Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 26ης Νοεμβρίου 2019 (1)
Υπόθεση C‑344/18
ISS Facility Services NV
κατά
Sonia Govaerts,
Atalian NV, πρώην Euroclean NV
[αίτηση του arbeidshof te Gent
(δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εργατικών διαφορών Γάνδης, Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2001/23/EK – Άρθρο 3, παράγραφος 1 – Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Δημόσια σύμβαση που αφορά υπηρεσίες καθαρισμού– Ανάθεση των τμημάτων της συμβάσεως σε δύο νέους αναδόχους – Επαναπρόσληψη εργαζομένου του πρώην μοναδικού αναδόχου απασχολούμενου στο σύνολο των τμημάτων της συμβάσεως – Συνέπειες της μεταβιβάσεως οικονομικής οντότητας σε δύο διαδόχους»
I. Εισαγωγή
1. Στην υπό κρίση υπόθεση, το arbeidshof te Gent (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Γάνδης, Βέλγιο) υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ (2).
2. Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Sonia Govaerts και, αφενός, της ISS Facility Services NV, στην οποία αυτή παρείχε την εργασία της, και, αφετέρου, της Atalian NV, σχετικά με την απόλυσή της και τις συνέπειες αυτής μετά από ανάθεση στην τελευταία δημόσιας συμβάσεως που αρχικά είχε ανατεθεί στην πρώτη εταιρία.
3. Επ’ ευκαιρία του ζητήματος αυτού το Δικαστήριο θα εξετάσει για πρώτη φορά τις συνέπειες μεταβίβασης οικονομικής οντότητας σε δύο διαδόχους ως προς τη διατήρηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των εργαζομένων κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23.
II. Το νομικό πλαίσιο
1. Το δίκαιο της Ένωσης
4. Η αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2001/23 έχει ως εξής:
«Είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα, και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους.»
5. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«α) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης.
β) Υπό την επιφύλαξη του στοιχείου α) και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως μεταβίβαση, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.»
6. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εθνική νομοθεσία όσον αφορά τον ορισμό της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης.
Εντούτοις, τα κράτη μέλη δεν αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας συμβάσεις εργασίας ή εργασιακές σχέσεις με μοναδική αιτία:
α) τον αριθμό των ωρών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν ή που πρέπει να πραγματοποιηθούν·
[…]».
7. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας:
«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του [μεταβιβάζοντος], που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον [διάδοχο].»
8. Το άρθρο 4 της οδηγίας 2001/23 προβλέπει τα εξής:
«1. Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης, ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απολύσεως για τον [μεταβιβάζοντα] ή τον [διάδοχο]. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει απολύσεις για οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς λόγους, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού.
[…]
2. Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας εις βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσεως θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη.»
2. Το βελγικό δίκαιο
9. Η συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 32bis, της 7ης Ιουνίου 1985, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής εργοδότη λόγω συμβατικής μεταβίβασης της επιχείρησης και σχετικά με τη ρύθμιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που επαναπροσλαμβάνονται σε περίπτωση αναλήψεως του ενεργητικού κατόπιν πτωχεύσεως ή δικαστικού συμβιβασμού δι’ εγκαταλείψεως του ενεργητικού, η οποία κατέστη δεσμευτική με το βασιλικό διάταγμα της 25ης Ιουλίου 1985 (3), όπως τροποποιήθηκε με τη συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 32quinquies της 13ης Μαρτίου 2002 και κατέστη δεσμευτική με το βασιλικό διάταγμα της 14ης Μαρτίου 2002 (4) (στο εξής: συλλογική σύμβαση εργασίας 32bis), μεταφέρει στο βελγικό δίκαιο την οδηγία 2001/23.
10. Το άρθρο 1 της συλλογικής συμβάσεως 32bis έχει ως εξής:
«Η παρούσα συλλογική σύμβαση εργασίας έχει καταρχάς σκοπό να διασφαλίσει:
1° αφενός, τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επέρχεται μεταβολή εργοδότη λόγω συμβατικής μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης· υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 8bis της παρούσας συλλογικής συμβάσεως εργασίας, η μεταβίβαση που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο δικαστικού συμβιβασμού συνιστά συμβατική μεταβίβαση στην οποία έχει εφαρμογή η αρχή της διατήρησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων ·
2° αφετέρου, ορισμένα δικαιώματα των εργαζομένων που επαναπροσλαμβάνονται σε περίπτωση ανάληψης ενεργητικού μετά από πτώχευση.
Επιπλέον, η παρούσα συλλογική σύμβαση ρυθμίζει το ζήτημα της ενημερώσεως των εργαζομένων τους οποίους αφορά η μεταβίβαση σε περίπτωση που δεν υπάρχουν εκπρόσωποι των εργαζομένων στην επιχείρηση.»
11. Το άρθρο 2 της συλλογικής συμβάσεως εργασίας 32bis ορίζει τα εξής:
«Για την εφαρμογή της παρούσας συλλογικής συμβάσεως εργασίας, νοούνται ως:
1° Εργαζόμενοι: τα πρόσωπα που, δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή συμβάσεως μαθητείας, παρέχουν εργασία ·
2° Εργοδότης: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που απασχολεί τα πρόσωπα που μνημονεύονται ανωτέρω στο εδάφιο 1 ·
3° “μεταβιβάζων”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, λόγω μεταβίβασης κατά την έννοια του άρθρου 1, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη έναντι των εργαζομένων της μεταβιβασθείσας επιχείρησης ή του μεταβιβασθέντος τμήματος επιχείρησης·
4° “διάδοχος”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, λόγω μεταβίβασης κατά την έννοια του άρθρου 1, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη έναντι των εργαζομένων της μεταβιβασθείσας επιχείρησης ή του μεταβιβασθέντος τμήματος επιχείρησης·
[...]».
12. Το άρθρο 6 της συλλογικής συμβάσεως εργασίας 32bis ορίζει τα ακόλουθα:
«Το παρόν κεφάλαιο έχει εφαρμογή σε κάθε περίπτωση μεταβολής εργοδότη λόγω συμβατικής μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης, πλην των περιπτώσεων που αναφέρονται στο κεφάλαιο III της παρούσας συλλογικής συμβάσεως εργασίας.
Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του πρώτου εδαφίου, θεωρείται ως μεταβίβαση στην παρούσα συλλογική σύμβαση η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας η οποία διατηρεί την ταυτότητά της, νοούμενη ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.»
13. Το άρθρο 7 της συλλογικής συμβάσεως εργασίας 32bis έχει ως εξής:
«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον διάδοχο.»
14. Το άρθρο 10 της συλλογικής συμβάσεως εργασίας 32bis ορίζει:
«Εάν η σύμβαση εργασίας καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση, υπό την έννοια του άρθρου 1, εδάφιο 1, συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας εις βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσεως θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη.»
III. Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
15. Η S. Govaerts παρείχε μισθωτή εργασία ως καθαρίστρια από τις 16 Νοεμβρίου 1992 στην εταιρία Multiple Immo Services NV, εν συνεχεία δε στους διαδόχους αυτής, καταρχάς στην εταιρία CCA NV και ακολούθως στην εταιρία ISS Facility Services. Με τον εργοδότη της συνδεόταν με τρεις χωριστές συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης.
16. Την 1η Σεπτεμβρίου 2004, η S. Govaerts σύναψε νέα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την εταιρία ISS Facility Services, διατηρώντας την αποκτηθείσα από 16 Νοεμβρίου 1992 προϋπηρεσία της. Η εταιρία ISS Facility Services είχε αναλάβει την καθαριότητα και τη συντήρηση διαφόρων κτιρίων του Δήμου Γάνδης κατανεμημένων σε τρία τμήματα. Το πρώτο τμήμα περιλάμβανε τα μουσεία και τα ιστορικά κτίρια, το δεύτερο τις βιβλιοθήκες και τις δημοτικές κατοικίες και το τρίτο τα διοικητικά κτίρια. Από την 1η Απριλίου 2013, η S. Govaerts ορίσθηκε υπεύθυνη δικτύου για τα τρία εργοτάξια που αντιστοιχούσαν στα τμήματα αυτά. Κατά το χρονικό διάστημα από τις 23 Απριλίου έως τις 26 Ιουλίου 2013 ήταν ανίκανη προς εργασία.
17. Ο Δήμος Γάνδης προκήρυξε διαγωνισμό για το σύνολο των προαναφερθέντων τμημάτων για την περίοδο από 1ης Σεπτεμβρίου 2013 έως 31ης Αυγούστου 2016. Μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής, στις 13 Ιουνίου 2013, η προσφορά της ISS Facility Services δεν έγινε δεκτή. Το πρώτο και το τρίτο τμήμα ανατέθηκαν στην εταιρία Atalian, ενώ το δεύτερο ανατέθηκε στην εταιρία Cleaning Masters.
18. Την 1η Ιουλίου 2013, η ISS Facility Services ενημέρωσε την εταιρία Atalian ότι, δεδομένου ότι η S. Govaerts εργαζόταν με καθεστώς πλήρους απασχόλησης στα εν λόγω εργοτάξια, τα οποία ανατέθηκαν κατά ποσοστό 85 % περίπου στην εταιρία Atalian έπρεπε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της η συλλογική σύμβαση 32bis. Η Atalian αμφισβήτησε την άποψη αυτή ήδη από τις 3 Ιουλίου 2013.
19. Με την από 30 Αυγούστου 2013 συστημένη επιστολή της, η ISS Facility Services ενημέρωσε την S. Govaerts ότι, λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης και της τοποθέτησής της στα εργοτάξια που αντιστοιχούσαν στο 1ο και 3ο τμήμα, εντασσόταν στην υπηρεσία της Atalian από την 1η Σεπτεμβρίου 2013, ημερομηνία από την οποία δεν θα ανήκε πλέον στο προσωπικό της εταιρίας ISS Facility Services. Κατά συνέπεια, η ISS Facility Services χορήγησε στην S. Govaerts βεβαίωση περί ανεργίας στην οποία μνημονευόταν η 31η Αυγούστου 2013 ως η τελευταία ημέρα απασχόλησης.
20. Με την από 30 Αυγούστου 2013 συστημένη επιστολή της, η ISS Facility Services ενημέρωσε την Atalian ότι η σύμβαση εργασίας της S. Govaerts θα μεταβιβαζόταν στην τελευταία αυτοδικαίως από την 1η Σεπτεμβρίου 2013 και ότι, από τη Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013, η S. Govaerts μπορούσε να απευθύνεται μόνο στην Atalian.
21. Στις 3 Σεπτεμβρίου 2013, η Atalian ενημέρωσε την ISS Facility Services ότι δεν θεωρούσε ότι υπήρξε μεταβίβαση υπό την έννοια της συλλογικής συμβάσεως εργασίας 32bis και ότι, ως εκ τούτου, καμία συμβατική σχέση δεν τη συνέδεε με την S. Govaerts.
22. Στις 18 Νοεμβρίου 2013, η S. Govaerts άσκησε αγωγή τόσο κατά της ISS Facility Services όσο και κατά της Atalian ενώπιον του arbeidsrechtbank te Gent (πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Γάνδης, Βέλγιο) ζητώντας να της καταβληθούν αποζημίωση λόγω καταγγελίας, δώρο τέλους του έτους αναλογικά με τον χρόνο απασχόλησής της (pro rata temporis), καθώς και επίδομα αδείας για τα έτη 2012 και 2013.
23. Με την από 15 Οκτωβρίου 2015 απόφασή του, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η απόλυση της S. Govaerts ήταν παράνομη και καταδίκασε την ISS Facility Services να της καταβάλει αποζημίωση λόγω καταγγελίας ύψους 81 561,07 ευρώ, δώρο τέλους του έτους ύψους 1 841,92 ευρώ και επίδομα αδείας ύψους 4 343,28 ευρώ, των τριών αυτών ποσών προσαυξημένων με τόκους. Η κατά της Atalian αγωγή κρίθηκε απαράδεκτη.
24. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ιδίως ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας 32bis δεν ετύγχανε εφαρμογής στην περίπτωση της S. Govaerts στο μέτρο που η τελευταία ασχολείτο, ως υπεύθυνη δικτύου, με τον σχεδιασμό των εργασιών καθαρισμού και την εκτέλεσή τους, ήτοι ήταν επιφορτισμένη με διοικητικά και οργανωτικά καθήκοντα και δεν συμμετείχε, στα εργοτάξια του Δήμου Γάνδης, στις εργασίες καθαρισμού οι οποίες αποτελούσαν το αντικείμενο της μεταβίβασης. Κατά συνέπεια, η S. Govaerts δεν εισήλθε αυτοδικαίως στην υπηρεσία της Atalian την 1η Σεπτεμβρίου 2013.
25. Η ISS Facility Services εφεσίβαλε την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση ενώπιον του arbeidshof te Gent (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Γάνδης). Υποστηρίζει ότι, κατ’ εφαρμογήν της συλλογικής συμβάσεως εργασίας 32bis, η σύμβαση εργασίας της S. Govaerts μεταβιβάστηκε, από 1ης Σεπτεμβρίου 2013, κατά 85 % στην εταιρία Atalian και κατά 15 % στην εταιρία Cleaning Masters.
26. Αντιθέτως προς το arbeidsrechtbank te Gent (πρωτοβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Γάνδης), το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, έχει διατηρηθεί η ταυτότητα της οικονομικής οντότητας υπό την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 2001/23 και ότι υπήρξε επομένως μεταβίβαση επιχείρησης υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Ως εκ τούτου, συνάγει ότι, κατά το άρθρο 7 της συλλογικής συμβάσεως εργασίας 32bis, που επαναλαμβάνει το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος εργοδότη που απορρέουν από τις υφιστάμενες κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, ήτοι την 1η Σεπτεμβρίου 2013, συμβάσεις εργασίας, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως, λόγω της ως άνω μεταβιβάσεως, στις εταιρίες Atalian και Cleaning Masters λόγω της ιδιότητάς τους ως διαδόχων.
27. Στο μέτρο που τα καθήκοντα της S. Govaerts αφορούν αποκλειστικά τα εργοτάξια του Δήμου Γάνδης, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι αυτή αποτελούσε μέρος, την 1η Σεπτεμβρίου 2013, της μεταβιβασθείσας επιχείρησης. Ως εκ τούτου διερωτάται για τις συνέπειες που έχει, υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, η εν λόγω μεταβίβαση επιχείρησης ως προς τη σύμβαση εργασίας της S. Govaerts.
28. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το arbeidshof te Gent (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Γάνδης), με απόφαση της 14ης Μαΐου 2018, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Μαΐου 2018, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας [2001/23] την έννοια ότι όταν πρόκειται για ταυτόχρονη μεταβίβαση διάφορων τμημάτων επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της [εν λόγω οδηγίας], [...] σε διάφορους διαδόχους, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την υφιστάμενη κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως σύμβαση εργασίας και αφορούν εργαζόμενο ο οποίος παρείχε εργασία σε καθένα από τα μεταβιβασθέντα τμήματα, μεταβιβάζονται σε κάθε διάδοχο, ανάλογα ωστόσο με την έκταση της απασχολήσεως του προαναφερθέντος εργαζομένου στο τμήμα της επιχειρήσεως που απέκτησε κάθε διάδοχος,
ή ότι τα προαναφερθέντα δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταβιβάζονται στο σύνολό τους στον διάδοχο του τμήματος της επιχειρήσεως στο οποίο ο εν λόγω εργαζόμενος παρείχε κυρίως την εργασία του,
ή ότι, όταν οι διατάξεις της οδηγίας δεν μπορούν να ερμηνευθούν με κανέναν από τους προαναφερθέντες τρόπους, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και αφορούν τον εν λόγω εργαζόμενο δεν μεταβιβάζονται σε κανέναν διάδοχο, τούτο δε ισχύει επίσης όταν δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί χωριστά η έκταση της απασχολήσεως του εργαζομένου σε καθένα από τα μεταβιβασθέντα τμήματα της επιχειρήσεως;»
29. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η S. Govaerts, η ISS Facility Services, η Atalian καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όλοι οι διάδικοι και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη παρέστησαν και ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 8 Μαΐου 2019.
IV. Ανάλυση
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
30. Κατά την πρώτη και δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ (5) «η οικονομική εξέλιξη επιφέρει επί εθνικού και κοινοτικού επιπέδου μεταβολές στη διάρθρωση των επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται μεταξύ των άλλων, διά μεταβιβάσεων των επιχειρήσεων, βιομηχανικών ή εμπορικών εγκαταστάσεων ή τμημάτων παρόμοιων εγκαταστάσεων σε άλλους επιχειρηματίες που προκύπτουν από [μεταβιβάσεις] ή συγχωνεύσεις» και ότι, στο πλαίσιο αυτό, «είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων […], ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους».
31. Οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις επαναλαμβάνονται στην οδηγία 2001/23, η οποία κατήργησε και αντικατέστησε την οδηγία 77/187 (6).
32. Υπενθυμίζεται εν συντομία ότι, όπως έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο στη νομολογία του, η οδηγία 77/187 αποσκοπεί σε μερική μόνον εναρμόνιση του εθνικού εργατικού δικαίου, επεκτείνοντας, ως προς τα κυριότερα σημεία, και στην περίπτωση της μεταβίβασης μιας επιχείρησης, την προστασία την οποία εξασφαλίζει στους εργαζομένους, κατά τρόπο αυτόνομο, το δίκαιο των διαφόρων κρατών μελών (7). Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι επιδίωξη της οδηγίας 2001/23 είναι η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επικεφαλής της επιχείρησης, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου εργοδότη υπό τους αυτούς όρους που είχαν συμφωνηθεί με τον μεταβιβάζοντα (8). Κατά το Δικαστήριο, σκοπός της οδηγίας 2001/23 είναι επομένως να διασφαλίσει, κατά το μέτρο του δυνατού, τη χωρίς τροποποίηση συνέχιση της συμβάσεως ή της σχέσεως εργασίας με τον διάδοχο, κατά τρόπον ώστε οι εργαζόμενοι να μην περιέρχονται σε δυσμενέστερη σχέση αποκλειστικά και μόνο λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης (9). Ωστόσο, η οδηγία 2001/23 δεν αποβλέπει στην αποτροπή των αναδιαρθρώσεων επιχειρήσεων, έχοντας ως σκοπό να τις καταστήσει πιο ανταγωνιστικές και αποτελεσματικές. Η εν λόγω οδηγία προσεγγίζει μόνον τις κοινωνικές συνέπειες των αναδιαρθρώσεων αυτών μετριάζοντας τις συνέπειές τους. Μολονότι, σύμφωνα με τον σκοπό της εν λόγω οδηγίας, πρέπει να προστατεύονται τα συμφέροντα των εργαζομένων τους οποίους αφορά η μεταβίβαση, πλην όμως δεν μπορούν να αγνοηθούν και τα συμφέροντα του διαδόχου, ο οποίος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβαίνει στις αλλαγές και τις προσαρμογές που είναι αναγκαίες για τη συνέχιση της δραστηριότητάς του (10). Όπως έχει υπενθυμίσει το Δικαστήριο στη νομολογία του, η οδηγία 2001/23 δεν έχει αποκλειστικό σκοπό τη διαφύλαξη, σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, των συμφερόντων των εργαζομένων, αλλά επιδιώκει τη διασφάλιση δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων τους, αφενός, και των συμφερόντων του διαδόχου, αφετέρου (11).
33. Η οδηγία 77/187 τροποποιήθηκε αρχικά επί της ουσίας με την οδηγία 98/50/ΕΚ (12) προκειμένου να ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου και εν συνεχεία κωδικοποιήθηκε, χωρίς τροποποιήσεις επί της ουσίας, με την οδηγία 2001/23. Ειδικότερα, η έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης» εισήχθη με την οδηγία 98/50 και μνημονεύεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/23. Ως εκ τούτου, η σχετική με την οδηγία 77/187 νομολογία του Δικαστηρίου αποδεικνύεται ιδιαιτέρως χρήσιμη για την ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 2001/23. Στο μέτρο που βασίζεται κυρίως σε κατά περίπτωση εκτίμηση, η νομολογία αυτή είναι επίσης χρήσιμη για την κατανόηση της έννοιας του όρου «μεταβίβαση επιχείρησης», κατά την οδηγία 2001/23, και των συνεπειών, για τον εργαζόμενο, μιας τέτοιας μεταβιβάσεως δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
2. Επί του προδικαστικού ερωτήματος
34. Από το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης προκύπτει ότι η S. Govaerts απασχολείτο στην ISS Facility Services ως υπεύθυνη για τις υπηρεσίες καθαρισμού και συντήρησης που η εν λόγω εταιρία παρείχε στον Δήμο Γάνδης. Η δημόσια αυτή σύμβαση, που αφορούσε δημοτικά κτίρια κατανεμημένα σε τρία τμήματα, αποτέλεσε αντικείμενο νέου διαγωνισμού μετά το πέρας του οποίου τα εν λόγω τμήματα ανατέθηκαν σε δύο νέες επιχειρήσεις καθαρισμού, την εταιρία Atalian, αφενός, στην οποία ανατέθηκαν δύο τμήματα και στην εταιρία Cleaning Masters, αφετέρου, στην οποία ανατέθηκε ένα.
35. Με το προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν το Δικαστήριο της Ένωσης εάν το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση ταυτόχρονης μεταβιβάσεως σε πλείονες διαδόχους περισσότερων τμημάτων επιχείρησης, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την υφιστάμενη κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως σύμβαση εργασίας, για κάθε τμήμα της μεταβιβασθείσας επιχείρησης, μεταβιβάζονται σε κάθε διάδοχο αναλογικώς, βάσει των καθηκόντων που ασκούσε ο εργαζόμενος.
36. Η απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα αυτό προϋποθέτει ότι θα έχει προηγουμένως καθοριστεί εάν η οδηγία 2001/23 τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, η οδηγία 2001/23 μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπόθεση της κύριας δίκης μόνον εφόσον βρισκόμαστε ενώπιον «μεταβίβασης επιχείρησης» υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
37. Καταρχάς υπενθυμίζω ότι, οι εκτιμήσεις περί πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαίες για να θεμελιωθεί η ύπαρξη ή μη μεταβίβασης επιχείρησης εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου, το οποίο λαμβάνει υπόψη τα ερμηνευτικά στοιχεία που εξειδικεύονται στη νομολογία του Δικαστηρίου (13).
38. Διαπιστώνεται ότι, καίτοι στην απόφασή του το αιτούν δικαστήριο δεν εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2001/23 στη διαφορά της κύριας δίκης, οι διάδικοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, αντιθέτως, υποστήριξαν διαφορετική άποψη όσον αφορά το εάν πρόκειται ή όχι περί «μεταβίβασης επιχείρησης» υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
39. Η εταιρία ISS Facility Services και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι έχει μεταβιβαστεί η οικονομική οντότητα υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23. Αντίθετα, η S. Govaerts και η εταιρία Atalian υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως όταν μια οικονομική οντότητα έχει μεταβιβαστεί σε πλείονες διαδόχους.
40. Ως εκ τούτου, στις παρούσες προτάσεις θα εξεταστεί, πρώτον, η δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2001/23, και εν συνεχεία θα διευκρινιστεί, δεύτερον, η έκταση της προστασίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των εργαζομένων που παρέχεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
1. Επί της εφαρμογής της οδηγίας 2001/23
41. Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2001/23, η εν λόγω οδηγία έχει εφαρμογή στις δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις που ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, είτε είναι κερδοσκοπικές είτε όχι. Εξάλλου, η μεταβίβαση μιας οικονομικής δραστηριότητας από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου προς νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (14) ή, το αντίστροφο, από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου προς τον δημόσιο τομέα (15), δεν αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Πράγματι, μόνον η διαρθρωτική αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης ή η μεταβίβαση διοικητικών αρμοδιοτήτων μεταξύ δημοσίων διοικητικών αρχών αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας (16). Επομένως, το γεγονός ότι ένα από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, όπως στη διαφορά της κύριας δίκης, είναι δήμος, ήτοι, εν προκειμένω ο Δήμος Γάνδης, δεν αντίκειται αυτό καθαυτό, στην εφαρμογή της οδηγίας 2001/23 (17).
42. Εν συνεχεία, από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/23 συνάγεται ότι η εφαρμογή αυτής υπόκειται σε τρείς προϋποθέσεις: με τη μεταβίβαση πρέπει να πραγματοποιείται μεταβολή εργοδότη, η μεταβίβαση, πρέπει να αφορά επιχείρηση, εγκατάσταση ή τμήμα εγκατάστασης και πρέπει να προκύπτει από σύμβαση. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει τις τρεις αυτές προϋποθέσεις και υπάρχει πλούσια νομολογία. Ωστόσο, για λόγους σαφήνειας, επιθυμώ να επανέλθω εν συντομία σε κάθε προϋπόθεση, περιοριζόμενος στις πτυχές που αφορούν τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης υποθέσεως.
1) Η μεταβίβαση πρέπει να συνδέεται με τη μεταβολή εργοδότη και να προκύπτει από σύμβαση
43. Όσον αφορά τις δύο προϋποθέσεις σύμφωνα με τις οποίες η μεταβίβαση πρέπει να συνδέεται με μεταβολή του εργοδότη και να προκύπτει από σύμβαση, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, με τη νομολογία του, έκρινε ότι η έννοια της «συμβατικής μεταβιβάσεως» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/23 πρέπει να τυγχάνει «αρκετά ελαστική[ς] ερμηνεία[ς] ώστε να ανταποκρίνεται η ερμηνεία αυτή στον σκοπό της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των μισθωτών σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεώς τους» (18). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23 εκτείνεται «σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως και το οποίο συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών της επιχειρήσεως» (19), χωρίς να έχει σημασία το εάν έχει μεταβιβαστεί η κυριότητα της επιχείρησης ή εάν υφίστανται άμεσες συμβατικές σχέσεις μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του διαδόχου (20). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο, στηριζόμενο πάντα στον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία 2001/23, έκρινε ότι η εν λόγω οδηγία μπορεί να τυγχάνει εφαρμογής ανεξαρτήτως της φύσης της νομικής πράξης δυνάμει της οποίας μια επιχείρηση διαδέχεται κάποια άλλη και ελλείψει άμεσων συμβατικών δεσμών μεταξύ των διαδοχικών εργοδοτών (21). Από τη νομολογία αυτή συνάγεται σαφώς ότι ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ασκεί επιρροή.
44. Επίσης, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε με τη νομολογία του την εφαρμογή της οδηγίας 2001/23 στις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών (22), συμπεριλαμβανομένων και των δημοσίων συμβάσεων (23). Επομένως, όταν δημόσια σύμβαση που αφορά τις υπηρεσίες καθαρισμού των δημοτικών κτιρίων, όπως εν προκειμένω, αποτελεί αντικείμενο νέου διαγωνισμού μετά το πέρας του οποίου ανατίθεται σε έναν ή περισσότερους νέους αναδόχους, δεν αποκλείεται, καταρχήν, η εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας.
45. Υπενθυμίζω επίσης ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το γεγονός ότι οι διατάξεις μιας συλλογικής συμβάσεως εργασίας επιβάλλουν στη νέα επιχείρηση υποκατάσταση στις συμβάσεις εργασίας δεν ασκεί, εν πάση περιπτώσει, επιρροή στο ότι η μεταβίβαση αφορά οικονομική οντότητα (24). Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23 δεν περιορίζεται μόνον στις μεταβιβάσεις επιχείρησης δυνάμει συμβάσεως που συνάπτεται εκουσίως από τους ενδιαφερόμενους αλλά καταλαμβάνει και τις μεταβιβάσεις που στηρίζονται σε υποχρέωση προβλεπόμενη από συλλογική σύμβαση.
46. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η μεταβίβαση του συνόλου του προσωπικού που εκτελεί εργασίες καθαρισμού δεν βασίζεται στην αυτόνομη βούληση των ενδιαφερομένων μερών αλλά σε υποχρέωση προβλεπόμενη από κλαδική συλλογική σύμβαση δεν αποκλείει την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας στην παρούσα υπόθεση (25).
2) Η μεταβίβαση πρέπει να αφορά επιχείρηση, εγκατάσταση ή τμήμα εγκατάστασης
47. Όσον αφορά την προϋπόθεση κατά την οποία η μεταβίβαση πρέπει να αφορά επιχείρηση, εγκατάσταση ή τμήμα εγκαταστάσεως, η S. Govaerts υποστηρίζει, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το αιτούν δικαστήριο, ότι δεν μπορεί να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης υπό την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 2001/23 όταν μια οικονομική οντότητα μεταβιβάζεται σε διάφορους διαδόχους. Η S. Govaerts υποστηρίζει, στηριζόμενη στις σκέψεις 36 και 41 της αποφάσεως CLECE (26) που αφορά μεταβίβαση επιχείρησης στο πλαίσιο ανάθεσης υπηρεσιών καθαρισμού, καθώς και στην απόφαση Botzen κ.λπ. (27), ότι η μεταβίβαση επιχείρησης δεν περιλαμβάνει τους εργαζομένους που, απασχολούμενοι σε διοικητική υπηρεσία της επιχείρησης που δεν έχει μεταβιβαστεί, εκτελούσαν ορισμένα καθήκοντα προς όφελος του μεταβιβασθέντος τμήματος της επιχείρησης. Από τα ανωτέρω η S. Govaerts συνάγει (28) ότι, δεδομένου ότι δεν είχε τοποθετηθεί ειδικά και για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μία ή περισσότερες από τις μεταβιβασθείσες υπηρεσίες, δεν υπαγόταν στην οικονομική οντότητα που αποτέλεσε το αντικείμενο της μεταβιβάσεως. Διευκρινίζει ότι «ελάχιστα» εργάστηκε στα επίμαχα εργοτάξια, λόγω της ημερομηνίας που αυτά της ανατέθηκαν και λόγω της ανικανότητάς της προς εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 23 Απριλίου έως 26 Ιουλίου 2013.
48. Δεν έχω πειστεί από την επιχειρηματολογία αυτή, η οποία, κατ’ εμέ, βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των εν λόγω αποφάσεων.
49. Πρώτον, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο όρος «εργαζόμενος» υπό την έννοια της οδηγίας 2001/23 ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, αυτής ως το «πρόσωπο το οποίο, στο οικείο κράτος μέλος, προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας» (29). Ένα τέτοιο πρόσωπο, εφόσον προστατεύεται από την εθνική νομοθεσία ως μισθωτός εργαζόμενος και εφόσον έχει συνάψει σύμβαση εργασίας ισχύουσα κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «εργαζόμενος» και να απολαύει έτσι της προστασίας της οδηγίας 2001/23 (30). Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η εφαρμοστέα στην υπό κρίση υπόθεση συλλογική σύμβαση αφορά το σύνολο των εργαζομένων που εκτελούν εργασίες καθαρισμού σε εργοτάξια που περιλαμβάνονται σε μία κάποιο από τα τρία τμήματα του Δήμου Γάνδης (31). Αντίθετα, ούτε από την απόφαση περί παραπομπής ούτε από τη δικογραφία που έχει διαβιβασθεί στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η S. Govaerts δεν προστατεύεται ως «εργαζόμενος» από το εθνικό δίκαιο και, συνεπώς, χαρακτηρίζεται ως «εργαζόμενος».
50. Δεύτερον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να καθοριστεί εάν υπάρχει «μεταβίβαση» επιχείρησης, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, το καθοριστικής σημασίας κριτήριο είναι το αν η εν λόγω οντότητα διατηρεί την ταυτότητά της, στοιχείο που προκύπτει ιδίως από την πραγματική συνέχιση της εκμεταλλεύσεως ή την ανάληψή της (32). Η εν λόγω διατύπωση εισήχθη στο κείμενο της οδηγίας 77/187 με την οδηγία 98/50 και περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2001/23.
51. Συνεπώς, προκειμένου να καθοριστεί αν μία τέτοια οντότητα διατηρεί την ταυτότητά της, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζουν την επίμαχη πράξη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ιδίως το είδος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως περί της οποίας πρόκειται, η μεταβίβαση ή όχι ενσωμάτων στοιχείων, όπως κτιρίων και κινητών, η αξία των άυλων στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, η επαναπρόσληψη ή όχι του μεγαλύτερου μέρους του προσωπικού από τον νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή όχι της πελατείας, καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των ασκουμένων δραστηριοτήτων πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της τυχόν αναστολής των δραστηριοτήτων αυτών. Κατά το Δικαστήριο, τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν παρά επί μέρους πτυχές της συνολικής αξιολογήσεως που επιβάλλεται και, επομένως, δεν μπορούν να αξιολογούνται μεμονωμένα (33).
52. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι μια οικονομική οντότητα μπορεί, σε ορισμένους τομείς, να λειτουργεί χωρίς σημαντικά ενσώματα ή άυλα περιουσιακά στοιχεία, οπότε η διατήρηση της ταυτότητας μιας τέτοιας οντότητας πέρα από τα όρια των εργασιών που αποτελούν το αντικείμενο των δραστηριοτήτων της να μην μπορεί, εξ ορισμού, να εξαρτάται από τη μεταβίβαση τέτοιων στοιχείων (34). Από της εκδόσεως της αποφάσεως Süzen (35), το Δικαστήριο κρίνει ότι, καθόσον, σε ορισμένους τομείς στους οποίους η δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, όπως είναι ιδίως οι υπηρεσίες καθαρισμού, ένα σύνολο εργαζομένων τους οποίους ενώνει σταθερά μια κοινή δραστηριότητα μπορεί να αντιστοιχεί σε οικονομική οντότητα, «μια τέτοια μονάδα μπορεί να διατηρεί την ταυτότητά της και πέρα της μεταβιβάσεώς της, όταν ο νέος επικεφαλής της επιχειρήσεως δεν αρκείται στη συνέχιση της εν λόγω δραστηριότητας, αλλά επαναπροσλαμβάνει επίσης σημαντικό τμήμα, από άποψη αριθμού και ικανοτήτων, του προσωπικού στο οποίο ο προκάτοχός του ανέθετε ειδικά το έργο αυτό». Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο νέος επικεφαλής της επιχειρήσεως [εργοδότης] αποκτά το οργανωμένο σύνολο στοιχείων το οποίο θα του παράσχει τη δυνατότητα να συνεχίσει κατά τρόπο σταθερό τις δραστηριότητες ή ορισμένες δραστηριότητες της [μεταβιβάζουσας] επιχειρήσεως» (36).
53. Τρίτον, αρμόζει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «αποτελεί [οικονομική οντότητα] κάθε οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων, που καθιστά δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας με την οποία επιδιώκεται η επίτευξη ιδίου σκοπού και που είναι επαρκώς οργανωμένο και αυτόνομο» (37). Επομένως, για την εφαρμογή της οδηγίας 2001/23, η οικεία οικονομική οντότητα πρέπει, πριν τη μεταβίβαση, να χαίρει, μεταξύ άλλων, επαρκούς λειτουργικής αυτονομίας, ενώ η έννοια της «αυτονομίας» υποδηλώνει την εξουσία που έχει ανατεθεί στους υπεύθυνους της συγκεκριμένης ομάδας εργαζομένων να οργανώνουν κατά τρόπο σχετικώς ελεύθερο και ανεξάρτητο την εργασία εντός της εν λόγω ομάδας και, ειδικότερα, την εξουσία να δίδουν εντολές και να αναθέτουν καθήκοντα στους υφισταμένους τους εργαζομένους οι οποίοι ανήκουν στην ομάδα αυτή, χωρίς την άμεση παρέμβαση άλλων οργανωτικών δομών του εργοδότη (38).
54. Συνεπώς, φρονώ ότι, στο μέτρο που, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η S. Govaerts, υπεύθυνη δικτύου, αποτελούσε μέρος της αυτόνομης ομάδας των εργαζομένων τους οποίους αφορά η μεταβίβαση και υποχρεούνταν στην ειδική πλαισίωση της εν λόγω ομάδας, τόσο στο εργοτάξιο όσο και στην έδρα της επιχείρησης, είναι προφανές, όπως ορθώς επεσήμανε η Επιτροπή, ότι ήταν τοποθετημένη στην μεταβιβασθείσα οικονομική οντότητα. Η κατάσταση θα ήταν διαφορετική αν η S. Govaerts δεν πραγματοποιούσε το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων της στο πλαίσιο της οικείας οικονομικής οντότητας, αλλά αν «απασχολούμεν[η] σε διοικητική υπηρεσία της επιχείρησης που [δεν είχε] μεταβιβαστεί, εκτελούσ[ε] ορισμένα καθήκοντα προς όφελος του μεταβιβασθέντος τμήματος» (39). Ωστόσο, τούτο δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον η S. Govaerts ήταν επιφορτισμένη, στο πλαίσιο της μεταβιβασθείσας οικονομικής οντότητας, με τον σχεδιασμό και την οργάνωση των εργασιών που έπρεπε να εκτελούνται στα εργοτάξια που περιλαμβάνονταν στα τρία τμήματα του Δήμου Γάνδης και, συνεπώς, αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος των εργαζομένων τους οποίους αφορά η μεταβίβαση της επιχείρησης. Το καθοριστικό στοιχείο προκειμένου να θεμελιωθεί η ένταξη της S. Govaerts σε μια οικονομική οντότητα δεν είναι επομένως η διάρκεια του χρονικού διαστήματος που αυτή συνδεόταν με την εν λόγω οικονομική οντότητα πριν τη μεταβίβαση, αλλά το ότι ήταν υπεύθυνη δικτύου για τα τρία μεταβιβασθέντα τμήματα του έργου και ότι, κατά συνέπεια, ήταν επιφορτισμένη με τον συντονισμό και την διεύθυνση του προσωπικού του καθαρισμού στο πλαίσιο της εν λόγω οικονομικής οντότητας, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο.
55. Τέλος, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η λύση μιας οικονομικής οντότητας και η μεταβίβαση των δραστηριοτήτων της σε δύο άλλες οντότητες δεν συνιστούν, αφεαυτών, εμπόδιο στη δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας 2001/23 (40). Επιπλέον, στην αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσε ευχερώς να καταστρατηγηθεί η εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας.
56. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι μεταβίβαση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23. Στην περίπτωση αυτή, απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διακριβώσει, με γνώμονα το σύνολο των ανωτέρω ερμηνευτικών στοιχείων, αν διατηρήθηκε η ταυτότητα της μεταβιβασθείσας οντότητας.
2. Επί των συνεπειών της μεταβιβάσεως μιας οικονομικής οντότητας σε δύο διαδόχους ως προς την προβλεπόμενη από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 διατήρηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των εργαζομένων
57. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το γεγονός ότι οι δραστηριότητες της οικονομικής οντότητας στην οποία ανήκε η S. Govaerts μεταβιβάστηκαν σε δύο άλλες οντότητες, ήτοι στην εταιρία Atalian και στην εταιρία Cleaning Masters, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να γίνει δεκτό ότι υπήρξε μεταβίβαση υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/23.
58. Εντούτοις, πρέπει επίσης να εξεταστεί το ουσιώδες ζήτημα του ποιες είναι οι συνέπειες της ταυτόχρονης μεταβιβάσεως σε δύο διαδόχους ως προς τη διατήρηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των εργαζομένων που διασφαλίζει το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2001/23. Ειδικότερα, πρέπει να καθοριστεί εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν για την ISS Facility Services από την υφιστάμενη κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως σύμβαση εργασίας της S. Govaerts μεταβιβάσθηκαν στην Atalian ή στην Cleaning Masters ή και στις δύο.
59. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, 2001/23 προβλέπει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφιστάμενη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον διάδοχο. Ωστόσο, η εν λόγω διάταξη δεν διευκρινίζει πώς πρέπει να κατανέμεται στις νέες οικονομικές οντότητες το προσωπικό που μεταφέρεται σε αυτές.
60. Στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει τέσσερις περιπτώσεις ερμηνείας του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2001/23. Όσον αφορά δε τους παρεμβαίνοντες στην ένδικη διαφορά, οι απόψεις τους διαφέρουν όσον αφορά την ερμηνεία της διατάξεως αυτής.
61. Η εταιρία ISS Facility Services υποστηρίζει ότι τα απορρέοντα εκ της επίμαχης συμβάσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταβιβάστηκαν στο σύνολό τους στον διάδοχο που απέκτησε το τμήμα της επιχείρησης στο οποίο ο οικείος εργαζόμενος παρείχε κυρίως την εργασία του και στο οποίο πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτός τοποθετήθηκε. Μόνον επικουρικώς η ISS Facility Services μνημονεύει την δυνατότητα επιμερισμού των υπηρεσιών που παρείχε η S. Govaerts για καθένα από τα οικεία τμήματα ούτως ώστε να θεωρηθεί ότι συνδέεται με σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης με καθέναν από τους διαδόχους (41). Η προτεινόμενη ως κύρια λύση από την ISS Facility Services συμπίπτει με τη δεύτερη πρόταση που διατυπώνει το αιτούν δικαστήριο στο προδικαστικό ερώτημά του, ενώ η λύση που αυτή προτείνει επικουρικώς αντιστοιχεί στην πρώτη περίπτωση που μνημονεύεται στο προδικαστικό ερώτημα (42).
62. Η S. Govaerts θεωρεί ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπήρξε πράγματι μεταβίβαση επιχείρησης (43), τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μεταβιβάστηκαν στο σύνολό τους στον διάδοχο που απέκτησε το τμήμα της επιχείρησης στο οποίο αυτή παρείχε τις υπηρεσίες της για σημαντικό χρονικό διάστημα. Στην περίπτωση περισσότερων ταυτόχρονων μεταβιβάσεων επιχείρησης, η δυνατότητα μεταφοράς ενός εργαζομένου απασχολούμενου υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης σε περισσότερες επιχειρήσεις όχι μόνον θα ήταν ασύμβατο με την έννοια «μεταβίβαση οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της», αλλά επιπλέον θίγει τον σκοπό της οδηγίας 2001/23 ο οποίος συνίσταται στην προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής επιχείρησης.
63. Η Atalian συντάσσεται, κατ’ ουσίαν, με την S. Govaerts ως προς το τελευταίο αυτό σημείο και προσθέτει ότι, κατά τη βελγική νομοθεσία, η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης δεν μπορεί να είναι κατώτερη του ενός τρίτου της εβδομαδιαίας διάρκειας της εργασίας πλήρους απασχόλησης. Συνεπώς, ένας κατ’ αναλογία επιμερισμός των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση εργασίας μεταξύ περισσότερων διαδόχων οντοτήτων θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια παράβαση του εθνικού δικαίου.
64. Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί, όπως προκύπτει από τις γραπτές της παρατηρήσεις, ότι η απάντηση στο ζήτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο, βρίσκεται στην απόφαση Botzen κ.λπ. (44). Συνεπώς, θεωρεί ότι αρκεί να διαιρεθεί η σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης της κύριας δίκης σε δύο συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης κατ’ αναλογία προς τη δραστηριότητα που θα ασκείται σε καθέναν από τους διαδόχους.
65. Φρονώ ότι, μολονότι η προτεινόμενη από την Επιτροπή απάντηση στο ερώτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο χρήζει βεβαίως διασαφηνίσεων, εν τούτοις η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου αποτελεί την αφετηρία για την εξέταση του ζητήματος αυτού.
1) Η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν για τον μεταβιβάζοντα από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση εξαιτίας μεταβίβασης επιχείρησης: τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου στην απόφαση Botzen κ.λπ.
66. Προκειμένου να καταστεί προσηκόντως αντιληπτό το περιεχόμενο της αποφάσεως Botzen κ.λπ. (45), θα υπενθυμίσω εν συντομία τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε τη μεταβίβαση πρώην εργαζομένων εταιρίας που κηρύχθηκε σε πτώχευση προς μια νέα εταιρία. Η τελευταία ιδρύθηκε, ιδίως, προκειμένου να διασωθεί ένα μέρος των θέσεων εργασίας. Μεταξύ των δύο αυτών εταιριών συνήφθη συμφωνία που προέβλεπε, ιδίως, την επαναπρόσληψη του προσωπικού ορισμένων τμημάτων της εταιρίας που κηρύχθηκε σε πτώχευση. Ωστόσο αποκλείστηκαν οι γενικές και διοικητικές υπηρεσίες. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο εξέτασε εάν η οδηγία 77/187 περιελάμβανε επίσης τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν για τον μεταβιβάζοντα από σύμβαση εργασίας που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως και έχει συναφθεί με εργαζομένους οι οποίοι, καίτοι δεν ανήκαν στο μεταβιβαζόμενο τμήμα της επιχείρησης, ασκούσαν ορισμένες δραστηριότητες που συνεπάγονταν τη χρησιμοποίηση μέσων εκμετάλλευσης που διετίθεντο στο εν λόγω τμήμα ή οι οποίοι, απασχολούμενοι σε διοικητική υπηρεσία της επιχείρησης η οποία δεν είχε όμως αυτή καθεαυτή μεταβιβαστεί, εκτελούσαν ορισμένα καθήκοντα προς όφελος του μεταβιβασθέντος τμήματος. Στηριζόμενο στο κριτήριο σύμφωνα με το οποίο «η εργασιακή σχέση χαρακτηρίζεται ουσιαστικά από το σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ του εργαζομένου και του τμήματος της επιχείρησης ή της εγκατάστασης στην οποία τοποθετήθηκε για να ασκεί τα καθήκοντά του», το Δικαστήριο έκρινε ότι, για να εκτιμηθεί αν τα εν λόγω δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μεταβιβάζονται δυνάμει της οδηγίας 77/187, «αρκεί […] να εξακριβωθεί σε ποιο τμήμα της επιχείρησης ή της εγκατάστασης ήταν τοποθετημένος ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος» (46). Στην απόφασή του το Δικαστήριο, έκρινε ότι στο πλαίσιο της εν λόγω μεταβιβάσεως, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προέκυπταν για τον μεταβιβάζοντα δεν μεταβιβάστηκαν στον διάδοχο.
67. Βεβαίως, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Botzen κ.λπ. (47) αφορούσε μεταβίβαση επιχείρησης προς έναν και μοναδικό διάδοχο και θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν προσφέρεται για ένα κατ’ αναλογία σκεπτικό. Εντούτοις θεωρώ ότι η απόφαση αυτή είναι κατάλληλη προκειμένου να εκτιμηθεί εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν για τον μεταβιβάζοντα από την εν λόγω εργασιακή σχέση μεταφέρθηκαν (ή όχι) στον διάδοχο εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής. Επομένως, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε σε ποιο τμήμα της επιχείρησης, ασκούσε ο εργαζόμενος τα καθήκοντά του, σε αυτό που αποτελεί αντικείμενο της μεταβιβάσεως ή όχι: αν ο εργαζόμενος ασκούσε τα καθήκοντά του στο τμήμα της επιχείρησης ή την οικονομική οντότητα που μεταβιβάστηκε, τότε έχουν επίσης μεταφερθεί και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν για τον μεταβιβάζοντα από τη σύμβαση εργασίας.
68. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η S. Govaerts ήταν τοποθετημένη στην οικονομική οντότητα που μεταβιβάστηκε και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 της συλλογικής συμβάσεως 32bis, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν για την εταιρία ISS Facility Services από υφιστάμενες, κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως, εξαιτίας της μεταβιβάσεως, στην Atalian και στην Cleaning Masters.
69. Τίθεται επομένως το ζήτημα αν το γεγονός ότι, στην διαφορά της κύριας δίκης, η οικονομική οντότητα μεταβιβάστηκε, όχι σε έναν, αλλά σε δύο διαδόχους αποκλείει την εφαρμογή του κριτηρίου του δεσμού που υπάρχει μεταξύ του εργαζομένου και του μεταβιβαζόμενου τμήματος της επιχείρησης προκειμένου να εκτιμηθεί αν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν για τον μεταβιβάζοντα από σύμβαση εργασίας μεταβιβάζονται στους εν λόγω διαδόχους.
70. Φρονώ πως όχι. Συγκεκριμένα, δεδομένου μεταβιβάστηκε η οικονομική οντότητα στην οποία ήταν τοποθετημένος ο εργαζόμενος, τα απορρέοντα για τον μεταβιβάζοντα από τη σύμβαση εργασίας δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Το ότι υπήρξε μεταβίβαση σε έναν ή περισσότερους διαδόχους ταυτόχρονα, δεν ασκεί, κατ’ εμέ, καμία επιρροή στη μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, εάν τα τρία τμήματα του Δήμου Γάνδης είχαν ανατεθεί αποκλειστικά στην Atalian, είναι προφανές ότι τα απορρέοντα για την ISS Facility Services από τη σύμβαση εργασίας της S. Govaerts δικαιώματα και υποχρεώσεις θα είχαν μεταβιβαστεί στην Atalian.
71. Εντούτοις, φρονώ ότι η Επιτροπή προχωρεί ακόμη περισσότερο θεωρώντας ότι το κριτήριο του δεσμού που υπάρχει μεταξύ του εργαζομένου και του μεταβιβαζόμενου τμήματος της επιχείρησης μπορεί επίσης να εφαρμοστεί και στην περίπτωση ενδεχόμενης κατατμήσεως της συμβάσεως εργασίας εργαζομένου που έχει τοποθετηθεί σε διαφορετικά τμήματα της επιχείρησης και τα οποία μεταβιβάσθηκαν ταυτόχρονα σε δύο διαδόχους. Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει, ότι αρκεί η σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης να διασπαστεί σε δύο συμβάσεις μερικής απασχόλησης κατ’ αναλογία της δραστηριότητας που θα ασκείται σε κάθε διάδοχο.
2) Η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν για τον μεταβιβάζοντα από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση εξαιτίας μεταβίβασης επιχείρησης: εφαρμογή του κριτηρίου του «κύριου διαδόχου» ή του κριτηρίου της μεταβιβάσεως σε δύο διαδόχους κατ’ αναλογία των ασκούμενων από τον εργαζόμενο καθηκόντων
72. Υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τη μνημονευόμενη στο σημείο 32 των παρουσών προτάσεων νομολογία, σκοπός τη οδηγίας 2001/23 είναι να διασφαλιστεί ότι οι εργασιακές σχέσεις των εργαζόμενων τους οποίους αφορά η μεταβίβαση επιχείρησης με τον διάδοχο θα τυγχάνουν της ίδιας προστασίας με αυτής που είχαν οι εργασιακές τους σχέσεις με τον μεταβιβάζοντα, χωρίς όμως να παραβλέπονται τα συμφέροντα του διαδόχου (48). Πράγματι, η εν λόγω οδηγία δεν αποβλέπει μόνον στη διαφύλαξη ή διατήρηση, κατά τη μεταβίβαση επιχείρησης, των συμφερόντων των εργαζομένων, αλλά επιδιώκει τη διασφάλιση δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων τους, αφενός, και των συμφερόντων του διάδοχου, αφετέρου (49). Αντιθέτως, είναι αλυσιτελής η επίκληση της εν λόγω οδηγίας προς βελτίωση των όρων αμοιβής ή άλλων όρων εργασίας σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης (50).
73. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, βάσει των επιδιωκόμενων από την οδηγία 2001/23 σκοπών, ο ισχυρισμός της ISS Facility Services ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την επίμαχη σύμβαση εργασίας μεταβιβάστηκαν στο σύνολό τους στον διάδοχο που απέκτησε το τμήμα της επιχείρησης στο οποίο απασχολείτο κυρίως ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος πρέπει να απορριφθεί, στο μέτρο που συνεπάγεται βελτίωση των όρων εργασίας του εργαζομένου τον οποίο αφορά η μεταβίβαση (51).
74. Στην υπό κρίση υπόθεση, η S. Govaerts ήταν υπεύθυνη δικτύου για τα τρία εργοτάξια που αντιστοιχούσαν στα τρία τμήματα που ανατέθηκαν σε αναδόχους, εκ των οποίων δύο στην Atalian και μία Cleaning Masters. Ως εκ τούτου, με την εφαρμογή του κριτηρίου της «επιχείρησης ή του τμήματος της επιχείρησης όπου ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος απασχολείτο κυρίως» ή του «κύριου διαδόχου», που υποστηρίζει η ISS Facility Services, θα είχε ως αποτέλεσμα κατάσταση στην οποία η S. Govaerts θα απήλαυε μιας συμβάσεως εργασίας πλήρους απασχόλησης με την εταιρία Atalian ενώ, πριν από τη μεταβίβαση, εργαζόταν κατά 66 % στα εργοτάξια που αντιστοιχούσαν στα δύο τμήματα που ανατέθηκαν στην εταιρία αυτή. Έτσι, ο εν λόγω διάδοχος, θα ήταν υποχρεωμένος να επαναπροσλάβει κατά 100 % έναν εργαζόμενο που εργαζόταν μόνον κατά 66 % για τον μεταβιβάζοντα βάσει των δύο αυτών τμημάτων. Επιπλέον, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, η εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου θα ήταν ακόμη πιο δυσχερής σε περίπτωση, ιδίως, μεταβιβάσεως επιχείρησης σε τρεις ή τέσσερις διαδόχους.
75. Αντιθέτως, η κατάτμηση, μετά από μεταβίβαση επιχείρησης, μιας συμβάσεως εργασίας πλήρους απασχόλησης, σε περισσότερες συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης και ο συνακόλουθος επιμερισμός των απορρεόντων εκ της συμβάσεως με τον μεταβιβάζοντα δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των οικείων εργαζομένων κατ’ αναλογία προς τα ασκούμενα από τον εργαζόμενο καθήκοντα φρονώ ότι είναι σύμφωνος προς τον σκοπό της οδηγίας 2001/23.
76. Μία τέτοια λύση ενισχύεται από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/23 που ορίζει ότι «τα κράτη μέλη δεν αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας συμβάσεις εργασίας ή εργασιακές σχέσεις με μοναδική αιτία «τον αριθμό των ωρών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν ή που πρέπει να πραγματοποιηθούν». Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι εργασιακές σχέσεις μερικής απασχόλησης εμπίπτουν στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
77. Εντούτοις, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες μιας τέτοιας λύσης σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από την οδηγία 2001/23 σκοπό της προστασίας των εργαζομένων. Επομένως, υπενθυμίζεται ότι, όπως δεν χωρεί επίκληση της εν λόγω οδηγίας προς βελτίωση των όρων εργασίας του εργαζομένου τον οποίο αφορά η μεταβίβαση της επιχείρησης, ομοίως δεν χωρεί επίκληση αυτής προς επιδείνωση αυτών.
78. Υπενθυμίζεται ότι από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 προκύπτει ότι, «[α]ν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας εις βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσεως θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη» (52).
79. Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία η κατάτμηση της επίμαχης συμβάσεως εργασίας μεταξύ των δύο διαδόχων αποδεικνύεται αδύνατη ή θίγει τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που εγγυάται η εν λόγω οδηγία, ή εάν ο εργαζόμενος αρνείται, μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης, την κατάτμηση της σύμβασής του, χωρεί καταγγελία της οικείας συμβάσεως εργασίας ή εργασιακής σχέσεως, η δε καταγγελία αυτή θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του διαδόχου ή των διαδόχων εργοδοτών, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23 (53). Συγκεκριμένα, φρονώ ότι η δυνατότητα που έχει ο εργαζόμενος να αρνηθεί μια τέτοια κατάτμηση της συμβάσεως εργασίας του και να επικαλεστεί το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας δικαιολογείται λόγω του ότι, από τη φύση της, η εν λόγω κατάτμηση μπορεί να συνεπάγεται σημαντικές δυσκολίες για τον εργαζόμενο, ιδίως όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων του (54).
V. Πρόταση
80. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το arbeidshof te Gent (δευτεροβάθμιο δικαστήριο εργατικών διαφορών Γάνδης, Βέλγιο) ως εξής:
1) Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση ταυτόχρονης μεταβιβάσεως διαφόρων τμημάτων επιχείρησης υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας σε διάφορους διαδόχους, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την υφιστάμενη κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως σύμβαση εργασίας, για καθένα από τα μεταβιβασθέντα τμήματα της επιχείρησης, μεταβιβάζονται σε καθέναν από τους διαδόχους αναλογικώς προς την έκταση των ασκούμενων από τον εργαζόμενο καθηκόντων
2) Εντούτοις, στην περίπτωση κατά την οποία η κατάτμηση της επίμαχης συμβάσεως εργασίας μεταξύ των δύο διαδόχων αποδεικνύεται αδύνατη ή θίγει τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που διασφαλίζει η οδηγία 2001/23, στοιχείο του οποίου η διακρίβωση απόκειται στο αιτούν δικαστήριο, ή εφόσον ο εργαζόμενος αρνείται, μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης, την κατάτμηση της συμβάσεώς του εργασίας, χωρεί καταγγελία της οικείας συμβάσεως εργασίας ή εργασιακής σχέσεως, η δε καταγγελία αυτή θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του διαδόχου ή των διαδόχων εργοδοτών, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Οδηγία του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ 2001, L 82, σ. 16).
3 Moniteur belge της 9ης Αυγούστου 1985, σ. 11527.
4 Moniteur belge της 29ης Μαρτίου 2002, σ. 13328.
5 Οδηγία του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 122).
6 Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 2 και 3 της οδηγίας 2001/23.
7 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, 105/84, Foreningen af Arbejdsledere i Danmark (105/84, EU:C:1985:331, σκέψη 26). Όσον αφορά την οδηγία 2001/23, βλ. απόφαση της 6ης Μαρτίου 2014, Amatori κ.λπ. (C‑458/12, EU:C:2014:124, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.). Ο νομοθέτης της Ένωσης θεώρησε ότι οι διαφορές επιπέδου που υπήρχαν στα κράτη μέλη όσον αφορά την έκταση της προστασίας των εργαζομένων σε περιπτώσεις αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων μπορούσαν να έχουν άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ότι ήταν σκόπιμο να αμβλυνθούν οι διαφορές αυτές. Βλ. δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 77/187. Πρβλ. αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2001/23.
8 Απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Colino Sigüenza (C‑472/16, EU:C:2018:646, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
9 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, Foreningen af Arbejdsledere i Danmark (105/84, EU:C:1985:331, σκέψη 26), της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers (24/85, EU:C:1986:127, σκέψη 11), της 12ης Νοεμβρίου 1998, Europièces (C‑399/96, EU:C:1998:532, σκέψη 37), της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Güney-Görres και Demir (C‑232/04 και C‑233/04, EU:C:2005:778, σκέψη 31), της 29ης Ιουλίου 2010, UGT-FSP (C‑151/09, EU:C:2010:452, σκέψη 40), καθώς και της 16ης Μαΐου 2019, Plessers (C‑509/17, EU:C:2019:424, σκέψη 52).
10 Βλ. απόφαση της 9ης Μαρτίου 2006, Werhof (C‑499/04, EU:C:2006:168, σκέψη 31).
11 Βλ. απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Alemo-Herron κ.λπ. (C‑426/11, EU:C:2013:521, σκέψη 25).
12 Οδηγία του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/187 (ΕΕ 1998, L 201, σ. 88). Ως προς την τροποποίηση αυτή, η αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 98/50, το περιεχόμενο της οποίας επαναλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2001/23, ανέφερε ότι για λόγους διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου ήταν ανάγκη «να διευκρινιστεί η νομική έννοια των μεταβιβάσεων με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου» και ότι μια τέτοια διευκρίνιση δεν συνιστούσε τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 77/187, σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου.
13 Πρβλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers (24/85, EU:C:1986:127, σκέψη 14).
14 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Alemo-Herron κ.λπ. (C‑426/11, EU:C:2013:521, σκέψεις 9 και 26).
15 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE (C‑463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 26).
16 Βλ. αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1996, Henke (C‑298/94, EU:C:1996:382, σκέψη 14), της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, Mayeur (C‑175/99, EU:C:2000:505, σκέψη 33), και της 11ης Νοεμβρίου 2004, Delahaye (C‑425/02, EU:C:2004:706, σκέψη 30).
17 Πρβλ. απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE (C‑463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 27).
18 Βλ. αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting (C‑29/91, EU:C:1992:220, σκέψη 11), της 7ης Μαρτίου 1996, Merckx και Neuhuys (C‑171/94 και C‑172/94, EU:C:1996:87, σκέψη 28), της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, Jouini κ.λπ. (C‑458/05, EU:C:2007:512, σκέψη 24), καθώς και της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE (C‑463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 29).
19 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1987, Ny Mølle Kro (287/86, EU:C:1987:573, σκέψη 12), της 15ης Ιουνίου 1988, Bork International κ.λπ. (101/87, EU:C:1988:308, σκέψη 13), της 19ης Μαΐου 1992, Redmond Stichting (C‑29/91, EU:C:1992:220, σκέψη 11), της 20ής Νοεμβρίου 2003, Abler κ.λπ. (C‑340/01, EU:C:2003:629, σκέψη 41), της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Güney-Görres και Demir (C‑232/04 και C‑233/04, EU:C:2005:778, σκέψη 37), της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE (C‑463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 30), και της 7ης Αυγούστου 2018, Colino Sigüenza (C‑472/16, EU:C:2018:646, σκέψη 28).
20 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996, Merckx και Neuhuys (C‑171/94 και C‑172/94, EU:C:1996:87, σκέψεις 28 και 30).
21 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1988, Foreningen af Arbejdsledere i Danmark (324/86, EU:C:1988:72, σκέψη 11), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται και στην περίπτωση που δεν υπάρχει σύμβαση μεταξύ των δύο εργοδοτών που διαδέχεται ο ένας τον άλλον ως επικεφαλής της επιχειρήσεως: «η οδηγία εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία, βάσει μη μεταβιβάσιμης παραχωρήσεως εκμεταλλεύσεως, ο κύριος της επιχειρήσεως την [μεταβιβάζει] σε ένα νέο πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται η εκμετάλλευση και το οποίο συνεχίζει χωρίς διακοπή την εκμετάλλευση με το ίδιο προσωπικό που είχε προηγουμένως απολυθεί με τη λήξη της πρώτης παραχωρήσεως εκμεταλλεύσεως».
22 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1992, Watson Rask και Christensen (C‑209/91, EU:C:1992:436, σκέψη 17), της 14ης Απριλίου 1994, Schmidt (C‑392/92, EU:C:1994:134, σκέψεις 12 έως 14), και της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen (C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 11). Στις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι δυνατόν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187 περιπτώσεις στις οποίες επιχειρηματίας αναθέτει, μέσω της συμβατικής οδού, σε άλλον επιχειρηματία την ευθύνη εκμετάλλευσης υπηρεσίας εστιατορίου προοριζόμενης για τους εργαζόμενους, η διαχείριση της οποίας εξασφαλιζόταν προηγουμένως από την πρώτη επιχείρηση, έναντι αμοιβής και διαφόρων πλεονεκτημάτων οι λεπτομέρειες των οποίων καθορίστηκαν στη μεταξύ τους σύμβαση και την ευθύνη εκτέλεσης εργασιών καθαριότητας τις οποίες προηγουμένως εκτελούσε η ίδια, καθώς και η περίπτωση στην οποία εργοδότης, που είχε αναθέσει τον καθαρισμό των χώρων του σε έναν επιχειρηματία, καταγγέλλει τη σύμβαση που τον συνέδεε με αυτόν και συνάπτει, για την εκτέλεση παρόμοιων εργασιών, νέα σύμβαση με δεύτερο επιχειρηματία. Όσον αφορά τη διαδοχή συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, βλ., επίσης, αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1998, Hernández Vidal κ.λπ. (C‑127/96, C‑229/96 και C‑74/97, EU:C:1998:594, σκέψη 35), καθώς και της 20ής Νοεμβρίου 2003, Abler κ.λπ. (C‑340/01, EU:C:2003:629, σκέψη 43).
23 Όσον αφορά, ιδίως, τη δημόσια υπηρεσία της κατ’ οίκον αρωγής προς πρόσωπα τελούντα σε κατάσταση ανάγκης ενός δήμου, βλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1998, Hidalgo κ.λπ. (C‑173/96 και C‑247/96, EU:C:1998:595, σκέψη 34). Όσον αφορά σύμβαση παροχής υπηρεσιών τακτικής δημόσιας συγκοινωνίας με λεωφορεία, βλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, Liikenne (C‑172/99, EU:C:2001:59, σκέψη 44). Όσον αφορά τη διαδοχή ενός παρόχου από έναν άλλον σε δημόσια σύμβαση παροχής υπηρεσιών σχετικά με τον έλεγχο των επιβατών και των αποσκευών τους σε ένα αεροδρόμιο, βλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Güney‑Görres και Demir (C‑232/04 και C‑233/04, EU:C:2005:778, σκέψη 37). Όσον αφορά, τέλος, την παύση της δραστηριότητα του πρώτου αναδόχου πριν από τη λήξη του εν εξελίξει σχολικού έτους και τον ορισμό νέου αναδόχου κατά την έναρξη του επόμενου σχολικού έτους για σύμβαση παροχής υπηρεσιών σχετικά με τη διαχείριση δημοτικού ωδείου, βλ. απόφαση της 7ης Αυγούστου 2018, Colino Sigüenza (C‑472/16, EU:C:2018:646, σκέψη 46).
24 Όσον αφορά την επιβαλλόμενη από συλλογική σύμβαση επαναπρόσληψη του προσωπικού επιχείρησης υπηρεσιών επιτήρησης, βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2018, Somoza Hermo και Ilunión Seguridad (C‑60/17, EU:C:2018:559, σκέψη 38). Όσον αφορά την επιβαλλόμενη από συλλογική σύμβαση επαναπρόσληψη μέρους του προσωπικού επιχείρησης υπεργολάβου υπηρεσιών καθαρισμού, βλ. απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, Temco (C‑51/00, EU:C:2002:48, σκέψη 27).
25 Κατά το αιτούν δικαστήριο, η μεταβίβαση επιχείρησης κατ’ εφαρμογήν συλλογικής συμβάσεως είχε ως συνέπεια, εν προκειμένω, την αυτοδίκαιη μεταβολή του προσώπου που ασκούσε τις εξουσίες του εργοδότη επί των εργαζομένων σε υπηρεσία. Το εν λόγω δικαστήριο αναφέρει ότι όλοι οι εργαζόμενοι που εκτελούσαν εργασίες καθαρισμού στα εργοτάξια που αντιστοιχούσαν στα τρία τμήματα του Δήμου Γάνδης εισήλθαν αυτοδικαίως στην υπηρεσία των δύο αναδόχων βάσει του άρθρου 3 της συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που έχει συναφθεί στο πλαίσιο της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις επιχειρήσεις καθαρισμού και απολυμάνσεως σχετικά με την επαναπρόσληψη προσωπικού κατόπιν εκχωρήσεως συμβάσεως συντηρήσεως, η οποία κατέστη δεσμευτική με το βασιλικό διάταγμα της 19ης Ιουλίου 2006. Επίσης, αναφέρει ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 της συλλογικής συμβάσεως 32bis, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απέρρεαν για την ISS Facility Services από τις υφιστάμενες κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, ήτοι την 1η Σεπτεμβρίου 2013, συμβάσεις εργασίας, μεταβιβάσθηκαν, εξαιτίας της μεταβιβάσεως στην Atalian και την Cleaning Masters.
26 Απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2011 (C‑463/09, EU:C:2011:24).
27 Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985 (186/83, EU:C:1985:58).
28 Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1998 (C‑127/96, C‑229/96 και C‑74/97, EU:C:1998:594).
29 Όσον αφορά πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187 όσον αφορά το προσωπικό, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι μόνον όσοι είναι εργαζόμενοι υπό την έννοια του εθνικού δικαίου μπορούσαν να επικαλεστούν την προστασία που παρέχει η εν λόγω οδηγία. Βλ., μεταξύ άλλων απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, Collino και Chiappero (C‑343/98, EU:C:2000:441, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η εν λόγω παραπομπή στο εθνικό δίκαιο κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 98/50 και έπειτα με την οδηγία 2001/23.
30 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Scattolon (C‑108/10, EU:C:2011:542, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Βλ. υποσημείωση 25.
32 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers (24/85, EU:C:1986:127, σκέψη 11), της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen (C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 10), καθώς και της 20ής Νοεμβρίου 2003, Abler κ.λπ. (C‑340/01, EU:C:2003:629, σκέψη 29). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Scattolon (C‑108/10, EU:C:2011:542, σκέψη 60), και της 6ης Μαρτίου 2014, Amatori κ.λπ. (C‑458/12, EU:C:2014:124, σκέψη 30).
33 Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1986, Spijkers (24/85, EU:C:1986:127, σκέψη 13), της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen (C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 14), της 20ής Νοεμβρίου 2003, Abler κ.λπ. (C‑340/01, EU:C:2003:629, σκέψη 33), και της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE (C‑463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 34).
34 Βλ. αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen (C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 18), της 10ης Δεκεμβρίου 1998, Hernández Vidal κ.λπ. (C‑127/96, C‑229/96 και C‑74/97, EU:C:1998:594, σκέψη 31), της 29ης Ιουλίου 2010, UGT-FSP (C‑151/09, EU:C:2010:452, σκέψη 28), και της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE (C‑463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 35).
35 Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1997 (C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 18). Το κριτήριο της επαναπρόσληψης σημαντικού τμήματος του προσωπικού αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων στους κόλπους της θεωρίας. Σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς, η μεταβίβαση των εργασιακών σχέσεων είναι έννομη συνέπεια της μεταβιβάσεως και δεν αποτελεί συγχρόνως ουσιαστική προϋπόθεση. Βλ., μεταξύ άλλων, Davies, P., «Taken to the cleaners? Contracting Out of Services Yet Again», Industrial Law Journal, 1997, αριθ. 26, σ. 193· Laulom, S., «Les dialogues entre juge communautaire et juges nationaux en matière de transfert d’entreprise», Droit social, 1999, σημεία 9 και 10, σ. 821, καθώς και Viala, Y., «Le maintien des contrats de travail en cas de transfert d’entreprise en droit allemand», Droit social, 2005, αριθ. 2, σ. 203. Πρβλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, Γ. Κοσμά στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Hernández Vidal κ.λπ. (C‑127/96, C‑229/96 και C‑74/97, EU:C:1998:426, σημεία 78 έως 85, και ειδικότερα σημείο 80), του γενικού εισαγγελέα Μ. Poiares Maduro στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Güney-Görres και Demir (C‑232/04 και C‑233/04, EU:C:2005:395, σημείο 52), καθώς και προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak στην υπόθεση CLECE (C‑463/09, EU:C:2010:636, σημεία 62 έως 66).
36 Βλ. αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1997, Süzen (C‑13/95, EU:C:1997:141, σκέψη 21), της 10ης Δεκεμβρίου 1998, Hernández Vidal κ.λπ. (C‑127/96, C‑229/96 και C‑74/97, EU:C:1998:594, σκέψη 32), της 29ης Ιουλίου 2010, UGT-FSP (C‑151/09, EU:C:2010:452, σκέψη 29), καθώς και της 20ής Ιανουαρίου 2011, CLECE (C‑463/09, EU:C:2011:24, σκέψη 36). Βλ., επίσης, απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2002, Temco (C‑51/00, EU:C:2002:48, σκέψη 26).
37 Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2014, Amatori κ.λπ. (C‑458/12, EU:C:2014:124, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
38 Απόφαση της 6ης Μαρτίου 2014, Amatori κ.λπ. (C‑458/12, EU:C:2014:124, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Πρβλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, Botzen κ.λπ. (186/83, EU:C:1985:58, σκέψη 16).
40 Βλ. απόφαση της 20ής Ιουλίου 2017, Piscarreta Ricardo (C‑416/16, EU:C:2017:574, σκέψη 44).
41 Κατά την ISS Facility Services, θα μπορούσε να συναφθεί σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης κατά 66 % με την Atalian και μια άλλη σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης κατά 34 % με την Cleaning Masters. Ένας τέτοιος επιμερισμός βασίζεται στην οικονομική αξία των τμημάτων της συμβάσεως που ανέθεσε μέσω του διαγωνισμού ο Δήμος Γάνδης στους διαδόχους και τα οποία είχαν προηγουμένως ανατεθεί στην ISS Facility Services.
42 Κατά την τρίτη ερμηνεία που προτείνει το αιτούν δικαστήριο, για την περίπτωση που δεν θα γίνονταν δεκτές οι δύο πρώτες, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι δεν χωρεί διατήρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας για τους διαδόχους, ενώ σύμφωνα με την τέταρτη πρόταση η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να υπάρξει διατήρηση των εν λόγω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων όταν είναι αδύνατη η κατανομή, ανάμεσα στους δύο νέους διαδόχους, της ασκούμενης από τον εργαζόμενο δραστηριότητας. Πρβλ. σημείο 28 των παρουσών προτάσεων.
43 Η S. Govaerts ανέφερε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η αρχική της θέση ήταν να θεωρήσει ότι, ακόμη και αν υπήρξε μεταβίβαση του προσωπικού καθαρισμού που εργαζόταν στα εργοτάξια που αντιστοιχούσαν στα διάφορα τμήματα, το γεγονός ότι η ίδια ήταν επιφορτισμένη με διοικητικά και οργανωτικά καθήκοντα και δεν συμμετείχε, στα εργοτάξια του δήμου Γάνδης, στις εργασίες καθαρισμού που αποτελούσαν το αντικείμενο της μεταβίβασης έπρεπε να έχει ως συνέπεια ότι αυτή δεν υπάγεται στην οικονομική οντότητα που ήταν το αντικείμενο της μεταβιβάσεως. Εντούτοις, πρόσθεσε ότι, μετά από την εν λόγω μεταβίβαση προσωπικού, υποχρεούταν, βάσει του βελγικού δικαίου, να επικαλεστεί την καταγγελία της σύμβασής της και ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να επιστρέψει ως εργαζόμενη στην ISS Facility Services.
44 Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, Botzen κ.λπ. (186/83, EU:C:1985:58).
45 Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985 (186/83, EU:C:1985:58).
46 Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, Botzen κ.λπ. (186/83, EU:C:1985:58, σκέψεις 14 και 15).
47 Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985 (186/83, EU:C:1985:58).
48 Πρβλ. απόφαση της 9ης Μαρτίου 2006, Werhof (C‑499/04, EU:C:2006:168, σκέψη 31).
49 Βλ. απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Alemo-Herron κ.λπ. (C‑426/11, EU:C:2013:521, σκέψη 25).
50 Απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Scattolon (C‑108/10, EU:C:2011:542, σκέψη 77).
51 Πρβλ. τη μνημονευόμενη στην υποσημείωση 52 των παρουσών προτάσεων νομολογία.
52 Μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «αλλαγή όσον αφορά την αμοιβή που καταβάλλεται στον εργαζόμενο συγκαταλέγεται μεταξύ των ουσιωδών μεταβολών των όρων εργασίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής [...]. Όταν η σύμβαση ή η εργασιακή σχέση καταγγέλλεται λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται μια τέτοια αλλαγή, η καταγγελία πρέπει να θεωρείται ότι επέρχεται εξαιτίας του εργοδότη». Απόφαση της 7ης Μαρτίου 1996, Merckx και Neuhuys (C‑171/94 και C‑172/94, EU:C:1996:87, σκέψη 38). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 2004, Delahaye (C‑425/02, EU:C:2004:706, σκέψη 33), και της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Scattolon (C‑108/10, EU:C:2011:542, σκέψεις 81 και 82).
53 Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 8 της οδηγίας αυτής, η εν λόγω οδηγία «δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ή να εισάγουν ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ή να προωθούν ή επιτρέπουν την εφαρμογή ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους συλλογικών συμβάσεων ή συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ των κοινωνικών εταίρων».
54 Ιδίως, όσον αφορά την απόσταση μεταξύ των εδρών των επιχειρήσεων των δύο διαδόχων ή τον συγχρονισμό της ετήσιας άδειας του εργαζομένου.
Full & Egal Universal Law Academy