφαιρικής εξέτασης, διαφορετικά», παρά την κάποια εννοιολογική ομοιότητά τους. Παραδόξως, το συμπληρωματικό αυτό στάδιο οδήγησε ενίοτε το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει ότι εμφανίζουν «συνολικώς ομοιότητα» σημεία τα οποία είχε κρίνει ότι είναι διαφορετικά ως προς καθεμία από τις ως άνω πτυχές [βλ., ειδικότερα, απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2012, Spar κατά ΓΕΕΑ – Spa Group Europe (SPA GROUP) (T‑378/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:34, σκέψεις 38, 47, 53 και 54)].
31 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2008, Ebro Puleva κατά ΓΕΕΑ – Berenguel (BRILLO’S) (T‑275/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:545, σκέψεις 24 και 28), της 15ης Φεβρουαρίου 2011, Yorma’s κατά ΓΕΕΑ – Norma Lebensmittelfilialbetrieb (YORMA’S) (T‑213/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:37, σκέψη 86), της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Esge κατά ΓΕΕΑ – De’Longhi Benelux (KMIX) (T‑444/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:89, σκέψεις 35 έως 42), καθώς και της 11ης Δεκεμβρίου 2014, Coca-Cola κατά ΓΕΕΑ – Mitico (Master) (T‑480/12, EU:T:2014:1062, σκέψεις 66 έως 71).
32 Βλ., όσον αφορά τη φωνητική ομοιότητα, αποφάσεις Lloyd Schuhfabrik Meyer (σκέψη 28) και της 23ης Μαρτίου 2006, Mülhens κατά ΓΕΕΑ (C‑206/04 P, EU:C:2006:194, σκέψη 21). Όσον αφορά την εννοιολογική ομοιότητα, βλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1997, SABEL (C‑251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 24).
33 Βλ. αποφάσεις της 23ης Μαρτίου 2006, Mülhens κατά ΓΕΕΑ (C‑206/04 P, EU:C:2006:194, σκέψεις 21 και 23), καθώς και της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Il Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ (C‑234/06 P, EU:C:2007:514, σκέψη 35), και πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 2015, Loutfi Management Propriété intellectuelle (C‑147/14, EU:C:2015:420, σκέψεις 24 και 25).
34 Απόφαση της 24ης Μαρτίου 2011 (C‑552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψη 66).
35 Απόφαση της 24ης Μαρτίου 2011 (C‑552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψη 86). Το διφορούμενο έγκειται, ειδικότερα, στο γεγονός ότι το Δικαστήριο παρέπεμψε στην περίπτωση αυτή, προς στήριξη της ερμηνείας του, στη σκέψη 21 της απόφασης της 23ης Μαρτίου 2006, Mülhens κατά ΓΕΕΑ (C‑206/04 P, EU:C:2006:194), στην οποία γίνεται μνεία της ανάγκης στάθμισης των ομοιοτήτων και των διαφορών που διαπιστώθηκαν μεταξύ των σημείων από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης (και όχι στο πλαίσιο σφαιρικής εκτίμησης της ομοιότητας).
36 Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2017 (C‑437/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:737).
37 Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2017, Wolf Oil κατά EUIPO (C‑437/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:737, σκέψη 45). Ομοίως, στη διάταξη της 15ης Ιανουαρίου 2010, Messer Group κατά Air Products and Chemicals (C‑579/08 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:18, σκέψη 50), το Δικαστήριο επικύρωσε την προσέγγιση του Γενικού Δικαστηρίου η οποία συνίστατο στη σύγκριση των επίμαχων σημείων, προκειμένου να καθοριστεί αν είναι όμοια, «από οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής απόψεως καθώς και συνολικώς» (η υπογράμμιση δική μου).
38 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2004, NLSPORT, NLJEANS, NLACTIVE και NLCollection (T‑117/03 έως T‑119/03 και T‑171/03, EU:T:2004:293, σκέψη 49), της 23ης Φεβρουαρίου 2006, Il Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ – Marine Enterprise Projects (BAINBRIDGE) (T‑194/03, EU:T:2006:65, σκέψη 116), της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, Koipe κατά ΓΕΕΑ – Aceites del Sur (La Española) (T‑363/04, EU:T:2007:264, σκέψεις 109 έως 111), της 15ης Μαρτίου 2012, ZYDUS (T‑288/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:124, σκέψεις 63 έως 66), της 15ης Δεκεμβρίου 2010, TOLPOSAN (T‑331/09, EU:T:2010:520, σκέψεις 61 και 62), της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Pêra-Grave κατά ΓΕΕΑ – Fundação Eugénio de Almeida (QTA S. JOSÉ DE PERAMANCA) (T‑602/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:97, σκέψεις 57 έως 59), της 28ης Απριλίου 2014, Longevity Health Products κατά ΓΕΕΑ – Weleda Trademark (MENOCHRON) (T‑473/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:229, σκέψεις 48 και 49), της 13ης Μαΐου 2015, Koragel (T‑169/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:280, σκέψεις 79 έως 83), της 3ης Ιουνίου 2015, GIOVANNI GALLI (T‑559/13, EU:T:2015:353, σκέψεις 128 έως 130), της 24ης Νοεμβρίου 2016, CG κατά EUIPO – Perry Ellis International Group (P PRO PLAYER) (T‑349/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:677, σκέψεις 74 και 75), καθώς και της 10ης Οκτωβρίου 2017, Cofra κατά EUIPO – Armand Thiery (1841) (T‑233/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:714, σκέψη 119).
39 Συγκεκριμένα, κατά τις αποφάσεις αυτές, ομοιότητα σχετικά με τη «σημαντικότερη» πτυχή των αντιπαρατιθέμενων σημείων αυξάνει τον κίνδυνο σύγχυσης του καταναλωτή όσον αφορά την προέλευση των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών, ενώ, αντιστρόφως, διαφορά σχετικά με την πτυχή αυτή μειώνει τον κίνδυνο αυτόν. Το EUIPO έχει δεσμευθεί να εφαρμόζει την προσέγγιση αυτή στην πρακτική λήψης των αποφάσεών του (βλ. EUIPO, Κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέρος Γ, τμήμα 2, κεφάλαιο 7, σημείο 4 «Αντίκτυπος της μεθόδου αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών»).
40 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Isdin κατά Bial-Portela (C‑597/12 P, EU:C:2013:672, σκέψεις 20 και 22), και διάταξη της 14ης Νοεμβρίου 2013, TeamBank Nürnberg κατά ΓΕΕΑ (C‑524/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:874, σκέψη 61).
41 Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007 (C‑234/06 P, EU:C:2007:514).
42 Βλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Il Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ (C‑234/06 P, EU:C:2007:514, σκέψεις 36 και 37). Πρβλ., επίσης, διατάξεις της 20ής Ιανουαρίου 2015, Longevity Health Products κατά ΓΕΕΑ (C‑311/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:23, σκέψεις 41 έως 45), και της 7ης Απριλίου 2016, Harper Hygienics κατά EUIPO (C‑475/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:264, σκέψεις 70 έως 73).
43 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2006, Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (C‑361/04 P, EU:C:2006:25, σκέψη 20), της 9ης Ιουλίου 2015, Pêra-Grave κατά ΓΕΕΑ (C‑249/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:459, σκέψεις 40 έως 44), της 14ης Οκτωβρίου 2003, Phillips-Van Heusen κατά ΓΕΕΑ – Pash Textilvertrieb und Einzelhandel (BASS) (T‑292/01, EU:T:2003:264, σκέψη 54), καθώς και της 22ας Ιουνίου 2004, Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ – DaimlerChrysler (PICARO) (T‑185/02, EU:T:2004:189, σκέψεις 54 έως 58). Επομένως, η «θεωρία της εξουδετέρωσης», η οποία γίνεται δεκτή από τη θεωρία και εφαρμόζεται στη νομολογία, αφορά, stricto sensu, μόνο την εξουδετέρωση της οπτικής και/ή φωνητικής ομοιότητας από έντονες εννοιολογικές διαφορές.
44 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 3ης Μαρτίου 2004, ZIRH (T‑355/02, EU:T:2004:62, σκέψεις 49 και 50), της 12ης Ιανουαρίου 2006, QUANTUM (T‑147/03, EU:T:2006:10, σκέψεις 98 έως 100), της 13ης Μαρτίου 2018, Guidego what to do next (T‑346/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:134, σκέψεις 64 και 65), καθώς και της 26ης Απριλίου 2018, MESSI (T‑554/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:230, σκέψεις 73 έως 76). Το EUIPO έχει δεσμευθεί να εφαρμόζει την προσέγγιση αυτή στην πρακτική λήψης των αποφάσεών του (βλ. EUIPO, Κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέρος Γ, τμήμα 2, κεφάλαιο 7, σημείο 5 «Αντίκτυπος της εννοιολογικής ομοιότητας των σημείων στον κίνδυνο σύγχυσης»).
45 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Μαρτίου 2004, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ – González Cabello και Iberia, Líneas Aéreas de España (MUNDICOR) (T‑183/02 και T‑184/02, EU:T:2004:79, σκέψη 93), της 31ης Ιανουαρίου 2012, SPA GROUP (T‑378/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:34, σκέψεις 48 έως 53), καθώς και της 13ης Μαΐου 2015, Koragel (T‑169/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:280, σκέψεις 67 έως 69).
46 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2004, PICARO (T‑185/02, EU:T:2004:189, σκέψεις 56 και 58), της 22ας Μαρτίου 2007, Brinkmann κατά ΓΕΕΑ – Terra Networks (Terranus) (T‑322/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:94, σκέψη 40), της 3ης Ιουνίου 2015, GIOVANNI GALLI (T‑559/13, EU:T:2015:353, σκέψεις 94 έως 98), της 1ης Ιουνίου 2016, Wolf Oil κατά EUIPO – SCT Lubricants (CHEMPIOIL) (T‑34/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:330, σκέψεις 46 έως 48), καθώς και της 10ης Οκτωβρίου 2017, 1841 (T‑233/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:714, σκέψεις 110 έως 112).
47 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2003, BASS (T‑292/01, EU:T:2003:264, σκέψεις 54 έως 57), και της 22ας Ιουνίου 2004, PICARO (T‑185/02, EU:T:2004:189, σκέψη 56).
48 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2005, Éditions Albert René κατά ΓΕΕΑ – Orange (MOBILIX) (T‑336/03, EU:T:2005:379, σκέψεις 81, 83 και 84), και της 1ης Ιουνίου 2016, CHEMPIOIL (T‑34/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:330, σκέψεις 53 και 54).
49 Ειδικότερα, στην απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2006, Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (C‑361/04 P, EU:C:2006:25, σκέψεις 21 έως 25), το Δικαστήριο επικύρωσε τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου η οποία συνίστατο, αφενός, στην επισήμανση «αποτελέσματος εξουδετέρωσης» της οπτικής και φωνητικής ομοιότητας που υπήρχε μεταξύ των επίμαχων σημείων, λόγω των έντονων εννοιολογικών διαφορών τους, και, αφετέρου, στη συνεκτίμηση του βαθμού προσοχής που επιδεικνύει το ενδιαφερόμενο κοινό και του διακριτικού χαρακτήρα του προγενέστερου σήματος. Επί του ζητήματος αυτού, το Δικαστήριο απέκλινε από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (C‑361/04 P, EU:C:2005:531, σημείο 38). Συγκεκριμένα, ο γενικός εισαγγελέας είχε εκτιμήσει ότι, λαμβανομένης υπόψη της εξουδετέρωσης, τα αντιπαρατιθέμενα σημεία δεν ήταν όμοια και, επομένως, δεν συνέτρεχε λόγος εξέτασης των άλλων παραγόντων που είναι κρίσιμοι για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου σύγχυσης.
50 Απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006 (C‑206/04 P, EU:C:2006:194, σκέψεις 35 και 36), εκδοθείσα επί αιτήσεως αναιρέσεως της αποφάσεως της 3ης Μαρτίου 2004, ZIRH (T‑355/02, EU:T:2004:62). Βλ, επίσης, αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2007, T.I.M.E. ART κατά ΓΕΕΑ (C‑171/06 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2007:171, σκέψη 48), και της 9ης Ιουλίου 2015, Pêra-Grave κατά ΓΕΕΑ (C‑249/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:459, σκέψη 39).
51 Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2014 (C‑558/12 P, EU:C:2014:22).
52 Βλ. απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2012, Wesergold Getränkeindustrie κατά ΓΕΕΑ – Lidl Stiftung (WESTERN GOLD) (T‑278/10, EU:T:2012:459, σκέψη 58).
53 Βλ. απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2014, ΓΕΕΑ κατά riha WeserGold Getränke (C‑558/12 P, EU:C:2014:22, σκέψεις 47 και 48). Πρβλ., επίσης, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2008, Les Éditions Albert René κατά ΓΕΕΑ (C‑16/06 P, EU:C:2008:739, σκέψη 97).
54 Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2017 (C‑437/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:737).
55 Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2017, Wolf Oil κατά EUIPO (C‑437/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:737, σκέψη 44).
56 Βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2017, Wolf Oil κατά EUIPO (C‑437/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:737, σκέψεις 54 και 55).
57 Βλ. σημείο 24 των παρουσών προτάσεων.
58 Βλ. σημείο 23 των παρουσών προτάσεων.
59 Βλ. αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 2003, Adidas-Salomon και Adidas Benelux (C‑408/01, EU:C:2003:582, σκέψη 28), και της 24ης Μαρτίου 2011, Ferrero κατά ΓΕΕΑ (C‑552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψη 52).
60 Η διαφορετική φύση των δύο αυτών αναλύσεων δικαιολογεί, για λόγους σαφήνειας της συλλογιστικής, την τυποποίησή τους σε δύο διακριτά στάδια. Εντούτοις, αναγνωρίζω ότι ο διαχωρισμός αυτός πάντοτε θα είναι σε κάποιον βαθμό τεχνητός, δεδομένου ότι τα στοιχεία ομοιότητας και ανομοιότητας των σημείων θα μπορούν να εξεταστούν δύο φορές (την πρώτη φορά όταν διαπιστώνεται η ύπαρξή τους, τη δεύτερη φορά προκειμένου να καθοριστεί αν δημιουργούν κίνδυνο σύγχυσης). Πάντως, πολλές αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου περιέχουν μόνο ένα στάδιο ανάλυσης του κινδύνου σύγχυσης [βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2003, BASS (T‑292/01, EU:T:2003:264, σκέψεις 45 επ.), της 3ης Μαρτίου 2004, ZIRH (T‑355/02, EU:T:2004:62, σκέψεις 43 επ.), καθώς και της 22ας Ιουνίου 2004, PICARO (T‑185/02, EU:T:2004:189, σκέψεις 53 επ.)].
61 Βλ., κατ’ αναλογίαν, τη νομολογία σχετικά με την ομοιότητα των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, η ύπαρξη κάποιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών πρέπει να αποδεικνύεται. Για τον σκοπό αυτόν, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι παράγοντες «που χαρακτηρίζουν τη σχέση μεταξύ των προϊόντων ή υπηρεσιών», στους οποίους περιλαμβάνονται «η φύση τους, ο προορισμός τους, η χρήση τους, καθώς και ο ανταγωνιστικός ή συμπληρωματικός χαρακτήρας τους». Άπαξ διαπιστωθεί η ύπαρξη κάποιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών, πρέπει να εξεταστούν όλοι οι παράγοντες προκειμένου να εκτιμηθεί αν η ομοιότητα αυτή επαρκεί για να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης, στο πλαίσιο της σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου αυτού. Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Canon (C‑39/97, EU:C:1998:442, σκέψεις 22 έως 24), και της 7ης Μαΐου 2009, Waterford Wedgwood κατά Assembled Investments (Proprietary) (C‑398/07 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:288, σκέψεις 34 και 35).
62 Επίσης εδώ, μπορεί να υπάρξει αναλογία με την ομοιότητα των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών. Οι κρίσιμοι παράγοντες για τη διαπίστωση της ομοιότητας αυτής πρέπει να εκτιμώνται βάσει της αντίληψης των καταναλωτών. Τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες είναι όμοια όταν οι καταναλωτές ενδέχεται να σκεφτούν ότι για την παρασκευή ή την προμήθειά τους υπεύθυνη είναι η ίδια επιχείρηση ή συνδεδεμένες οικονομικώς επιχειρήσεις. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2011, YORMA’S (T‑213/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:37, σκέψη 36).
63 Βλ. αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, SABEL (C‑251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 23), Lloyd Schuhfabrik Meyer (σκέψη 26), καθώς και της 12ης Ιανουαρίου 2006, Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (C‑361/04 P, EU:C:2006:25, σκέψη 19).
64 Πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουλίου 2017, Continental Reifen Deutschland κατά Compagnie générale des établissements Michelin (C‑84/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:596, σκέψη 70), και διάταξη της 22ας Οκτωβρίου 2014, Repsol YPF κατά ΓΕΕΑ (C‑466/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2331, σκέψεις 48 έως 51). Η στάθμιση αυτή συνεπάγεται, κατ’ ουσίαν, εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει κατά την αναιρετική διαδικασία. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο διαθέτει κάποια εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά την αξιολόγηση του βαθμού οπτικής, φωνητικής και εννοιολογικής ομοιότητας που υπάρχει μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων.
65 Βλ. σημείο 27 των παρουσών προτάσεων.
66 Βλ. μνημονευόμενη νομολογία στην υποσημείωση 32 των παρουσών προτάσεων.
67 Βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 2019, Hansson (C‑705/17, EU:C:2019:481, σκέψη 47).
68 Βλ. Davis, R., St Quintin, T., Tritton, G., Tritton on Intellectual Property in Europe, Sweet and Maxwell, Λονδίνο, 5η έκδοση, 2018, σ. 378.
69 Βλ. σημεία 23 και 27 των παρουσών προτάσεων.
70 Βλ. Davis, R., St Quintin, T., Tritton, G., όπ.π., σ. 365 και 366. Ο αφορών το μέλλον χαρακτήρας της σφαιρικής εκτίμησης του κινδύνου σύγχυσης σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, στο πλαίσιο της εκτίμησης αυτής, οι συνήθεις συνθήκες διάθεσης των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών στην αγορά, ήτοι οι συνθήκες που είναι φυσικό να αναμένονται για τη συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντων ή υπηρεσιών, και όχι οι ειδικές συνθήκες εμπορίας των προϊόντων που προσδιόριζε το προγενέστερο σήμα, οι οποίες μπορούν να διαφέρουν διαχρονικά και ανάλογα με τη βούληση του δικαιούχου του σήματος αυτού. Βλ. αποφάσεις της 15ης Μαρτίου 2007, T.I.M.E. ART κατά ΓΕΕΑ (C‑171/06 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2007:171, σκέψη 59), και της 12ης Ιανουαρίου 2006, QUANTUM (T‑147/03, EU:T:2006:10, σκέψεις 103 έως 107).
71 Βλ. σημείο 39 των παρουσών προτάσεων.
72 Βλ. σημείο 23 των παρουσών προτάσεων.
73 Η εκτίμηση αυτή επιρρωννύεται από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση Lloyd Schuhfabrik Meyer (C‑342/97, EU:C:1998:522, σημείο 18): «[Ο] κίνδυνος συγχύσεως πρέπει να εκτιμάται σφαιρικώς, υπό το πρίσμα όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή. [...] χρήσιμο είναι, αναλόγως των πραγματικών περιστατικών, να εξεταστεί όχι μόνον ο βαθμός ακουστικής ομοιότητας του σήματος και του σημείου, αλλά και ο βαθμός (ή η έλλειψη) οπτικής ή εννοιολογικής ομοιότητας. Ελλείψει οπτικής ή εννοιολογικής ομοιότητας, πρέπει να εξεταστεί αν, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, περιλαμβανομένης της φύσεως των προϊόντων και των όρων υπό τους οποίους κυκλοφόρησαν στην αγορά, ο βαθμός μιας τυχόν ακουστικής ομοιότητας μπορεί, αυτός καθεαυτόν, να δημιουργήσει σύγχυση».
74 Βλ. αποφάσεις της 12ης Ιανουαρίου 2006, Ruiz-Picasso κ.λπ. κατά ΓΕΕΑ (C‑361/04 P, EU:C:2006:25, σκέψη 27), της 23ης Μαρτίου 2006, Mülhens κατά ΓΕΕΑ (C‑206/04 P, EU:C:2006:194, σκέψη 50), της 15ης Μαρτίου 2007, T.I.M.E. ART κατά ΓΕΕΑ (C‑171/06 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2007:171, σκέψη 49), της 14ης Οκτωβρίου 2003, BASS (T‑292/01, EU:T:2003:264, σκέψη 54), καθώς και της 12ης Ιανουαρίου 2006, QUANTUM (T‑147/03, EU:T:2006:10, σκέψεις 98 και 100). Κατά την άποψή μου, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η «θεωρία» αυτή δεν εφαρμόζεται όταν η οπτική και η φωνητική ομοιότητα των σημείων είναι πολύ έντονες, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος η εννοιολογική διαφορά τους να διαφύγει από την προσοχή του ενδιαφερόμενου κοινού. Βλ. διάταξη της 27ης Οκτωβρίου 2010, REWE-Zentral κατά ΓΕΕΑ (C‑22/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2010:640, σκέψεις 46 και 47).
75 Για παράδειγμα, αν το προγενέστερο σήμα έχει έντονο διακριτικό χαρακτήρα και ο βαθμός προσοχής του κοινού είναι ιδιαίτερα χαμηλός, ακόμη και η οπτική και φωνητική ομοιότητα που «εξουδετερώνεται» από μια έντονη εννοιολογική διαφορά θα μπορούσε να επαρκεί για τη δημιουργία κινδύνου σύγχυσης.
76 Πρβλ. απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2006, Ruiz-Picasso κλπ. κατά ΓΕΕΑ (C‑361/04 P, EU:C:2006:25, σκέψεις 23 έως 25), και Jaeger-Lenz, A., «Relative grounds for refusal», σε Hasselblatt, G. N. (επιμ.), European Union Trade Mark Regulation – Article-by-Article Commentary, Beck, Hart, Nomos, 2η έκδοση, 2018, σ. 246. Εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου να εφαρμοστεί η θεωρία της εξουδετέρωσης, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει ότι τουλάχιστον ένα από τα επίμαχα σημεία έχει, στην αντίληψη του ενδιαφερόμενου κοινού, σαφές και καθορισμένο νόημα (βλ. σημείο 56 των παρουσών προτάσεων). Πάντως, μολονότι το EUIPO δεν ήγειρε το ζήτημα αυτό με την αίτησή του αναιρέσεως, παρατηρώ ότι, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο δεν ήλεγξε την τήρηση της προϋπόθεσης αυτής.
77 Βλ. αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Canon (C‑39/97, EU:C:1998:442, σκέψεις 27 και 28), και της 12ης Ιουνίου 2019, Hansson (C‑705/17, EU:C:2019:481, σκέψη 35), καθώς και Davis, R., St Quintin, T., Tritton, G., όπ.π., σ. 362 και 365. Βλ. επίσης Folliard-Monguiral, A., «TPICE, affaire Quantum: le faible caractère distinctif peut-il jouer contre le risque de confusion?», Propriété industrielle, αριθ. 4, Απρίλιος 2006, σχόλιο 30, κατά το οποίο ο κίνδυνος σύγχυσης είναι «ένα εφεύρημα με ανθρώπινο πρόσωπο το οποίο αποσκοπεί στην προστασία των ανταγωνιστικών συμφερόντων επιχειρηματία».
78 Ασφαλώς, δεν είναι πολύ πιθανό, για παράδειγμα, η απλώς και μόνον εννοιολογική ομοιότητα των σημείων να δημιουργήσει, στην πράξη, κίνδυνο σύγχυσης [βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs στην υπόθεση SABEL (C‑251/95, EU:C:1997:221, σημεία 61 και 62)]. Εντούτοις, κατ’ εμέ, ο ανακόπτων δεν θα πρέπει να στερείται τη δυνατότητα να αποδείξει κάτι τέτοιο.
79 Βλ. Humblot, B., «Droit des marques: de l’influence ou non du risque de confusion sur la similitude et vice-versa – Motifs relatifs de refus: regard sur un arrêt éclairant de la CJUE (Ferrero c/OHMI, 24 mars 2011)», Lamy, Droit de l’immatériel, αριθ. 72, Ιούνιος 2011, σ. 85 έως 90.
80 Βλ., για πρόσφατη υπόμνηση αυτής της παρατήρησης, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2019, Sandron κατά EUIPO – J. García Carrión (Luciano Sandrone) (T‑268/18, EU:T:2019:452, σκέψη 96).
81 Πρβλ. αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, SABEL (C‑251/95, EU:C:1997:528, σκέψη 24), της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Canon (C‑39/97, EU:C:1998:442, σκέψη 18), καθώς και της 12ης Ιουνίου 2019, Hansson (C‑705/17, EU:C:2019:481, σκέψη 42).
82 Επιπλέον, στο στάδιο της σύγκρισης των αντιπαρατιθέμενων σημείων, πρέπει να καθορίζονται τα διακριτικά και κυρίαρχα στοιχεία τους. Στο πλαίσιο αυτό, περιγραφικό στοιχείο των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών έχει μικρότερη ικανότητα προσέλκυσης της προσοχής των καταναλωτών και, επομένως, πρέπει να έχει μικρότερη βαρύτητα στη συνολική εντύπωση που δημιουργούν τα σημεία. Ως εκ τούτου, για παράδειγμα, οπτικές ομοιότητες στο επίπεδο του στοιχείου αυτού δεν θα πρέπει να οδηγούν στη διαπίστωση οπτικής ομοιότητας μεταξύ των σημείων ή, το πολύ, θα πρέπει να οδηγούν στη διαπίστωση χαμηλού βαθμού ομοιότητας. Πρβλ. αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 2019, Hansson (C‑705/17, EU:C:2019:481, σκέψη 53), της 5ης Απριλίου 2006, Saiwa κατά ΓΕΕΑ – Barilla Alimentare (SELEZIONE ORO Barilla) (T‑344/03, EU:T:2006:105, σκέψεις 32 έως 38), καθώς και της 13ης Μαΐου 2015, easyGroup IP Licensing κατά ΓΕΕΑ – Tui (easyAir-tours) (T‑608/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:282, σκέψεις 35 έως 42).
83 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 2005, Castellblanch κατά ΓΕΕΑ – Champagne Roederer (CRISTAL CASTELLBLANCH) (T‑29/04, EU:T:2005:438, σκέψη 29), της 22ας Μαρτίου 2007, Terranus (T‑322/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:94, σκέψη 41), της 27ης Φεβρουαρίου 2014, QTA S. JOSÉ DE PERAMANCA (T‑602/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:97, σκέψη 61), καθώς και της 4ης Δεκεμβρίου 2014, BSH κατά ΓΕΕΑ – LG Electronics (compressor technology) (T‑595/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:1023, σκέψη 28). Βλ., επίσης, όσον αφορά ανάλογη τάση στη νομολογία του Δικαστηρίου, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2016, BSH κατά EUIPO (C‑43/15 P, EU:C:2016:837, σκέψεις 63 και 64).
84 Βλ., μεταξύ άλλων, Folliard-Monguiral, A., όπ.π.· Monteiro, J., «Marque communautaire – La surprotection des marques faibles dans la jurisprudence communautaire», Propriété industrielle, αριθ. 6, Ιούνιος 2009, μελέτη 12· Passa, J., «Le risque de confusion déduit d’éléments dépourvus de caractère distinctif dans la jurisprudence européenne : l’angle mort du droit des marques», Propriétés Intellectuelles, Οκτώβριος 2017, αριθ. 65, σ. 32 έως 40, καθώς και Kur, A. και Senftleben, M., European Trade Mark Law – A Commentary, Oxford University Press, Ηνωμένο Βασίλειο, 2017, σ. 229 έως 231.
85 Βλ. σημείο 48 των παρουσών προτάσεων.
86 Βλ. σημείο 72 των παρουσών προτάσεων.
87 Η διάταξη αυτή παρατίθεται στο σημείο 6 των παρουσών προτάσεων.
88 Βλ. αποφάσεις της 20ής Νοεμβρίου 2014, Intra-Presse κατά Golden Balls (C‑581/13 P και C‑582/13 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2387, σκέψεις 74 έως 76), και της 10ης Δεκεμβρίου 2015, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ (C‑603/14 P, EU:C:2015:807, σκέψεις 47 και 48).
89 Βλ. αποφάσεις της 24ης Μαρτίου 2011, Ferrero κατά ΓΕΕΑ (C‑552/09 P, EU:C:2011:177, σκέψη 53), και της 10ης Δεκεμβρίου 2015, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ (C‑603/14 P, EU:C:2015:807, σκέψη 39). Στην αναιρεσιβληθείσα απόφαση στην τελευταία αυτή υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο είχε διαπιστώσει, στο πλαίσιο της ανάλυσης του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, την ύπαρξη χαμηλού βαθμού εννοιολογικής ομοιότητας μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημείων και είχε, κατ’ ουσίαν, συναγάγει ότι, ελλείψει οπτικής ή φωνητικής ομοιότητας, τα σημεία αυτά ήταν, «κατόπιν σφαιρικής εξέτασης, διαφορετικά» [βλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2014, The English Cut (T‑515/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:882, σκέψη 33)]. Εντούτοις, το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν επέκρινε τη συλλογιστική αυτή μπορεί να οφείλεται στην περίσταση ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε αμφισβητήσει την εφαρμογή της διάταξης αυτής από το Γενικό Δικαστήριο.
Full & Egal Universal Law Academy