Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MICHAL BOBEK
της 29ης Ιουλίου 2019 (1)
Υπόθεση C-433/18
ML
κατά
OÜ Aktiva Finants
[αίτηση του Korkein oikeus
(Ανωτάτου Δικαστηρίου, Φινλανδία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Διεθνής δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Άρθρο 43 – Απαίτηση αποτελεσματικής προσφυγής και διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας – Ένδικο μέσο κατά αποφάσεως κηρύσσουσας εκτελεστή δικαστική απόφαση εκδοθείσα από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους – Διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης επί εφέσεως»
I. Εισαγωγή
1. Ένα εσθονικό δικαστήριο, το Harju Maakomus (πρωτοδικείο Harju, Eσθονία), εξέδωσε στις 7 Δεκεμβρίου 2009 απόφαση με την οποία υποχρέωσε τον ML (στο εξής: εκκαλών) να καταβάλει 14 838, 50 εσθονικές κορώνες (ΕΕΚ) (περίπου 948,35 ευρώ) στην εσθονική εταιρία OÜ Aktiva Finants. Η απόφαση αυτή, κατόπιν αιτήσεως της Aktiva Finants, κηρύχθηκε εκτελεστή στη Φινλανδία από το Helsingin käräjäoikeus (πρωτοδικείο Ελσίνκι, Φινλανδία) δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 (2). Ο εκκαλών προσέβαλε την τελευταία απόφαση ενώπιον του Helsingin hovioikeus (εφετείου Ελσίνκι, Φινλανδία). Το δικαστήριο αυτό δεν χορήγησε σε αυτόν άδεια να συνεχίσει τη δίκη, κρίση κατά της οποίας ο εκκαλών βάλλει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Korkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Φινλανδία).
2. Στη Φινλανδία, το εθνικό σύστημα ενδίκων μέσων προβλέπει διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση των δικών επί των εφέσεων κατά των αποφάσεων των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται επίσης στα ένδικα μέσα που έχουν ως αντικείμενο τις πρωτόδικες αποφάσεις οι οποίες κηρύσσουν εκτελεστή απόφαση εκδοθείσα εντός άλλου κράτους μέλους δυνάμει του κανονισμού 44/2001.
3. Με την υπό εξέταση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο καλείται να κρίνει αν, στο πλαίσιο του συστήματος που καθιέρωσε ο κανονισμός 44/2001, διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία, είναι συμβατή με την απαίτηση αποτελεσματικών ενδίκων μέσων που διασφαλίζονται στον ένα και στον άλλο διάδικο, όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, και αν η διαδικασία αυτή τηρεί, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
II. Νομικό πλαίσιο
1. Το δίκαιο της Ένωσης
4. Το άρθρο 41 του κανονισμού 44/2001 ορίζει τα εξής:
«Η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 53 χωρίς έλεγχο των λόγων μη εκτέλεσης, που αναφέρονται στα άρθρα 34 και 35. Ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν δύναται, στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει προτάσεις.»
5. Κατά το άρθρο 43, παράγραφοι 1 έως 3, του κανονισμού αυτού:
«1. Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο και από τους δύο διαδίκους.
2. Το ένδικο μέσο ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙΙ.
3. Το ένδικο μέσο εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.»
6. Το άρθρο 45 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο δυνάμει των άρθρων 43 ή 44 δύναται να απορρίψει ή να ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας μόνον εφόσον συντρέχει λόγος από τους οριζόμενους στα άρθρα 34 και 35. Αποφασίζει αμελλητί.
2. Αποκλείεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής αποφάσεως.»
2. To φινλανδικό δίκαιο
7. Κατά το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, του κεφαλαίου 25a του oikeudenkäymiskaari (κώδικα πολιτικής δικονομίας), απαιτείται άδεια για τη συνέχιση της δίκης επί ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
8. Το άρθρο 11, πρώτο εδάφιο, του ως άνω κεφαλαίου έχει ως εξής:
«Άδεια για τη συνέχιση της δίκης πρέπει να παρέχεται:
1) αν συντρέχει λόγος αμφιβολίας για την ορθότητα της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου·
2) αν δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί η ορθότητα της αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου χωρίς να επιτραπεί η συνέχιση της δίκης·
3) αν, για την εφαρμογή του νόμου σε άλλες παρόμοιες υποθέσεις, είναι σημαντικό να επιτραπεί η συνέχιση της συγκεκριμένης δίκης· ή
4) αν συντρέχει άλλος σοβαρός λόγος να επιτραπεί η συνέχιση της δίκης.»
9. Κατά το άρθρο 13 του εν λόγω κεφαλαίου, «[τ]ο εφετείο οφείλει, πριν αποφανθεί σε υπόθεση σχετικά με την παροχή άδειας για τη συνέχιση της δίκης, να καλέσει, αν είναι αναγκαίο, τον εφεσίβλητο να απαντήσει γραπτώς στην έφεση που αυτό εκδικάζει».
10. Κατά το άρθρο 14, πρώτο εδάφιο, του κεφαλαίου 25a του κώδικα πολιτικής δικονομίας, «[τ]ο εφετείο αποφαίνεται, επί του ζητήματος της παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, στο πλαίσιο έγγραφης διαδικασίας, βάσει της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, του δικογράφου της εφέσεως, της ενδεχόμενης γραπτής απαντήσεως και, αν είναι αναγκαίο, άλλων στοιχείων της δικογραφίας».
11. Κατά το άρθρο 17 του κεφαλαίου αυτού, αν δεν παρασχεθεί άδεια για τη συνέχιση της δίκης, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επικυρώνεται, η δε απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πρέπει να περιέχει έκθεση των αιτημάτων και των απαντήσεων των διαδίκων.
12. Κατά το άρθρο 18 του εν λόγω κεφαλαίου, άδεια παρέχεται αν τουλάχιστον ένα από τα μέλη τριμελούς δικαστικού σχηματισμού ταχθεί υπέρ της παροχής τέτοιας άδειας. Ωστόσο, άδεια για τη συνέχιση της δίκης δύναται να παρασχεθεί επίσης με απόφαση μονομελούς δικαστικού σχηματισμού.
13. Κατά το άρθρο 1 του κεφαλαίου 26 του κώδικα πολιτικής δικονομίας, όταν έχει χορηγηθεί άδεια για τη συνέχιση της δίκης και όταν το εφετείο συνεχίζει την εξέταση της εφέσεως, το εφετείο οφείλει να εξετάσει αν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πώς πρέπει να τροποποιηθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 3 του κεφαλαίου αυτού, ο εφεσίβλητος πρέπει να κληθεί να δώσει γραπτή απάντηση στην έφεση εντός προθεσμίας που τάσσεται από το εφετείο, αν η απάντηση δεν είχε ήδη ζητηθεί κατά την εξέταση του ζητήματος της παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης ή αν προδήλως δεν είναι αναγκαίο να ζητηθεί απάντηση.
III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
14. Ο εκκαλών είναι φυσικό πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι κατοικεί στη Φινλανδία από τις 26 Νοεμβρίου 2007. Με απόφαση που εκδόθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2009, υποχρεώθηκε από το Harju Maakohus (πρωτοδικείο του Harju) να καταβάλει το ποσό των 14 838,50 εσθονικών κορωνών (EEK) (περίπου 948,35 ευρώ) στην Aktiva Finants.
15. Βάσει του κανονισμού 44/2001 και κατόπιν αιτήσεως της Aktiva Finants, η απόφαση που εκδόθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2009 κατά του εκκαλούντος κηρύχθηκε εκτελεστή στη Φινλανδία με απόφαση του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοδικείου Ελσίνκι)
16. Αφότου του κοινοποιήθηκε η απόφαση αυτή, ο εκκαλών άσκησε έφεση ενώπιον του Helsingin hovioikeus (εφετείου Ελσίνκι) και ζήτησε την ολική εξαφάνιση της αποφάσεως του Helsingin käräjäoikeus (πρωτοδικείου Ελσίνκι). Με την έφεση που άσκησε ενώπιον του Helsingin hovioikeus (εφετείου Ελσίνκι), ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι η εσθονική δικαστική απόφαση είχε εκδοθεί ερήμην του και ότι δεν του είχε επιδοθεί το δικόγραφο της αγωγής, ή αντίστοιχο έγγραφο, εγκαίρως και κατά τρόπο που θα του παρείχε τη δυνατότητα να αμυνθεί. Ο εκκαλών ανέφερε επίσης ότι έλαβε γνώση της δίκης μόνον όταν το Helsingin käräjäoikeus (πρωτοδικείο Ελσίνκι) επέδωσε σε αυτόν την απόφαση κηρύξεως εκτελεστότητας. Επιπλέον, κατά τον εκκαλούντα, το εσθονικό δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεδομένου ότι από τις 26 Νοεμβρίου 2007 είναι κάτοικος Φινλανδίας. Ο εκκαλών επικαλέστηκε επίσης τα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού 44/2001 προς στήριξη των επιχειρημάτων του.
17. Το Helsingin hovioikeus (εφετείο Ελσίνκι) δεν χορήγησε στον εκκαλούντα την άδεια να συνεχίσει τη δίκη, με αποτέλεσμα να περατωθεί η εξέταση της εφέσεως.
18. Ο εκκαλών ζήτησε από το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο) να επιτρέψει την άσκηση αναιρέσεως κατά αυτής της αποφάσεως του Helsingin hovioikeus (εφετείου Ελσίνκι), αίτημα που έγινε δεκτό στις 24 Ιανουαρίου 2017. Με την αίτησή του αναιρέσεως ενώπιον του Korkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου), ζήτησε να αναιρεθεί η απόφαση του Helsingin hovioikeus (εφετείου Ελσίνκι), να επιτραπεί η συνέχιση της δίκης επί της εφέσεως που είχε ασκήσει ενώπιον του εφετείου και να αναπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό προς εξέταση της εφέσεως.
19. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι πρέπει να κρίνει το ζήτημα αν διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης επί εφέσεως, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία, δύναται να εφαρμοστεί όταν πρόκειται για ένδικο μέσο κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή απόφαση εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος βάσει του κανονισμού 44/2001. Προσθέτει ότι πρέπει επίσης να κρίνει το ζήτημα αν η διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης είναι συμβατή με τον κανονισμό 44/2001, και ακριβέστερα με την απαίτηση διεξαγωγής διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 43, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού.
20. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Korkein oikeus (Ανώτατο Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :
«1) Είναι η διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, η οποία διαδικασία προβλέπεται από το εθνικό σύστημα ενδίκων μέσων, συμβατή με την απαίτηση αποτελεσματικών ενδίκων μέσων κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 για αμφότερους τους διαδίκους, όταν ασκείται ένδικο μέσο κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που αφορά την αναγνώριση ή εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως σύμφωνα με τον κανονισμό 44/2001;
2) Πληρούνται οι προϋποθέσεις σχετικά με μια διαδικασία αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας κατά την έννοια του άρθρου 43, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 στη διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, όταν δεν έχει εκφράσει την άποψή του ο εφεσίβλητος επί του ασκηθέντος ενδίκου μέσου πριν από την απόφαση παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης; Πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές όταν έχει εκφράσει τη γνώμη του ο εφεσίβλητος πριν από την απόφαση παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης;
3) Έχει σημασία για την ερμηνεία το γεγονός ότι το ένδικο μέσο δύναται να ασκηθεί όχι μόνον από τον διάδικο που ζήτησε την εκτέλεση και του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε, αλλά και από τον διάδικο κατά του οποίου ζητήθηκε η εκτέλεση, αν η αίτηση αυτή έγινε δεκτή;»
21. Η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις και παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που έλαβε χώρα στις 15 Μαΐου 2019.
IV. Εκτίμηση
22. Οι παρούσες προτάσεις είναι διαρθρωμένες ως ακολούθως. Στο πλαίσιο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, η εξέταση του συστήματος που καθιέρωσε ο κανονισμός 44/2001 και της φινλανδικής διαδικασίας παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης επί εφέσεως με οδηγεί στην εκτίμηση ότι το άρθρο 43 του κανονισμού αυτού επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη διαδικασία αυτή (Α). Στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, που θα εξετάσω από κοινού, αφότου εξετάσω το περιεχόμενο της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, φρονώ ότι διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία, δεν παραβιάζει την απαίτηση διεξαγωγής διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (Β).
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
23. Mε το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, το Δικαστήριο αν η κατά το φινλανδικό σύστημα διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης είναι συμβατή με την απαίτηση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που απορρέει από το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001.
1. Το σύστημα που θέσπισε ο κανονισμός 44/2001
24. Δυνάμει της αρχής της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και στο πνεύμα της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (3), όπως τροποποιήθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις προσχωρήσεως των νέων κρατών μελών σε αυτή τη Σύμβαση (4), ο κανονισμός 44/2001, που έχει εν προκειμένω εφαρμογή (5), αποσκοπεί στην επιτάχυνση και απλούστευση της αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως των δικαστικών αποφάσεων. Η εν λόγω πράξη του παραγώγου δικαίου απλουστεύει τις διατυπώσεις ούτως ώστε οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται εντός κράτους μέλους να αναγνωρίζονται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται καμία διαδικασία, και η διαδικασία με την οποία κηρύσσεται εκτελεστή εντός κράτους μέλους απόφαση εκδοθείσα εντός άλλου κράτους μέλους να είναι αποτελεσματική και ταχεία (6).
25. Ωστόσο, η διαδικασία κηρύξεως εκτελεστότητας καθιστά δυνατή επίσης τη διασφάλιση ελέγχου της αποφάσεως που εκδόθηκε εντός άλλου κράτους μέλους με γνώμονα τους λόγους μη εκτελέσεως που απαριθμούνται περιοριστικά από τον νομοθέτη της Ένωσης στα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού 44/2001. Συναφώς, η διαδικασία κηρύξεως εκτελεστότητας περιλαμβάνει δύο διαφορετικά στάδια.
26. Σε ένα πρώτο στάδιο, σύμφωνα με το άρθρο 41 του κανονισμού 44/2001, διάδικος ζητεί την εκτέλεση της αποφάσεως που εκδόθηκε εντός άλλου κράτους μέλους στο πλαίσιο διαδικασίας που δεν διεξήχθη κατ’ αντιδικία. Στο στάδιο αυτό, οι λόγοι μη εκτελέσεως που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού αυτού μπορούν να εξεταστούν, είτε κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων είτε αυτεπαγγέλτως. Όταν η αίτηση για την κήρυξη εκτελεστότητας υποβάλλεται από διάδικο, που έχει ενεργητική νομιμοποίηση, στο δικαστήριο ή στην αρχή που είναι αρμόδιο να την κρίνει και όταν πληροί τις απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις, το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή οφείλει να δεχθεί την αίτηση αυτή. Κατά την αιτιολογική σκέψη 17 του εν λόγω κανονισμού, η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή κατά τρόπο «οιονεί αυτόματο».
27. Σε ένα δεύτερο στάδιο, το άρθρο 43 του κανονισμού 44/2001 προβλέπει τη δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως επί της αιτήσεως για την κήρυξη εκτελεστότητας. Κατά το άρθρο 44 του κανονισμού αυτού, η απόφαση που εκδίδεται επί του ενδίκου μέσου μπορεί η ίδια να αποτελέσει σε κάθε κράτος μέλος το αντικείμενο ειδικού ενδίκου μέσου, το οποίο ορίζεται στο παράρτημα IV του εν λόγω κανονισμού. Το ένδικο μέσο που προβλέπεται στο άρθρο 43 του κανονισμού 44/2001 μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που ζήτησε την κήρυξη της εκτελεστότητας, αν η εκτελεστότητα δεν κηρύχθηκε κατά το πρώτο στάδιο, και από το πρόσωπο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση. Αντιθέτως προς το πρώτο στάδιο, το δεύτερο στάδιο έχει, κατά το ίδιο το γράμμα του άρθρου 43, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού 44/2001, χαρακτήρα αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
28. Ωστόσο, το σύστημα ενδίκων μέσων που προβλέπεται από το άρθρο 43 του εν λόγω κανονισμού δεν είναι τόσο σαφές όσο θα μπορούσε να αφήσει να νοηθεί το προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων.
29. Οι αβεβαιότητες εκδηλώνονται ήδη στο επίπεδο του κειμένου. Συναφώς, υπό το πρίσμα της διαφοράς των όρων που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης της Ένωσης στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού 44/2001, είναι δύσκολο να καθοριστεί αν ο νομοθέτης αυτός είχε την πρόθεση, στο άρθρο 43 του κανονισμού αυτού, να καθιερώσει «προσφυγή» ή «έφεση» (7).
30. Πάντως, σε συστημικό επίπεδο, τα δύο στάδια της διαδικασίας εκτελέσεως όντως δεν σχετίζονται με τη διάκριση μεταξύ πρώτου βαθμού και εφέσεως. Η αίτηση εκτελέσεως προϋποθέτει τυπικό έλεγχο και, στο στάδιο αυτό, ο κανονισμός 44/2001 δεν επιτρέπει καμία εξέταση με γνώμονα τους λόγους αρνήσεως εκτελέσεως που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35. Επομένως δεν πρόκειται stricto sensu για διαδικασία σε πρώτο βαθμό. Στο πλαίσιο του ενδίκου μέσου που προβλέπεται στο άρθρο 43 του κανονισμού αυτού, μολονότι ουδεμία διάταξή του περιορίζει τους λόγους ή τα επιχειρήματα που μπορούν να προβληθούν προς στήριξη του ενδίκου μέσου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται του ενδίκου μέσου δύναται, πάντως, να απορρίψει ή να ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας μόνον εφόσον συντρέχει λόγος από τους οριζόμενους στα άρθρα 34 και 35 του εν λόγω κανονισμού (8). Επομένως, δεν πρόκειται stricto sensu για διαδικασία εφέσεως.
31. Οι ίδιες αβεβαιότητες είναι εμφανείς επίσης όσον αφορά τον καθορισμό των δικαστηρίων, όπως αυτός προκύπτει από τον κατάλογο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα III του κανονισμού 44/2001, ενώπιον των οποίων μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο κατά το άρθρο 43, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού. Από την ανάγνωση του παραρτήματος αυτού προκύπτει ότι τα δικαστήρια που ορίζονται από τα κράτη μέλη είναι σε σημαντικό βαθμό ετερόκλητα, τόσο σε τυπικό επίπεδο (η τυπική θέση του οικείου δικαστηρίου στο εθνικό σύστημα, που περιλαμβάνει τα πρωτοβάθμια δικαστήρια, αλλά και τα εφετεία) όσο και σε δικονομικό επίπεδο (με την απευθείας προσφυγή στο εφετείο, την έμμεση προσφυγή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και την προσφυγή σε διαφορετικά δικαστήρια αναλόγως του αν το ένδικο μέσο ασκείται από τον αιτούντα ή τον καθού).
32. Ωστόσο, παρά τις αβεβαιότητες αυτές, είναι σαφές ότι η διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων που έχουν οριστεί πρέπει να πληροί τουλάχιστον τρεις προϋποθέσεις δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001.
33. Πρώτον, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το άρθρο 43 του κανονισμού αυτού καθιερώνει το ανεπιφύλακτο δικαίωμα των δύο διαδίκων να ασκήσουν ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως σχετικά με την αίτηση κηρύξεως εκτελεστότητας.
34. Δεύτερον, το ουσιώδες αντικείμενο της κατά το άρθρο 43 του κανονισμού 44/2001 διαδικασίας ενδίκου μέσου είναι να καταστήσει δυνατή την εξακρίβωση της συνδρομής των λόγων μη εκτελέσεως που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού αυτού (9), οι οποίοι ενδέχεται να εμποδίζουν την εκτέλεση της αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος.
35. Τρίτον, όσον αφορά τους όρους ασκήσεως του ενδίκου μέσου του άρθρου 43 του κανονισμού 44/2001, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων και, ειδικότερα, του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (10). Κατά συνέπεια, το ένδικο αυτό μέσο πρέπει να είναι αποτελεσματικό.
2. Η φινλανδική διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης επί εφέσεως
36. Από τη δικογραφία που διαθέτει το Δικαστήριο και από τα στοιχεία που η Φινλανδική Κυβέρνηση παρέσχε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι η διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά.
37. Η διαδικασία αυτή προβλέπεται για όλες τις διαδικασίες εφέσεως κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τόσο σε υποθέσεις αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας όσο και σε υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, με την εξαίρεση ορισμένων ποινικών υποθέσεων. Εφαρμόζεται επίσης, όπως επισήμανε η Φινλανδική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο των ενδίκων μέσων που προβλέπει ο κανονισμός 44/2001.
38. Ως εκ τούτου, τα ένδικα μέσα ενώπιον του εφετείου περιλαμβάνουν δύο στάδια. Σε πρώτο στάδιο, το εφετείο καθορίζει, με γνώμονα τους λόγους που προβλέπει ο νόμος, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης. Εν ανάγκη και σε δεύτερο στάδιο, η δίκη συνεχίζεται και το εφετείο προβαίνει σε πλήρη εξέταση του ενδίκου μέσου.
39. Στο πλαίσιο του πρώτου σταδίου της εφέσεως, ο εκκαλών οφείλει, στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, να διευκρινίσει τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία που προβάλλει προς στήριξη του αιτήματος εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως. Οφείλει επίσης να αναφέρει, στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, τον λόγο και τα επιχειρήματα βάσει των οποίων θα πρέπει να χορηγηθεί η άδεια να συνεχίσει τη δίκη.
40. Πάνω σε αυτή τη βάση, το εφετείο οφείλει να ελέγξει αυτεπαγγέλτως κάθε έναν από τους τέσσερις λόγους που δικαιολογούν την παροχή άδειας για τη συνέχιση της δίκης, οι οποίοι διατυπώνονται στο άρθρο 11, πρώτο εδάφιο, του κεφαλαίου 25a του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Προς τούτο, λαμβάνει υπόψη την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, τη δικογραφία, στην οποία περιλαμβάνονται η αλλοδαπή δικαστική απόφαση και τα στοιχεία που πρέπει να παρασχεθούν δυνάμει του άρθρου 54 του κανονισμού 44/2001.
41. Αν συντρέχει ένας από τους λόγους παροχής άδειας και αν τουλάχιστον ένα μέλος της συνθέσεως του εφετείου τάσσεται υπέρ της παροχής της άδειας, το εφετείο οφείλει να παράσχει την άδεια συνεχίσεως της δίκης, χωρίς να διαθέτει συναφώς εξουσία εκτιμήσεως. Η άδεια δεν παρέχεται αν είναι σαφές ότι δεν συντρέχει κανένας από τους τέσσερις λόγους παροχής άδειας.
3. Η διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης και η αρχή της αποτελεσματικότητας
42. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε κάθε κράτος μέλος εναπόκειται, βάσει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών, να θεσπίσει τους λεπτομερείς κανόνες της διαδικασίας που προορίζεται να διασφαλίσει τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης (11).
43. Όσον αφορά την επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, από τις παρατηρήσεις της Φινλανδικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι η διαδικασία αυτή θεσπίστηκε από τον εθνικό νομοθέτη με γνώμονα δύο είδη σκοπών. Αφενός, αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της αυξήσεως του φόρτου εργασίας των εφετείων και της συνακόλουθης αυξήσεως της διάρκειας των δικών. Αφετέρου, ανταποκρίνεται στην ανάγκη εξετάσεως του ενδίκου μέσου στο πλαίσιο αποτελεσματικής διαδικασίας η οποία προστατεύει τα δικαιώματα των διαδίκων. Συναφώς, στη διαδικασία αυτή λαμβάνεται υπόψη η φύση της υποθέσεως που υποβλήθηκε στην κρίση του εφετείου, προκειμένου να καταστεί δυνατόν να εξεταστούν, στο πλαίσιο ελαφρύτερης διαδικασίας, οι υποθέσεις των οποίων η εξέταση από το εφετείο δεν δικαιολογείται από σοβαρούς λόγους που αφορούν την έννομη προστασία του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και το γενικό ενδιαφέρον της υποθέσεως.
44. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς τον θεμιτό χαρακτήρα των σκοπών αυτών, οι οποίοι αποτυπώνουν in fine τους σκοπούς της ταχύτητας των διαδικασιών και της καλύτερης κατανομής των δικαστικών πόρων (12).
45. Εντούτοις, αποτελεί πάγια νομολογία ότι οι δικονομικοί κανόνες για τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τα κράτη μέλη δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρεμφερή ένδικα μέσα τα οποία προβλέπονται για την προστασία των δικαιωμάτων που αντλούνται από την εσωτερική έννομη τάξη (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν πρέπει να καθιστούν στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται από την έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (13).
46. Εν προκειμένω, στο μέτρο που προκύπτει ότι η φινλανδική διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης εφαρμόζεται σε όλα τα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί υποθέσεων αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας ή υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, η αντίθεση προς την αρχή της ισοδυναμίας μπορεί να αποκλειστεί εκ προοιμίου.
47. Όσον αφορά την τήρηση της αρχής της αποτελεσματικότητας, πρέπει να εξεταστεί αν η διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση του ενδίκου μέσου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 43 του κανονισμού 44/2001.
48. Επιβάλλεται η επισήμανση, εκ προοιμίου και γενικώς, ότι η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν συνεπάγεται άλλες απαιτήσεις πέραν εκείνων που απορρέουν από το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στον Χάρτη (14). Πάντως, το δικαίωμα αυτό δεν συνιστά απόλυτο προνόμιο. Συναφώς, το Δικαστήριο, στηριζόμενο ρητώς στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει ήδη κρίνει ότι το δικαίωμα ένδικης προστασίας (15), του οποίου ιδιαίτερη πτυχή αποτελεί το δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο, δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε περιορισμούς οι οποίοι γίνονται εμμέσως δεκτοί, καθόσον απαιτεί, ως εκ της φύσεώς του, ρύθμιση από το κράτος, το οποίο, συναφώς, διαθέτει ορισμένη εξουσία εκτιμήσεως. Κατά το Δικαστήριο, οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να περιορίζουν τη δυνατότητα του πολίτη να προσφύγει στη δικαιοσύνη κατά τέτοιον τρόπο ή μέχρι τέτοιου σημείου ώστε να θίγεται η ίδια η υπόσταση του δικαιώματός του ένδικης προστασίας. Τέλος, πρέπει να κατατείνουν στην επίτευξη θεμιτού σκοπού, ενώ πρέπει να υφίσταται εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού(16).
49. Εν προκειμένω, είναι σαφές ότι η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης τηρεί την αρχή της αποτελεσματικότητας, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι μη εκτελέσεως και, αφετέρου, ότι η ενδεχόμενη απόφαση μη παροχής άδειας είναι δεόντως αιτιολογημένη.
50. Πρώτον, πρέπει να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης δεν θίγει το αντικείμενο του ενδίκου μέσου που καθιερώνεται στο άρθρο 43 του κανονισμού 44/2001, δηλαδή να καταστεί δυνατή η εξακρίβωση της υπάρξεως λόγων αρνήσεως εκτελέσεως της αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος, όπως προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού αυτού. Μολονότι αποκλειστικά στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν το φινλανδικό δίκαιο επιτρέπει τη συνεκτίμηση των λόγων αυτών στο πλαίσιο της εξετάσεως της αιτήσεως άδειας για τη συνέχιση της δίκης, τα ακόλουθα σημεία των παρουσών προτάσεων έχουν ως αντικείμενο την παροχή ορισμένων κατευθυντηρίων γραμμών επ’ αυτού.
51. Συναφώς, φαίνεται ότι οι λόγοι παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης που διαλαμβάνονται στο άρθρο 11, πρώτο εδάφιο, του κεφαλαίου 25a του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας καθιστούν δυνατό να ληφθούν υπόψη τα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού 44/2001.
52. Ειδικότερα, φαίνεται πράγματι ότι οι λόγοι μη εκτελέσεως που ο νομοθέτης της Ένωσης προβλέπει στα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού 44/2001 μπορούν να υπαχθούν στον πρώτο και στον τέταρτο λόγο παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, κατά τους οποίους άδεια συνεχίσεως της δίκης πρέπει να παρέχεται αν συντρέχουν λόγοι αμφιβολίας για την ορθότητα της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή αν συντρέχει κάποιος άλλος σοβαρός λόγος για την παροχή άδειας συνεχίσεως της δίκης.
53. Επομένως, το εφετείο είναι σε θέση, ήδη από το στάδιο της παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, να εξακριβώσει αν, στο πλαίσιο ενδίκου μέσου κατά το άρθρο 43 του κανονισμού 44/2001, οι λόγοι μη εκτελέσεως που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού αυτού απαιτούν εμπεριστατωμένη εξέταση της πρωτόδικης αποφάσεως σχετικά με την αίτηση κηρύξεως εκτελεστότητας.
54. Δεύτερον, η διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης φαίνεται να είναι οργανωμένη κατά τέτοιον τρόπο ώστε, στην πράξη, να είναι δυνατόν να εκτιμάται η ορθότητα της πρωτόδικης αποφάσεως ήδη από το στάδιο αυτό, έστω και σε προοπτική οικονομίας της διαδικασίας.
55. Πράγματι, η διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, όπως η διαδικασία που προβλέπεται από το φινλανδικό δίκαιο, δεν εξομοιώνεται με προηγούμενο φιλτράρισμα που αποσκοπεί στην εξέταση του παραδεκτού της εφέσεως. Όπως υπογράμμισε η Φινλανδική Κυβέρνηση, στο στάδιο της παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης το εφετείο εξακριβώνει, ιδίως υπό το πρίσμα της πρωτόδικης αποφάσεως και της δικογραφίας, αν υπάρχουν λόγοι αμφιβολίας ως προς την ορθότητα της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, η εκτίμηση στην οποία προέβη, στο στάδιο αυτό, το εφετείο εξομοιώνεται σαφώς με προκαταρκτική εξέταση, έστω και συνοπτική, της ίδιας της ουσίας της πρωτόδικης αποφάσεως (17).
56. Εξάλλου, μολονότι το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συνεπάγεται τη δυνατότητα προσβάσεως σε δικαστή, δεν συνεπάγεται εντούτοις αυτόματη πρόσβαση σε ενιαία διαδικασία, όταν μάλιστα το ένδικο μέσο είναι καταδικασμένο να απορριφθεί. Πάντως, φαίνεται ότι, στην πράξη, η συνέχιση της δίκης αποκλείεται μόνον σε περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι προφανές για όλα τα μέλη του εφετείου ότι το ένδικο μέσο είναι εντελώς αβάσιμο. Πράγματι, κατά τη Φινλανδική Κυβέρνηση, οι λόγοι παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ελαστικό και ευνοϊκό για τον διάδικο που ζητεί την ως άνω άδεια (18). Επομένως, μόνο σε περίπτωση προδήλως αβάσιμου ενδίκου μέσου αυτό θα μπορούσε να απορριφθεί ήδη κατά το στάδιο της παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, το ένδικο μέσο θα εξεταστεί in fine σε βάθος, αφότου παρασχεθεί άδεια από το εφετείο.
57. Τρίτον, η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία είναι συμβατή με το άρθρο 43 του κανονισμού 44/2001 μόνον αν οι ενδεχόμενες αποφάσεις μη χορηγήσεως άδειας είναι δεόντως αιτιολογημένες.
58. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση κατέστη εμφανής η μείζων διαφωνία ως προς το θέμα αυτό μεταξύ της Φινλανδικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής. Η Φινλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η απόφαση αυτή πρέπει, δυνάμει του κώδικα πολιτικής δικονομίας, να είναι αιτιολογημένη, ενώ η Επιτροπή, στηριζόμενη στον ίδιο κώδικα, ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν ισχύει οπωσδήποτε.
59. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να διαιτητεύσει μεταξύ των αντιτιθέμενων αυτών απόψεων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία του εθνικού δικαίου, αλλά να καθορίσει ποιες είναι οι επιταγές που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης. Πάντως, το τελευταίο επιβάλλει την αιτιολόγηση των αποφάσεων, όπως αυτές περί αρνήσεως χορηγήσεως άδειας για τη συνέχιση της δίκης.
60. Κατ’ αρχάς, η υποχρέωση αιτιολογήσεως δικαιολογείται εν γένει από τις δύο λειτουργίες της τελευταίας. Παρέχει στους μεν ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να λάβουν γνώση των λόγων που οδήγησαν τον δικαστή στην έκδοση αποφάσεως, στον δε δικαστή που ενδέχεται να επιληφθεί ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως αυτής τη δυνατότητα να διαθέτει επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο (19). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη απαιτεί να είναι αιτιολογημένη κάθε δικαστική απόφαση, τούτο δε προκειμένου να έχει ο εναγόμενος τη δυνατότητα να πληροφορηθεί τους λόγους της ήττας του και να ασκήσει εγκαίρως και αποτελεσματικώς ένδικο μέσο κατά της περί ης πρόκειται αποφάσεως (20).
61. Πάντως, αν το εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ειδικά σε περίπτωση αρνήσεως χορηγήσεως άδειας για τη συνέχιση της δίκης, τότε η προβλεπόμενη από το φινλανδικό δίκαιο δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου μέσου ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της εν λόγω αποφάσεως θα ήταν σε μεγάλο βαθμό θεωρητική. Ελλείψει αιτιολογίας, θα ήταν, τουλάχιστον, δύσκολο να αμφισβητηθεί επωφελώς η απόφαση του εφετείου και θα ήταν αδύνατον για το Ανώτατο Δικαστήριο να εκτιμήσει την ορθότητά της.
62. Στη συνέχεια, η υποχρέωση αιτιολογήσεως σε επίπεδο εφετειακής αποφάσεως έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο του συστήματος ενδίκων μέσων που θεσπίζει ο κανονισμός 44/2001. Επομένως, προσήκει η υπενθύμιση ότι, αφενός, η πρωτόδικη απόφαση σχετικά με την αίτηση κηρύξεως εκτελεστότητας δεν καταλαμβάνεται από την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Αφετέρου, προκύπτει ότι στη Φινλανδία, όπως σε άλλα κράτη μέλη, επίσης το ένδικο μέσο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά εφετειακής αποφάσεως υπόκειται σε σύστημα προηγούμενης αποδοχής.
63. Επομένως, η απόφαση που εκδίδεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου του άρθρου 43 του κανονισμού 44/2001 είναι η πρώτη (και δυνητικά και η τελευταία) απόφαση στην οποία πρέπει να λαμβάνονται πλήρως υπόψη οι λόγοι μη εκτελέσεως που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού αυτού. Είναι αδιανόητο ένας διάδικος να μπορεί να ασκήσει τις δυνατότητες που αναγνωρίζονται από τον εν λόγω κανονισμό προκειμένου να εμποδίσει την εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως εκδοθείσας σε άλλο κράτος μέλος χωρίς ποτέ να υπήρξε αποδέκτης αιτιολογημένης αποφάσεως (21).
64. Τέλος, το γεγονός ότι η διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης αφορά, εν προκειμένω, το στάδιο της εφέσεως είναι καθοριστικής σημασίας ως προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της περιστάσεως αυτής, η –απολύτως εύλογη– θέση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά την οποία η απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο της διαδικασίας φιλτραρίσματος στο στάδιο της αναιρέσεως («δεύτερη έφεση» ενώπιον των ανωτάτων δικαστηρίων, η οποία γενικώς περιορίζεται σε νομικά ζητήματα) δεν πρέπει οπωσδήποτε να είναι αιτιολογημένη (22), δεν μπορεί λογικά να έχει εφαρμογή στη διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης επί εφέσεως όταν το στάδιο αυτό αποτελεί, στην πραγματικότητα, ένα πρώτο ένδικο μέσο που καθιστά δυνατή την εκτίμηση των λόγων μη εκτελέσεως της δικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος.
65. Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν οι αποφάσεις περί αρνήσεως χορηγήσεως άδειας για τη συνέχιση της δίκης επί εφέσεως πρέπει υποχρεωτικώς να αιτιολογούνται. Στην περίπτωση κατά την οποία το εφετείο δεν θα είχε τέτοια υποχρέωση, η διαδικασία παροχής άδειας θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, ασύμβατη προς το άρθρο 43 του κανονισμού 44/2001. Πράγματι, αν αποδεικνυόταν ότι η διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης κινήθηκε από διάδικο στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος ενδίκων μέσων χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες του συστήματος που θέσπισε ο κανονισμός 44/2001, το γεγονός αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μηχανική εφαρμογή της διαδικασίας αυτής, δυσχερώς συμβιβάσιμη με τις απαιτήσεις του κανονισμού 44/2001.
66. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των εκτιμήσεων αυτών, φρονώ ότι το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001 επιτρέπει διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι, από ουσιαστικής απόψεως, οι λόγοι μη εκτελέσεως που περιλαμβάνονται στα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού 44/2001 μπορούν να προβληθούν και να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο των λόγων παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης και ότι, από δικονομικής απόψεως, οι αποφάσεις μη παροχής της άδειας για τη συνέχιση της δίκης είναι υποχρεωτικώς αιτιολογημένες.
2. Επί του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
67. Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης επί εφέσεως, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία, όπου ο αντίδικος, ή ο διάδικος που δεν άσκησε το ένδικο μέσο, δεν τυγχάνει ακροάσεως, συνάδει με την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως που διατυπώνεται στο άρθρο 43, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001.
68. Όσον αφορά το τρίτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, το αντιλαμβάνομαι υπό την έννοια ότι αποσκοπεί στον καθορισμό των συνεπειών που έχει το γεγονός ότι το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί όχι μόνον από τον διάδικο που ζήτησε την εκτέλεση αλλά και από τον διάδικο κατά του οποίου δόθηκε άδεια εκτελέσεως.
69. Επομένως, τα δύο αυτά ερωτήματα έχουν ουσιωδώς τον ίδιο σκοπό: σκοπούν στη διευκρίνιση της συμβατότητας της επίμαχης στην κύρια δίκη διαδικασίας με το άρθρο 43, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001. Συνεπώς, προτείνω να συνεξεταστούν.
70. Εκ προοιμίου, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιον λόγο μια τέτοια διαδικασία, η οποία, για θεμιτούς λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης, σκοπεί προ πάντων να καταστεί δυνατή η ταχεία εκδίκαση των προδήλως αβάσιμων ενδίκων μέσων, δεν συνάδει με την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως.
71. Πράγματι, μολονότι το άρθρο 43, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 προβλέπει σαφώς ότι το ένδικο μέσο εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, επιβάλλεται εντούτοις η διαπίστωση ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν διευκρίνισε περαιτέρω τις απαιτήσεις που συνδέονται με τον κατ’ αντιμωλία χαρακτήρα της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η οργάνωση της διαδικασίας επί των ενδίκων μέσων εμπίπτει στη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, εκτιμώμενη υπό το πρίσμα των ιδιαιτεροτήτων του συστήματος κηρύξεως εκτελεστότητας που θέσπισε ο κανονισμός 44/2001.
72. Η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως έχει θεμελιώδη σημασία στο πλαίσιο του συστήματος που καθιέρωσε ο κανονισμός 44/2001, προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων εντός της Ένωσης. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε (23), η διαδικασία κηρύξεως εκτελεστότητας σκοπεί να παράσχει στον αιτούντα την κήρυξη εκτελεστότητας τη δυνατότητα να επιτύχει, απλά και γρήγορα, στο πλαίσιο διαδικασίας που δεν διεξάγεται κατ’ αντιδικία (24), την εκτελεστότητα δικαστικής αποφάσεως που εκδόθηκε με τις αναγκαίες εγγυήσεις εντός άλλου κράτους μέλους (25). Αντιθέτως, επειδή η πρωτοβάθμια διαδικασία δεν διεξήχθη κατ’ αντιδικία, ο νομοθέτης της Ένωσης ρητώς απαίτησε να διεξάγεται κατ’ αντιδικία η διαδικασία επί του ενδίκου μέσου (26).
73. Όσον αφορά τις απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη επισημάνει ότι, στο πλαίσιο τόσο των διοικητικών όσο και των δικαστικών διαδικασιών, η αρχή αυτή συνεπάγεται, κατά γενικό κανόνα, το δικαίωμα των μερών διοικητικής διαδικασίας ή των διαδίκων να μπορούν να λάβουν θέση επί των πραγματικών περιστατικών και των εγγράφων επί των οποίων θα στηριχθεί η διοικητική ή δικαστική απόφαση, καθώς και να συζητήσουν τα αποδεικτικά στοιχεία και τις υποβληθείσες ενώπιον της διοικητικής αρχής ή του δικαστή παρατηρήσεις καθώς και τους νομικούς ισχυρισμούς τους οποίους έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως ο δικαστής και επί των οποίων πρόκειται να στηρίξει την απόφασή του (27).
74. Συγκεκριμένα, η αρχή αυτή προστατεύει έναν διάδικο σε σχέση με τα στοιχεία που έχουν αποφασιστική σημασία (28) για την έκδοση αποφάσεως που θίγει τα συμφέροντά του (29). Επομένως, ο σεβασμός της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως συνδέεται άρρηκτα με την αντίληψη ότι τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται απόφαση εκδοθείσα σε βάρος διαδίκου πρέπει να συζητηθούν από τον διάδικο αυτόν (30).
75. Πάντως, λαμβανομένου υπόψη αυτού του ορισμού της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, δεν βλέπω κανέναν λόγο να θεωρηθεί ότι μια διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, όπως η επίμαχη διαδικασία στην κύρια δίκη, θίγει την αρχή αυτή.
76. Στο μέτρο που το εφετείο δεν μπορεί, κατά το στάδιο παροχής της άδειας, να εκδώσει δυσμενή ή βλαπτική για τον αντίδικο απόφαση, δηλαδή απόφαση σε βάρος του διαδίκου που δεν άσκησε το ένδικο μέσο, το δικαίωμα του διαδίκου αυτού σε διεξαγόμενη κατ’ αντιδικία διαδικασία δεν προσβάλλεται αν, κατά το στάδιο αυτό, δεν καταθέσει παρατηρήσεις.
77. Συναφώς, πρώτον, η άρνηση χορηγήσεως άδειας για τη συνέχιση της δίκης έχει ως αποτέλεσμα ότι επικυρώνεται η πρωτόδικη απόφαση της οποίας επωφελείται ο διάδικος αυτός και, υπό την επιφύλαξη ασκήσεως ενδίκου μέσου ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η απόφαση αυτή καθίσταται αμετάκλητη. Κατά συνέπεια, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να βλάψει τον ωφελούμενο από την πρωτόδικη απόφαση (31).
78. Δεύτερον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Φινλανδική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε, χωρίς να αντικρουστεί από την Επιτροπή, ότι, ανεξαρτήτως της ιδιότητας του διαδίκου που άσκησε το ένδικο μέσο, το εφετείο δεν μπορεί, κατά το στάδιο της παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, να τροποποιήσει την απόφαση επί της ουσίας. Ειδικότερα, δεν μπορεί, για παράδειγμα, να κηρύξει το ένδικο μέσο προδήλως βάσιμο χωρίς να ακουστεί ο αντίδικος (32), πράγμα το οποίο προφανέστατα θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως.
79. Τρίτον, η απόφαση που εκδίδεται στο στάδιο της παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης είναι προκαταρκτική απόφαση της οποίας το περιεχόμενο περιορίζεται εξ ορισμού στη συνέχιση της δίκης. Κατά συνέπεια, δεν προδικάζει την εκτίμηση του ενδίκου μέσου κατόπιν πλήρους εξετάσεώς του. Επομένως, στην περίπτωση κατά την οποία η άδεια παρέχεται χωρίς ο διάδικος που δεν έχει ασκήσει το ένδικο μέσο –ανεξαρτήτως του αν ο διάδικος αυτός είναι, ανάλογα με την περίπτωση, εκείνος που ζήτησε την κήρυξη εκτελεστότητας ή το πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο της αποφάσεως κηρύξεως εκτελεστότητας– να κληθεί να καταθέσει παρατηρήσεις, ούτε η απόφαση αυτή είναι ικανή να θίξει από μόνη της τα συμφέροντα του διαδίκου αυτού.
80. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή, σε συνέχεια των γραπτών παρατηρήσεών της, ισχυρίσθηκε ότι η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως είναι τόσο σημαντική ώστε δεν μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς και ότι, κατά συνέπεια, το φινλανδικό σύστημα παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης δεν τηρεί την αρχή αυτή.
81. Πέρα από το ότι μια τέτοια «απόλυτη» θέση δεν επιτρέπει τον συγκερασμό των απαιτήσεων προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας με άλλα, απολύτως θεμιτά, συμφέροντα, όπως, για παράδειγμα, αυτά που αφορούν την ταχύτητα και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, παρατηρώ προ πάντων ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αποδείξει συγκεκριμένη παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως εν προκειμένω.
82. Τέλος, υπογραμμίζω ότι από τις παρατηρήσεις της Φινλανδικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι ο διάδικος που δεν έχει ασκήσει το ένδικο μέσο καλείται υποχρεωτικώς να διατυπώσει τις απόψεις του κατά το στάδιο της πλήρους εξετάσεως του ενδίκου μέσου. Επομένως, φαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001, η τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως διασφαλίζεται στο στάδιο κατά το οποίο η απόφαση του εφετείου είναι ικανή να βλάψει τον διάδικο αυτόν.
83. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των εκτιμήσεων αυτών, φρονώ ότι το άρθρο 43, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία, δεν παραβιάζει την απαίτηση διεξαγωγής διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, όταν η απόφαση που εκδίδεται κατά το στάδιο της παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης δεν είναι, αυτή καθ’ εαυτή, ικανή να θίξει τα συμφέροντα του αντιδίκου.
V. Πρόταση
84. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Κorkein oikeus (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Φινλανδία) ως εξής:
1) Το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, επιτρέπει διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι, από ουσιαστικής απόψεως, οι λόγοι μη εκτελέσεως που περιλαμβάνονται στα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού 44/2001 μπορούν να προβληθούν και να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο των λόγων παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης και ότι, από δικονομικής απόψεως, οι αποφάσεις μη παροχής της άδειας για τη συνέχιση της δίκης είναι υποχρεωτικώς αιτιολογημένες.
2) Το άρθρο 43, παράγραφος 3, του κανονισμού 44/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία δεν παραβιάζει την απαίτηση διεξαγωγής διαδικασίας αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, όταν η απόφαση που εκδίδεται κατά το στάδιο της παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης δεν είναι, αυτή καθ’ εαυτή, ικανή να θίξει τα συμφέροντα του αντιδίκου.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1).
3 ΕΕ 1998, C 27, σ. 1.
4 Στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών.
5 Δεδομένου ότι η δίκη ενώπιον του εσθονικού δικαστηρίου κινήθηκε πριν από τις 10 Ιανουαρίου 2015, ο κανονισμός 44/2001 εξακολουθεί να έχει εφαρμογή ratione temporis δυνάμει του άρθρου 66, παράγραφος 1, του κανονισμού (EΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1).
6 Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 16 και 17 του κανονισμού 44/2001. Βλ., επίσης, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2006, ASML (C-283/05, EU:C:2006:787, σκέψη 23).
7 Σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού 44/2001, όπως αυτές στα ισπανικά, στα γαλλικά ή στο ιταλικά, ο όρος που χρησιμοποιείται για αυτόν τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας είναι ο όρος «προσφυγή», πράγμα που υποδηλώνει τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, μένοντας από λειτουργικής απόψεως πιστό στη δομή του εν λόγω κανονισμού. Αντιθέτως, σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις, ο όρος που χρησιμοποιείται είναι αυτός της «εφέσεως» («appel»), όπως μαρτυρούν οι αποδόσεις στα αγγλικά («appeal») ή στα τσέχικα («opravný prostředek»), τα οποία αφήνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο να νοηθεί ο δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το γεγονός ότι, από τυπικής απόψεως, πρόκειται συχνά για δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
8 Κατά το άρθρο 45 του κανονισμού 44/2001.
9 Σημειώνω, συναφώς, ότι, μολονότι ο κανονισμός 1215/2012 κατήργησε την κήρυξη εκτελεστότητας, ο έλεγχος των λόγων που περιλαμβάνονται στα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού 44/2001 δεν καταργήθηκε, όπως μαρτυρούν τα άρθρα 45 και 46 του κανονισμού 1215/2012.
10 Στο εξής: Χάρτης. Πρβλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, A (C-112/13, EU:C:2014:2195, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), εξυπακουομένου ότι η άσκηση ενδίκου μέσου για την αμφισβήτηση της αποφάσεως κηρύξεως εκτελεστότητας δυνάμει του άρθρου 43 του κανονισμού 44/2001 πρέπει να χαρακτηρισθεί ως εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 51 του Χάρτη (διάταξη της 13ης Ιουνίου 2012, GREP, C-156/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:342, σκέψη 31).
11 Βλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2005, Leffler (C-443/03, EU:C:2005:665, σκέψη 49).
12 Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει ήδη επιληφθεί του ζητήματος της συμβατότητας με τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950) του μηχανισμού φιλτραρίσματος των ενδίκων μέσων της εφέσεως και της αναιρέσεως. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι το δικαίωμα προσβάσεως στον δικαστή μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο περιορισμών, υπό την προϋπόθεση ότι οι αυτοί δεν θίγουν το ίδιο το θεμέλιο του άρθρου 6 της Συμβάσεως αυτής και ότι υπηρετούν θεμιτό σκοπό. Συναφώς, οι σκοποί που ανάγονται στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης και στην πρόληψη της συμφορήσεως των δικαστικών αρχών θεωρήθηκαν θεμιτοί από το εν λόγω Δικαστήριο [αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 13ης Ιουλίου 1995, Tolstoy Miloslavsky κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:1995:0713JUD001813991, § 61), της 11ης Οκτωβρίου 2001, Rodríguez Valín κατά Ισπανίας, (CE:ECHR:2001:1011JUD004779299, § 22), και της 19ης Δεκεμβρίου 1997, Brualla Gómez de la Torre κατά Ισπανίας (CE:ECHR:1997:1219JUD002673795, § 36)].
13 Βλ., όσον αφορά τη δικαστική συνεργασία στις αστικές υποθέσεις, αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 2005, Leffler (C-443/03, EU:C:2005:665, σκέψη 50), και της 9ης Νοεμβρίου 2016, ENEFI (C-212/15, EU:C:2016:841, σκέψη 30).
14 Βλ. αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Belastingdienst/Toeslagen (Ανασταλτικό αποτέλεσμα της εφέσεως) (C-175/17, EU:C:2018:776, σκέψη 47), και της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Staatssecretaris van Veiligheid en justitie (Ανασταλτικό αποτέλεσμα της εφέσεως) (C‑180/17, EU:C:2018:775, σκέψη 43).
15 Το οποίο δεν συγχέεται με το δικαίωμα σε περισσότερους βαθμούς δικαιοδοσίας. Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου απορρέει ότι η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας παρέχει στον πολίτη δικαίωμα προσβάσεως σε δικαστήριο και όχι σε περισσότερους βαθμούς δικαιοδοσίας (απόφαση της 28ης Ιουλίου 2011, Samba Diouf, C-69/10, EU:C:2011:524, σκέψη 69).
16 Βλ. διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 2010, Internationale Fruchtimport Gesellschaft Weichert κατά Επιτροπής (C-73/10 P, EU:C:2010:684, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).
17 Κατά τούτο, η διαδικασία παροχής άδειας για τη συνέχιση της δίκης μπορεί να συγκριθεί με την αίτηση άδειας ασκήσεως προσφυγής, η οποία αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Μαρτίου 2018, North East Pylon Pressure Campaign και Sheehy (C-470/16, EU:C:2018:185).
18 Επιπλέον, φαίνεται ότι από το άρθρο 18 του κεφαλαίου 25a του κώδικα πολιτικής δικονομίας προκύπτει ότι η άδεια για τη συνέχιση της δίκης παρέχεται αν τουλάχιστον ένα μέλος τριμελούς δικαστικού σχηματισμού τάσσεται υπέρ της παροχής της άδειας.
19 Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, Συμβούλιο κατά Bamba (C-417/11 P, EU:C:2012:718, σκέψη 49).
20 Βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Trade Agency (C-619/10, EU:C:2012:531, σκέψη 53).
21 Η σημασία να είναι κάποιος αποδέκτης αιτιολογημένης αποφάσεως ενισχύεται επίσης από το γεγονός ότι από την ανάγνωση του άρθρου 44 σε συνδυασμό με το παράρτημα IV του κανονισμού 44/2001 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να προβλέπουν ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί του ενδίκου μέσου του άρθρου 43 του κανονισμού αυτού.
22 Βλ. σχετικές με το παραδεκτό αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 9ης Μαρτίου 1999, société anonyme Immeuble groupe Kosser κατά Γαλλίας (CE:ECHR:1999:0309DEC003874897), της 28ης Ιανουαρίου 2003, Burg κ.λπ. κατά Γαλλίας (CE:ECHR:2003:0128DEC003476302), και της 6ης Σεπτεμβρίου 2005, Glender κατά Σουηδίας (CE:ECHR:2005:0906DEC002807003).
23 Βλ. σημεία 24 έως 26 των παρουσών προτάσεων.
24 Το άρθρο 41 του κανονισμού 44/2001 διευκρινίζει χωρίς διφορούμενο τρόπο ότι «[ο] διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν δύναται, στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει προτάσεις».
25 Βλ., στο πλαίσιο της Συμβάσεως των Βρυξελλών, αποφάσεις της 21ης Μαΐου 1980, Denilauler (125/79, EU:C:1980:130, σκέψη 14), της 12ης Ιουλίου 1984, P. (178/83, EU:C:1984:272, σκέψη 11), και της 10ης Ιουλίου 1986, Carron (198/85, EU:C:1986:313, σκέψη 8).
26 Βλ. απόφαση της 11ης Μαΐου 2000, Renault (C-38/98, EU:C:2000:225, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
27 Βλ., όσον αφορά τις διοικητικές διαδικασίες στο πλαίσιο της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης εντός των κρατών μελών, αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 2013, Sabou (C-276/12, EU:C:2013:678, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C-166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), καθώς και της 9ης Νοεμβρίου 2017, Ispas (C-298/16, EU:C:2017:843, σκέψη 26). Βλ., όσον αφορά τις διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες ενώπιον των αρχών ή δικαστηρίων της Ένωσης, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Επανεξέταση M κατά EMEA (C-197/09 RX-II, EU:C:2009:804, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
28 Βλ. αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ. (C-89/08 P, EU:C:2009:742, σκέψη 56), και της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Επανεξέταση M κατά EMEA (C‑197/09 RX-II, EU:C:2009:804, σκέψη 41). Βλ., κατ’ αναλογίαν, τη θέση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφαση της 20ής Ιουλίου 2001, Pellegrini κατά Ιταλίας (CE:ECHR:2001:0720JUD003088296, § 44).
29 Στις διοικητικές υποθέσεις, για να αναγνωριστεί η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας ενός μέρους και να ακυρωθεί πράξη της Ένωσης έχει σημασία το ότι εθίγησαν τα συμφέροντα του μέρους αυτού [βλ., ως παράδειγμα εφαρμογής της νομολογίας αυτής, απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-199/99 P, Corus UK κατά Επιτροπής (EU:C:2003:531, σκέψεις 19 έως 25)]. Όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, υπενθυμίζω ότι, δυνάμει του άρθρου 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνον οι δικονομικές πλημμέλειες κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδικασία που έθιξαν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση αναιρέσεως.
30 Τόσο για το Δικαστήριο όσο και για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η έκταση των εγγυήσεων που συνδέονται με την τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, είτε αυτής καθ’ εαυτήν είτε ως συνιστώσας των δικαιωμάτων άμυνας, μπορεί να ποικίλλει ανάλογα, μεταξύ άλλων, με τις ιδιαιτερότητες της επίμαχης διαδικασίας [απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mukarubega (C-166/13, EU:C:2014:2336, σκέψη 54)]. Βλ., γενικώς, Fricero, N., «Le droit à une procédure civile contradictoire dans la jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme», Revue trimestrielle des droits de l’homme, Anthemis, Wavre, 2016, σ. 381 έως 393, ιδίως σ. 388 έως 390.
31 Κατά το άρθρο 17 του κεφαλαίου 25a του κώδικα πολιτικής δικονομίας, αν δεν χορηγηθεί άδεια συνεχίσεως της δίκης, επικυρώνεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
32 Συναφώς, είναι δυνατός ο εντοπισμός αναλογίας με την απλουστευμένη εξέταση των αιτήσεων αναιρέσεως από το Δικαστήριο. Όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει την απόρριψη αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως με αιτιολογημένη διάταξη χωρίς να ακούσει τους διαδίκους. Αντιθέτως, στην περίπτωση προδήλως βάσιμης αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο δύναται να κηρύξει ως τέτοια την αίτηση αναιρέσεως μόνον αφότου ακούσει τους διαδίκους (βλ., αντιστοίχως, άρθρα 181 και 182 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου).