Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ-BORDONA
της 15ης Μαΐου 2019(1)
Υπόθεση C‑378/18
Landwirtschaftskammer Niedersachsen
κατά
Reinhard Westphal
[αίτηση του Bundesverwaltungsgericht
(Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινή γεωργική πολιτική – Καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων – Ενισχύσεις βάσει εκτάσεως – Ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών – Κυρώσεις – Παραγραφή – Έναρξη της προθεσμίας – Ενδεχόμενη εφαρμογή των κανόνων σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης»
1. Το 2001 και 2002, ένας Γερμανός γεωργός υπέβαλε, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1251/1999 (2), αίτηση ενισχύσεως για γεωργικές εκτάσεις. Εισέπραξε τα αντίστοιχα ποσά ορισμένους μήνες μετά την υποβολή των αντίστοιχων αιτήσεων, όμως, το 2006, το Landwirtschaftskammer Niedersachsen (Γεωργικό Επιμελητήριο της Κάτω Σαξονίας, Γερμανία· στο εξής: Γεωργικό Επιμελητήριο) έκρινε ότι ο γεωργός αυτός είχε δηλώσει εσφαλμένως την έκταση των αγροτεμαχίων του, και, για τον λόγο αυτόν, αποφάσισε την ανάκληση του συνόλου της ενισχύσεως, ως κατάλληλη κύρωση για τη συμπεριφορά αυτή.
2. Η διαφορά ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων επικεντρώθηκε στην εφαρμοστέα στα πραγματικά αυτά περιστατικά προθεσμία παραγραφής, ζήτημα συνδεόμενο με την προβαλλόμενη in melius αναδρομικότητα ορισμένων κανόνων του δικαίου της Ένωσης, οι οποίοι φέρεται να θέσπισαν ευνοϊκότερο καθεστώς κυρώσεων.
I. Νομοθετικό πλαίσιο
1. Διατάξεις σχετικά με την κοινή γεωργική πολιτική
1. Κανονισμός (ΕΟΚ) 3887/92 (3)
3. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2:
«2. Όταν διαπιστωθεί ότι η δηλωθείσα έκταση στην αίτηση ενίσχυσης υπερβαίνει την καθορισθείσα έκταση, το ποσό της ενίσχυσης υπολογίζεται βάσει της έκτασης που έχει πράγματι καθορισθεί κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Εντούτοις, εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας, η πράγματι καθορισθείσα έκταση μειώνεται κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς, εφόσον αυτή υπερβαίνει το 3 % ή τα 2 εκτάρια και όχι περισσότερο από το 20 % της καθορισθείσας έκτασης.
Στην περίπτωση που η διαπιστωθείσα επιπλέον έκταση είναι μεγαλύτερη από το 20 % της καθορισθείσας έκτασης, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση σχετική με την έκταση.
[…]
Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, ως καθορισθείσα έκταση νοείται εκείνη για την οποία έχουν τηρηθεί όλοι οι κανονιστικοί όροι […]».
2. Κανονισμός (ΕΚ) 2419/2001 (4)
4. Το άρθρο 32, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
«1. Εάν, όσον αφορά μια ομάδα καλλιεργειών, η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει την καθορισθείσα σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 [(5)], η ενίσχυση υπολογίζεται με βάση την καθορισθείσα έκταση γι’ αυτή την ομάδα καλλιεργειών μειωμένη κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς, εφόσον αυτή υπερβαίνει το 3 % ή τα δύο εκτάρια, αλλά δεν υπερβαίνει το 20 % της καθορισθείσας έκτασης.
Εάν η διαφορά υπερβαίνει το 20 % της καθορισθείσας έκτασης, δεν χορηγείται καμία συνδεμένη με την έκταση ενίσχυση για τη σχετική ομάδα καλλιεργειών.»
5. Το άρθρο 49 («Ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων») προβλέπει τα εξής:
«1. Σε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής, ο κάτοχος της εκμετάλλευσης επιστρέφει το εν λόγω ποσό, προσαυξημένο κατά τους τόκους που υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.
[…]
5. Η υποχρέωση επιστροφής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει, εάν το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ημέρας πληρωμής της ενίσχυσης και της ημέρας της πρώτης κοινοποίησης στον δικαιούχο από την αρμόδια αρχή σχετικά με τη φύση της σχετικής πληρωμής ως αχρεώστητης υπερβαίνει τα δέκα έτη.
Εντούτοις, το διάστημα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιορίζεται σε τέσσερα έτη, εάν ο δικαιούχος ενήργησε καλόπιστα.
6. Τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν λόγω της επιβολής μειώσεων και αποκλεισμών σύμφωνα με το άρθρο 13 και τον τίτλο IV υπόκεινται σε τετραετή περίοδο παραγραφής.
[…]»
6. Το άρθρο 52α, υπό τον τίτλο «Παραγραφή σχετικά με τις αιτήσεις ενίσχυσης για τις περιόδους εμπορίας και τις περιόδους πριμοδότησης που άρχισαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2002», το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1, σημείο 13, του κανονισμού (ΕΚ) 118/2004 (6) ορίζει τα εξής:
«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 54 παράγραφος 2 και με την επιφύλαξη περισσότερο ευνοϊκών κανόνων για τις προθεσμίες παραγραφής που καθορίζονται από τα κράτη μέλη, το άρθρο 49 παράγραφος 5 εφαρμόζεται επίσης στις αιτήσεις ενίσχυσης που αφορούν περιόδους εμπορίας ή περιόδους πριμοδοτήσεων με ημερομηνία έναρξης πριν από την 1η Ιανουαρίου 2002, εκτός εάν ο δικαιούχος έχει ήδη ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή σχετικά με το είδος των αχρεωστήτως καταβληθέντων ενισχύσεων πριν από την 1η Φεβρουαρίου 2004».
7. Καίτοι ο κανονισμός 2419/2001 καταργήθηκε με το άρθρο 80, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 (7), οι κανόνες παραγραφής διατηρήθηκαν στο άρθρο 73, παράγραφοι 1, 5 και 6, του πρώτου εξ αυτών, έως την κατάργησή του, την 1η Ιανουαρίου 2010, με το άρθρο 86, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1122/2009 (8). Ο τελευταίος αντικαταστάθηκε, με τη σειρά του, από τον κανονισμό (ΕΕ) 640/2014 (9), σε ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2015.
2. Διατάξεις σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 (10)
8. Οι διατάξεις οι οποίες διέπουν την καταπολέμηση της απάτης, με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, περιλαμβάνονται στον κανονισμό 2988/95, γενικού χαρακτήρα, ο οποίος είναι επικουρικός των τομεακών κανόνων, συγκεκριμένα, στον τομέα της γεωργίας.
9. Κατά την αιτιολογική του σκέψη 9:
«[Εκτιμώντας] ότι τα κοινοτικά μέτρα και κυρώσεις που θεσπίζονται για την επίτευξη των στόχων της κοινής γεωργικής πολιτικής αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των καθεστώτων ενίσχυσης· ότι έχουν αυτοτελή σκοπό […]· ότι η αποτελεσματικότητά τους πρέπει να εξασφαλίζεται με την άμεση εφαρμογή του κοινοτικού κανόνα […]».
10. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, περιλαμβανόμενο στον τίτλο I («Γενικές αρχές»), προβλέπει τα εξής:
«2. Παρατυπία συνιστά κάθε παράβαση διάταξης του […] δικαίου [της Ένωσης] που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα, με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων ή προϋπολογισμός διαχειριζόμενος από τις Κοινότητες, είτε με τη μείωση ή ματαίωση εσόδων που προέρχονται από ίδιους πόρους που εισπράττονται απευθείας για λογαριασμό της [Ένωσης], είτε με αδικαιολόγητη δαπάνη.»
11. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2:
«2. Καμία διοικητική κύρωση δεν απαγγέλλεται εάν δεν προβλέπεται από κοινοτική πράξη προγενέστερη της παρατυπίας. Σε περίπτωση μεταγενέστερης τροποποίησης των διατάξεων περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων που περιέχονται σε κοινοτικούς κανόνες, ισχύουν αναδρομικώς οι λιγότερο αυστηρές διατάξεις.»
12. Το άρθρο 3 διαλαμβάνει τα εξής:
«1. Η προθεσμία παραγραφής της δίωξης είναι τετραετής από τη διάπραξη της παρατυπίας που ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1. […]
Για τις διαρκείς ή επαναλαμβανόμενες παρατυπίες, η παραγραφή τρέχει από την ημέρα που έπαυσε η παρατυπία. […]
Η παραγραφή της δίωξης διακόπτεται από κάθε πράξη που φέρεται εις γνώσιν του ενδιαφερόμενου, προέρχεται από την αρμόδια αρχή και αποσκοπεί στη διερεύνηση ή τη δίωξη της παρατυπίας. Η προθεσμία παραγραφής αρχίζει και πάλι να τρέχει μετά από κάθε διακοπή της.
[…]
2. Η προθεσμία εκτέλεσης της απόφασης που καθορίζει τη διοικητική ποινή είναι τριετής. […]
Οι περιπτώσεις διακοπής και αναστολής ρυθμίζονται από τις σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου.
3. Τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια εφαρμογής προθεσμίας μεγαλύτερης από την προβλεπόμενη στις παραγράφους 1 και 2 αντιστοίχως.»
II. Πραγματικά περιστατικά και διαφορά της κύριας δίκης
13. Θα παραθέσω την έκθεση πραγματικών περιστατικών όπως αυτή αποτυπώνεται στη διάταξη περί παραπομπής (από την οποία θα μεταφέρω αυτούσια ορισμένα χωρία), μη παραλείποντας, ωστόσο, να επισημάνω κάποια σχετική ασάφεια σε ορισμένα από αυτά.
14. Ο Reinhard Westphal, γεωργός, αιτήθηκε τον Μάιο του 2000 και τον Μάιο του 2001 (11) ενισχύσεις βάσει εκτάσεως για τα αντίστοιχα οικονομικά έτη, σύμφωνα με το καθεστώς στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών.
15. Το Γεωργικό Επιμελητήριο ενέκρινε τις ενισχύσεις και τις κατέβαλε εντός των ετών κατά τη διάρκεια των οποίων είχαν υποβληθεί οι αιτήσεις (12).
16. «Στις 12 Ιανουαρίου 2006, το Γεωργικό Επιμελητήριο, στο πλαίσιο επιτόπιου ελέγχου, διαπίστωσε παρατυπίες στα δηλωθέντα στοιχεία εκτάσεων υπό καθεστώς παύσεως της καλλιέργειας. Κατόπιν ακροάσεως του προσφεύγοντος, με την από 23 Ιουλίου 2007 απόφασή του ανακάλεσε μεταξύ άλλων μερικώς τις αποφάσεις εγκρίσεως για τα έτη 2000 και 2001 και απαίτησε την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Για τον υπολογισμό τους βασίστηκε στην παραδοχή ότι η καθ’ υπέρβαση δήλωση εκτάσεως υπό καθεστώς παύσεως καλλιέργειας συνεπάγεται ως κύρωση τον αποκλεισμό κάθε ενισχύσεως» (13).
17. Ο R. Westphal άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής. «Στην κατ’ έφεση δίκη αποδέχθηκε την ανάκληση των αποφάσεων εγκρίσεως και τις απαιτήσεις επιστροφής των καταβληθέντων ποσών στον βαθμό που δεν βασίζονται στην κύρωση. Ως προς την εναπομείνασα απαίτηση επιστροφής που βασίζεται στην κύρωση, το εφετείο εξαφάνισε την απόφαση της 23ης Ιουλίου 2007» (14).
18. Το εφετείο αιτιολόγησε την κρίση του με το ακόλουθο σκεπτικό (15):
– πληρούνταν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις επιβολής της κυρώσεως του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92. Όσον αφορά τα επίμαχα δύο έτη, η διαφορά μεταξύ της αναφερόμενης στην αίτηση εκτάσεως υπό καθεστώς παύσεως καλλιέργειας και της πράγματι καθορισθείσας εκτάσεως υπερέβη το 20 % της τελευταίας.
– Εντούτοις, η κύρωση είχε παραγραφεί.
– Η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της λιγότερο αυστηρής κυρωτικής διατάξεως (άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95) επέβαλλε την εφαρμογή του καθεστώτος παραγραφής του άρθρου 49, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 2419/2001.
– Βάσει του καθεστώτος αυτού, η κύρωση είχε παραγραφεί, διότι είχαν παρέλθει περισσότερα από τέσσερα έτη μεταξύ της καταβολής των ενισχύσεων και της ημερομηνίας κατά την οποία ο προσφεύγων ενημερώθηκε από την αρμόδια αρχή, κατόπιν του επιτόπιου ελέγχου, ότι οι ενισχύσεις είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως.
– Οι κανόνες αυτοί παραγραφής είναι ηπιότεροι του γενικής ισχύος κανόνα παραγραφής (ήτοι, του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2988/95), διότι, σύμφωνα με την τελευταία διάταξη, σε περίπτωση επαναλαμβανόμενης παρατυπίας, ως εν προκειμένω, η προθεσμία παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει παρά μόνον από την ημερομηνία παύσεως της παρατυπίας.
19. Το Γεωργικό Επιμελητήριο άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
III. Προδικαστικά ερωτήματα και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
20. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, όπως και το πρωτοδικείο, ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις επιβολής της κυρώσεως δυνάμει του κανονισμού 3887/92, λαμβανομένης, ιδίως, υπόψη, της ανώτερης του 20 % διαφοράς μεταξύ της δηλωθείσας και της καθορισθείσας εκτάσεως.
21. Αντιθέτως, διατηρεί επιφυλάξεις όσον αφορά την εφαρμογή του κριτηρίου της ευνοϊκότερης κυρώσεως, με το σκεπτικό ότι:
– ο κανονισμός 3887/92 δεν περιείχε κανόνες παραγραφής των κυρώσεων, και, ως εκ τούτου, εφαρμογή θα είχαν οι κανόνες του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2988/95, το οποίο, σε περίπτωση επαναλαμβανόμενης παρατυπίας, προέβλεπε τετραετή προθεσμία παραγραφής, αρχόμενη από την παύση της παρατυπίας (16).
– Το γερμανικό δίκαιο δεν έκανε χρήση της δυνατότητας θεσπίσεως «μεγαλύτερης προθεσμίας», στην οποία αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 2988/95.
– Συνεπεία της θεσπίσεως, για πρώτη φορά, με το άρθρο 49, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 2419/2001 τομεακής ρυθμίσεως σχετικά με την παραγραφή κυρώσεων συνισταμένων στην ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, συμπεριλαμβανομένων των επιστροφών λόγω μειώσεων ή αποκλεισμών, το χρονικό σημείο ενάρξεως προθεσμίας παραγραφής μετεβλήθη και ως σημείο αναφοράς ελήφθη η καταβολή της ενισχύσεως, καίτοι η τετραετής προθεσμία παρέμεινε αμετάβλητη.
22. Καθόσον το άρθρο 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001 δεν προβλέπει από πότε άρχεται η προθεσμία παραγραφής των ποσών που είναι ανακτέα συνεπεία της εφαρμογής μειώσεων και αποκλεισμών, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει:
– εάν εφαρμογή πρέπει να έχει το προβλεπόμενο στην παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας (η ημερομηνία καταβολής της ενισχύσεως). Στην περίπτωση αυτή, θα είχε επέλθει παραγραφή.
– Εάν, αντιθέτως, το κενό αυτό θα έπρεπε να καλυφθεί με προσφυγή στο άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2988/95, ως επικουρική γενική ρύθμιση, δεν θα είχε επέλθει παραγραφή.
23. Ωστόσο, η αρχή της εφαρμογής του λιγότερο αυστηρού κυρωτικού κανόνα (άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95) έχει εφαρμογή, παρά το γεγονός ότι το νέο τομεακό καθεστώς του κανονισμού 2419/2001 ετέθη σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2002, ήτοι, μετά την καταβολή των ενισχύσεων (17). Επιπλέον, ο τελευταίος αυτός κανονισμός δεν μετέβαλε το καθεστώς της ενισχύσεως και της κυρώσεως, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη νομολογία, η αρχή αυτή να μπορεί να λαμβάνεται υπόψη, παρά το διαφορετικό νομοθετικό πλαίσιο (18).
24. Απομένει να αποσαφηνιστεί εάν οι νέοι κανόνες παραγραφής συνιστούν διατάξεις περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95. Κατά το αιτούν δικαστήριο, τα γερμανικά ποινικά δικαστήρια εντάσσουν την παραγραφή των αδικημάτων στο δικονομικό δίκαιο, κατά τρόπον ώστε η αρχή της εφαρμογής του ηπιότερου νόμου (19) να λαμβάνεται υπόψη μόνον όταν, μεταξύ της τελέσεως των πράξεων και της αποφάσεως, έχει επιταθεί η ουσιαστική απειλή ποινικών κυρώσεων και, ως εκ τούτου, έχει μεταβληθεί η προθεσμία παραγραφής, όπερ δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ισότητα και το γεγονός ότι η εισαγωγή νέου καθεστώτος παραγραφής προϋποθέτει κατ’ ανάγκη νέα αξιολόγηση του καθεστώτος από πλευράς νομοθέτη.
25. Εάν ο λιγότερο αυστηρός κανόνας παραγραφής δεν έχει εφαρμογή, παρέλκει η εφαρμογή του άρθρου 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001. Τίθεται, επομένως, ζήτημα περί της τυχόν αναλογικής εφαρμογής της παραγράφου 5 του ιδίου αυτού άρθρου, έστω και αν το γράμμα του δεν το επιτρέπει. Κατά το αιτούν δικαστήριο, είναι εύλογη η σκέψη ότι η διατύπωση του άρθρου 52α του κανονισμού 2419/2001 εδράζεται στην ιδέα ότι το άρθρο 49, παράγραφος 6, δεν απαιτεί ειδική διάταξη, καθόσον το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 εγγυάται πλέον ένα συνεκτικό σύστημα. Ζητεί, συνεπώς, να μάθει εάν υφίσταται κάποιο νομοθετικό κενό που θα μπορούσε να καλυφθεί αναλογικώς.
26. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Bundesverwaltungsgericht (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, Γερμανία) αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αρχίζει η παραγραφή κατά το άρθρο 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001 με την καταβολή της ενισχύσεως ή καθορίζεται βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, εν προκειμένω δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2988/95;
2) Είναι οι περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001 ή κατά περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95 διατάξεις περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95;
3) Μπορεί το άρθρο 52α του κανονισμού 2419/2001, το οποίο προβλέπει την αναδρομική εφαρμογή της περί παραγραφής διατάξεως του άρθρου 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 2419/2001, να εφαρμοστεί αναλογικώς και στο άρθρο 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001;»
27. Το αιτούν δικαστήριο εξηγεί ότι, εάν το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 είχε εφαρμογή (πρώτο προδικαστικό ερώτημα), θα παρήλκε η απάντηση επί των λοιπών προδικαστικών ερωτημάτων. Αντιθέτως, εάν προσήκε η απάντηση επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος και αυτή ήταν καταφατική, δεν θα ήταν αναγκαία η εξέταση του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.
28. Η διάταξη περί παραπομπής περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Ιουνίου 2018. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν εμπροθέσμως το Γεωργικό Επιμελητήριο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν κρίθηκε αναγκαία η διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
IV. Νομική ανάλυση
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
1. Κρίσιμοι κανόνες παραγραφής
29. Από τα περιγραφόμενα στη διάταξη περί παραπομπής πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι, με απόφαση της 23ης Ιουλίου 2007, το Γεωργικό Επιμελητήριο επέβαλε στον R. Westphal κύρωση κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92. Η κύρωση αφορούσε τις υποβληθείσες τον Μάιο του 2000 και τον Μάιο του 2001 αιτήσεις ενισχύσεως για τις αντίστοιχες καλλιεργητικές περιόδους, ενισχύσεις οι οποίες χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια των ιδίων αυτών ετών. Η αρμόδια διοίκηση παρενέβη για πρώτη φορά μόλις τον Ιανουάριο του 2006 όταν πραγματοποίησε επιτόπιο έλεγχο και διαπίστωσε τη διαφορά στις εκτάσεις, περίσταση στην οποία ανάγονται οι αμφιβολίες περί παραγραφής.
30. Από τα προδικαστικά ερωτήματα φαίνεται ότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ως δεδομένη εν προκειμένω την εφαρμογή της κατά το άρθρο 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001 προθεσμίας παραγραφής (τέσσερα έτη). Ωστόσο, για τους λόγους που εκθέτω εν συνεχεία, φρονώ ότι η παράγραφος αυτή δεν είναι κρίσιμη για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς.
31. Ο κύριος λόγος έγκειται στην κατά το άρθρο 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001 φύση των μειώσεων και των αποκλεισμών σε σχέση με την παραγραφή. Από την ανάγνωση των άρθρων 13 (για τις εκπροθέσμως υποβαλλόμενες δηλώσεις), 32 (για τις μειώσεις και τους αποκλεισμούς σε περιπτώσεις δηλώσεως εκτάσεως μεγαλύτερης της πραγματικής) (20) και 38 (για τις σχετικές με τις διαφορές στον αριθμό ζωικού κεφαλαίου) του εν λόγω κανονισμού συνάγεται ότι ο κανονισμός αυτός προβλέπει γνήσιες χρηματικές κυρώσεις, ήτοι, την καταβολή ποσών που βαίνουν πέραν ενός αναλογικού υπολογισμού μεταξύ της καθ’ υπέρβαση δηλωθείσας εκτάσεως και του ανακτέου από τη Διοίκηση ποσού.
32. Οι μειώσεις και οι αποκλεισμοί τυποποιούνται, πράγματι, ως κύρωση κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2988/95 (21), καθόσον υποχρεώνουν τον αιτούντα να καταβάλει ποσό ανώτερο του αχρεωστήτως ληφθέντος. Ο ποινικός χαρακτήρας των νομικών αυτών διατάξεων επιρρωννύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο δεν διστάζει να τις χαρακτηρίσει ως κυρώσεις (22).
33. Τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν συνεπεία των μειώσεων και των αποκλεισμών υπολογίζονται, όπως είναι λογικό, με τις αντίστοιχες κυρωτικές διοικητικές αποφάσεις. Τα εν λόγω ποσά καθίστανται απαιτητά από την ημερομηνία εκδόσεως των τελευταίων αυτών αποφάσεων. Επιπλέον, όπως ακριβώς η γενική ρύθμιση (άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2988/95) θεσπίζει «τριετή προθεσμία για την εκτέλεση της αποφάσεως που καθορίζει τη διοικητική ποινή», έτσι και ο τομεακός κανόνας (άρθρο 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001) θεσπίζει τετραετή προθεσμία παραγραφής, η οποία πρέπει να νοείται ως το μέγιστο χρονικό διάστημα εντός του οποίου η Διοίκηση μπορεί να εισπράξει τα ποσά που, δυνάμει της επιβληθείσας κυρώσεως, είναι ανακτέα (23).
34. Κατά την κρίση μου, με την ερμηνεία αυτή αποφεύγεται η παράλογη λύση που θα συνιστούσε η θέσπιση τετραετούς μόλις προθεσμίας παραγραφής για συμπεριφορές οι οποίες, λόγω του καταφανώς παράνομου χαρακτήρα τους, επισείουν κυρώσεις (παράγραφος 6) και, αντιστρόφως, προθεσμίας έως δέκα έτη για τις λιγότερο σοβαρές λοιπές συμπεριφορές (παράγραφος 5), που δημιουργούν απλώς την υποχρέωση επιστροφής. Η μοναδική εξήγηση που εντοπίζω είναι ότι πρόκειται για προθεσμίες διαφορετικής φύσεως, με την προθεσμία της παραγράφου 6 να αφορά, όπως μόλις εξέθεσα, την εκτέλεση της ίδιας της κυρώσεως.
35. Ωστόσο, στην υπό κρίση διαφορά δεν φαίνεται να αμφισβητείται η προθεσμία για την εκτέλεση των κυρώσεων (μειώσεων και αποκλεισμών) που επιβλήθηκαν με την απόφαση του Γεωργικού Επιμελητηρίου της 23ης Ιουλίου 2007 (24). Η διαμάχη περιορίζεται στην παραγραφή της υποχρεώσεως επιστροφής των ποσών που κατεβλήθησαν στον παραγωγό, ως ενίσχυση για τις καλλιεργητικές περιόδους 2000 και 2001, και ο τελευταίος τα έλαβε αχρεωστήτως καθόσον αντιστοιχούσαν σε εκτάσεις διαφορετικές των πραγματικών.
36. Φρονώ, συνεπώς, ότι η ερμηνεία του άρθρου 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001 στερείται σημασίας εν προκειμένω.
37. Ο κανονισμός 1251/1999, δυνάμει του οποίου υπεβλήθησαν οι δηλώσεις του R. Westphal, δεν περιείχε καμία διάταξη διέπουσα την παραγραφή των υποχρεώσεων επιστροφής λόγω παρατυπιών όπως οι επίμαχες. Ουδόλως περιλαμβανόταν τέτοιου είδους διάταξη στον κανονισμό 3887/92, το άρθρο 9 του οποίου απετέλεσε τη βάση για την έκδοση από το Γεωργικό Επιμελητήριο της κυρωτικής αποφάσεως της 23ης Ιουλίου 2007.
38. Ελλείψει ειδικών κανόνων, εφαρμογή θα είχε η γενική ρύθμιση (25), ήτοι, το άρθρο 3 του κανονισμού 2988/95, σε ισχύ κατά τον χρόνο υποβολής των αιτήσεων και καταβολής του ποσού των αιτηθεισών ενισχύσεων (αντιστοίχως, κατά τα έτη 2000 και 2001) (26).
39. Ωστόσο, το 2001 θεσπίστηκε ειδική ρύθμιση (για τις ενισχύσεις στον γεωργικό τομέα) η οποία εισήγαγε τους δικούς της κανόνες παραγραφής. Το τομεακό καθεστώς παραγραφής όσον αφορά την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών για αυτού του είδους τις ενισχύσεις περιελήφθη στο άρθρο 49 του κανονισμού 2419/2001 και τροποποιήθηκε, μερικώς, το 2004, με την προσθήκη του άρθρου 52α στον κανονισμό αυτόν.
40. Το νέο καθεστώς παραγραφής απέκτησε αναδρομική ισχύ κατόπιν της τροποποιήσεως, το 2004, του κανονισμού 2419/2001: συγκεκριμένα, οι υποχρεώσεις επιστροφής σχετικά με αιτήσεις ενισχύσεως για καλλιεργητικές περιόδους που άρχισαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2002 μπορούσαν να επωφεληθούν της προβλεπόμενης στο άρθρο 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 2419/2001 προθεσμίας παραγραφής (27).
41. Κατά το νέο αυτό καθεστώς, αναδρομικώς εφαρμοστέο, η υποχρέωση επιστροφής παραγράφεται εάν έχουν μεσολαβήσει δέκα έτη (ελλείψει καλής πίστεως) ή τέσσερα έτη (σε περίπτωση καλής πίστεως) «μεταξύ της ημέρας πληρωμής της ενίσχυσης και της ημέρας της πρώτης κοινοποίησης στον δικαιούχο από την αρμόδια αρχή σχετικά με τη φύση της σχετικής πληρωμής ως αχρεώστητης». Αυτό είναι, σε τελική ανάλυση, το γράμμα του άρθρου 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 2419/2001.
42. Με την εισαγωγή του άρθρου 52α, η επέκταση της εφαρμογής του άρθρου 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 2419/2001 στις πρότερες της 1ης Ιανουαρίου 2002 αιτήσεις ενισχύσεων (όπως είναι η επίμαχη περίπτωση) ετέθη σε ισχύ στις 25 Ιανουαρίου 2004. Καθόσον κατά την ημερομηνία αυτή εξακολουθούσε να τρέχει η (γενική) τετραετής προθεσμία παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95, δεν εγείρονται προβλήματα από απόψεως ασφάλειας δικαίου (28) όσον αφορά τις καλή τη πίστει διαπραχθείσες παρατυπίες: σύμφωνα με αμφότερα τα καθεστώτα (το γενικό και το ειδικό), η προθεσμία παραγραφής ήταν η ίδια, ήτοι, τετραετής.
43. Μεγαλύτερα προβλήματα εγείρει η αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 2419/2001 εφόσον γίνει δεκτό ότι ο R. Westphal δεν ενήργησε καλόπιστα. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία παραγραφής του νέου τομεακού κανόνα (δέκα έτη) είναι επαχθέστερη αυτής που προβλέπει ο γενικός κανόνας (τέσσερα έτη). Φρονώ, ωστόσο, ότι η αναδρομική αυτή εφαρμογή έχει νομοθετικό έρεισμα.
44. Πράγματι, η νομολογία του Δικαστηρίου αναγνωρίζει στα κράτη μέλη, όσον αφορά τα μέτρα καταστολής, την εξουσία να θεσπίζουν μεγαλύτερες προθεσμίες παραγραφής, οι οποίες μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνον όταν, κατά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της νέας προθεσμίας, η παρατυπία δεν έχει παραγραφεί και υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (29), συγκεκριμένα, οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας.
45. Ουδείς λόγος υφίσταται, κατά την άποψή μου, για τον οποίον οι νομολογιακές αυτές κατευθύνσεις δεν θα μπορούσαν μεταφερθούν σε ρύθμιση που έχει θεσπισθεί από τον Ευρωπαίο νομοθέτη και υπόκειται στα κριτήρια αυτά.
46. Εν προκειμένω, η αύξηση σε δέκα έτη της προθεσμίας παραγραφής (άρθρο 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 2419/2001) έχει εφαρμογή μόνο σε εκείνες τις κακή τη πίστει υποβληθείσες αιτήσεις για τις οποίες δεν έχει ακόμη επέλθει παραγραφή (30).
47. Όσον αφορά την αναλογικότητα (31), καίτοι μια δεκαετής προθεσμία ενδέχεται να φαίνεται υπερβολική, η εντύπωση, εντούτοις, αυτή αμβλύνεται εάν ληφθούν υπόψη τα ποσά που χορηγούνται κάθε έτος ως πριμοδοτήσεις για τη γεωργία και το γεγονός ότι αυτά κατανέμονται μεταξύ πολυάριθμων αιτήσεων, χωρίς οι αρχές των κρατών μελών να προβαίνουν σε εξαντλητικό έλεγχο, αλλά περιορίζονται σε δειγματοληψίες.
2. Χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας παραγραφής
48. Η κατά χρόνο δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 2419/2001 επιτρέπει να συναχθεί η ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να τρέχει η προθεσμία παραγραφής της υποχρεώσεως επιστροφής του R. Westphal: πρόκειται για την ημερομηνία καταβολής της ενισχύσεως, όπως ορίζει το πρώτο εδάφιο του εν λόγω άρθρου.
49. Πράγματι, εν αντιθέσει προς τον κανονισμό 2988/95, το άρθρο 3 του οποίου ορίζει ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής την ημερομηνία διαπράξεως της παρατυπίας (εν προκειμένω, θα επρόκειτο για κάποια ημερομηνία εντός του Μαΐου του 2000 και του Μαΐου του 2001) (32), το άρθρο 49, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2419/2001 τοποθετεί την έναρξη της παραγραφής στην ημερομηνία καταβολής της ενισχύσεως.
50. Κατά τα λοιπά, ο κανονισμός 2419/2001 δεν διακρίνει μεταξύ μεμονωμένων και διαρκών παρατυπιών, όπως ο κανονισμός 2988/95. Το αιτούν δικαστήριο εκκινεί από την ιδέα ότι πρόκειται για διαρκή παρατυπία (33) διότι καλύπτει τις δύο αιτήσεις των ετών 2000 και 2001.
51. Ο χαρακτηρισμός αυτός επιρρωννύεται τόσο από την ανάγνωση του κανονισμού 1251/1999 (34), ο οποίος θεσπίζει ένα πλαίσιο για τις αιτήσεις ενισχύσεως (όπως αυτές του R. Westphal) βασιζόμενο στο πρότυπο «πρώτα η αίτηση και μετά η καταβολή», όσο και από τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, καθόσον οι αιτήσεις υπεβλήθησαν εντός δύο διαδοχικών ετών, ήτοι, τον Μάιο του 2000 και τον Μάιο του 2001, οι δε οικείες ενισχύσεις κατεβλήθησαν κατά τους τελευταίους μήνες εκάστου εξ αυτών.
52. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, στις περιπτώσεις αυτές, το χρονικό σημείο ενάρξεως της προθεσμίας παραγραφής είναι η ημερομηνία επελεύσεως της ζημίας στον προϋπολογισμό της Ένωσης, ήτοι, της καταβολής, καθόσον η ζημία αυτή επήλθε μετά την πράξη ή την παράλειψη που συνιστά παράβαση του δικαίου της Ένωσης (35).
53. Σε τελική ανάλυση, το κριτήριο του άρθρου 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 2419/2001, για τον καθορισμό του χρονικού σημείου ενάρξεως της προθεσμίας παραγραφής συμπίπτει με αυτό που έχει καθιερώσει το Δικαστήριο σε σχέση με τις διαρκείς παρατυπίες. Αμφότερα οδηγούν, εν προκειμένω, στο ίδιο αποτέλεσμα: το χρονικό σημείο ενάρξεως θα είναι αυτό της καταβολής της αχρεωστήτως χορηγηθείσας ενισχύσεως.
54. Απομένει μια τελευταία διευκρίνιση ως προς το ποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 2419/2001 δύο προθεσμίες έχει εφαρμογή, δοθείσης της προηγούμενης αδράνειας της Διοικήσεως σε αμφότερες τις περιπτώσεις έως το 2006: αυτή των δέκα ετών από της καταβολής, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση, ή αυτή των τεσσάρων ετών από της καταβολής, υπό τον όρο ότι ο R. Westphal ενήργησε καλή τη πίστει.
55. Καθόσον η εκτίμηση της καλής πίστεως αποτελεί πραγματικό ζήτημα, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προβεί στην εκτίμηση αυτή και, αναλόγως των διαπιστώσεών του (36), να εφαρμόσει τον αντίστοιχο κανόνα παραγραφής.
2. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
56. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν οι κανόνες παραγραφής του άρθρου 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001 και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95 μπορούν να χαρακτηριστούν ως διατάξεις περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων.
57. Από την απάντηση θα εξαρτηθεί, κατά την κρίση του, η εφαρμογή της αρχής της in melius αναδρομικότητας, χαρακτηριστικής των μεταγενέστερων κανόνων κυρωτικής φύσεως οι οποίοι παρέχουν στον θιγόμενο ευνοϊκότερη μεταχείριση. Η κατά το θετικό δίκαιο κατοχύρωση της αρχής αυτής είναι εμφανής στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95 και στο άρθρο 49, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (37).
58. Αφ’ ης στιγμής το άρθρο 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001, δεν είναι, κατά την άποψή μου εφαρμοστέο, φρονώ ότι παρέλκει η απάντηση επί του προδικαστικού αυτού ερωτήματος. Οι σκέψεις που εκθέτω εν συνεχεία δεν έχουν, επομένως, παρά επικουρικό απλώς χαρακτήρα.
59. Στο σημείο αυτό, πρέπει, εκ νέου, να γίνει αναφορά στη νομολογία της αποφάσεως Taricco κ.λπ. (38), συμπληρωθείσα από αυτήν της αποφάσεως M.A.S και M.B (39). Με την τελευταία, η απάντηση του Δικαστηρίου εδόθη υπό το πρίσμα του γεγονότος ότι το αιτούν δικαστήριο επισήμαινε την «ουσιαστική φύσ[η] των προβλεπόμενων στην ιταλική έννομη τάξη κανόνων περί παραγραφής, η οποία προϋποθέτει να είναι οι κανόνες αυτοί ευλόγως προβλέψιμοι για τους πολίτες κατά τον χρόνο τελέσεως των εγκλημάτων για τα οποία κατηγορούνται, χωρίς να μπορούν να τροποποιηθούν in peius με αναδρομική ισχύ» (40).
60. Εξάλλου, στην απόφαση M.A.S και M.B αναφέρεται ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες του δικαστηρίου που καλείται να εφαρμόσει το δίκαιο της Ένωσης, «οι απαιτήσεις της προβλεψιμότητας, της σαφήνειας και της μη αναδρομικότητας που είναι εγγενείς στην αρχή “ουδέν έγκλημα, ουδεμία ποινή χωρίς νόμο” εφαρμόζονται […] και στο καθεστώς παραγραφής των εγκλημάτων […]» (41).
61. Το αιτούν δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι, στο γερμανικό δίκαιο, η παραγραφή δεν εντάσσεται στο ουσιαστικό, αλλά στο ποινικό δικονομικό δίκαιο, με αποτέλεσμα η αρχή της αναδρομικότητας (και, κατ’ επέκταση, η αρχή της in melius αναδρομικότητας) να μην έχει εφαρμογή στους κανόνες που τη διέπουν. Στη διάταξη περί παραπομπής αναφέρεται ότι η αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege δεν καταλαμβάνει τους κανόνες παραγραφής (42).
62. Εάν τούτο ισχύει, οι κανόνες που θεσπίζουν βραχύτερες προθεσμίες για την παραγραφή παραβάσεων ή διοικητικών κυρώσεων δεν θα έπρεπε, κατ’ ανάγκη, να κατισχύσουν εκείνων που, κατά τον χρόνο τελέσεως των οικείων πράξεων, προέβλεπαν μακρότερες προθεσμίες. Έτι περαιτέρω, όπως έχω επισημάνει (43), τίποτε δεν θα εμπόδιζε και την ίδια την επιμήκυνση των προθεσμιών παραγραφής για αυτού του είδους τις μη παραγεγραμμένες ακόμη παραβάσεις, όπως έκανε δεκτό το Δικαστήριο με την απόφαση Glencore Céréales France (44).
63. Υπό έτερο πρίσμα, περισσότερο επικεντρωμένο στις ιδιαίτερες περιστάσεις της διαφοράς, το Γεωργικό Επιμελητήριο υπογραμμίζει ότι το ποσό της επιβλητέας σύμφωνα με τον μεταγενέστερο κανόνα κυρώσεως (το άρθρο 32 του κανονισμού 2419/2001) δεν ήταν μικρότερο αυτού που θα προέκυπτε από την εφαρμογή του άρθρου δυνάμει του οποίου επεβλήθη κύρωση στον R. Westphal (το άρθρο 9 του κανονισμού 3887/92).
64. Καίτοι η αρχή της αναδρομικότητας του ευνοϊκότερου κυρωτικού κανόνα εφαρμόζεται οσάκις διάταξη του δικαίου της Ένωσης τροποποιεί μεταγενέστερα την κύρωση που προβλέπεται σε προηγούμενη διάταξη, μειώνοντάς την, εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση το ποσό ήταν το ίδιο, σύμφωνα με τον μεν ή τον δε κανόνα.
65. Προκειμένου η in melius αναδρομικότητα να έχει εφαρμογή, θα έπρεπε να έχει υπάρξει «διαφορετική εκτίμηση του κοινοτικού νομοθέτη ως προς τον πρόσφορο χαρακτήρα των κυρώσεων σε σχέση με τη σοβαρότητα της συγκεκριμένης παρατυπίας» (45). Συνεπεία της διαφορετικής αυτής εκτιμήσεως, το ποσό της κυρώσεως θα ήταν, σύμφωνα με τον νέο κανόνα, μικρότερο από το προκύπτον κατ’ εφαρμογήν του προγενέστερου κανόνα (46). Δεν φαίνεται, εν προκειμένω, να έχει συμβεί κάτι τέτοιο.
3. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
66. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσον το αναδρομικό αποτέλεσμα του κανόνα παραγραφής του άρθρου 49, παράγραφος 5, του κανονισμού 2419/2001 θα μπορούσε να εφαρμοστεί, κατ’ αναλογίαν, στην παράγραφο 6 του ιδίου αυτού άρθρου.
67. Όπως και σε σχέση με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, δεν θεωρώ αναγκαία την απάντηση επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, καθόσον οι αναφορές στο άρθρο 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001 στερούνται σημασίας για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς. Ωστόσο, θα αποφανθώ επίσης επί του προδικαστικού ερωτήματος αυτού, μόνον επικουρικώς.
68. Οι κατά το άρθρο 49, παράγραφος 6, του κανονισμού 2419/2001 μειώσεις και αποκλεισμοί προϋποθέτουν δράση από πλευράς της αρμόδιας αρχής η οποία τους έχει επιβάλει. Όπως προεκτέθη, η περίσταση αυτή δεν έχει σχέση με την αδράνεια της Διοικήσεως για διάστημα δέκα ή τεσσάρων ετών, διαστήματα που αποτελούν τις κατά το άρθρο 49, παράγραφος 5, του ιδίου κανονισμού προθεσμίες παραγραφής για τις υποχρεώσεις επιστροφής όταν δεν έχει αξιωθεί η καταβολή των οικείων ποσών από τον δικαιούχο.
69. Αφ’ ης στιγμής ο νομοθέτης προσέθεσε, το 2004, το άρθρο 52α στον κανονισμό 2419/2001, περιορίζοντας την αναδρομική εφαρμογή των (νέων) προθεσμιών παραγραφής στις περιπτώσεις του άρθρου του 49, παράγραφος 5, και εξαιρώντας αυτές της παραγράφου 6, φρονώ ότι σκοπός της νομοθετικής αυτής επιλογής ήταν να διαφοροποιηθούν, παρά να εξομοιωθούν, οι μεν και οι δε περιπτώσεις, οι οποίες δεν είναι ανάλογες.
70. Επιπλέον, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αιτών ενήργησε καλή τη πίστει, η προθεσμία παραγραφής του άρθρου 49, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2419/2001 συμπίπτει με αυτήν του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 2988/95, την οποία, στην πραγματικότητα, αντικατέστησε στον τομέα των επίμαχων ενισχύσεων.
71. Εκ του ανωτέρω συνάγω ότι ο νομοθέτης, καθορίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αναδρομική εφαρμογή των προθεσμιών παραγραφής (άρθρο 52α του κανονισμού 2519/2001), επεδίωξε σκόπιμα την έως δέκα έτη επιμήκυνση της προθεσμίας παραγραφής των υποχρεώσεων επιστροφής σε όλες τις περιπτώσεις σκοπίμως εσφαλμένων δηλώσεων (αιτήσεων), συμπεριλαμβανομένων αυτών των προγενέστερων του 2002 καλλιεργητικών περιόδων, και τη διατήρηση της τετραετούς προθεσμίας για τις καλοπίστως υποβληθείσες αιτήσεις.
72. Κατά τα λοιπά, αφ’ ης στιγμή η Διοίκηση παρενέβη καθορίζοντας, με την οικεία απόφαση, το ανακτέο λόγω μειώσεως και/ή αποκλεισμού πόσο, η καλή ή κακή πίστη του οικείου αιτούντος στερείται, για τους σκοπούς, συγκεκριμένα, της παραγραφής, σημασίας.
73. Εν τέλει, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επέκταση του αναδρομικού αποτελέσματος του κανόνα παραγραφής του άρθρου 49, παράγραφος 5, σε συνδυασμό με το άρθρο 52α του κανονισμού 2419/2001, στην παράγραφο 6 του ιδίου άρθρου 49.
V. Πρόταση
74. Βάσει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Bundesverwaltungsgericht (Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, Γερμανία) ως εξής:
«Σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, κατά την οποία έχει επιβληθεί κύρωση σε γεωργό ο οποίος υπέβαλε αιτήσεις ενισχύσεως για έκταση μεγαλύτερη της μεταγενεστέρως καθορισθείσας από την αρμόδια αρχή, το άρθρο 49 του κανονισμού (ΕΚ) 2419/2001 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3508/92 του Συμβουλίου, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι:
– δυνάμει της παραγράφου 5 του εν λόγω άρθρου 49, η υποχρέωση επιστροφής των αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών μπορεί να θεωρηθεί παραγεγραμμένη, εφόσον η αρμόδια αρχή δεν έχει προβεί σε κανενός είδους ενέργεια με σκοπό την αξίωσή τους, είτε λόγω της απλής παρελεύσεως δέκα ετών από την ημερομηνία καταβολής, είτε, σε περίπτωση καλής πίστεως του αιτούντος, λόγω παρελεύσεως τεσσάρων ετών από την ίδια ημερομηνία. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει εάν το οικείο πρόσωπο υπέβαλε τις επίμαχες αιτήσεις καλή τη πίστει.
– Η παράγραφος 6 του εν λόγω άρθρου 49 δεν έχει εφαρμογή στην επίμαχη περίπτωση.
– Οι κανόνες παραγραφής σχετικά με τις αιτήσεις ενισχύσεως για τις περιόδους εμπορίας και τις περιόδους πριμοδοτήσεως που άρχισαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2002, όπως αυτοί έχουν ορίζονται στο άρθρο 52α του κανονισμού 2419/2001, δεν συνιστούν “διατάξεις περί επιβολής διοικητικών κυρώσεων”, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
– Οι προϋποθέσεις παραγραφής που θέτει το άρθρο 49, παράγραφος 5, είναι διαφορετικές από αυτές επί των οποίων εδράζεται η παραγραφή του άρθρου 49, παράγραφος 6, με αποτέλεσμα να μη χωρεί επέκταση, κατ’ αναλογίαν, του αναδρομικού αποτελέσματος του κανόνα της παραγράφου 5, σε συνδυασμό με το άρθρο 52α του κανονισμού 2419/2001, στην εν λόγω παράγραφο 6.»
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ 1999, L 160, σ. 1).
3 Κανονισμός της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ 1992, L 391, σ. 36), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2801/1999 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1999 (ΕΕ 1999, L 340, σ. 29).
4 Κανονισμός της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3508/92 του Συμβουλίου (ΕΕ 2001, L 327, σ. 11).
5 Το άρθρο αυτό καθορίζει τη βάση υπολογισμού του ποσού της ενισχύσεως.
6 Κανονισμός της Επιτροπής, της 23ης Ιανουαρίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2419/2001 για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3508/92 του Συμβουλίου (ΕΕ 2004, L 17, σ. 7).
7 Κανονισμός της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς (ΕΕ 2004, L 141, σ. 18).
8 Κανονισμός της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση, τη διαφοροποίηση και το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, στο πλαίσιο των καθεστώτων άμεσης στήριξης για τους γεωργούς που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, καθώς και λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης που προβλέπεται για τον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ 2009, L 316, σ. 65).
9 Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2014, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1306/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου και τους όρους απόρριψης ή ανάκτησης πληρωμών καθώς και τις διοικητικές κυρώσεις που εφαρμόζονται στις άμεσες ενισχύσεις, τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης και την πολλαπλή συμμόρφωση (ΕΕ 2014, L 181, σ. 48).
10 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1995, L 312, σ. 1).
11 Στη διαβιβασθείσα από το αιτούν δικαστήριο δικογραφία περιλαμβάνεται η απόφαση του Γεωργικού Επιμελητηρίου της 23ης Ιουλίου 2007, στην οποία ευθύς αμέσως αναφέρομαι, όπου, ωστόσο, αναγράφεται ότι οι αιτήσεις είχαν υποβληθεί τον Μάρτιο του 2000 και τον Μάρτιο του 2001.
12 Από την απόφαση του Γεωργικού Επιμελητηρίου συνάγεται ότι οι χορηγήσεις των ενισχύσεων κοινοποιήθηκαν την 30ή Νοεμβρίου 2000 και την 30ή Νοεμβρίου του 2001.
13 Διάταξη περί παραπομπής, σημείο 2.
14 Όπ.π., σημείο 3.
15 Όπ.π., σημείο 4.
16 Το αιτούν δικαστήριο δεν αμφισβητεί τον χαρακτηρισμό της παρατυπίας ως επαναλαμβανόμενης.
17 Το αιτούν δικαστήριο μνημονεύει την απόφαση της 1ης Ιουλίου 2004, Gerken (C‑295/02, EU:C:2004:400, σκέψεις 53 έως 58).
18 Παραθέτει, για τους σκοπούς αυτούς, την απόφαση της 11ης Μαρτίου 2008, Jager (C‑420/06, EU:C:2008:152, σκέψεις 68 και 73).
19 Περιλαμβανόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του Strafgesetzbuch (γερμανικού ποινικού κώδικα, στο εξής: StGB).
20 Άρθρο που αντικατέστησε το άρθρο 9 του κανονισμού 3887/92.
21 Όσον αφορά τον χαρακτήρα του κανονισμού 2988/95 ως σημείου αναφοράς για τις τομεακές ρυθμίσεις, όπως η γεωργική, βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, FranceAgriMer (C‑670/11,EU:C:2012:807, σκέψη 43).
22 Βλ., παραδείγματος χάριν, τις αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου, Kruck (C‑192/06, EU:C:2007:579, σκέψη 35), και της 14ης Σεπτεμβρίου, Fisher (C‑369/98, EU:C:2000:443, σκέψεις 43 έως 47).
23 Η ανάγκη εισαγωγής της παραγράφου 6 του άρθρου 49 του κανονισμού 2419/2001, ως lex specialis, απορρέει από την αύξηση της προθεσμίας παραγραφής σε τέσσερα έτη έναντι αυτής του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2988/95 (τρία έτη). Υφίσταται κανονιστική ομοιότητα μεταξύ του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, του τελευταίου αυτού κανονισμού και του άρθρου 49, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 2419/2001.
24 Κατά τα λοιπά, η απόφαση της 23ης Ιουλίου 2007 έχει προσβληθεί και ευλόγως θα μπορούσε να υποτεθεί ότι τα διαδοχικά ένδικα μέσα έχουν διακόψει την πιθανή παραγραφή της.
25 Υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2010, SGS Belgium κ.λπ. (C‑367/09, EU:C:2010:648, σκέψη 66).
26 Πρέπει να υπομνησθούν στο σημείο αυτό όσα είχα επισημάνει με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Glencore Céréales Frances (C‑584/15, EU:C:2016:655, σημείο 24): η χρήση των όρων «προθεσμία παραγραφής της δίωξης» στο άρθρο 3 του κανονισμού 2988/95 μπορεί να οδηγήσει σε παρανόηση, καθόσον δεν πρόκειται, στην πραγματικότητα, για παραγραφή της διώξεως, αλλά για προθεσμία εντός της οποίας η Διοίκηση πρέπει να ασκήσει το δικαίωμά της να ανακτήσει ό,τι αχρεωστήτως κατέβαλε στους δικαιούχους των ενισχύσεων.
27 Εκτός εάν η αρμόδια αρχή είχε ενημερώσει τον δικαιούχο για τον αχρεώστητο χαρακτήρα της καταβολής πριν από την 1η Φεβρουαρίου 2004.
28 Πρβλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2009, Josef Vosding Schlacht-, Kühl- und Zerlegebetrieb κ.λπ. (C‑278/07 έως C‑280/07, EU:C:2009:38, σκέψεις 30 και 31).
29 Αποφάσεις της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Taricco κ.λπ.(C‑105/14, EU:C:2015:555, σκέψη 57), και της 2ας Μαρτίου 2017, Glencore Céréales France (C‑584/15, EU:C:2017:160, σκέψεις 69, 70 και 72).
30 Ούτως επιτάσσει η μνημονευθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση νομολογία.
31 Απόφαση της 2ας Μαρτίου 2017, Glencore Céréales France (C‑584/15, EU:C:2017:160, σκέψη 74 και μνημονευόμενη νομολογία).
32 Βλ. αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2015, Firma Ernst Kollmer Fleischimport und -export (C‑59/14, EU:C:2015:660, σκέψη 24), και της 29ης Ιανουαρίου 2009, Josef Vosding Schlacht-, Kühl- und Zerlegebetrieb κ.λπ. (C‑278/07 έως C‑280/07, EU:C:2009:38, σκέψη 27).
33 Βλ. υποσημείωση 16 των παρουσών προτάσεων.
34 Βλ., ιδίως, τα άρθρα 6, 7 και 8 του εν λόγω κανονισμού.
35 Απόφαση της 2ας Μαρτίου 2017, Glencore Céréales France (C‑584/15, EU:C:2017:160, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Στην πρώτη παράγραφο της σελίδας 4 της αποφάσεως του Γεωργικού Επιμελητηρίου της 23ης Ιουλίου 2007 αναφέρεται ότι ο R. Westphal δεν μπορούσε να επικαλεστεί καλή πίστη, καθόσον όφειλε να είχε εγκαίρως αντιληφθεί το σφάλμα του κατά τον υπολογισμό των εκτάσεων για τις οποίες είχε ζητήσει τις ενισχύσεις. Υπό έτερο πρίσμα, από την εφετειακή απόφαση που περιλαμβάνεται στη διαβιβασθείσα από το αιτούν δικαστήριο δικογραφία συνάγεται ότι ο R. Westphal είχε χρησιμοποιήσει την τεκμαρτή κατά το κτηματολόγιο αξία των εν λόγω εκτάσεων. Υπό την επιφύλαξη της εκτιμήσεως τυχόν άλλων πραγματικών στοιχείων από το αιτούν δικαστήριο, ο τελευταίος αυτός παράγοντας θα μπορούσε να είναι κρίσιμος.
37 Βλ., ακριβώς σε σχέση με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95, απόφαση της 11ης Μαρτίου 2008, Jager (C‑420/06, EU:C:2008:152, σκέψη 60): «Έκφραση αυτής της αρχής [της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης ποινής] αποτελεί, ειδικότερα, το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95, δυνάμει του οποίου απόκειται στις αρμόδιες αρχές να εφαρμόζουν αναδρομικώς, επί συμπεριφοράς συνιστώσας παρατυπία κατά την έννοια της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις που επέφεραν διατάξεις περιεχόμενες σε κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ενός τομέα προβλέπουσα ηπιότερες διοικητικές κυρώσεις […]».
38 Απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015 (C‑105/14, EU:C:2015:555).
39 Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017 (C‑42/17, EU:C:2017:936).
40 Όπ.π., σκέψη 27.
41 Όπ.π., σκέψη 58.
42 Σημείο 20 της διατάξεως περί παραπομπής.
43 Σημεία 44 έως 46 των παρουσών προτάσεων.
44 Απόφαση της 2ας Μαρτίου 2017 (C‑584/15, EU:C:2017:160, σκέψη 73).
45 Απόφαση της 11ης Μαρτίου 2008, Jager (C‑420/06, EU:C:2008:152, σκέψη 70).
46 Απόφαση της 4ης Μαΐου 2006, Haug (C‑286/05, EU:C:2006:296, σκέψη 23): «[…] το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 2988/95 προορίζεται να εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία, μετά τη διαπίστωση ότι η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει κατά 20 % την καθορισθείσα έκταση, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, αξιώνεται η επιστροφή στο ακέραιο του ποσού της αρχικώς χορηγηθείσας κοινοτικής ενισχύσεως, προσαυξημένου με τόκους, μολονότι μια μεταγενέστερη κοινοτική διάταξη, τροποποιούσα την κύρωση που απορρέει από το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, προβλέπει επιστροφή σε μικρότερο ποσοστό» (η υπογράμμιση δική μου).