Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 29ης Ιουλίου 2019(1)
Υπόθεση C-360/18
Cargill Deutschland GmbH
κατά
Hauptzollamt Krefeld
[αίτηση του Finanzgericht Düsseldorf (φορολογικού δικαστηρίου Ντίσελντορφ, Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης – Εισφορές στην παραγωγή – Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων – Ερμηνεία του κανονισμού (ΕΕ) 1360/2013 – Εθνικές διατάξεις περί παραγραφής – Αρχή της αποτελεσματικότητας»
1. Με την υπό εξέταση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Finanzgericht Düsseldorf (φορολογικό δικαστήριο Ντίσελντορφ, Γερμανία) ζητεί καθοδήγηση ως προς το αν η επιστροφή εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης, δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 1360/2013 (2), πρέπει να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο (υπό το πρίσμα των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας), και ειδικότερα εντός της προθεσμίας παραγραφής που αυτό προβλέπει. Το ζήτημα ανέκυψε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Cargill Deutschland GmbH (στο εξής: Cargill Deutschland), εταιρίας παραγωγής ισογλυκόζης, και των αρμόδιων εθνικών αρχών. Η Cargill Deutschland αξιώνει την επιστροφή εισφορών στην παραγωγή ζάχαρης τις οποίες κατέβαλε βάσει ρυθμίσεως την οποία το Δικαστήριο κήρυξε, στη συνέχεια, ανίσχυρη. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές ισχυρίζονται ότι τέτοιες αγωγές έχουν παραγραφεί κατ’ εφαρμογήν των εθνικών διατάξεων περί παραγραφής των αγωγών αυτού του είδους.
Το δίκαιο της Ένωσης
Η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης
2. Κατά τον κρίσιμο χρόνο (3), οι βασικοί άξονες της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης αφορούσαν τους κανόνες τιμολόγησης, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το εμπόριο με τρίτες χώρες. Το σύστημα ήταν αυτοχρηματοδοτούμενο. Η στήριξη την οποία η Κοινότητα διασφάλιζε τότε στον τομέα συνίστατο, μεταξύ άλλων, στην καθιέρωση μιας ελάχιστης τιμής για τα ζαχαρότευτλα την όποια οι βιομηχανίες ζάχαρης κατέβαλλαν στους κοινοτικούς γεωργούς και μιας τιμής παρέμβασης για τη ζάχαρη στην οποία τιμή οι οργανισμοί παρέμβασης αγόραζαν κάθε ποσότητα ζάχαρης που τους πρόσφεραν οι κοινοτικοί παραγωγοί. Στους παραγωγούς ζάχαρης επιβάλλονταν εισφορές προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το κόστος της παραγωγής ζάχαρης, η οποία διακρινόταν σε διάφορες κατηγορίες (4). Οι εισφορές στην παραγωγή έπρεπε, ειδικότερα, να καλύπτουν το κόστος της Κοινότητας για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή –τουτέστιν, επιχορηγήσεις που καταβάλλονταν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στους παραγωγούς ζάχαρης σε αντιστάθμισμα του γεγονότος ότι οι παγκόσμιες τιμές της ζάχαρης ήταν, εν γένει, κατώτερες από την κοινοτική τιμή στήριξης. Η αρχή που εφαρμοζόταν ήταν ότι ο ίδιος ο κλάδος παραγωγής πρέπει να χρηματοδοτεί τις ζημίες που οφείλονται στη διάθεση των πλεονασμάτων παραγωγής (5).
Η νομολογία
3. Στην υπόθεση Jülich I (6), ορισμένοι παραγωγοί ζάχαρης αμφισβήτησαν τη νομιμότητα συγκεκριμένων πτυχών του τρόπου υπολογισμού των εισφορών στην παραγωγή ζάχαρης. Ισχυρίστηκαν ότι η μέθοδος υπολογισμού που ακολούθησε η Επιτροπή είχε ως αποτέλεσμα να πληρώσουν μεγαλύτερα ποσά από το κόστος διαθέσεως των πλεονασμάτων της κοινοτικής παραγωγής. Το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί του κύρους της μεθόδου υπολογισμού που εφάρμοσε η Επιτροπή. Το Δικαστήριο δικαίωσε τους παραγωγούς ζάχαρης. Κήρυξε ανίσχυρους τον κανονισμό (ΕΚ) 1762/2003 της Επιτροπής (7) και τον κανονισμό (ΕΚ) 1775/2004 της Επιτροπής (8).
4. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2011, το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση Πολωνία κατά Επιτροπής (9), όπου διαπίστωσε έλλειψη κατάλληλης νομικής βάσεως για την εφαρμογή διαφοροποιημένου συντελεστή για τη συμπληρωματική εισφορά στον τομέα της ζάχαρης και ακύρωσε το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) 1686/2005 (10).
5. Στην υπόθεση Jülich II (11), το Δικαστήριο επελήφθη εκ νέου ζητημάτων σχετικών με τον υπολογισμό των εισφορών στην παραγωγή ζάχαρης. Στην περίπτωση εκείνη, το κύριο ζήτημα έγκειτο στην αβεβαιότητα ως προς το «συνολικό ποσό των επιστροφών» για τις επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης περιόδους εμπορίας. Η αβεβαιότητα ανέκυψε λόγω του γεγονότος ότι δεν ζητήθηκαν ούτε καταβλήθηκαν επιστροφές κατά την εξαγωγή για ορισμένες ποσότητες ζάχαρης που περιέχονταν σε εξαχθέντα μεταποιημένα προϊόντα. Σε κανονισμούς που καθόριζαν τις εισφορές στην παραγωγή για τις περιόδους εμπορίας 2003 έως 2006, η Επιτροπή είχε συμπεριλάβει τις ποσότητες αυτές στο «πλεόνασμα που είναι δυνατόν να εξαχθεί», αλλά όχι «στις εξαγωγές ως προς τις οποίες έχουν αναληφθεί υποχρεώσεις». Κληθέν να αποφανθεί επί του κύρους του εν λόγω υπολογισμού, το Δικαστήριο είχε κρίνει, το 2008, στην υπόθεση Jülich I, ότι όλες οι εξαχθείσες ποσότητες έπρεπε να ληφθούν υπόψη σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ανεξαρτήτως του αν είχαν καταβληθεί επιστροφές, και ότι οι επίμαχοι κανονισμοί ήταν ανίσχυροι για τον λόγο αυτόν. Εντούτοις, δεν αποφάνθηκε ως προς το αν στο «συνολικό ποσό των επιστροφών» έπρεπε ομοίως να συμπεριληφθούν όλες οι διαθέσιμες επιστροφές, ανεξαρτήτως του αν είχαν καταβληθεί, ή μόνον οι επιστροφές που είχαν όντως καταβληθεί (12).
6. Προκειμένου να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, η Επιτροπή εξέδωσε νέο κανονισμό, το 2009, διορθώνοντας τους κανονισμούς που είχαν κηρυχθεί ανίσχυροι (13). Με τους νέους υπολογισμούς της, η Επιτροπή συμπεριέλαβε στο «συνολικό ποσό των επιστροφών» όλες τις διαθέσιμες επιστροφές, ανεξαρτήτως του αν αυτές είχαν καταβληθεί. Οι εκ νέου υπολογισθείσες εισφορές διέφεραν λίγο από τις αρχικώς καθορισθείσες, αλλά ήταν μεγαλύτερες από εκείνες που θα προέκυπταν αν στο «συνολικό ποσό των επιστροφών» περιλαμβάνονταν μόνον οι επιστροφές που είχαν όντως καταβληθεί. Ορισμένοι παραγωγοί ζάχαρης αμφισβήτησαν τον υπολογισμό αυτόν. Στην απόφαση Jülich II, το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο τον κανονισμό 1193/2009, κρίνοντας ότι, για τον υπολογισμό του εκτιμώμενου μέσου όρου ανά τόνο προϊόντος, το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1260/2001 έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το συνολικό ποσό των επιστροφών περιλαμβάνει μόνον το συνολικό ποσό των επιστροφών κατά την εξαγωγή που έχουν όντως καταβληθεί.
7. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1360/2013 (14).
Ο κανονισμός 1360/2013
8. Στις αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 10 εκτίθεται η βάση επί της οποίας είχαν υπολογιστεί οι εισφορές για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας και οι αποφάσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες κήρυξε ανίσχυρους του παλαιότερους σχετικούς κανονισμούς της Επιτροπής (οι οποίοι καθόριζαν τις εισφορές αυτές). Κατά την αιτιολογική σκέψη 11, «[ω]ς εκ τούτου, οι εισφορές στον τομέα της ζάχαρης θα πρέπει να καθοριστούν στο κατάλληλο επίπεδο. Για τις εξαγωγές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 314/2002, ο “μέσος όρος ζημιών” κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του [κανονισμού 1260/2001] θα πρέπει να υπολογιστεί με τη διαίρεση των καταβληθέντων ποσών των επιστροφών διά των εξαγόμενων ποσοτήτων, ανεξαρτήτως του αν έχει καταβληθεί επιστροφή ή όχι [...]». Από το περιεχόμενο των αιτιολογικών σκέψεων επιβεβαιώνεται ότι οι διορθωμένες εισφορές έπρεπε να εφαρμοστούν αναδρομικώς όσον αφορά τις επίμαχες περιόδους εμπορίας, ήτοι από την ημερομηνία κατά την οποία κηρύχθηκαν ανίσχυρες οι εισφορές (15). Κατά την αιτιολογική σκέψη 23, «[γ]ια λόγους ασφάλειας του δικαίου και για να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη μεταχείριση των ενεχόμενων οικονομικών φορέων στα διάφορα κράτη μέλη, είναι αναγκαίο να καθοριστεί κοινή ημερομηνία από την οποία θα πρέπει να βεβαιωθούν οι εισφορές που καθορίζονται με τον παρόντα κανονισμό, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου [(16)]. Ωστόσο, η προθεσμία αυτή δεν θα πρέπει να ισχύει όταν τα κράτη μέλη καλούνται βάσει της εθνικής νομοθεσίας να προβούν σε επιστροφές μετά την εν λόγω ημερομηνία».
9. Το άρθρο 1 ορίζει ότι οι εισφορές επί της παραγωγής στον τομέα της ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002, 2002/2003, 2003/2004, 2004/2005 και 2005/2006 είναι εκείνες που καθορίζονται στο σημείο 1 του παραρτήματος (17). Οι συντελεστές που απαιτούνται για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 και 2004/2005 καθορίζονται στο σημείο 2 του παραρτήματος. Τέλος, τα ποσά που καταβάλλονται από τους παραγωγούς ζάχαρης στους πωλητές ζαχαροτεύτλων όσον αφορά την εισφορά Α ή Β για τις περιόδους εμπορίας 2002/2003, 2003/2004 και 2005/2006 καθορίζονται στο σημείο 3 του παραρτήματος.
10. Κατά το άρθρο 2, «η ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, [του κανονισμού 1150/2000] για τη βεβαίωση των εισφορών, οι οποίες καθορίζονται με τον παρόντα κανονισμό, είναι το αργότερο η 30ή Σεπτεμβρίου 2014, εκτός εάν τα κράτη μέλη δεν είναι σε θέση να τηρήσουν την προθεσμία αυτή εξαιτίας της εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας περί επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σε οικονομικούς φορείς».
11. Το άρθρο 3 παραθέτει τις ημερομηνίες από τις οποίες ο κανονισμός 1360/2013 τίθεται σε ισχύ αναλόγως του σχετικού έτους εμπορίας. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, εφαρμόζεται από τις:
– «16 Οκτωβρίου 2002 για το έτος εμπορίας 2001/2002,
– 8 Οκτωβρίου 2003 για το έτος εμπορίας 2002/2003,
– 15 Οκτωβρίου 2004 για το έτος εμπορίας 2003/2004,
– 18 Οκτωβρίου 2005 για το έτος εμπορίας 2004/2005, και
– 23 Φεβρουαρίου 2007 για το έτος εμπορίας 2005/2006.»
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, εφαρμόζεται από τις:
– «16 Οκτωβρίου 2002 για το έτος εμπορίας 2001/2002, και
– 18 Οκτωβρίου 2005 για το έτος εμπορίας 2004/2005.»
Κανονισμός (ΕΕ) 2018/264 του Συμβουλίου
12. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/264 του Συμβουλίου (18) δεν είναι αυτός καθ’ εαυτόν κρίσιμος εν προκειμένω. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στον κανονισμό αυτό στη διάταξή του περί παραπομπής. Στην απόφαση Raffinerie Tirlemontoise (19), το Δικαστήριο είχε κηρύξει ανίσχυρους τον κανονισμό (ΕΚ) 2267/2000 της Επιτροπής (20) και τον κανονισμό (ΕΚ) 1993/2001 της Επιτροπής (21). Ο κανονισμός 2018/264 σκοπεί, μεταξύ άλλων, να γίνει σεβαστή η απόφαση εκείνη και να καθοριστούν στα κατάλληλα επίπεδα η συμπληρωματική εισφορά για την περίοδο εμπορίας 1999/2000 και η εισφορά στην παραγωγή για την περίοδο εμπορίας 2000/2001 (22).
13. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, «[η] διαφορά μεταξύ των εισφορών που καθορίζονται από τους κανονισμούς (ΕΚ) 2267/2000 και (ΕΚ) 1993/2001 και των εισφορών που προβλέπονται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού επιστρέφεται στους οικονομικούς φορείς που κατέβαλαν εισφορές για τις περιόδους εμπορίας 1999/2000 και 2000/2001, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αίτησής τους».
Η εθνική νομοθεσία
14. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του Gesetz zur Durchführung der Gemeinsamen Marktorganisationen und der Direktzahlungen (νόμου για την εφαρμογή της κοινής οργάνωσης των αγορών και των άμεσων πληρωμών· στο εξής: MOG) ορίζει ότι οι διατάξεις του φορολογικού κώδικα έχουν κατ’ αναλογίαν εφαρμογή επί των εισφορών που επιβάλλονται για την οργάνωση της αγοράς, εκτός αν ο MOG ή διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του MOG προβλέπει παρέκκλιση από τις διατάξεις αυτές.
15. Το άρθρο 169, παράγραφοι 1 και 2, του Abgabenordnung (γερμανικού φορολογικού κώδικα, στο εξής: AO) ορίζει ότι «βεβαίωση φόρου, καθώς και ακύρωση ή τροποποίησή της δεν επιτρέπονται μετά την παρέλευση της προθεσμίας βεβαιώσεως [...] Η προθεσμία βεβαιώσεως είναι: 1. ένα έτος για τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως και τις επιστροφές ειδικών φόρων καταναλώσεως, 2. τέσσερα έτη για τους φόρους και τις επιστροφές φόρων που δεν είναι φόροι ή επιστροφές φόρων κατά την έννοια του σημείου 1 ή για τους εισαγωγικούς και εξαγωγικούς δασμούς κατά το άρθρο 5, σημεία 20 και 21, του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα […]».
16. Το άρθρο 170, παράγραφος 1, του AO ορίζει ότι η προθεσμία για τη βεβαίωση του φόρου αρχίζει από τη λήξη του ημερολογιακού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η φορολογική υποχρέωση.
17. Κατά το άρθρο 172, παράγραφος 1, του AO, σε συνδυασμό με το άρθρο του 172, παράγραφος 1, στοιχείο d, η βεβαίωση φόρου, εφόσον δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα ή δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, δύναται να ακυρωθεί ή τροποποιηθεί μόνον εφόσον νόμος το επιτρέπει.
18. Κατά το άρθρο 175, παράγραφος 1, του AO, η βεβαίωση φόρου πρέπει να ακυρωθεί ή τροποποιηθεί αν επέλθει γεγονός το οποίο έχει φορολογικές συνέπειες για το παρελθόν.
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
19. Το Hauptzollamt Krefeld (στο εξής: αρμόδιες αρχές) προέβη στις ακόλουθες βεβαιώσεις εισφορών όσον αφορά τις υποχρεώσεις της Cargill Deutschland σχετικά με την παραγωγή ισογλυκόζης: (i) βεβαίωση της 23ης Οκτωβρίου 2002, για την περίοδο εμπορίας 2001/2002, αφορώσα οριστική εισφορά στην παραγωγή ύψους 832 677,71 ευρώ και συμπληρωματική εισφορά ύψους 69 270,46 ευρώ· (ii) βεβαίωση της 20ής Οκτωβρίου 2003, για την περίοδο εμπορίας 2002/2003, αφορώσα οριστική εισφορά στην παραγωγή ύψους 525 236,03 ευρώ· (iii) βεβαίωση της 30ής Μαρτίου 2004, για την περίοδο εμπορίας 2003/2004, αφορώσα προκαταβολή εισφοράς στην παραγωγή ύψους 115 084,15 ευρώ· και (iv) βεβαίωση της 18ης Οκτωβρίου 2005, για την περίοδο εμπορίας 2004/2005, αφορώσα οριστική εισφορά στην παραγωγή ύψους 778 800,52 ευρώ και συμπληρωματική εισφορά ύψους 124 101,86 ευρώ (23). Η Cargill Deutschland δεν προσέβαλε τις εν λόγω βεβαιώσεις (στο εξής: αρχικές βεβαιώσεις εισφορών).
20. Μετά την έκδοση του κανονισμού 1360/2013, η Cargill Deutschland ζήτησε από το Hauptzollamt Krefeld επανακαθορισμό των εισφορών για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας και επιστροφή των αντίστοιχων ποσών που είχε καταβάλει καθ’ υπέρβαση όσον αφορά τις συγκεκριμένες περιόδους εμπορίας. Το Hauptzollamt Krefeld απέρριψε την αίτηση αυτή με απόφαση της 18ης Απριλίου 2016. Κατά την εκτίμησή του, ακύρωση, τροποποίηση ή διόρθωση πράξεων που έχουν καταστεί απρόσβλητες είναι δυνατή μόνον εντός της προθεσμίας βεβαιώσεως κατά το άρθρο 169, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, σημείο 2, του AO. Ωστόσο, η προθεσμία αυτή είχε παρέλθει για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας ζάχαρης.
21. Η Cargill Deutschland προσέφυγε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου αξιώνοντας την επιστροφή των εισφορών που θεωρεί ότι κατέβαλε καθ’ υπέρβαση ως αποτέλεσμα υπολογισμών οι οποίοι στηρίχθηκαν σε ρύθμιση η οποία στη συνέχεια κηρύχθηκε ανίσχυρη και διορθώθηκε με τον κανονισμό 1360/2013. Υποστηρίζει ότι η αξίωσή της για επιστροφή απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης και από το εθνικό δίκαιο.
22. Το Hauptzollamt Krefeld αντιτάσσει ότι η αγωγή της Cargill Deutschland’s πρέπει να απορριφθεί. Διατείνεται ότι οι περί παραγραφής διατάξεις του γενικού φορολογικού δικαίου έχουν εφαρμογή, υπό το πρίσμα των κατά το δίκαιο της Ένωσης γενικών αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
23. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι κατά το εθνικό δίκαιο η Cargill Deutschland δεν δικαιούται επιστροφή των εισφορών που καταβλήθηκαν για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας, με το σκεπτικό ότι λαμβανομένων υπόψη των ημερομηνιών των αντίστοιχων βεβαιώσεων εισφορών οι αγωγές αυτές έχουν παραγραφεί.
24. Όσον αφορά τη λειτουργία της προθεσμίας παραγραφής κατά τους εθνικούς κανόνες, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, του MOG, σε συνδυασμό με το άρθρο 169, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, σημείο 2, του ΑΟ, για τη βεβαίωση των εισφορών στην παραγωγή προβλέπεται προθεσμία τεσσάρων ετών.
25. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι οι μεταβολές στον υπολογισμό των εισφορών που επήλθαν αναδρομικώς με τον κανονισμό 1360/2013 δεν ενεργοποιούν, κατά το εθνικό δίκαιο, το άρθρο 175, παράγραφος 1, σημείο 2, του AO.
26. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν, όταν οι βεβαιώσεις εισφορών είναι απρόσβλητες κατά το εθνικό δίκαιο, το γεγονός αυτό αποκλείει το δικαίωμα επιστροφής των καθ’ υπέρβαση καταβληθεισών εισφορών, δοθέντος ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2018/264 επιτρέπει την επιστροφή εισφορών για τις περιόδους εμπορίας 1999/2000 και 2000/2001 κατόπιν υποβολής δεόντως αιτιολογημένης αιτήσεως. Ζητεί να διευκρινιστεί αν η ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2018/264 έχει αντίκτυπο στην επιστροφή εισφορών βάσει του κανονισμού 1360/2013.
27. Κατόπιν αυτών, το αιτούν δικαστήριο έθεσε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει η επιστροφή εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης –οι οποίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του [κανονισμού 1360/2013] χρήζουν διαφορετικών υπολογισμών από ό,τι στο παρελθόν– να πραγματοποιηθεί, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και, ιδίως, κατ’ εφαρμογήν της προθεσμίας παραγραφής που αυτό προβλέπει;»
28. Γραπτές παρατηρήσεις υποβλήθηκαν από την Cargill Deutschland, τη Βελγική Κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία διεξήχθη στις 2 Μαΐου 2019, οι ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους. Επιπλέον, το Hauptzollamt Krefeld (το οποίο δεν είχε υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις) παρέστη επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και ανέπτυξε προφορικώς τις παρατηρήσεις του.
Εκτίμηση του προδικαστικού ερωτήματος
29. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν η Cargill Deutschland παραμένει υπόχρεη όσον αφορά τις εισφορές στην παραγωγή ζάχαρης οι οποίες υπολογίστηκαν βάσει ενωσιακής ρυθμίσεως την οποία στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρη· και αν οι εθνικές διατάξεις περί παραγραφής απαγορεύουν νέους υπολογισμούς βάσει του κανονισμού 1360/2013 από τους οποίους θα θεμελιωθεί δικαίωμα επιστροφής του μέρους των εισφορών που καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
30. Δεν αμφισβητείται ότι η κατάσταση της Cargill Deutschland εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1360/2013 και ότι, κατ’ αρχήν, δικαιούται να αξιώσει επιστροφή (κατά το εθνικό δικονομικό δίκαιο, και δη τους κανόνες που διέπουν την παραγραφή).
31. Η Cargill Deutschland διατείνεται ότι το δικαίωμά της να της επιστραφούν εισφορές τις οποίες κατέβαλε καθ’ υπέρβαση επιβεβαιώνεται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2018/264. Τούτου δοθέντος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν πρέπει να λάβει υπόψη τη διάταξη αυτή κατά την ερμηνεία του κανονισμού 1360/2013. Συμφωνώ με την Επιτροπή καθό μέτρο υποστηρίζει ότι το γράμμα του κανονισμού 2018/264 δεν ασκεί επιρροή. Πρώτον, οι επίμαχες περίοδοι εμπορίας δεν περιλαμβάνουν τις περιόδους 1999/2000 και 2000/2001 –τις δύο περιόδους εμπορίας που διέπει ο κανονισμός 2018/264. Δεύτερον, ο κανονισμός 1360/2013 πρέπει να ερμηνευθεί με γνώμονα το δικό του γράμμα, σκοπό και πλαίσιο.
Ο κανονισμός 1360/2013
32. Η Cargill Deutschland ισχυρίζεται ότι δικαιούται να της επιστραφούν οι εισφορές που κατέβαλε καθ’ υπέρβαση για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας βάσει του κανονισμού 1360/2013. Το δικαίωμα αυτό αντλείται από αποφάσεις του Δικαστηρίου και από τα άρθρα 264 και 267 ΣΛΕΕ τα οποία πρέπει να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και του άρθρου 291 ΣΛΕΕ.
33. Το Hauptzollamt Krefeld υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι ο κανονισμός 1360/2013 δεν παρέχει ευθέως στους παραγωγούς ζάχαρης δικαίωμα επιστροφής. Για να ασκήσουν αγωγή βάσει του κανονισμού αυτού, οι παραγωγοί ζάχαρης πρέπει να στηριχθούν στο εθνικό δικονομικό δίκαιο.
34. Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. H προθεσμία παραγραφής μπορεί να αρχίσει να τρέχει μόνον από την ημερομηνία κατά την οποία οι κανονισμοί που αποτελούν τη νομική βάση για τις καθ’ υπέρβαση εισφορές καταργήθηκαν ή κηρύχθηκαν ανίσχυροι.
35. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν δεν υπάρχουν εναρμονισμένες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν, η διαδικασία επιστροφής διέπεται από το εθνικό δικονομικό δίκαιο.
36. Παρέχει ο ίδιος ο κανονισμός 1360/2013 στους οικονομικούς φορείς το δικαίωμα να αξιώσουν την επιστροφή εισφορών που κατέβαλαν καθ’ υπέρβαση για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας ή τέτοιου είδους δικαιώματα αντλούνται από τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες και ρυθμίσεις;
37. Είμαι της γνώμης ότι τα δικαιώματα επιστροφής των εισφορών που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας απορρέουν αναμφισβήτητα από το δίκαιο της Ένωσης. Τέτοια δικαιώματα απορρέουν λογικά από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου που κηρύσσουν ανίσχυρη τη ρύθμιση βάσει της οποίας καταβλήθηκαν οι εν λόγω εισφορές (24). Ο κανονισμός 1360/2013 δεν παρέχει ο ίδιος δικαιώματα στους οικονομικούς φορείς. Τουναντίον, διορθώνει αναδρομικώς τα σφάλματα που διαπράχθηκαν κατά τον υπολογισμό των εισφορών στην παραγωγή για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας και ορίζει νέα ποσά για τις εν λόγω εισφορές, επιτρέποντας στους οικονομικούς φορείς και στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να καθορίσουν τα ποσά που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση βάσει του παλαιού συστήματος (25).
38. Το άρθρο 1 του κανονισμού 1360/2013 θέτει σε ισχύ τις (νέες, διορθωμένες) εισφορές στην παραγωγή για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας και παραπέμπει στο σημείο 1 του παραρτήματος του εν λόγω κανονισμού. Το σημείο αυτό περιλαμβάνει πίνακα στον οποίο εμφαίνονται για κάθε περίοδο εμπορίας οι εισφορές στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης (εκφρασμένες σε ευρώ ανά τόνο του σχετικού προϊόντος) (26).
39. Κατά το άρθρο 2, η ημερομηνία βεβαιώσεως (27) των εισφορών που καθορίζονται από τον κανονισμό 1360/2013 είναι το αργότερο η 30ή Σεπτεμβρίου 2014. Από το άρθρο 2 προκύπτει ότι στις εισφορές στην παραγωγή ζάχαρης εφαρμόζεται το σύστημα της από κοινού διαχειρίσεως (28). Οι παραγωγοί δεν προβάλλουν αξιώσεις κατά της Επιτροπής. Αντιθέτως, αξιώσεις προβάλλονται κατά των αρμοδίων εθνικών αρχών σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
40. Το άρθρο 3 περιέχει κανόνες για την αναδρομική εφαρμογή του κανονισμού 1360/2013 ορίζοντας τις ημερομηνίες από τις οποίες οι εισφορές στην παραγωγή και ο συντελεστής υπολογισμού της συμπληρωματικής εισφοράς εφαρμόζονται όσον αφορά τις επίμαχες περιόδους εμπορίας (29).
41. Ο κανονισμός 1360/2013 σκοπεί στη διόρθωση των εισφορών που εσφαλμένως υπολογίστηκαν και επιβλήθηκαν βάσει κανονισμών της Επιτροπής οι οποίοι στη συνέχεια κηρύχθηκαν ανίσχυροι (30). Επομένως, αναγκαίος στόχος του μέτρου αυτού είναι να διασφαλίσει ότι το σύστημα εισφορών για τη ζάχαρη είναι αυτοχρηματοδοτούμενο και δεν δημιουργεί πλεόνασμα κεφαλαίων (31). Στην αιτιολογική σκέψη 11 του κανονισμού 1360/2013 εκτίθεται ότι οι εισφορές στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης θα πρέπει να καθοριστούν στο κατάλληλο επίπεδο (32).
42. Ο κανονισμός 1360/2013 δεν περιλαμβάνει διατάξεις ως προς τις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις που τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόζουν προκειμένου να τηρούν την υποχρέωση επιστροφής στους οικονομικούς φορείς των εισφορών στην παραγωγή ζάχαρης που οι τελευταίοι κατέβαλαν καθ’ υπέρβαση για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας. Ο εν λόγω κανονισμός είναι πράξη γενικής ισχύος, δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της και έχουσα άμεση εφαρμογή σε όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 288 ΣΛΕΕ. Επομένως, τέτοια κενά θα προκαλούσαν κατάπληξη αν όντως υπήρχε σκοπός τα ζητήματα αυτά να διέπονται ευθέως από τον κανονισμό 1360/2013.
43. Οι διαδικασίες με τις οποίες οι αρμόδιες εθνικές αρχές αναθεωρούν εκτιμήσεις και επιστρέφουν ποσά που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση εμπίπτουν σαφέστατα στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων του εθνικού δικονομικού δικαίου. Ασφαλώς, οι κανόνες αυτοί υπόκεινται στις κατά το δίκαιο της Ένωσης γενικές αρχές της ισοδυναμίας (οι επιμέρους δικονομικοί κανόνες δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοια ένδικα βοηθήματα του εσωτερικού δικαίου) και της αποτελεσματικότητας (οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται από το δίκαιο της Ένωσης) (33). Δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι ο κύριος σκοπός του κανονισμού 1360/2013 είναι η θέσπιση κανόνων που στοιχούν με ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου.
44. Μολονότι είναι σαφές ότι οικονομικοί φορείς όντως αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης δικαίωμα να τους επιστραφούν εισφορές που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση, διαφωνώ με την Cargill Deutschland καθό μέτρο θεωρώ ότι ο ίδιος ο κανονισμός 1360/2013 δεν περιέχει ρυθμίσεις ή δικονομικούς κανόνες που θα παρείχαν στους παραγωγούς ζάχαρης τη δυνατότητα να αξιώσουν την επιστροφή των εισφορών που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση.
Προθεσμίες παραγραφής
45. Συνάδουν με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας οι επίμαχες στην κύρια δίκη εθνικές διατάξεις περί παραγραφής των αγωγών;
46. Η Cargill Deutschland ισχυρίζεται ότι οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή είναι κομβικές όσον αφορά το δικαίωμα επιστροφής βάσει του κανονισμού 1360/2013 και πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς. Οι διατάξεις αυτές ουδόλως σχετίζονται με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες. Εν προκειμένω, η προθεσμία παραγραφής άρχισε να τρέχει στις 20 Δεκεμβρίου 2013 όταν τέθηκε σε ισχύ ο κανονισμός 1360/2013. Προτείνει στο Δικαστήριο να συναγάγει, κατά την ερμηνεία του κανονισμού αυτού, τις κατάλληλες αναλογίες με τους κανόνες περί επιστροφής που περιέχονται στο άρθρο 236 του τελωνειακού κώδικα (34).
47. Το Hauptzollamt Krefeld υποστηρίζει ότι οι επίμαχοι εθνικοί κανόνες συνάδουν με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας και προσθέτει ότι είναι αναγκαίο να εφαρμοστούν οι προθεσμίες παραγραφής. Για λόγους ασφάλειας δικαίου επιβάλλεται να τίθενται χρονικοί περιορισμοί της δυνατότητας ασκήσεως αγωγών.
48. Το Βέλγιο υποστηρίζει ότι οι αγωγές για την επιστροφή υπόκεινται στους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, με την επιφύλαξη των αρχών της ισοδυναμίας και αποτελεσματικότητας. Το Βέλγιο εξήγησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι οι δικές του εθνικές ρυθμίσεις διαφέρουν από τις αντίστοιχες της Γερμανίας. Στο Βέλγιο, οι αξιώσεις περί επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων γεννώνται την ημέρα κατά την οποία έγινε η καταβολή ή κατά την οποία ο καταβαλών έμαθε ότι η καταβολή του ήταν όντως «αχρεώστητη». Η προθεσμία παραγραφής είναι 10 έτη από την ημερομηνία αυτή. Στέρηση των οικονομικών φορέων από οποιοδήποτε δικαίωμα να λάβουν επιστροφή αντιβαίνει προς την αρχή της αποτελεσματικότητας.
49. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός 1360/2013 δεν ρυθμίζει την επιστροφή εισφορών στην παραγωγή που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση, δεν τάσσει προθεσμίες παραγραφής ούτε προβλέπει τόκους που ενδεχομένως οφείλονται. Επομένως, όλα καλύπτονται από το εθνικό δικονομικό δίκαιο.
50. Θα αρχίσω λέγοντας ότι διαφωνώ με τον ισχυρισμό της Cargill Deutschland ότι εν προκειμένω μπορεί να γίνει χρήσιμος παραλληλισμός με το άρθρο 236 του τελωνειακού κώδικα. Έχω ήδη αναφέρει ότι, κατά την άποψή μου, αυτός καθ’ εαυτόν ο κανονισμός 1360/2013I δεν προσφέρει στους οικονομικούς φορείς το νομικό πλαίσιο για να αξιώσουν την επιστροφή εισφορών στην παραγωγή ζάχαρης που κατέβαλαν καθ’ υπέρβαση (35). Τουναντίον, στη μορφή του τελωνειακού κώδικα που ίσχυε κατά τις επίμαχες περιόδους εμπορίας όντως υπήρχαν συγκεκριμένοι κανόνες (στον τίτλο VII) για την «Τελωνειακή οφειλή» οι οποίοι περιελάμβαναν διατάξεις με αντικείμενο την «προθεσμία και τρόπους καταβολής του ποσού των δασμών» όπως και κανόνες περί «επιστροφής και διαγραφής δασμών» (στο κεφάλαιο 5, στο οποίο ανήκε το άρθρο 236). Όλα αυτά αποτελούσαν μέρος ενός συγκεκριμένου συστήματος ρυθμίσεων που είχε θεσπιστεί στο επίπεδο της Ένωσης.
51. Εφόσον ο νομοθέτης της Ένωσης έχει επιλέξει να αφήσει στα κράτη μέλη το ζήτημα των λεπτομερών ρυθμίσεων τόσο για την είσπραξη όσο και για την επιστροφή των εισφορών στην παραγωγή ζάχαρης, δεν μπορεί να γίνει χρήσιμος παραλληλισμός με τις εναρμονισμένες ρυθμίσεις του τελωνειακού κώδικα.
52. Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει στη διάταξή του περί παραπομπής ότι το Hauptzollamt Krefeld προέβη μετά από υπολογισμούς στις αρχικές βεβαιώσεις εισφορών για τις επίμαχες περιόδους εμπορίας και ότι οι βεβαιώσεις αυτές δεν προσβλήθηκαν. Με απόφαση της 18ης Απριλίου 2016, το Hauptzollamt Krefeld απέρριψε την (από 13 Φεβρουαρίου 2014) αίτηση της Cargill Deutschland για επανακαθορισμό των εισφορών σύμφωνα με τον κανονισμό 1360/2013 και για επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση βάσει των αρχικών βεβαιώσεων εισφορών. Κατά τους σχετικούς εθνικούς κανόνες, η Cargill Deutschland δεν δικαιούται να λάβει επιστροφή, διότι η αγωγή της καταλαμβάνεται από τους κανόνες που διέπουν την παραγραφή τέτοιου είδους αγωγών. Η προβλεπόμενη προθεσμία τεσσάρων ετών έχει εφαρμογή για τη βεβαίωση και τις τροποποιήσεις της βεβαιώσεως των εισφορών στην παραγωγή ζάχαρης. Όσον αφορά την τελευταία από τις επίμαχες περιόδους εμπορίας (2004/2005), η προθεσμία αυτή άρχισε το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2006. Επομένως, η αίτηση της Cargill Deutschland για επανακαθορισμό και επιστροφή, η οποία υποβλήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2014, δεν μπορούσε να έχει αίσια έκβαση. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όσον αφορά τις επίμαχες παλαιότερες περιόδους εμπορίας.
53. Το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει επίσης την άποψη ότι οι επίμαχοι στην κύρια δίκη εθνικοί δικονομικοί κανόνες συνάδουν με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.
54. Δεν έχω πεισθεί ότι η άποψη του αιτούντος δικαστηρίου είναι ορθή.
55. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ήδη από το 1970 ότι οι δικονομικοί κανόνες που διέπουν τις προθεσμίες παραγραφής πρέπει να είναι καθορισμένοι εκ των προτέρων και να ικανοποιούν τις επιταγές της ασφάλειας δικαίου (36). Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι δικονομικής λογικής που δείχνουν ότι οι διατάξεις που διέπουν τις προθεσμίες παραγραφής πρέπει να περιλαμβάνουν ένα πλέγμα κανόνων που καθορίζει τη διάρκεια της προθεσμίας παραγραφής, την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει η προθεσμία αυτή και τα γεγονότα που έχουν ως αποτέλεσμα τη διακοπή ή την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής. Συναφώς, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών και εκείνα των οικονομικών φορέων σε συνδυασμό με τον εποπτικό ρόλο της Επιτροπής για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
56. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι, ελλείψει ρυθμίσεως της Ένωσης, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους εναπόκειται να ορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να θεσπίσει τους λεπτομερείς δικονομικούς κανόνες για τις δίκες που αποσκοπούν στην πλήρη προάσπιση των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης. Επομένως, ακριβώς βάσει των κανόνων του εθνικού δικαίου περί ευθύνης το Δημόσιο πρέπει να αποκαθιστά τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας, αρκεί οι προϋποθέσεις, περιλαμβανομένων των προθεσμιών, που οι εθνικές νομοθεσίες ορίζουν για την αποκατάσταση των ζημιών να μην είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να έχουν διαμορφωθεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή τη λήψη αποζημιώσεως (αρχή της αποτελεσματικότητας) (37).
57. Για να καθορισθεί αν η αρχή της ισοδυναμίας τηρήθηκε στην υπόθεση της κύριας δίκης, στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο που έχει άμεση γνώση των δικονομικών κανόνων που διέπουν τέτοια ζητήματα, εναπόκειται να εξετάσει τόσο το αντικείμενο όσο και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά των ενδίκων βοηθημάτων του εσωτερικού δικαίου που φέρεται ότι είναι παρόμοια. Κάθε υπόθεση στην οποία τίθεται το ζήτημα αν εθνική δικονομική διάταξη η οποία διέπει αγωγή βάσει του δικαίου της Ένωσης είναι λιγότερο ευνοϊκή από εκείνες που αφορούν παρόμοιες αγωγές του εσωτερικού δικαίου πρέπει να αναλύεται από το εθνικό δικαστήριο με γνώμονα τον ρόλο της διατάξεως αυτής στην όλη διαδικασία, την εξέλιξη της διαδικασίας και τις ιδιομορφίες της ενώπιον των αρμοδίων εθνικών οργάνων (38).
58. Η αρχή της ισοδυναμίας αποτελεί προέκταση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των δυσμενών διακρίσεων. Συναφώς, δεν είναι σαφές αν ασκήθηκαν ή όντως μπορούν να ασκηθούν παρόμοιες αγωγές του εσωτερικού δικαίου. Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης είναι περίπλοκο και σύνθετο και η κατάσταση που έχει ανακύψει είναι ιδιόμορφη. Οι διαδικασίες αυτές έχουν βαθιές ρίζες στο δίκαιο της Ένωσης. Ο υπολογισμός των εισφορών στην παραγωγή ζάχαρης έχει προκαλέσει σημαντικές δικαστικές διαφορές στο επίπεδο της Ένωσης και έχει οδηγήσει σε αποφάσεις των δικαστηρίων της Ένωσης που κήρυξαν ανίσχυρη τη σχετική ρύθμιση (39). Οι αρχικές προσπάθειες του νομοθέτη να διορθώσει τα πράγματα ήταν ανεπιτυχείς, όπως υπενθυμίζουν οι αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 22 του κανονισμού 1360/2013. Δεδομένων των περιστάσεων αυτών, θα ήταν παράδοξο να εντοπιστούν πραγματικά συγκρίσιμες εσωτερικές καταστάσεις. Το γεγονός ότι ο κανονισμός 1360/2013 έχει αναδρομική ισχύ δεν αρκεί από μόνο του για να καταστήσει ισοδύναμες αγωγές του εσωτερικού δικαίου οι οποίες αφορούν δημοσιονομικά μέτρα που ομοίως έχουν τέτοια αποτελέσματα.
59. Οι κανόνες που καθορίζουν εύλογες προθεσμίες παραγραφής για την κίνηση δίκης ικανοποιούν, κατ’ αρχήν, την απαίτηση αποτελεσματικότητας, καθόσον αυτό συνιστά εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της ασφάλειας δικαίου. Πάντως, τέτοιου είδους προθεσμίες δεν θα πρέπει να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται από το δίκαιο της Ένωσης (40).
60. Από τα εκτιθέμενα από το αιτούν δικαστήριο στη διάταξή του περί παραπομπής όσον αφορά τη λειτουργία των εθνικών κανόνων περί των προθεσμιών παραγραφής προκύπτει με σαφήνεια ότι η Cargill Deutschland πιθανότατα δεν μπορούσε να ασκήσει εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής αγωγή για την επιστροφή (41). Η προθεσμία αυτή είχε εκπνεύσει πριν ο κανονισμός 1360/2013 τεθεί σε ισχύ στις 20 Δεκεμβρίου 2013 και πριν προσδιοριστούν από τον νομοθέτη της Ένωσης οι εισφορές στην παραγωγή, οι συντελεστές που απαιτούνταν για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς και των ποσών που έπρεπε να καταβληθούν από τις βιομηχανίες ζάχαρης στους πωλητές ζαχαροτεύτλων, όπως όριζαν το άρθρο 1 και το παράρτημα του κανονισμού αυτού. Επομένως, ήταν πρακτικώς αδύνατον για οικονομικούς φορείς όπως η Cargill Deutschland να ποσοτικοποιήσουν το ύψος των εισφορών που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση και να απαιτήσουν επιστροφή. Οι αγωγές αυτές είχαν παραγραφεί πριν ακόμη τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 1360/2013.
61. Το Hauptzollamt Krefeld ισχυρίστηκε (κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση) ότι ένας συνετός οικονομικός φορέας θα μπορούσε να προσβάλει τις αρχικές βεβαιώσεις εισφορών, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα της Cargill Deutschland με το να μείνουν ανοικτές οι βεβαιώσεις αυτές.
62. Πρόκειται για ζήτημα εσωτερικού δικονομικού δικαίου. Είναι επίσης ζήτημα εμπορικής επιλογής και κρίσεως, το οποίο θεμιτά μπορεί να διαφέρει από τον έναν οικονομικό φορέα στον άλλο. Ωστόσο, δεν είναι το ζήτημα δικαίου της Ένωσης που τίθεται εν προκειμένω, το οποίο είναι αν η εθνική ρύθμιση στερεί στην ουσία από οικονομικούς φορείς όπως η Cargill Deutschland το δικαίωμά τους να αξιώσουν επιστροφή.
63. Αποτελεί όντως γενική αρχή, κοινή στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, ότι ο ζημιωθείς οφείλει να επιδείξει εύλογη επιμέλεια για να περιορίσει την έκταση της προκληθείσας ζημίας ή τον κίνδυνο να επιβαρυνθεί ο ίδιος με τη ζημία αυτή (42). Πάντως, θα ήταν αντίθετο προς την αρχή της αποτελεσματικότητας να υποχρεώνονται οι ζημιωθέντες να ασκούν συστηματικά κάθε ένδικο βοήθημα που έχουν στη διάθεσή τους, ακόμη και αν αυτό θα προκαλούσε υπερβολικές δυσχέρειες ή δεν θα ήταν εύλογο να απαιτηθεί να το πράξουν.
64. Επιπλέον, η ερμηνεία των επίμαχων εθνικών κανόνων όπως περιγράφεται από το αιτούν δικαστήριο στερεί τον κανονισμό 1360/2013 από την πρακτική του αποτελεσματικότητα. Ο ρητός σκοπός του εν λόγω κανονισμού είναι να παράσχει στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα να εφαρμόσουν τις αποφάσεις των δικαστηρίων της Ένωσης που αφορούν την ορθή εφαρμογή του καθεστώτος το οποίο διέπει τις εισφορές στην παραγωγή ζάχαρης. Οι αποφάσεις αυτές σκοπούν να διασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή του συστήματος που αποτελεί το βάθρο των εισφορών αυτών. Ο σκοπός του εν λόγω συστήματος ήταν να εξασφαλίσει την αυτοχρηματοδότηση του συστήματος αυτού, ούτως ώστε ο κλάδος παραγωγής να χρηματοδοτεί ο ίδιος τις ζημίες που προκαλούνται από τα πλεονάσματα παραγωγής ζάχαρης. Το να επιτραπεί στις αρμόδιες αρχές να διατηρήσουν πλεονασματικές εισφορές που εισπράχθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία αντιβαίνει στην όλη φιλοσοφία του συστήματος αυτού.
65. Εφόσον δεν καθορίζεται από τον νομοθέτη της Ένωσης η προθεσμία παραγραφής για την επιστροφή των εισφορών που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση, ο καθορισμός του χρονικού σημείου από το οποίο αρχίζει να τρέχει η προθεσμία αυτή είναι ζήτημα εθνικού δικαίου και κατ’ ανάγκην διαφέρει μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών (43). Ομοίως, η εφαρμογή των εθνικών δικονομικών κανόνων σαφώς εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια.
66. Ωστόσο, καθό μέτρο οικονομικοί φορείς δεν ήταν σε θέση να ποσοτικοποιήσουν το ύψος οποιασδήποτε αξιώσεως επιστροφής εισφορών στην παραγωγή που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 1360/2013, οι εθνικοί κανόνες που προβλέπουν ότι η σχετική προθεσμία παραγραφής έληξε πριν τεθεί σε ισχύ ο συγκεκριμένος κανονισμός καθιστούν πρακτικώς αδύνατον για τους εν λόγω οικονομικούς φορείς να αξιώσουν επιστροφή των εισφορών στην παραγωγή ζάχαρης που καταβλήθηκαν καθ’ υπέρβαση βάσει ρυθμίσεως την οποία το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρη.
Πρόταση
67. Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα του Finanzgericht Düsseldorf (φορολογικού δικαστηρίου Ντίσελντορφ, Γερμανία) την ακόλουθη απάντηση:
Όταν έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως εισφορές στην παραγωγή ζάχαρης, οι εθνικοί κανόνες περί των προθεσμιών παραγραφής, οι οποίοι στερούν από οικονομικούς φορείς τη δυνατότητα να αξιώσουν επιστροφή εισφορών που υπολογίσθηκαν εκ νέου βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 1360/2013 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τον καθορισμό των εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002, 2002/2003, 2003/2004, 2004/2005 και 2005/2006, περί του συντελεστή που απαιτείται για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 και 2004/2005 και των ποσών που πρέπει να καταβληθούν από τις βιομηχανίες ζάχαρης στους πωλητές ζαχαροτεύτλων λόγω της διαφοράς μεταξύ του ανώτατου ποσού των εισφορών και του ποσού αυτών για τα έτη εμπορίας 2002/2003, 2003/2004 και 2005/2006 πρέπει να μένουν ανεφάρμοστοι όταν η εφαρμογή των κανόνων αυτών καθιστά πρακτικώς αδύνατη την άσκηση τέτοιων αγωγών.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 Κανονισμός της 2ας Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τον καθορισμό των εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002, 2002/2003, 2003/2004, 2004/2005 και 2005/2006, του συντελεστή που απαιτείται για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς για τις περιόδους εμπορίας 2001/2002 και 2004/2005 και των ποσών που πρέπει να καταβληθούν από τις βιομηχανίες ζάχαρης στους πωλητές ζαχαροτεύτλων λόγω της διαφοράς μεταξύ του ανώτατου ποσού των εισφορών και του ποσού των εισφορών αυτών που πρέπει να εισπραχθούν για τα έτη εμπορίας 2002/2003, 2003/2004 και 2005/2006 (ΕΕ 2013, L 343, σ. 2).
3 Οι βεβαιώσεις εισφορών στην παραγωγή ζάχαρης, τις οποίες αφορά η αξίωση επιστροφής, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Οκτωβρίου 2002 και Οκτωβρίου 2005 (βλ., περαιτέρω, σημείο 19 των παρουσών προτάσεων).
4 Η ζάχαρη διακρινόταν σε τρεις κατηγορίες. Σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας, η παραγωγή ζάχαρης Α και Β ήταν εντός των ποσοστώσεων που, κατ’ αρχήν, ανταποκρίνονταν αντιστοίχως στη ζήτηση ζάχαρης εντός της εσωτερικής αγοράς και στις εξαγωγές των πλεονασμάτων ζάχαρης με το ευεργέτημα των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Η ζάχαρη Γ παραγόταν εκτός των εν λόγω ποσοστώσεων, δεν μπορούσε να τεθεί ελεύθερα στο εμπόριο εντός της Κοινότητας και εξαγόταν χωρίς οικονομική στήριξη.
5 Αιτιολογικές σκέψεις 11 έως 15 του κανονισμού (ΕΚ) 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 2001, L 178, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε επανειλημμένως. Η αγορά της ζάχαρης ρυθμίζεται τώρα από τον κανονισμό (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 671).
6 Απόφαση της 8ης Μαΐου 2008, Zuckerfabrik Jülich (C-5/06 και C-23/06 έως C‑36/06, EU:C:2008:260) (στο εξής: απόφαση Jülich I).
7 Κανονισμός της 7ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2002/03, των ποσών των συνεισφορών στην παραγωγή όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 2003, L 254, σ. 4).
8 Κανονισμός της 14ης Οκτωβρίου 2004 για καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2003/2004, των ποσών των συνεισφορών στην παραγωγή όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 2004, L 316, σ. 4).
9 Απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011 (T-4/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:546).
10 Κανονισμός της 14ης Οκτωβρίου 2005, για τον καθορισμό, όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 2004/2005, των ποσών των εισφορών στην παραγωγή, καθώς και του συντελεστή της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 2005, L 271, σ. 12).
11 Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012, Zuckerfabrik Jülich κ.λπ. (C-113/10, C‑147/10 και C-234/10, EU:C:2012:591) (στο εξής: απόφαση Jülich II).
12 Πράγματι, δεν είχε ζητηθεί να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ζητήματος αυτού, βλ. προτάσεις μου στις υποθέσεις Zuckerfabrik Jülich κ.λπ. (C-113/10, C-147/10 και C-234/10, EU:C:2011:701, σημείο 82).
13 Κανονισμός (ΕΚ) 1193/2009 της Επιτροπής, της 3ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη διόρθωση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1762/2003, (ΕΚ) αριθ. 1775/2004, (ΕΚ) αριθ. 1686/2005, (ΕΚ) αριθ. 164/2007 και τον καθορισμό των εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας 2002/03, 2003/04, 2004/05, 2005/06 (ΕΕ 2009, L 321, σ. 1).
14 Εν τω μεταξύ, ο κανονισμός 1260/2001 είχε καταργηθεί και αντικατασταθεί. Κατά συνέπεια, πλέον δεν παρείχε νομική βάση στην Επιτροπή για να εκδώσει πράξη που να διορθώνει τις εισφορές.
15 Αιτιολογικές σκέψεις 12 έως 22.
16 Κανονισμός της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ 2000, L 130, σ. 1).
17 Τα στοιχεία γʹ έως στʹ αφορούν την ισογλυκόζη.
18 Κανονισμός της 19ης Φεβρουαρίου 2018, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1999/2000, των ποσών των εισφορών στην παραγωγή, καθώς και του συντελεστή υπολογισμού της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα της ζάχαρης, και για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2000/2001, των ποσών των εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 2018, L 51, σ. 1).
19 Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 2017 (C-585/15, EU:C:2017:105).
20 Κανονισμός της 12ης Οκτωβρίου 2000, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1999/2000, των ποσών των συνεισφορών στην παραγωγή, καθώς και του συντελεστή υπολογισμού της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 2000, L 259, σ. 29).
21 Κανονισμός της 11ης Οκτωβρίου 2001, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2000/01, των ποσών των συνεισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ 2001, L 271, σ. 15).
22 Αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 9.
23 Στη συνέχεια, θα αναφέρω τις συγκεκριμένες περιόδους εμπορίας συνολικώς ως επίμαχες περιόδους εμπορίας.
24 Βλ. σημεία 3 έως 6 των παρουσών προτάσεων.
25 Βλ. σημείο 41 των παρουσών προτάσεων.
26 Βλ. σημείο 9 των παρουσών προτάσεων.
27 Η ημερομηνία βεβαιώσεως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1150/2000. Τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση: (i) να διαπιστώσουν τους ίδιους πόρους της Ένωσης (άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000)· (ii) να προχωρήσουν σε πίστωσή τους σε τραπεζικό λογαριασμό της Ένωσης· αν δεν τηρήσουν τις υποχρεώσεις αυτές· (iii) να καταβάλουν τόκους υπερημερίας για τα εκκρεμή ποσά. Οι εισφορές στην παραγωγή αποτελούν μέρος των ίδιων πόρων της Ένωσης. Η «διαπίστωση» ίδιων πόρων σημαίνει ότι τα ποσά αυτά λαμβάνονται υπόψη και όχι ότι εισπράττονται: βλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2005, Επιτροπή κατά Δανίας (C-392/02, EU:C:2005:683, σκέψη 67).
28 Όσον αφορά τα κεφάλαια της «από κοινού διαχείρισης», η Επιτροπή εμπιστεύεται στα κράτη μέλη την εφαρμογή ενωσιακών προγραμμάτων σε εθνικό επίπεδο. Οι αρμόδιες αρχές διαμοιράζουν τότε τα κεφάλαια στους αποδέκτες (εν προκειμένω, τους οικονομικούς φορείς στον τομέα της ζάχαρης).
29 Βλ. σημείο 11 των παρουσών προτάσεων.
30 Αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 10 του κανονισμού 1360/2013: βλ., επίσης, σ. 3 της αιτιολογικής εκθέσεως του εγγράφου COM(2013) 527, της προτάσεως της Επιτροπής για κανονισμού του Συμβουλίου, όπου αναφέρεται ότι «[τ]ο Δικαστήριο έκρινε, ωστόσο, ότι η Επιτροπή έσφαλε επανειλημμένα κατά τον υπολογισμό των ετήσιων εισφορών για την εν λόγω περίοδο σύμφωνα με τον [κανονισμό 1260/2001]. Τέλος, διαπίστωσε ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στον [κανονισμό 1193/2009] για τον καθορισμό των εισφορών ήταν εσφαλμένη, διότι οδήγησε σε υπερεκτίμηση των δαπανών που έπρεπε να καλυφθούν και, κατά συνέπεια, στην υπερβολική χρέωση των παραγωγών ζάχαρης. Ως αποτέλεσμα της ακυρότητας του [κανονισμού 1193/2009], το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ιδιώτες έχουν δικαίωμα επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στο πλαίσιο των εισφορών στην παραγωγή τις οποίες εισέπραξαν αδικαιολόγητα τα κράτη μέλη κατά το επίμαχο διάστημα, καθώς και καταβολής τόκων για τα ποσά αυτά. Η απόφαση έχει αφήσει νομικό κενό όσον αφορά το ακριβές ποσό των εισφορών για τις περιόδους εμπορίας 2002/2003, 2003/2004, 2004/2005 και 2005/2006. Ως εκ τούτου, και κατ’ εφαρμογή της απόφασης του Δικαστηρίου, οι εισφορές που καθορίστηκαν για τις εν λόγω περιόδους εμπορίας θα πρέπει να αντικατασταθούν από νέες, οι οποίες θα υπολογιστούν με τη μέθοδο που επικύρωσε το Δικαστήριο, με αναδρομική ισχύ».
31 Αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 1360/2013· βλ., επίσης, σημείο 2 των παρουσών προτάσεων.
32 Βλ. σημείο 8 των παρουσών προτάσεων.
33 Πρόσφατη κρίση σχετικά με τις εν λόγω γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης διαλαμβάνεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 2018, Specializuotas transportas (C-531/16, EU:C:2018:324, σκέψη 36).
34 Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (EE 1992, L 302, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε επανειλημμένως. Ο κανονισμός (ΕΕ) 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα, διέπει τώρα τον ενωσιακό τελωνειακό τομέα. Τα άρθρα 116, 117 και 121 του κανονισμού 952/2013 είναι οι διατάξεις που αντιστοιχούν στο άρθρο 236 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
35 Βλ. σημεία 42 έως 44 των παρουσών προτάσεων.
36 Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1970, ACF Chemiefarma κατά Επιτροπής (41/69, EU:C:1970:71, σκέψεις 19 και 20).
37 Απόφαση της 24ης Μαρτίου 2009, Danske Slagterier (C-445/06, EU:C:2009:178, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
38 Απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010, Bulicke (C-246/09, EU:C:2010:418, σκέψεις 28 και 29 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Βλ. σημεία 3 έως 6 και υποσημείωση 30 των παρουσών προτάσεων.
40 Απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010, Bulicke (C-246/09, EU:C:2010:418, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41 Βλ. σημεία 23 έως 25 των παρουσών προτάσεων.
42 Απόφαση της 24ης Μαρτίου 2009, Danske Slagterier (C-445/06, EU:C:2009:178, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
43 Βλ. σημείο 48 των παρουσών προτάσεων.