Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 31ης Οκτωβρίου 2019 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-453/18 και C-494/18
Bondora
[αιτήσεις του Juzgado de Primera Instancia n° 11 de Vigo
(πρωτοδικείου υπ’ αριθ. 11 του Vigo, Ισπανία)
και του Juzgado de Primera Instancia n° 20 de Barcelona
(πρωτοδικείου υπ’ αριθ. 20 της Βαρκελώνης, Ισπανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΚ) 1896/2006 – Διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Αυτεπάγγελτος έλεγχος από τον δικαστή – Προαιρετικά έγγραφα στο πλαίσιο αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, πλην όμως αναγκαία για την εκτίμηση της ενδεχόμενης υπάρξεως καταχρηστικών ρητρών»
Εισαγωγή
1. Οφείλει δικαστής που έχει επιληφθεί αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2006 (2), σχετικά με σύμβαση που έχει συναφθεί μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν ενδεχομένως υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες κατά την έννοια της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (3); Στο πλαίσιο αυτό, έχει ο εν λόγω δικαστής την εξουσία να ζητήσει από τον αιτούντα να του κοινοποιήσει αντίγραφο της συμβάσεως που στηρίζει την αίτησή του, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού; Αν τούτο δεν συμβαίνει, ποια είναι τα εντεύθεν συμπεράσματα όσον αφορά το κύρος του κανονισμού 1896/2006, ιδίως υπό το πρίσμα του άρθρου 38 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης);
2. Αυτά είναι, κατ’ ουσίαν, τα θεμελιώδη ζητήματα που εν προκειμένω έθεσαν στο Δικαστήριο τα αιτούντα δικαστήρια. Ακριβώς υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο καλείται, για πρώτη φορά, να διευκρινίσει τη σχέση μεταξύ των αντίστοιχων απαιτήσεων του κανονισμού 1896/2006 και της οδηγίας 93/13 όσον αφορά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο από τον δικαστή.
3. Τα δύο αυτά νομοθετήματα της Ένωσης φαίνεται ότι επιδιώκουν σκοπούς που a priori συνιστούν αντινομία: προστασία του καταναλωτή χάρη στην ενεργό παρέμβαση του δικαστή, όσον αφορά την οδηγία, και επιτάχυνση και απλούστευση της εισπράξεως απαιτήσεων μέσω αντιστροφής της δικονομικής πρωτοβουλίας και αυξημένης ευθύνης του καθού, όσον αφορά τον κανονισμό.
4. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν ο ένας από τους σκοπούς αυτούς πρέπει να υπερισχύσει του άλλου ή αν –όπως πιστεύω– μπορεί στην πραγματικότητα να επιτευχθεί εξισορρόπηση των σκοπών αυτών μέσω συνδυασμένης ερμηνείας των δύο αυτών νομοθετημάτων.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο Χάρτης
5. Το άρθρο 38 του Χάρτη ορίζει τα εξής:
«Οι πολιτικές της Ένωσης διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή.»
Η οδηγία 93/13
6. Η τέταρτη, η πέμπτη, η εικοστή πρώτη και η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 έχουν ως εξής:
«[Εκτιμώντας] ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές να μην περιλαμβάνονται καταχρηστικές ρήτρες·
ότι, γενικά, ο καταναλωτής δεν γνωρίζει τους κανόνες δικαίου που ισχύουν στα άλλα κράτη μέλη σχετικά με τις συμβάσεις που αφορούν την πώληση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών· [...]·
[…]
ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποφεύγεται η παρουσία καταχρηστικών ρητρών μέσα στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία· ότι, εάν παρ’ όλα αυτά εμφανίζονται στις συμβάσεις καταχρηστικές ρήτρες, δεν θα δεσμεύουν τον καταναλωτή, η δε σύμβαση θα εξακολουθεί να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τους ίδιους όρους, εάν μπορεί να υφίσταται χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες·
[…]
ότι οι δικαστικές αρχές και τα διοικητικά όργανα πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα ώστε να θέτουν τέρμα στην εφαρμογή των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές.»
7. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, αυτή «έχει αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή».
8. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.»
9. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
10. Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
Ο κανονισμός 1896/2006
11. Οι αιτιολογικές σκέψεις 9, 13 και 14 του κανονισμού 1896/2006 έχουν ως εξής:
«9. Στόχος του παρόντος κανονισμού είναι η απλούστευση, επιτάχυνση και μείωση των εξόδων της εκδίκασης διαφορών για διασυνοριακές υποθέσεις όσον αφορά μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις με τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής· επίσης, η εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ευρωπαϊκών διαταγών πληρωμής σε όλα τα κράτη μέλη, με τη θέσπιση ελάχιστων κανόνων, η τήρηση των οποίων καθιστά περιττές τυχόν ενδιάμεσες διαδικασίες στο κράτος μέλος εκτέλεσης πριν από την αναγνώριση και την εκτέλεση.
[…]
13. Με την αίτηση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, ο αιτών θα πρέπει να υποχρεούται να χορηγεί επαρκώς ακριβείς πληροφορίες που να προσδιορίζουν με σαφήνεια και να υποστηρίζουν την αξίωσή τ[ου] προκειμένου να παρέχεται στον καθού η δυνατότητα να επιλέγει συνειδητά αν θα την αμφισβητήσει ή όχι.
14. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο αιτών θα πρέπει να υποχρεούται να περιλαμβάνει περιγραφή των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία θεμελιώνεται η αξίωση. Προς τούτο, το έντυπο της αίτησης θα πρέπει να περιέχει κατά το δυνατόν εξαντλητικό κατάλογο των τύπων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία συνήθως προσκομίζονται προς στήριξη χρηματικών αξιώσεων.»
12. Το άρθρο 1 του κανονισμού 1896/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο», προβλέπει:
«1. Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί:
α) στην απλούστευση, επιτάχυνση και μείωση των εξόδων της εκδίκασης διαφορών για διασυνοριακές υποθέσεις όσον αφορά μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις, με τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής,
και
β) στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ευρωπαϊκών διαταγών πληρωμής σε όλα τα κράτη μέλη, με τη θέσπιση ελαχίστων κανόνων η τήρηση των οποίων καθιστά περιττές τυχόν ενδιάμεσες διαδικασίες στο κράτος μέλος εκτέλεσης πριν από την αναγνώριση και την εκτέλεση.
2. Ο αιτών δεν κωλύεται από τον παρόντα κανονισμό να επιδιώξει την ικανοποίηση αξίωσης κατά την έννοια του άρθρου 4, κάνοντας χρήση άλλης διαδικασίας προβλεπόμενης από το δίκαιο κράτους μέλους ή από το κοινοτικό δίκαιο.»
13. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής»:
«Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις διασυνοριακού χαρακτήρα, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει, ιδίως, φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή την ευθύνη κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας (“acta iure imperii”).»
14. Το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 3, του εν λόγω κανονισμού απαριθμεί άλλες εξαιρέσεις όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του, οι οποίες δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω.
15. Το άρθρο 3 του κανονισμού 1896/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διασυνοριακές υποθέσεις», ορίζει:
«1. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, διασυνοριακή υπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία τουλάχιστον ένας εκ των διαδίκων έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου.
2. Η κατοικία προσδιορίζεται βάσει των άρθρων 59 και 60 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
[…]»
16. Κατά το άρθρο 7 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αίτηση για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής»:
«1. Η αίτηση για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής υποβάλλεται με το τυποποιημένο έντυπο Α που παρατίθεται στο Παράρτημα Ι.
2. Η αίτηση περιλαμβάνει:
α) τα ονόματα και τις διευθύνσεις των διαδίκων και, κατά περίπτωση, των αντιπροσώπων τους, καθώς και τα στοιχεία του δικαστηρίου στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση·
β) το ποσό της αξίωσης, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου και, κατά περίπτωση, των τόκων και των συμβατικών κυρώσεων και εξόδων·
γ) εάν ζητούνται τόκοι επί της αξίωσης, το επιτόκιο και τη χρονική περίοδο για την οποία ζητούνται τόκοι, εκτός εάν προστίθενται στο κεφάλαιο νόμιμοι τόκοι αυτοδίκαια σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης·
δ) την αιτία της διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής των πραγματικών περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η αξίωση και, ενδεχομένως, των αιτούμενων τόκων·
ε) την περιγραφή των αποδεικτικών στοιχείων που υποστηρίζουν την αξίωση·
στ) τα στοιχεία στα οποία θεμελιώνεται η δικαστική αρμοδιότητα·
και
ζ) τον διασυνοριακό χαρακτήρα της υπόθεσης κατά την έννοια του άρθρου 3.
[…]»
17. Το άρθρο 8 του κανονισμού 1896/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εξέταση της αίτησης», ορίζει τα εξής:
«Το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής εξετάζει, το συντομότερο δυνατό και με βάση το έντυπο αίτησης, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 2, 3, 4, 6 και 7 και αν η αξίωση φαίνεται ότι είναι βάσιμη. Η εξέταση αυτή μπορεί να λαμβάνει τη μορφή αυτοματοποιημένης διαδικασίας.»
18. Το άρθρο 9 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συμπλήρωση και διόρθωση», προβλέπει:
«1. Αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, και εάν δεν πρόκειται για αξίωση προδήλως αβάσιμη ή αίτηση απαράδεκτη, το δικαστήριο παρέχει στον αιτούντα τη δυνατότητα να συμπληρώσει ή να διορθώσει την αίτηση. Το δικαστήριο χρησιμοποιεί το τυποποιημένο έγγραφο Β που παρατίθεται στο Παράρτημα ΙΙ.
2. Όταν το δικαστήριο καλεί τον αιτούντα να συμπληρώσει ή να διορθώσει την αίτηση, τάσσει την προθεσμία την οποία κρίνει κατάλληλη υπό τις περιστάσεις. Το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία αυτή κατά τη διακριτική του ευχέρεια.»
19. Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, αν οι απαιτήσεις του άρθρου 8 πληρούνται μόνο για μέρος της αξιώσεως, το δικαστήριο ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα. Ο αιτών καλείται να δεχθεί ή να αρνηθεί πρόταση για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής για το ποσό που καθορίζει το δικαστήριο. Δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, αν ο αιτών δεχθεί την πρόταση του δικαστηρίου, το δικαστήριο εκδίδει ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής για το μέρος της αξιώσεως το οποίο έχει δεχθεί ο αιτών. Οι εντεύθεν συνέπειες για το εναπομένον μέρος της αρχικής απαιτήσεως διέπονται από το εθνικό δίκαιο.
20. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 1896/2006:
«Η απόρριψη της αίτησης δεν κωλύει τον αιτούντα να επιδιώξει την ικανοποίηση αξίωσης μέσω νέας αίτησης για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής ή κάθε άλλης διαδικασίας που προβλέπει το δίκαιο κράτους μέλους.»
21. Το άρθρο 12 του κανονισμού αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής», ορίζει:
«1. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8, το δικαστήριο εκδίδει, το συντομότερο δυνατό, και κανονικά εντός 30 ημερών μετά την κατάθεση της αίτησης, ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής δια του τυποποιημένου εντύπου Ε που παρατίθεται στο Παράρτημα V.
Η προθεσμία των 30 ημερών δεν περιλαμβάνει τον απαιτούμενο χρόνο για τη διόρθωση, τη συμπλήρωση ή την τροποποίηση της αίτησης εκ μέρους του αιτούντος.
2. Η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής εκδίδεται μαζί με αντίγραφο του εντύπου της αίτησης. Δεν περιλαμβάνει τις πληροφορίες που παρέχει ο αιτών σύμφωνα με τα προσαρτήματα 1 και 2 του εντύπου Α.
[…]
4. Στην ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, ο καθού ενημερώνεται ότι:
α) η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέσχε ο αιτών και δεν επαληθεύτηκαν από το δικαστήριο,
β) η διαταγή θα καταστεί εκτελεστή εκτός εάν έχει κατατεθεί δήλωση αντιρρήσεων στο δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 16,
γ) στην περίπτωση που έχει υποβληθεί δήλωση αντιρρήσεων, η διαδικασία συνεχίζεται ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων του κράτους μέλους προέλευσης σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες πολιτικής δικονομίας, εκτός εάν ο αιτών έχει ζητήσει ρητά να λήξει η διαδικασία σε αυτή την περίπτωση.
[…]»
22. Δυνάμει του άρθρου 22, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής να επανεξετασθεί επί της ουσίας στο κράτος μέλος εκτελέσεως.
23. Κατά το άρθρο 26 του ίδιου κανονισμού, όλα τα δικονομικά ζητήματα που δεν ρυθμίζονται ρητώς με τον κανονισμό 1896/2006 διέπονται από το εθνικό δίκαιο.
24. Τέλος, το τυποποιημένο έντυπο Α, που παρατίθεται στο παράρτημα I του κανονισμού αυτού, περιλαμβάνει πεδία τα οποία ο αιτών οφείλει να συμπληρώσει. Εν προκειμένω, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στα πεδία με τους ακόλουθους αριθμούς: 6 («Κεφάλαιο»), 7 («Τόκος»), 8 («Συμβατικές κυρώσεις»), 9 («Έξοδα»), 10 («Διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της αξίωσης») και 11 («Πρόσθετες δηλώσεις και συμπληρωματικές πληροφορίες»).
Το ισπανικό δίκαιο
25. Κατά την εικοστή τρίτη τελική διάταξη του Ley 1/2000, de 7 de enero 2000, de Enjuiciamiento Civil (4) (νόμου 1/2000, της 7ης Ιανουαρίου 2000, περί του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, στο εξής: LEC), περί θεσπίσεως μέτρων για την εφαρμογή του κανονισμού 1896/2006 στο ισπανικό δίκαιο, και, ειδικότερα, κατά τις παραγράφους της 2 και 11:
«2. Η αίτηση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής υποβάλλεται με το έντυπο Α που παρατίθεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 1896/2006, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση οποιουδήποτε εγγράφου, το οποίο, αν τυχόν προσκομιστεί, δεν γίνεται δεκτό.
[…]
11. Τα δικονομικά ζητήματα που δεν προβλέπονται στον κανονισμό 1896/2006 σχετικά με την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής διέπονται από τα προβλεπόμενα στον [LEC] για τη διαδικασία διαταγής πληρωμής.»
26. Κατά το άρθρο 815, παράγραφος 4, του LEC:
«Αν η αξίωση θεμελιώνεται σε σύμβαση μεταξύ εταιρίας ή επαγγελματία και καταναλωτή ή χρήστη, ο Letrado de la Administración de Justicia (γραμματέας) πρέπει να το γνωστοποιήσει στο δικαστήριο, πριν από τη διαταγή πληρωμής, ώστε αυτό να μπορέσει να εκτιμήσει τον ενδεχόμενο καταχρηστικό χαρακτήρα οποιασδήποτε ρήτρας στην οποία βασίζεται η αίτηση ή βάσει της οποίας καθορίζεται το ποσό της απαιτήσεως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν οποιαδήποτε από τις ρήτρες στις οποίες θεμελιώνεται η αίτηση ή βάσει της οποίας καθορίζεται το ποσό της απαιτήσεως μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική. Αν εκτιμά ότι οποιαδήποτε ρήτρα μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική, καλεί τους διαδίκους σε ακρόαση εντός πέντε ημερών. Κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων, αποφαίνεται με διάταξη εντός των επόμενων πέντε ημερών. Για τη διαδικασία αυτή δεν απαιτείται η παράσταση δικηγόρου ή δικολάβου.
Αν οποιαδήποτε από τις συμβατικές ρήτρες κριθεί καταχρηστική, στην εκδιδόμενη διάταξη καθορίζονται οι εντεύθεν συνέπειες, οριζομένου είτε ότι το αίτημα κρίνεται αβάσιμο είτε ότι η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς να εφαρμόζονται οι ρήτρες που κρίθηκαν καταχρηστικές.
Αν το δικαστήριο εκτιμά ότι οι ρήτρες δεν είναι καταχρηστικές, εκφέρει σχετική κρίση και ο Letrado de la Administración de Justicia (γραμματέας) διατάσσει τον οφειλέτη να εκπληρώσει την υποχρέωσή του κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1.
Εν πάση περιπτώσει, κατά της εκδιδόμενης διατάξεως μπορεί να ασκηθεί απευθείας ένδικο μέσο.»
Οι διαφορές των κύριων δικών, τα προδικαστικά ερωτήματα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
Η υπόθεση C-453/18
27. Η Bondora AS (στο εξής: Bondora) είναι εμπορική εταιρία η οποία συνήψε σύμβαση δανείου με καταναλωτή, τον Carlos V.C. Στις 21 Μαρτίου 2018, η εταιρία αυτή κατέθεσε στο Juzgado de Primera Instancia n° 11 de Vigo (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 11 του Vigo, Ισπανία) αίτηση για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής για το ποσό των 755,27 ευρώ κατά του εν λόγω καταναλωτή.
28. Δεδομένου ότι η αξίωση που επικαλείται η Bondora απορρέει από σύμβαση δανείου συναφθείσα με καταναλωτή, δυνάμει του άρθρου 815, παράγραφος 4, του LEC το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από την Bondora να προσκομίσει τα έγγραφα που στηρίζουν την εν λόγω αξίωση, προκειμένου να εξετάσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών που περιλαμβάνονται σε αυτή τη σύμβαση δανείου.
29. Η Bondora αρνήθηκε να προσκομίσει τα εν λόγω έγγραφα υποστηρίζοντας, πρώτον, ότι, όσον αφορά την αίτηση για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, κατά την εικοστή τρίτη τελική διάταξη, παράγραφος 2, του LEC δεν απαιτείται να προσκομίζονται έγγραφα που να στηρίζουν την εν λόγω αξίωση και, δεύτερον, ότι τα άρθρα 8 και 12 του κανονισμού 1896/2006 δεν αναφέρουν τίποτα σχετικά με την προσκόμιση εγγράφων για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής.
30. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι μια τέτοια ερμηνεία της ρυθμίσεως την οποία αφορά το προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων δύναται να προκαλέσει δυσχέρειες όταν η αξίωση της οποίας ζητείται η εκτέλεση στηρίζεται σε σύμβαση συναφθείσα με καταναλωτή.
31. Συγκεκριμένα, στην αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως το αιτούν δικαστήριο παρατήρησε ότι το άρθρο 815, παράγραφος 4, του LEC, όπως ισχύει σήμερα, θεσπίσθηκε κατόπιν της νομολογίας του Δικαστηρίου και, ιδίως, κατόπιν της αποφάσεως Banco Español de Crédito (5), η οποία καθιέρωσε την ανάγκη αυτεπάγγελτου ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών στο πλαίσιο διαδικασίας διαταγής πληρωμής κατά το εθνικό δίκαιο.
32. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η άρνηση της Bondora να προσκομίσει τα έγγραφα που στηρίζουν την αξίωσή της, δυνάμει της εικοστής τρίτης τελικής διατάξεως, παράγραφος 2, του LEC, εμποδίζει το επιληφθέν δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο που του επιβάλλει το άρθρο 815, παράγραφος 4, του ίδιου νόμου σε περίπτωση αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής σχετικά με καταναλωτή.
33. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας [93/13] και η νομολογία που ερμηνεύει την ως άνω οδηγία την έννοια ότι προσκρούει στο εν λόγω άρθρο εθνική νομοθεσία, όπως η τελική εικοστή τρίτη διάταξη, [παράγραφος 2], του [LEC], η οποία ορίζει ότι στο πλαίσιο αιτήσεως ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται η προσκόμιση εγγράφων τα οποία, ακόμη και αν προσκομιστούν, δεν γίνονται δεκτά;
2) Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού [1896/2006] την έννοια ότι το άρθρο αυτό δεν εμποδίζει [τον δικαστή] να ζητήσει από τη δανείστρια εταιρία να προσκομίσει τα έγγραφα στα οποία βασίζεται η αξίωση που απορρέει από καταναλωτικό δάνειο που συνήφθη μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εξέταση των εγγράφων αυτών, προκειμένου να εκτιμήσει την ενδεχόμενη ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στη συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και να εφαρμόσει κατ’ αυτόν τον τρόπο τα προβλεπόμενα στην οδηγία [93/13] και στη νομολογία που την ερμηνεύει;»
Η υπόθεση C-494/18
34. Στη δεύτερη αυτή υπόθεση, η ίδια εταιρία (δηλαδή η Bondora) συνήψε σύμβαση δανείου με άλλον καταναλωτή, τον XY. Στις 17 Μαΐου 2018, η Bondora ζήτησε από το Juzgado de Primera Instancia n° 20 de Barcelona (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 20 της Βαρκελώνης, Ισπανία) να εκδώσει εις βάρος του XY διαταγή πληρωμής για το ποσό των 1 818,66 ευρώ.
35. Στο τυποποιημένο έντυπο A (παράρτημα I του κανονισμού 1896/2006), η Bondora επισήμανε ότι ο XY έχει την ιδιότητα του καταναλωτή και ότι έχει στη διάθεσή της τη σύμβαση δανείου στην οποία θεμελιώνεται η απαίτηση και βάσει της οποίας προσδιορίστηκε το ποσό της αξιώσεως. Η Bondora ανέφερε επίσης ότι, αν ο καταναλωτής υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων, θα ζητήσει την κατάργηση της δίκης.
36. Αφότου διαπίστωσε ότι ένας εκ των διαδίκων έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από την Bondora να συμπληρώσει το πεδίο 11 του εντύπου A, που φέρει τον τίτλο «Πρόσθετες δηλώσεις και συμπληρωματικές πληροφορίες», διευκρινίζοντας τον επιμερισμό των ποσών της αξιώσεως και αναγράφοντας τις ρήτρες της συμβάσεως που επικαλείται προς στήριξη της αξιώσεως.
37. Η Bondora αρνήθηκε να παράσχει αυτές τις πληροφορίες, ισχυριζόμενη ότι, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1896/2006, δεν ήταν υποχρεωμένη να προσκομίσει επιπλέον αποδεικτικά στοιχεία που να στηρίζουν την αξίωσή της. Συγκεκριμένα, κατά την εικοστή τρίτη τελική διάταξη, παράγραφος 2, του LEC, σε περίπτωση αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να προσκομίζονται έγγραφα που να στηρίζουν την αξίωση. Επιπλέον, η εν λόγω εταιρία υποστήριξε επίσης ότι άλλα δικαστήρια είχαν ήδη δεχθεί παρόμοιες αιτήσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής χωρίς να της ζητήσουν να συμμορφωθεί προς άλλες απαιτήσεις.
38. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 1896/2006 υπό το πρίσμα της επιταγής περί προστασίας των καταναλωτών και της νομολογίας του Δικαστηρίου (6). Κατά το αιτούν δικαστήριο, η έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής σχετικά με καταναλωτή χωρίς κανέναν έλεγχο ως προς την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών θα μπορούσε να συνιστά παράβαση της επιταγής περί προστασίας των καταναλωτών και, ως εκ τούτου, του άρθρου 38 του Χάρτη και του άρθρου 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ.
39. Πάντοτε κατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 38 του Χάρτη, το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δεν αντιτίθενται σε εθνική διάταξη, όπως η εικοστή τρίτη τελική διάταξη, παράγραφος 2, του LEC, κατά το μέρος που η διάταξη αυτή παρέχει στον δικαστή τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου των ρητρών της συμβάσεως προκειμένου να μπορέσει να ασκήσει αυτεπαγγέλτως έλεγχο των ενδεχομένως καταχρηστικών ρητρών.
40. Αντιθέτως, αν βάσει του κανονισμού 1896/2006 δεν υπάρχει δυνατότητα λήψεως οποιασδήποτε πρόσθετης διευκρινίσεως με σκοπό να διαπιστωθεί αν ενδεχομένως υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες, ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να θεωρηθεί αντίθετος προς το άρθρο, 6 παράγραφος 1, ΣΕΕ και προς το άρθρο 38 του Χάρτη.
41. Ακριβώς υπό τις περιστάσεις αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνάδει προς το άρθρο 38 του [Χάρτη], προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, [ΣΕΕ] και προς τα άρθρα 6, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 1, της οδηγίας [93/13] εθνικός κανόνας όπως ο προβλεπόμενος στην εικοστή τρίτη τελική διάταξη, παράγραφος 4, του [LEC], ο οποίος δεν επιτρέπει να προσκομίζεται ή να διατάσσεται η προσκόμιση της συμβάσεως ή του αναλυτικού υπολογισμού του ποσού της απαιτήσεως στο πλαίσιο αιτήσεως διαταγής πληρωμής, μολονότι η αίτηση αυτή στρέφεται κατά καταναλωτή και συντρέχουν στοιχεία ως προς το ότι οι επίμαχες αξιώσεις θεμελιώνονται ενδεχομένως σε καταχρηστικές ρήτρες;
2) Συνάδει προς το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του κανονισμού [1896/2006] να ζητείται από τον αιτούντα, στο πλαίσιο των προβαλλόμενων απαιτήσεων κατά καταναλωτή, να παραθέσει στο πεδίο 11 του τυποποιημένου εντύπου Α αναλυτικό υπολογισμό του ποσού της απαιτήσεώς του; Περαιτέρω, συνάδει προς την εν λόγω διάταξη η απαίτηση αναγραφής, στο πεδίο 11 του ανωτέρου εντύπου, του περιεχομένου των ρητρών της συμβάσεως στις οποίες θεμελιώνονται οι απαιτήσεις κατά του καταναλωτή, πέραν εκείνων που αφορούν το κυρίως αντικείμενο της συμβάσεως, προκειμένου να εξετασθεί ο τυχόν καταχρηστικός χαρακτήρας τους;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, εκτιμά το Δικαστήριο ότι είναι δυνατόν, βάσει του νυν ισχύοντος κανονισμού 1896/2006, να ελέγχεται αυτεπαγγέλτως, πριν από την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, κατά πόσον σύμβαση συναφθείσα με καταναλωτή περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και, αν ναι, βάσει ποιας διατάξεως;
4) Σε περίπτωση που δεν υπάρχει, βάσει του νυν ισχύοντος κανονισμού 1896/2006, δυνατότητα αυτεπάγγελτου ελέγχου σχετικά με την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών πριν από την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, ποια είναι η εκτίμηση του Δικαστηρίου όσον αφορά το κύρος του εν λόγω κανονισμού με γνώμονα το άρθρο 38 του Χάρτη και το άρθρο 6, παράγραφος 1, [ΣΕΕ];»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
42. Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Σεπτεμβρίου 2018, οι δύο υποθέσεις ενώθηκαν για να συνεκδικασθούν προς διευκόλυνση της έγγραφης διαδικασίας. Στη συνέχεια, η συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων διατηρήθηκε προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
43. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Ισπανική, η Λεττονική και η Ουγγρική Κυβέρνηση καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
44. Δεδομένου ότι οι μετέχοντες στην προδικαστική διαδικασία δεν ζήτησαν τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου το τελευταίο αποφάσισε να μην διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Ανάλυση
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί των εν προκειμένω εφαρμοστέων νομοθετημάτων
45. Πριν εξεταστούν τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλαν τα αιτούντα δικαστήρια, πρέπει να διαπιστωθεί αν η οδηγία 93/13 και ο κανονισμός 1896/2006 έχουν εφαρμογή εν προκειμένω.
46. Όσον αφορά την οδηγία 93/13, αυτή έχει εφαρμογή στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή (άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας).
47. Εν προκειμένω, από τις πληροφορίες που περιέχονται στις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι οι διαφορές των κύριων δικών αφορούν απαιτήσεις που συνδέονται με συμβάσεις δανείου συναφθείσες μεταξύ της Bondora, οντότητας που έχει την ιδιότητα του επαγγελματία, και καταναλωτών (Carlos V.C. και XY). Επομένως, η οδηγία 93/13 τυγχάνει εφαρμογής στο πλαίσιο των διαφορών των κύριων δικών.
48. Όσον αφορά τον κανονισμό 1896/2006, το πεδίο εφαρμογής του καθορίζεται στο άρθρο 2, κατά το οποίο ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται «σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις διασυνοριακού χαρακτήρα, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου», υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που απαριθμούνται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του ίδιου άρθρου.
49. Εν προκειμένω, από τις πληροφορίες που περιέχονται στις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι οι διαφορές των κύριων δικών εμπίπτουν στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις και δεν αντιστοιχούν σε καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις. Αντιθέτως, μένει ανοικτό το ζήτημα αν οι εν λόγω διαφορές έχουν «διασυνοριακό χαρακτήρα», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
50. Πράγματι, αυτή η πτυχή δεν εκτίθεται στις αποφάσεις περί παραπομπής, οι οποίες σιωπούν όσον αφορά το ζήτημα του τόπου κατοικίας της Bondora.
51. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006, διασυνοριακή υπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία τουλάχιστον ένας εκ των διαδίκων έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος του επιληφθέντος δικαστηρίου. Η κατοικία προσδιορίζεται βάσει των σχετικών διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) 1215/2012 (7), ήτοι των άρθρων 62 και 63. Αυτά προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι ο καθορισμός του τόπου κατοικίας ενός διαδίκου εναπόκειται στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αγωγής ή αιτήσεως.
52. Επομένως, στα αιτούντα δικαστήρια εναπόκειται να διαπιστώσουν την τήρηση της απαιτήσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού 1896/2006. Ωστόσο, εκ πρώτης όψεως, μετά από έρευνα που πραγματοποίησα, η Bondora φαίνεται ότι είναι εταιρία η καταστατική έδρα της οποίας βρίσκεται στην Εσθονία και είναι εγγεγραμμένη στο μητρώο των νομικών προσώπων αυτού του κράτους μέλους. Επομένως, a priori, η απαίτηση του άρθρου 3, παράγραφος 1, φαίνεται να πληρούται.
53. Τα αιτούντα δικαστήρια καλούνται να εφαρμόσουν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τις εφαρμοστέες εν προκειμένω πράξεις του παραγώγου δικαίου της Ένωσης. Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1896/2006 και η οδηγία 93/13 αποτελούν πράξεις του παραγώγου δικαίου και, πιο συγκεκριμένα, νομοθετικές πράξεις (κατά την έννοια του άρθρου 289 ΣΛΕΕ), οι οποίες έχουν ίση τυπική ισχύ στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου (8), και δεδομένου ότι καμία διάταξη του κανονισμού δεν αποκλείει ούτε περιορίζει ρητώς την εφαρμογή της οδηγίας, πρέπει να γίνει συνδυαστική ερμηνεία των δύο αυτών πράξεων προκειμένου να διαπιστωθεί αν είναι δυνατή η ομοιόμορφη ερμηνεία τους.
54. Στη συνέχεια, θα εξετάσω από κοινού τα πρώτα και τα δεύτερα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων C-453/18 και C-494/18, καθώς και το τρίτο ερώτημα στην υπόθεση C-494/18, πριν εξετάσω ακολούθως το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-494/18.
Επί των πρώτων και των δευτέρων προδικαστικών ερωτημάτων στις υποθέσεις C-453/18 και C-494/18 και επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος στην υπόθεση C-494/18
55. Με τα προδικαστικά αυτά ερωτήματα, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί:
– αν ο εθνικός δικαστής που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής σχετικά με σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή έχει την εξουσία να ελέγξει αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών που περιλαμβάνονται στην οικεία σύμβαση, όπως απαιτούν τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 93/13, όπως αυτά έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 38 του Χάρτη και το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ·
– αν, στο πλαίσιο αυτό, ο επιληφθείς δικαστής μπορεί να απαιτήσει από τον αιτούντα, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχεία δʹ και εʹ, του κανονισμού αυτού, να παραθέσει τις συμβατικές ρήτρες στις οποίες θεμελιώνεται η αίτησή του ή να προσκομίσει αντίγραφο της συμβάσεως που επικαλείται προς στήριξη της αξιώσεως, με σκοπό να διενεργήσει τον προαναφερθέντα έλεγχο, και
– επομένως, αν οι προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 1896/2006 αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, κατά την οποία δεν γίνονται δεκτά τα συμπληρωματικά έγγραφα που προσκομίζει ο αιτών, όπως αντίγραφο της συμβάσεως που στηρίζει την προβαλλόμενη αξίωση.
56. Προκειμένου να δώσω απάντηση στο τριπλό αυτό ερώτημα, πρέπει να εξετάσω, κατ’ αρχάς, τις αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 38 του Χάρτη, στα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 93/13, καθώς και στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εξουσία του δικαστή, ιδίως στο πλαίσιο αιτήσεων για την έκδοση διαταγών πληρωμής κατά το εθνικό δίκαιο, πριν εξετάσω τη μεταφορά τους στο εσωτερικό δίκαιο στο πλαίσιο του κανονισμού 1896/2006, υπό το πρίσμα του γράμματος, του πλαισίου και των σκοπών των πράξεων αυτών (9).
Υπόμνηση της αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 38 του Χάρτη
57. Επισημαίνω ότι το άρθρο 38 του Χάρτη προβλέπει ότι οι πολιτικές της Ένωσης διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ ορίζει ότι «[η] Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη», ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες.
58. Κατά τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη (10), η αρχή που περιέχεται στο άρθρο 38 του Χάρτη βασίστηκε στο άρθρο 169 ΣΛΕΕ. Δυνάμει του άρθρου αυτού, προκειμένου να προωθήσει τα συμφέροντα των καταναλωτών και να διασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών, η Ένωση συμβάλλει, μεταξύ άλλων, στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων τους.
Η εξουσία του δικαστή υπό το πρίσμα της οδηγίας 93/13 και της νομολογίας του Δικαστηρίου
– Γενικές αρχές
59. Τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 93/13 καθιερώνουν δύο σκοπούς. Αφενός, την αποτροπή του ενδεχομένου να δεσμεύονται οι καταναλωτές από καταχρηστικές ρήτρες (όπως αυτές ορίζονται στην εν λόγω οδηγία) και, αφετέρου, την αποτροπή του ενδεχομένου να χρησιμοποιούν οι επαγγελματίες ρήτρες αυτού του είδους στις συμβάσεις που συνάπτουν με τους καταναλωτές.
60. Οι διατάξεις αυτές διαμόρφωσαν πλούσια νομολογία κατά την τελευταία εικοσαετία. Από τη νομολογία αυτή πρέπει να επισημανθούν εν συντομία τα διδάγματα που είναι κρίσιμα για την ανάλυσή μου εν προκειμένω (11).
61. Κατά πάγια νομολογία από το 2000 (12), το σύστημα προστασίας που καθιέρωσε η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, όσον αφορά τόσο την εξουσία διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο πληροφορήσεως, κατάσταση η οποία τον υποχρεώνει να αποδέχεται τους όρους που έχει εκ των προτέρων καταρτίσει ο επαγγελματίας, χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους.
62. Κατά το Δικαστήριο, προς διασφάλιση της επιδιωκόμενης από την οδηγία 93/13 προστασίας, η ανισότητα μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία μπορεί να αντισταθμισθεί μόνο με θετική παρέμβαση, μη εξαρτώμενη από τους συμβαλλομένους στη σύμβαση (13).
63. Με γνώμονα τις ως άνω σκέψεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι, στο πλαίσιο των καθηκόντων που έχει από τις διατάξεις της οδηγίας 93/13 ο εθνικός δικαστής, ο τελευταίος οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας και, πράττοντας τούτο, να αίρει την υφιστάμενη μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία ανισότητα (14), και αυτό εφόσον διαθέτει «νομικά και πραγματικά στοιχεία αναγκαία προς τούτο» (15). Για τον σκοπό αυτόν, ο δικαστής πρέπει να μπορεί να διατάξει αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να εξακριβώσει αν ρήτρα η οποία περιλαμβάνεται στη σύμβαση που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 (16).
64. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι ανωτέρω υποχρεώσεις που έχει ο εθνικός δικαστής πρέπει να θεωρούνται απαραίτητες προς διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας των καταναλωτών, λαμβανομένου υπόψη του μη αμελητέου κινδύνου να αγνοούν τα δικαιώματά τους ή να συναντούν δυσχέρειες κατά την άσκησή τους (17).
65. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 αποτελεί διάταξη αναγκαστικού δικαίου και πρέπει να θεωρείται ισοδύναμη προς τους εθνικούς κανόνες που αποτελούν, στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξεως, κανόνες δημοσίας τάξεως της ίδιας βαθμίδας (18).
– Εφαρμογή στο πλαίσιο των διαδικασιών εκδόσεως διαταγής πληρωμής κατά το εθνικό δίκαιο
66. Οι ανωτέρω υπομνησθείσες αρχές έχουν εφαρμογή στο πλαίσιο συνοπτικών ή απλοποιημένων διαδικασιών, όπως η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής κατά το εθνικό δίκαιο (19).
67. Η διαδικασία αυτή παρέχει τη δυνατότητα στον δανειστή να επιτύχει γρήγορα και με λίγες διατυπώσεις την έκδοση εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις. Μολονότι οι ακριβείς προϋποθέσεις ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, εντούτοις πρόκειται, κατά τα ουσιώδη, για διαδικασία η οποία δεν συνεπάγεται τη διεξαγωγή κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως επί της ουσίας της υποθέσεως, πλην της περιπτώσεως ασκήσεως ανακοπής από τον οφειλέτη. Αυτή η μεταβίβαση της δικονομικής πρωτοβουλίας στον καθού –επονομαζόμενη «αντιστροφή της δικονομικής πρωτοβουλίας»– σημαίνει ότι στον αποδέκτη της διαταγής πληρωμής εναπόκειται να κινήσει την κατ’ αντιμωλίαν διαδικασία, προκειμένου η διαταγή αυτή να μην καταστεί εκτελεστή (20).
68. Στο πλαίσιο αυτό, ο μηχανισμός της εκδόσεως διαταγής πληρωμής δημιουργεί σημαντική ευθύνη για τον καθού. Συγκεκριμένα, αυτή η αντιστροφή της δικονομικής πρωτοβουλίας σημαίνει ότι η ενώπιον δικαστηρίου κατ’ αντιμωλίαν συζήτηση μετατίθεται και υπόκειται σε προϋποθέσεις –καθόσον εξαρτάται από την εκ μέρους του καθού ενεργό αμφισβήτηση. Αν δεν υπάρξει τέτοια αμφισβήτηση, η συζήτηση αυτή ουδέποτε θα διεξαχθεί. Μολονότι ο μηχανισμός αυτός παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα, εντούτοις δημιουργεί δικονομικό μειονέκτημα εις βάρος του καθού, a fortiori όταν αυτός αποτελεί το ασθενές μέρος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση καταναλωτή ο οποίος ενδέχεται να αιφνιδιαστεί με την κίνηση της διαδικασίας αυτής (21).
69. Πριν προχωρήσω στην ανάλυση της νομολογίας του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού, επιβάλλεται μια προκαταρκτική παρατήρηση ως προς τα είδη των διαδικασιών εκδόσεως διαταγής πληρωμής που υπάρχουν στην Ένωση.
70. Στα διάφορα κράτη μέλη, μπορεί κανείς να διακρίνει γενικά μεταξύ δύο ειδών διαδικασιών εκδόσεως διαταγής πληρωμής (22), ήτοι, αφενός, των λεγόμενων διαδικασιών με έγγραφες αποδείξεις (ή «με απόδειξη») (23) και, αφετέρου, των διαδικασιών χωρίς έγγραφες αποδείξεις («χωρίς απόδειξη») (24).
71. Στο πλαίσιο εθνικής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής με έγγραφες αποδείξεις το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί –για πρώτη φορά– όσον αφορά την υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξετάσεως των καταχρηστικών ρητρών από τον δικαστή πριν από την άσκηση από τον καθού οποιασδήποτε ανακοπής. Αυτό ήταν το αντικείμενο στην υπόθεση Banco Español de Crédito (25).
72. Αφότου υπενθύμισε τις προαναφερθείσες γενικές αρχές, το Δικαστήριο τόνισε ότι οι κανόνες των εθνικών διαδικασιών εκδόσεως διαταγής πληρωμής εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας τους. Κατά πάγια νομολογία, η δικονομική αυτή αυτονομία οριοθετείται, ωστόσο, από την απαίτηση τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας (26) και της αποτελεσματικότητας (27).
73. Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι κάθε περίπτωση πρέπει να αναλύεται λαμβανομένων υπόψη της σημασίας της επίμαχη διατάξεως στο πλαίσιο της όλης διαδικασίας, καθώς και της εξελίξεως και των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας αυτής ενώπιον των διαφόρων εθνικών δικαστηρίων (28).
74. Αφότου ανέλυσε τα χαρακτηριστικά του ισπανικού καθεστώτος της διαταγής πληρωμής, και ιδίως τη συντομία της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής που είχε ταχθεί στον καθού (είκοσι ημέρες), το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα τέτοιο δικονομικό σύστημα, που δεν παρέχει την εξουσία στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας ή σε οποιοδήποτε άλλο χρονικό σημείο της διαδικασίας, και μολονότι διαθέτει όλα τα προς τούτο αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία, τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, στην περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος δεν έχει ασκήσει ανακοπή, ενδέχεται να «θίγει την αποτελεσματικότητα της προστασίας που επιδιώκει η οδηγία 93/13» (29).
75. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, λαμβανομένων υπόψη του όλου πλαισίου, της εξελίξεως και των ιδιαιτεροτήτων της διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής βάσει του ισπανικού δικαίου, ο κίνδυνος «να μην ασκήσουν οι ενδιαφερόμενοι καταναλωτές την απαιτούμενη ανακοπή δεν είναι αμελητέος και οφείλεται είτε στο ότι η σχετική προθεσμία που προβλέπει ο νόμος είναι εξαιρετικά σύντομη, είτε στο ότι οι εν λόγω καταναλωτές ενδέχεται να αποθαρρυνθούν να κινήσουν τη σχετική ένδικη διαδικασία λόγω των εξόδων που αυτή συνεπάγεται σε σχέση με το ποσό της αμφισβητούμενης απαίτησης, είτε στο γεγονός ότι αγνοούν ή δεν αντιλαμβάνονται την έκταση των δικαιωμάτων τους, είτε ακόμη και στον περιορισμένο αριθμό των στοιχείων που περιέχει η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής που υπέβαλαν οι επαγγελματίες και, ως εκ τούτου, στις ελλιπείς πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους οι εν λόγω καταναλωτές» (30).
76. Επομένως, το Δικαστήριο διαμόρφωσε μια ιδιαίτερα χρήσιμη ανάλυση με σκοπό τη διαπίστωση αν υφίσταται κίνδυνος να θιγεί η αποτελεσματικότητα της προστασίας της οποίας πρέπει να απολαύουν οι καταναλωτές βάσει της οδηγίας 93/13 (31). Κατόπιν της αποφάσεως εκείνης, το Βασίλειο της Ισπανίας τροποποίησε τη νομοθεσία του. Η μεταρρύθμιση αυτή κατέληξε στο τωρινό γράμμα του άρθρου 815, παράγραφος 4, του LEC, στο οποίο αναφέρθηκαν εν προκειμένω τα αιτούντα δικαστήρια.
77. Το Δικαστήριο συμπλήρωσε την ανάλυσή του στην απόφαση Finanmadrid EFC, κατά την οποία η οδηγία 93/13 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται «σε εθνική ρύθμιση [...] που δεν επιτρέπει στον δικαστή ο οποίος έχει επιληφθεί κατά το στάδιο της εκτελέσεως μιας διαταγής πληρωμής να εκτιμήσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας η οποία περιέχεται σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, όταν η αρχή που αποφάνθηκε επί της αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής δεν είναι αρμόδια να προβεί σε μια τέτοια εκτίμηση» (32).
78. Η απόφαση Profi Credit Polska (33) έδωσε τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να αποσαφηνίσει τη θέση του, στο πλαίσιο διαδικασίας του εθνικού δικαίου όπου το αιτούν δικαστήριο δεν διέθετε τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία προκειμένου να εξετάσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών που στήριζαν την αίτηση (34). Η εξέταση αυτή μπορούσε να διενεργηθεί μόνο σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής από τον καταναλωτή.
79. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι «η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων που παρέχονται στους καταναλωτές [από την οδηγία 93/13] κατοχυρώνεται μόνον εφόσον το εθνικό δικονομικό σύστημα παρέχει τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής ή της διαδικασίας εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής, αυτεπάγγελτος έλεγχος [από τον εθνικό δικαστή] του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών της οικείας σύμβασης» (35). Η εφαρμοσθείσα διαδικασία του εθνικού δικαίου πρέπει «να εξετασθεί στο σύνολό της, περιλαμβανομένου τόσο του πρώτου σταδίου που προηγείται της άσκησης της ανακοπής όσο και του δεύτερου σταδίου που ακολουθεί» (36).
80. Αφότου υπενθύμισε τις αρχές της δικονομικής αυτονομίας, καθώς και την αρχή της αποτελεσματικότητας, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι οι καταναλωτές πρέπει να διαθέτουν τη «δυνατότητα άσκησης [...] ανακοπής υπό εύλογες δικονομικές προϋποθέσεις, ούτως ώστε η άσκηση των δικαιωμάτων τους να μην υπόκειται σε όρους, όπως προθεσμίες και δαπάνες, που υπονομεύουν την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία 93/13» (37).
81. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε, αφότου υπενθύμισε τα κριτήρια αναλύσεως για τα οποία γίνεται λόγος στο σημείο 75 των παρουσών προτάσεων, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση «η οποία επιτρέπει την έκδοση διαταγής πληρωμής [...] όταν ο δικαστής που επιλαμβάνεται [...] δεν έχει την εξουσία να εξετάσει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών [...], καθόσον οι προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος ανακοπής κατά της οικείας διαταγής πληρωμής δεν διασφαλίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων που αντλεί ο καταναλωτής από την οδηγία αυτή» (38).
82. Ποιο συμπέρασμα πρέπει να συναχθεί από τη νομολογία αυτή;
83. Κατά την άποψή μου, συνάγεται ότι πρέπει να μπορεί να διενεργηθεί δικαστικός έλεγχος του (ενδεχομένως) καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών που επικαλείται ο αιτών προς στήριξη της αξιώσεώς του, κατά το στάδιο της εξετάσεως της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, ακόμη και σε περίπτωση διαδικασίας χωρίς έγγραφες αποδείξεις (διαδικασίας χωρίς απόδειξη), εκτός αν ο καθού έχει πραγματική πρόσβαση στο δικαστήριο της ανακοπής (με άλλα λόγια, εφόσον οι εφαρμοστέοι δικονομικοί κανόνες δεν συνεπάγονται μη αμελητέο κίνδυνο ο ενδιαφερόμενος καταναλωτής να μην ασκήσει ανακοπή) ή εκτός αν ο δικαστής της εκτελέσεως έχει την εξουσία να προβεί σε έναν τέτοιο έλεγχο.
84. Η αυτεπάγγελτη εξέταση των καταχρηστικών ρητρών από τον επιληφθέντα δικαστή δεν δημιουργεί, αφ’ εαυτής, κάποιο πρόβλημα στην περίπτωση διαδικασίας με έγγραφες αποδείξεις, υπό την έννοια ότι ο εν λόγω δικαστής έχει στη διάθεσή του τα έγγραφα που προσκομίζει ο δανειστής προς στήριξη της αιτήσεώς του.
85. Εντούτοις, φρονώ ότι τα διδάγματα που απορρέουν από την προαναφερθείσα νομολογία πρέπει να έχουν εφαρμογή επίσης στις διαδικασίες χωρίς έγγραφες αποδείξεις.
86. Συγκεκριμένα, αν δεν έχουν εφαρμογή, οι οικείοι καταναλωτές (τους οποίους αφορούν οι διαδικασίες αυτές) θα στερούνται του ευεργετήματος των δεσμευτικών διατάξεων της οδηγίας 93/13. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων και της νομολογίας αυτής, με σκοπό να διασφαλίζεται η πρακτική αποτελεσματικότητά τους. Επομένως, αν δεν υφίσταται πραγματική πρόσβαση στον δικαστή της ανακοπής ή δεν ασκείται έλεγχος από τον επιφορτισμένο με την εκτέλεση δικαστή, οι δικονομικοί κανόνες που αφορούν τις διαδικασίες χωρίς έγγραφες αποδείξεις πρέπει να είναι διαμορφωμένοι κατά τέτοιον τρόπο ώστε η αρχή που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής να έχει τη δυνατότητα να καλέσει τον αιτούντα να προσκομίσει τα έγγραφα που περιέχουν «τα αναγκαία πραγματικά και νομικά στοιχεία» προς εξακρίβωση της τηρήσεως των απαιτήσεων της οδηγίας 93/13. Ελλείψει τέτοιας δυνατότητας, οι διαδικασίες αυτές θα μπορούν να θεωρηθούν μη σύμφωνες με τις απαιτήσεις της οδηγίας 93/13.
87. Στη συνέχεια, οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να μεταφερθούν στο πλαίσιο του κανονισμού 1896/2006.
Εφαρμογή στο πλαίσιο του κανονισμού 1896/2006
– Παρατηρήσεις σχετικά με το ιστορικό θεσπίσεως του κανονισμού 1896/2006
88. Ο κανονισμός 1896/2006 είναι το αποτέλεσμα μακράς νομοθετικής διαδικασίας. Το αρχικό σχέδιο της Επιτροπής (που δημοσιεύθηκε το 2004) προέβλεπε μια «καθαρή» διαδικασία χωρίς έγγραφες αποδείξεις (39).
89. Το τελικό κείμενο του κανονισμού διαφέρει από το αρχικό αυτό σχέδιο από πολλές απόψεις.
90. Όπως θα εκθέσω στην ανάλυση που ακολουθεί, ο νομοθέτης της Ένωσης κατέληξε σε ένα «υβριδικό» μοντέλο το οποίο συνδυάζει πτυχές που χαρακτηρίζουν τις διαδικασίες χωρίς έγγραφες αποδείξεις (όπως η έλλειψη υποχρεώσεως προσκομίσεως εξαρχής άλλων εγγράφων πλην του εντύπου A, που προσαρτάται στον κανονισμό 1896/2006) και πτυχές που είναι πιο κοντά στις διαδικασίες με έγγραφες αποδείξεις (όπως η υποχρέωση του επιληφθέντος δικαστηρίου να εξετάσει την κατά τα φαινόμενα βασιμότητα της αιτήσεως –βλ. άρθρο 8 του προαναφερθέντος κανονισμού).
– Εξέταση των κύριων διατάξεων του κανονισμού 1896/2006
91. Από την ανάγνωση της αιτιολογικής σκέψεως 9 και του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι σκοπός του κανονισμού αυτού είναι, ιδίως, η απλούστευση και η επιτάχυνση των διαδικασιών, καθώς και η μείωση των εξόδων εισπράξεως των μη αμφισβητούμενων απαιτήσεων, στο πλαίσιο διαφορών σε διασυνοριακές υποθέσεις. Ο κανονισμός 1896/2006 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα αυτών των σκοπών (40).
92. Το άρθρο 7 του προαναφερθέντος κανονισμού απαριθμεί τα στοιχεία τα οποία ο αιτών οφείλει να παράσχει μέσω του εντύπου A κατά την κατάθεση της αιτήσεώς του για την έκδοση διαταγής πληρωμής, στοιχεία που περιλαμβάνουν τα εξής: i) την αιτία της διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής των πραγματικών περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η αξίωση και, ενδεχομένως, των ζητούμενων τόκων (άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ) και ii) την περιγραφή των αποδεικτικών στοιχείων που στηρίζουν την αξίωση (άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ) (41). Δυνάμει του άρθρου 8, πρώτη περίοδος, το δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής εξετάζει, το συντομότερο δυνατόν και στηριζόμενο στο εν λόγω έντυπο της αιτήσεως, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις (μεταξύ άλλων) του άρθρου 7 του κανονισμού και αν η αξίωση φαίνεται να είναι βάσιμη.
93. Η θεωρία έχει επισημάνει –ορθώς– ότι η «δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της περιγραφής των αποδεικτικών στοιχείων και της μη αναγραφής κανενός στοιχείου σχετικά με το θέμα αυτό» (42). Επομένως, τόσο ο καθού όσο και ο επιληφθείς δικαστής διαθέτουν πολύ περιορισμένες πληροφορίες. Συναφώς, ο έλεγχος από τον δικαστή του βασίμου της αιτήσεως μόνο βάσει των δεδομένων που περιλαμβάνονται στο έντυπο Α είναι, εκ πρώτης όψεως, αρκετά επιφανειακός (43) –πράγμα το οποίο ουδόλως διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία του οικείου καταναλωτή.
94. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006, αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, το δικαστήριο παρέχει στον αιτούντα τη δυνατότητα να συμπληρώσει ή να διορθώσει την αίτηση (44).
95. Βάσει του άρθρου 12 του εν λόγω κανονισμού, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 8, το εν λόγω δικαστήριο εκδίδει την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής (45). Στο πλαίσιο αυτό, ο καθού πρέπει να λάβει περιορισμένο αριθμό πληροφοριών (46). Ειδικότερα, γνωστοποιείται στον καθού ότι έχει τη δυνατότητα να αντιταχθεί στη διαταγή με την υποβολή δηλώσεως αντιρρήσεων στο δικαστήριο προελεύσεως, η οποία πρέπει να αποσταλεί εντός τριάντα ημερών από την επίδοση ή την κοινοποίηση της διαταγής στον καθού.
96. Αν ο καθού δεν υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων, η διαταγή πληρωμής καθίσταται εκτελεστή (άρθρο 18 του κανονισμού 1896/2006).
– Ανάγκη ελέγχου από τον δικαστή κατά το στάδιο της αρχικής εξετάσεως της αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής
97. Όπως επισήμανα στο σημείο 83 των παρουσών προτάσεων, ελλείψει ρητών σχετικών διατάξεων (47), πρέπει να εξεταστεί αν ο έλεγχος από τον δικαστή πρέπει να διενεργηθεί κατά το στάδιο της (αρχικής) εξετάσεως της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής ή αν, αντιθέτως, ο καταναλωτής έχει πραγματική και επαρκή πρόσβαση στον δικαστή της ανακοπής ή, ακόμη, αν ο δικαστής της εκτελέσεως είναι σε θέση να προβεί στον έλεγχο αυτόν σε τελευταίο βαθμό.
98. Θα αποκλείσω, κατ’ αρχάς, την τελευταία περίπτωση: βάσει του άρθρου 22, παράγραφος 3, του κανονισμού 1896/2006, απαγορεύεται κάθε επανεξέταση επί της ουσίας στο κράτος μέλος εκτελέσεως (48).
99. Όσον αφορά την πρόσβαση στον δικαστή της δηλώσεως αντιρρήσεων, μολονότι το ευρωπαϊκό δίκαιο του καταναλωτή δεν αποβλέπει στην επανόρθωση των συνεπειών από την «πλήρη αδράνεια του οικείου καταναλωτή» και, ως εκ τούτου, δεν έχει σημασία αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός ότι ο καταναλωτής πρέπει να υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων κατά της διαταγής πληρωμής για να κινήσει το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της συμβάσεως που στηρίζουν την αίτηση για την έκδοση διαταγής (49), εντούτοις πρέπει να εξεταστεί αν ο τρόπος ασκήσεως του δικαιώματος υποβολής δηλώσεως αντιρρήσεων κατά της διαταγής πληρωμής διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων που ο καταναλωτής αντλεί, μεταξύ άλλων, από την οδηγία 93/13 (50).
100. Με άλλα λόγια, είναι αρκετό να ανατεθεί στον δικαστή της δηλώσεως αντιρρήσεων η μέριμνα να παρέμβει, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα ο δικαστής που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής να ασκήσει εκ των προτέρων έλεγχο;
101. Συναφώς, τα κριτήρια που διατύπωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Banco Español de Crédito (51) καθιστούν δυνατή τη συνολική εκτίμηση (52) της διαδικασίας που θέσπισε ο κανονισμός 1896/2006.
102. Υφίσταται μη αμελητέος κίνδυνος ο καταναλωτής τον οποίο αφορά η εν λόγω αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής να μην υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων κατ’ αυτής, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου υποβολής της δηλώσεως αυτής;
103. Όπως η Επιτροπή, φρονώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική, ειδικά λόγω, πρώτον, της προθεσμίας υποβολής δηλώσεως αντιρρήσεων, δεύτερον, του κινδύνου να αγνοεί ο καταναλωτής την έκταση των δικαιωμάτων του και, τρίτον, των περιορισμένων πληροφοριών που τέθηκαν στη διάθεσή του.
104. Γενικώς, κατά τον σχεδιασμό του κανονισμού 1896/2006 φαίνεται ότι επικράτησαν απόψεις υπέρ της ταχύτητας, καθώς και της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας, εις βάρος των νομικών «ασφαλιστικών δικλείδων» που είναι ικανές να προστατεύσουν τον καθού (53).
105. Επομένως, όσον αφορά την προθεσμία υποβολής δηλώσεως αντιρρήσεων, επισημαίνεται ότι πρόκειται για ενιαία προθεσμία διάρκειας τριάντα ημερών από την κοινοποίηση ή την επίδοση της διαταγής πληρωμής (54). Για λόγους συγκρίσεως, στην απόφαση Banco Español de Crédito, το Δικαστήριο επισήμανε ότι προθεσμία είκοσι ημερών ήταν «εξαιρετικά σύντομη». Το στοιχείο αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εκ παραλλήλου με τις πληροφορίες που τίθενται στη διάθεση του καταναλωτή (θα επανέλθω στο θέμα αυτό στη συνέχεια, στο σημείο 107 των παρουσών προτάσεων). Συναφώς, επισημαίνω ότι η υπόθεση Banco Español de Crédito αφορούσε διαδικασία με έγγραφες αποδείξεις η οποία –ως εκ της φύσεώς της– παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να λάβει ευκολότερα γνώση των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων γίνεται επίκληση εις βάρος του, σε αντίθεση με το μοντέλο της διαδικασίας ουσιαστικά χωρίς έγγραφες αποδείξεις στο οποίο στηρίζεται η ευρωπαϊκή διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής.
106. Επιπλέον, δεν πρέπει να υποτιμάται ο κίνδυνος ο καθού να αγνοεί ή να μην αντιλαμβάνεται την έκταση των δικαιωμάτων του. Το ζήτημα αν ρήτρα της υποκείμενης συμβάσεως είναι καταχρηστική μπορεί να αποδειχθεί περίπλοκο και η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να μην είναι προφανής από την ανάγνωση των πληροφοριών που διαθέτει ο καταναλωτής (55) –a fortiori λαμβανομένου υπόψη ότι ο καταναλωτής μπορεί ακόμη και να αγνοεί την ύπαρξη της νομικής έννοιας της «καταχρηστικής ρήτρας». Συγκεκριμένα, ο μέσος καταναλωτής που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και συνετός δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει το περιεχόμενο της οδηγίας 93/13 ούτε, a fortiori, όλες τις ρήτρες που αυτή μπορεί να περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της (56). Κατά την έννοια αυτή, η πρόσβαση στη δήλωση αντιρρήσεων εξαρτάται από την προηγούμενη πρόσβαση στη γνώση του δικαίου (57). Η πρόσβαση στη γνώση του δικαίου είναι ακόμη πιο προβληματική στην περίπτωση των ατόμων που είναι ήδη χρεωμένα, τα οποία δεν έχουν απαραιτήτως τη δυνατότητα να προστρέξουν στις υπηρεσίες νομικού για να εξετάσει αυτός την επίμαχη σύμβαση και να προσδιορίσει ενδεχόμενες παρανομίες (58).
107. Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιορισμένο περιεχόμενο της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής και ο ελλιπής χαρακτήρας των πληροφοριών που ο καταναλωτής διαθέτει συναφώς. Όπως επισήμανα στο σημείο 93 των παρουσών προτάσεων, το σύστημα που επέλεξε ο νομοθέτης της Ένωσης, το οποίο στηρίζεται σε δικονομικό μοντέλο χωρίς έγγραφες αποδείξεις, που αμβλύνεται με την «περιγραφή» των αποδεικτικών στοιχείων, δεν διασφαλίζει στον οικείο καταναλωτή τη δυνατότητα να ασκήσει με πλήρη γνώση των πραγμάτων το δικαίωμά του υποβολής δηλώσεως αντιρρήσεων. Συγκεκριμένα, οι πληροφορίες που παρέχονται τόσο από τον αιτούντα (στο πλαίσιο του εντύπου Α) όσο και από το επιληφθέν δικαστήριο κατά το στάδιο της κοινοποιήσεως (ή επιδόσεως) της διαταγής είναι πολύ περιορισμένες και ουδόλως εφιστούν την προσοχή του καταναλωτή στην ανάγκη να εξακριβώσει, μεταξύ άλλων, αν η υποκείμενη σύμβαση περιέχει καταχρηστικές ρήτρες (59). Εν προκειμένω, θα κάνω μια σύνδεση με την προηγούμενη παρατήρηση, η οποία αφορά το ζήτημα της προσβάσεως στη γνώση του δικαίου, που αποτελεί τη sine qua non προϋπόθεση για τη με πλήρη γνώση των πραγμάτων άσκηση του δικαιώματος υποβολής δηλώσεως αντιρρήσεων (ή την παραίτηση από το δικαίωμα αυτό).
108. Το γεγονός ότι η δήλωση αντιρρήσεων δεν πρέπει να είναι αιτιολογημένη (βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 3 του κανονισμού 1896/2006) δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω (60): ελλείψει επαρκών πληροφοριών ως προς τη σκοπιμότητα της αμφισβητήσεως, ο καταναλωτής ενδέχεται να απόσχει από την υποβολή δηλώσεως αντιρρήσεων και να καταβάλει το ποσό που αφορά η διαταγή, φοβούμενος να κινήσει δικαστική διαδικασία το κόστος της οποίας είναι δυσχερώς προβλέψιμο (61) και η έκβασή της αβέβαιη.
109. Εν ολίγοις, φρονώ ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, υφίσταται μη αμελητέος κίνδυνος ο καταναλωτής να μην υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων.
110. Συναφώς, ο κανονισμός 1896/2006 μπορεί (και πρέπει) να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο δικαστής που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής έχει την εξουσία να ελέγχει αυτεπαγγέλτως τις ενδεχομένως καταχρηστικές ρήτρες. Συγκεκριμένα, όπως θα δείξω στη συνέχεια, η αναγνώριση της εν λόγω εξουσίας στον δικαστή διασφαλίζει την τήρηση των απαιτήσεων της οδηγίας 93/13, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζει το γράμμα και το πνεύμα του εν λόγω κανονισμού. Πριν δείξω αυτό, πρέπει πρώτα να εξετάσω σε ποιο μέτρο ο επιληφθείς δικαστής δύναται να λάβει συμπληρωματικές πληροφορίες βάσει του κανονισμού αυτού, με σκοπό την άσκηση της εξουσίας ελέγχου που αυτός διαθέτει.
– Έκταση των εξουσιών ελέγχου από τον επιληφθέντα δικαστή
111. Επομένως, στο πλαίσιο αυτό, το ζήτημα είναι ποια συμπληρωματικά στοιχεία πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητήσει ο επιληφθείς δικαστής και αν τα στοιχεία αυτά μπορούν νομίμως να απαιτηθούν από τον δανειστή βάσει του κανονισμού 1896/2006.
112. Αν υποτεθεί ότι τα πεδία 6, 7, 8 και 9 του εντύπου A συμπληρωθούν σωστά, ο προσεκτικός δικαστής θα έχει τη δυνατότητα να επισημάνει (εξαρχής) ορισμένες ανωμαλίες. Συγκεκριμένα, στην πράξη, οι πλέον συνήθεις καταχρηστικές ρήτρες αφορούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων υπερημερίας και τις ποινικές ρήτρες. Ωστόσο, ο δικαστής, για να σιγουρευτεί, θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει στη διάθεσή του το κείμενο αυτών των επίμαχων ρητρών. Εν προκειμένω, αυτό ακριβώς συνέβη σχετικά με τις διαφορές των κύριων δικών και οδήγησε στις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως.
113. Εξάλλου, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, μια σύμβαση μπορεί να περιέχει ρήτρες που αποδεικνύονται καταχρηστικές μόνο μετά την ανάγνωση ολόκληρης της συμβάσεως, λόγω του συνδυαστικού αποτελέσματός τους.
114. Στο έντυπο A παρέχεται η δυνατότητα να περιληφθούν πληροφορίες επιπλέον εκείνων που ρητώς αναφέρονται στα προαναφερθέντα πεδία (βλ. πεδίο 11).
115. Κατά την άποψή μου, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχεία δʹ και εʹ (62), του εν λόγω κανονισμού, ο επιληφθείς δικαστής δικαιούται να καλέσει τον αιτούντα να συμπληρώσει την αίτησή του, καθώς και να αναγράψει το σύνολο των ρητρών που επικαλείται προς στήριξη της αξιώσεώς του, ιδίως στο πεδίο 11 του εντύπου Α.
116. Με την παράθεση ολόκληρης της συμβάσεως αποφεύγεται το ενδεχόμενο ένας όχι πολύ ευσυνείδητος δανειστής να προβεί με επιτήδειο τρόπο στην επιλογή των ρητρών που υποβάλλονται στον έλεγχο του δικαστή. Συγκεκριμένα, μια τέτοια μεθόδευση θα εμπόδιζε τον επιληφθέντα δικαστή να κατανοήσει την όλη ισορροπία της συμβάσεως και να επισημάνει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα ενός συνδυασμού ρητρών.
117. Στο πλαίσιο αυτό, για λόγους ταχύτητας και απλότητας, ο δικαστής θα καλέσει τον αιτούντα να προσκομίσει πλήρες αντίγραφο της συμβάσεως (αντί να ενσωματώσει στο έντυπο ολόκληρο το κείμενο της εν λόγω συμβάσεως μέσω της επεξεργασίας «αντιγραφή-επικόλληση»).
118. Η ως άνω ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 1896/2006 διασφαλίζει προσήκοντα έλεγχο των οικείων ρητρών, τηρουμένου του άρθρου 4 της οδηγίας 93/13, δυνάμει του οποίου «ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται [...] αφού ληφθούν υπόψη [...] όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης» (η υπογράμμιση δική μου).
119. Σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το βάσιμο της αιτήσεως, λόγω του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα συγκεκριμένης ρήτρας, ο δικαστής θα είναι επομένως σε θέση να αρνηθεί να εκδώσει ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 1896/2006, ή να εκδώσει μερική διαταγή πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού (63).
– Συμμόρφωση προς το γράμμα και τους σκοπούς του κανονισμού 1896/2006 και της οδηγίας 93/13 υπό το πρίσμα του άρθρου 38 του Χάρτη
120. Επιτρέπουν το γράμμα και οι σκοποί του κανονισμού 1896/2006 να ληφθεί υπόψη η ανωτέρω προταθείσα ερμηνεία;
121. Κατά την άποψή μου, η απάντηση είναι «ναι».
122. Βεβαίως, υφίσταται δυνητικώς αντίφαση μεταξύ της επιταγής ενεργού παρεμβάσεως του δικαστή (η οποία απορρέει από την οδηγία 93/13, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο) και των σκοπών ταχύτητας, απλουστεύσεως και μειώσεως των εξόδων που επιδιώκει ο κανονισμός 1896/2006.
123. Η αντίφαση αυτή, αποτέλεσμα του υβριδικού χαρακτήρα του κανονισμού και της περιορισμένης απαιτήσεως σχετικά με την περιγραφή των αποδεικτικών στοιχείων (64) επισημάνθηκε στην απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Szyrocka (65). Κατά την απόφαση εκείνη, το άρθρο 7 του κανονισμού 1896/2006 «ορίζει εξαντλητικά τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η αίτηση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής» (66).
124. Πρέπει να συναχθεί εντεύθεν ότι η απόφαση εκείνη αποκλείει κάθε δυνατότητα να απαιτηθούν συμπληρωματικές πληροφορίες ή συμπληρωματικά έγγραφα (67), ιδίως για τον έλεγχο του (ενδεχομένως) καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών των οποίων έγινε επίκληση προς στήριξη αιτήσεως για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής;
125. Φρονώ ότι μια τέτοια ερμηνεία της αποφάσεως Szyrocka (68) είναι εσφαλμένη.
126. Συγκεκριμένα, η υποκείμενη συλλογιστική της αποφάσεως εκείνης ήταν η εξής: η επίτευξη του σκοπού του εν λόγω κανονισμού θα ήταν αβέβαιη αν τα κράτη μέλη είχαν την ευχέρεια να θέτουν εν γένει, με την εθνική τους νομοθεσία, πρόσθετες απαιτήσεις όσον αφορά την αίτηση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής. Συγκεκριμένα, τέτοιες απαιτήσεις θα είχαν ως συνέπεια όχι μόνον ότι στα διάφορα κράτη μέλη θα ίσχυαν διαφορετικές προϋποθέσεις όσον αφορά μια τέτοια αίτηση, αλλά και θα αυξάνονταν η περιπλοκότητα, η διάρκεια και το κόστος της ευρωπαϊκής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής (69).
127. Εν προκειμένω, όσον αφορά τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτή, η δικαστική εξουσία ελέγχου απορρέει εμμέσως και αναγκαίως από την οδηγία 93/13, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο. Επομένως, πρόκειται για απαίτηση που απορρέει ευθέως από το δίκαιο της Ένωσης και όχι για πρόσθετη απαίτηση που επιβάλλεται κατά τρόπο αυθαίρετο από κράτος μέλος και η οποία είναι ικανή να δημιουργήσει, μεταξύ των κρατών μελών, αποκλίσεις ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Για τον ίδιο λόγο, μια τέτοια απαίτηση δεν θέτει σε κίνδυνο την αυτονομία της διαδικασίας που καθιέρωσε ο κανονισμός 1896/2006, ούτε την προβλεψιμότητά της, ούτε την ομοιομορφία της (70).
128. Εξάλλου, η εξουσία να ζητείται αντίγραφο της συμβάσεως δεν θίγει ουσιωδώς τους σκοπούς επιταχύνσεως, απλουστεύσεως και μειώσεως των εξόδων τους οποίους καθιέρωσε το άρθρο 1 του κανονισμού 1896/2006 (71).
129. Ο επιληφθείς δικαστής έχει την εξουσία να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού 1896/2006. Η διαβίβαση αντιγράφου της συμβάσεως εντάσσεται στο πλαίσιο της αρμοδιότητας αυτής. Ειδικότερα, η διαβίβαση αντιγράφου της συμβάσεως (αυτή καθεαυτήν) δεν περιπλέκει χωρίς εύλογη αιτία τη διεξαγωγή της διαδικασίας.
130. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει (a priori) τίποτε πιο απλό, στις ημέρες μας, από την αντιγραφή ενός εγγράφου και την κοινοποίησή του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ως εκ τούτου, αν ο δικαστής που έχει επιληφθεί της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής απευθύνει τέτοιο αίτημα στον δανειστή, ο τελευταίος θα πρέπει να μπορεί να συμμορφωθεί σε αυτό χωρίς καθυστέρηση, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και, κατ’ αρχήν, χωρίς έξοδα (72). Η λύση αυτή είναι συμβατή με την αυτοματοποίηση της διαδικασίας (73).
131. Επιπλέον, δεδομένου ότι ο έλεγχος που ασκεί ο δικαστής περιορίζεται αυστηρώς στην εξακρίβωση του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα, prima facie, των ρητρών των οποίων γίνεται επίκληση (κατά την εξέταση του κατά τα φαινόμενα βασίμου της αιτήσεως αυτής), η λύση αυτή δεν πρέπει να συνεπάγεται σημαντικές καθυστερήσεις κατά την εξέταση της εν λόγω αιτήσεως –a fortiori όταν πρόκειται για πεπειραμένο δικαστή ένδικων διαφορών σε θέματα δικαίου του καταναλωτή.
132. Εξάλλου, η προτεινόμενη λύση διασφαλίζει τον σεβασμό των σκοπών της οδηγίας 93/13, υπό το πρίσμα του άρθρου 38 του Χάρτη.
133. Η λύση αυτή εξασφαλίζει αποτελεσματική προστασία στον καταναλωτή, παρέχοντας στον δικαστή τη δυνατότητα να αρνηθεί την έκδοση διαταγής πληρωμής (ή να εκδώσει μερική διαταγή πληρωμής) όταν οι ρήτρες των οποίων γίνεται επίκληση φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, ενδεχομένως καταχρηστικές (74). Η λύση αυτή είναι σύμφωνη επίσης με τον σκοπό αποτροπής ο οποίος διαλαμβάνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθόσον αποθαρρύνει τις αρπακτικές συμπεριφορές.
134. Πράγματι, αν γινόταν δεκτή διαφορετική ερμηνεία των δύο επίμαχων νομοθετημάτων, θα καταλήγαμε σε ανέλπιστο αποτέλεσμα, καθόσον οι όχι πολύ ευσυνείδητοι δανειστές θα είχαν τη δυνατότητα καταστρατηγήσεως του δεσμευτικού καθεστώτος της οδηγία 93/13 (75), προσφεύγοντας στην απλοποιημένη διαδικασία του κανονισμού 1896/2006 (76). Μια τέτοια λύση δεν θα διασφάλιζε το υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών κατά την έννοια του άρθρου 38 του Χάρτη (77), ιδίως υπό το πρίσμα των οικονομικών συμφερόντων τους (78).
135. Στις διαφορές των κυρίων δικών, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, το αποτέλεσμα αυτό θα ήταν ακόμη πιο παράλογο καθόσον η διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής κατά το εθνικό δίκαιο θα διασφάλιζε στον καταναλωτή καλύτερη προστασία από ό,τι η ευρωπαϊκή διαδικασία που θέσπισε ο κανονισμός 1896/2006 (στο μέτρο που η εν λόγω διαδικασία του εθνικού δικαίου, η οποία προσαρμόστηκε κατόπιν της αποφάσεως Banco Español de Crédito (79), περιλαμβάνει αυτεπάγγελτο δικαστικό έλεγχο κατά το στάδιο της εξετάσεως της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής (80)).
136. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η προτεινόμενη λύση καθιστά δυνατή την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματιών και καταναλωτών, την οποία επιδιώκει ο νομοθέτης της Ένωσης (81) –ισορροπίας η οποία, άλλως, θα κινδύνευε να διαταραχθεί λόγω της αντιστροφής της δικονομικής πρωτοβουλίας που χαρακτηρίζει τη διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός 1896/2006 και η οποία καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την παροχή κατάλληλων πληροφοριών στον δικαστή και στον καθού-καταναλωτή (82).
137. Τέλος, εν είδει τελικής παρατηρήσεως, επισημαίνεται επίσης ότι, κατά τα άρθρα 8 και 11 του κανονισμού 1896/2006, ο δικαστής που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής καλείται να αποφανθεί μόνον όσον αφορά την κατά τα φαινόμενα βασιμότητα, όταν δέχεται ή απορρίπτει μια τέτοια αίτηση.
138. Με άλλα λόγια, τυχόν απόρριψη της αιτήσεως (λόγω, επί παραδείγματι, αμφιβολιών ως προς τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών των οποίων έγινε επίκληση) προφανώς δεν εμποδίζει τον δανειστή να ικανοποιήσει την αξίωσή του, αν χρειαστεί, μέσω άλλων ένδικων βοηθημάτων (83). Το στοιχείο αυτό ρητώς επιβεβαιώνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, και στο άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 1896/2006 (84).
Συμπέρασμα
139. Τα πρώτα και τα δεύτερα προδικαστικά ερωτήματα στις υποθέσεις C-453/18 και C-494/18 και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C-494/18 χρήζουν, κατά την άποψή μου, καταφατικής απαντήσεως.
140. Επομένως, ο εθνικός δικαστής που εξετάζει αίτηση για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής σχετικά με σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή έχει την εξουσία να ελέγξει αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών που περιλαμβάνονται στην οικεία σύμβαση, όπως επιτάσσουν τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με το άρθρο 38 του Χάρτη και με το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ.
141. Στο πλαίσιο αυτό, ο επιληφθείς δικαστής δύναται να απαιτήσει από τον αιτούντα, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχεία δʹ και εʹ, του κανονισμού αυτού, να παραθέσει τη σύμβαση που επικαλείται προς στήριξη της αξιώσεως, με μοναδικό σκοπό να πραγματοποιήσει ο δικαστής τον ανωτέρω έλεγχο.
142. Επομένως, οι προαναφερθείσες διατάξεις του κανονισμού 1896/2006 και της οδηγίας 93/13 αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, κατά την οποία δεν γίνονται δεκτά τα συμπληρωματικά έγγραφα που υποβάλλει ο αιτών, όπως αντίγραφο της συμβάσεως που στηρίζει την προβαλλόμενη αξίωση.
Επί του τετάρτου ερωτήματος στην υπόθεση C-494/18
143. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα ερωτήματα που εξετάσθηκαν ανωτέρω, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατ’ ουσίαν, ως προς το κύρος του κανονισμού 1896/2006 και, ειδικότερα, διερωτάται αν ο κανονισμός αυτός συνάδει με το άρθρο 38 του Χάρτη (καθώς και με το άρθρο 6 ΣΕΕ).
144. Εφόσον τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα χρήζουν, κατά τη γνώμη μου, καταφατικής απαντήσεως, παρέλκει η απόφανση επί του ζητήματος αυτού.
145. Συγκεκριμένα, η προταθείσα ανωτέρω ερμηνεία του κανονισμού 1896/2006 καθιστά δυνατή την εξισορρόπηση του εν λόγω κανονισμού με το δεσμευτικό καθεστώς που καθιέρωσε η οδηγία 93/13 και τη διασφάλιση του υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή το οποίο επιδιώκεται από το άρθρο 38 του Χάρτη.
Πρόταση
146. Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλαν το Juzgado de Primera Instancia no 11 de Vigo (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 11 του Vigo, Ισπανία) και το Juzgado de Primera Instancia no 20 de Barcelona (πρωτοδικείο υπ’ αριθ. 20 της Βαρκελώνης, Ισπανία):
Στο πλαίσιο της εξετάσεως αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής που υποβλήθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, όταν η αίτηση αυτή αφορά αξίωση που θεμελιώνεται σε σύμβαση μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, το επιληφθέν δικαστήριο έχει την εξουσία να ελέγξει αυτεπαγγέλτως τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών που περιλαμβάνονται στη σύμβαση αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, σε συνδυασμό με το άρθρο 38 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και με το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ.
Για τον λόγο αυτόν, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχεία δʹ και εʹ, του εν λόγω κανονισμού, το επιληφθέν δικαστήριο δύναται να απαιτήσει από τον αιτούντα να παραθέσει τη σύμβαση που επικαλείται προς στήριξη της αξιώσεώς του, με μοναδικό σκοπό να πραγματοποιήσει το δικαστήριο τον προαναφερθέντα έλεγχο.
Τα άρθρα 7 και 9 του κανονισμού 1896/2006, σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας 93/13, αντιτίθενται σε διάταξη εθνικού δικαίου, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, κατά την οποία δεν γίνονται δεκτά τα συμπληρωματικά έγγραφα που προσκομίζει στο επιληφθέν δικαστήριο ο αιτών, όπως αντίγραφο της συμβάσεως που στηρίζει την προβαλλόμενη αξίωση κατά του καταναλωτή.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (ΕΕ 2006, L 399, σ. 1).
3 Οδηγία του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).
4 BOE αριθ. 7, της 8ης Ιανουαρίου 2000.
5 Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C-618/10, EU:C:2012:349)
6 Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 17ης Μαΐου 2018, Karel de Grote – Hogeschool Katholieke Hogeschool Antwerpen (C-147/16, EU:C:2018:320).
7 Το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1896/2006 παραπέμπει στα άρθρα 59 και 60 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1), ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο. Εν τω μεταξύ, ο κανονισμός 44/2001 αντικαταστάθηκε και καταργήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2012, L 351, σ. 1).
8 Βλ. επίσης, συναφώς, Berthe, A., L’injonction de payer, Βρυξέλλες, Larcier, 2017, σ. 378.
9 Αναφέρομαι εν προκειμένω στα κριτήρια ερμηνείας που χρησιμοποιεί παραδοσιακά το Δικαστήριο. Βλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2018, American Express (C-304/16, EU:C:2018:66, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
10 ΕΕ 2007, C 303, σ. 17.
11 Για λεπτομερή έκθεση της σχετικής νομολογίας και θεωρίας, βλ. Beka, A, The Active Role of Courts in Consumer Litigation. Applying EU Law of the National Courts’ Own Motion, Καίμπριτζ, Intersentia, 2018.
12 Βλ. αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores (C-240/98 έως C-244/98, EU:C:2000:346, σκέψη 25), της 26ης Οκτωβρίου 2006, Mostaza Claro (C‑168/05, EU:C:2006:675, σκέψη 25), και της 17ης Μαΐου 2018, Karel de Grote – Hogeschool Katholieke Hogeschool Antwerpen (C-147/16, EU:C:2018:320, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
13 Απόφαση της 17ης Μαΐου 2018, Karel de Grote – Hogeschool Katholieke Hogeschool Antwerpen (C-147/16, EU:C:2018:320, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
14 Αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2006, Mostaza Claro (C-168/05, EU:C:2006:675, σκέψη 38), και της 17ης Μαΐου 2018, Karel de Grote – Hogeschool Katholieke Hogeschool Antwerpen (C‑147/16, EU:C:2018:320, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
15 Απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM (C-243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 35).
16 Βλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2010, VB Pénzügyi Lízing (C-137/08, EU:C:2010:659, σκέψεις 51 και 56), και της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Banif Plus Bank (C-472/11, EU:C:2013:88, σκέψη 24).
17 Η υπογράμμιση δική μου. Αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 2002, Cofidis (C‑473/00, EU:C:2016:705, σκέψη 33), και της 17ης Μαΐου 2018, Karel de Grote – Hogeschool Katholieke Hogeschool Antwerpen (C-147/16, EU:C:2018:320, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
18 Βλ. απόφαση της 17ης Μαΐου 2018, Karel de Grote – Hogeschool Katholieke Hogeschool Antwerpen (C-147/16, EU:C:2018:320, σκέψεις 34 και 35 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο χαρακτηρισμός αυτός καλύπτει όλες τις διατάξεις της οδηγίας που είναι απαραίτητες για την υλοποίηση του σκοπού τον οποίο επιδιώκει το εν λόγω άρθρο 6.
19 Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska (C-176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
20 Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar στην υπόθεση Finanmadrid EFC (C-49/14, EU:C:2015:746, σημείο 27). Επί της έννοιας της «αντιστροφής της δικονομικής πρωτοβουλίας», βλ., επίσης, Boularbah, H., Requête unilatérale et inversion du contentieux, Βρυξέλλες, Larcier, 2010, σ. 214 επ.
21 Bλ., συναφώς, Szpunar, M., «Quelques aspects procéduraux de la protection des consommateurs contre les clauses abusives : le contrôle d’office dans le cadre des procédures accélérées et simplifiées», σε L’Europe au présent. Liber amicorum Melchior Wathelet, Βρυξέλλες, Bruylant, 2018, σ. 690.
22 Πράσινο βιβλίο για διαδικασία έκδοσης Eυρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και μέτρα απλούστευσης και επιτάχυνσης της εκδίκασης των μικροδιαφορών [COM(2002) 746 τελικό, σημείο 3.1.1].
23 Όπ.π. Το μοντέλο της διαδικασίας με έγγραφες αποδείξεις επιβάλλει στον αιτούντα την υποχρέωση να προσκομίσει έγγραφη απόδειξη στηρίζουσα την επίδικη αξίωση (επί παραδείγματι, το συμβατικό έγγραφο που στηρίζει την αξίωση αυτή). Το μοντέλο αυτό παρέχει στον δικαστή τη δυνατότητα να προβεί σε (περιορισμένο) έλεγχο του εν λόγω εγγράφου, προκριμένου να απορρίψει τις αδικαιολόγητες ή μη σοβαρές αιτήσεις και να προστατεύσει τον καθού στις περιπτώσεις τέτοιων αιτήσεων.
24 Όπ.π. Το μοντέλο της διαδικασίας χωρίς έγγραφες αποδείξεις χαρακτηρίζεται από παντελή έλλειψη εξετάσεως, όσον αφορά την ουσία της επίδικης αξιώσεως, από το δικαστήριο που επελήφθη της αιτήσεως εκδόσεως διαταγής πληρωμής. Όταν η αίτηση είναι παραδεκτή και πληροί τις βασικές τυπικές προϋποθέσεις, το εν λόγω δικαστήριο εκδίδει διαταγή πληρωμής, χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση του βασίμου της αξιώσεως αυτής. Δεδομένου ότι το μοντέλο αυτό δεν προϋποθέτει εξέταση του βασίμου της αιτήσεως, δεν υπάρχει ανάγκη να κατατεθούν έγγραφες αποδείξεις όσον αφορά την αξίωση (οι οποίες θα χρησίμευαν μόνο για να καταστεί δυνατός ένας τέτοιος έλεγχος). Ο συνοπτικός χαρακτήρας αυτής της διαδικασίας «χωρίς απόδειξη» εξισορροπείται από το γεγονός ότι ο καθού διαθέτει, κατά κανόνα, διπλάσια προθεσμία για την άσκηση ανακοπής.
25 Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C-618/10, EU:C:2012:349).
26 Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C-618/10, EU:C:2012:349, σκέψεις 46 και 47). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν διέθετε «κανένα στοιχείο ικανό να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς τη συμφωνία της επίμαχης [...] κανονιστικής ρύθμισης με την αρχή [της ισοδυναμίας]».
27 Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C-618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 46). Βάσει της αρχής της αποτελεσματικότητας, οι κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξεως δεν πρέπει να καθιστούν «πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση δικαιωμάτων που παρέχονται στους καταναλωτές από το δίκαιο της Ένωσης».
28 Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C-618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 49).
29 Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C-618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 53).
30 Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C-618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 54) (η υπογράμμιση δική μου).
31 Ωστόσο, ο εν λόγω κατάλογος κριτηρίων δεν είναι εξαντλητικός: το δικαίωμα προσβάσεως στον δικαστή της ανακοπής πρέπει να εξετάζεται στο σύνολό του. Πρβλ., επίσης, Berthe, A., L’injonction de payer, Βρυξέλλες, Larcier, 2017, σ. 171.
32 Βλ. απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Finanmadrid EFC (C-49/14, EU:C:2016:98, σκέψη 55). Η υπογράμμιση δική μου.
33 Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018 (C-176/17, EU:C:2018:711).
34 Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska (C-176/17, EU:C:2018:71, σκέψεις 45 έως 47).
35 Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska (C-176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska (C-176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 54). Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Profi Credit Polska (C-176/17, EU:C:2018:293, σημείο 28).
37 Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska (C-176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 63).
38 Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska (C-176/17, EU:C:2018:711, διατακτικό). Η υπογράμμιση δική μου.
39 Το επιληφθέν δικαστήριο όφειλε, μεταξύ άλλων, να «απέχει από την εξέταση της ουσίας της επίδικης αξίωσης» [αιτιολογική σκέψη 12 της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για διαδικασία έκδοσης ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, COM(2004) 173 τελικό]. Για λεπτομερή έκθεση του ιστορικού θεσπίσεως του κανονισμού, βλ. Berthe, A., L’injonction de payer, Βρυξέλλες, Larcier, 2017, σ. 230 έως 238.
40 Πρβλ. Crifo, C., Cross-Border Enforcement of Debts in the European Union, Alphen aan den Rijn, Kluwer Law International, 2009, σ. 111.
41 Στο πλαίσιο αυτό, στην αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 1896/2006 τονίζεται η ανάγκη παροχής αρκούντως ακριβών πληροφοριών που να προσδιορίζουν και να στηρίζουν την αξίωση προκειμένου να παρέχεται στον καθού η δυνατότητα να επιλέγει συνειδητά αν θα την αμφισβητήσει ή όχι.
42 Berthe, A., L’injonction de payer, Βρυξέλλες, Larcier, 2017, σ. 273. Πρβλ., επίσης, Payan, G., «La procédure d’injonction de payer européenne : entre efficacité et insécurité», Ius et Actores, 2014, σ. 264.
43 Βλ. Lopez de Tejada, M., και d’Avout, L., «Les non-dits de la procédure européenne d’injonction de payer», Revue critique de droit international privé, 2007, σ. 729, καθώς και Guinchard, E., «Réforme législative adoptée pour le règlement [instituant une procédure européenne de règlement des petits litiges] et réforme jurisprudentielle à venir pour le règlement [instituant une procédure européenne d’injonction de payer] ?», Revue trimestrielle de droit européen, 2016, σ. 435 επ.
44 Συναφώς, επισημαίνω εκ προοιμίου ότι, στο τυποποιημένο έντυπο Α, ο δανειστής-αιτών υποχρεούται να διευκρινίσει ευθύς εξαρχής αν ο αντισυμβαλλόμενός του έχει την ιδιότητα του καταναλωτή. Στο πεδίο 11 του εν λόγω εντύπου A υπάρχει δυνατότητα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών (καθισταμένης κατ’ αυτόν τον τρόπο δυνατής, για παράδειγμα, της αναγραφής συγκεκριμένων ρητρών).
45 Βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1896/2006, αν οι απαιτήσεις του άρθρου 8 πληρούνται μόνο για μέρος της αξιώσεως, το επιληφθέν δικαστήριο ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα, ο οποίος καλείται να δεχθεί (ή να αρνηθεί) πρόταση για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής για το ποσό που καθορίζει το εν λόγω δικαστήριο. Αν ο αιτών δεχθεί την πρόταση του δικαστηρίου, το δικαστήριο εκδίδει ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής για το μέρος της αξιώσεως το οποίο έχει δεχθεί ο αιτών. Οι συνέπειες σχετικά με το εναπομένον μέρος της αρχικής απαιτήσεως διέπονται από το εθνικό δίκαιο (βλ. άρθρο 10, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού).
46 Βλ., επίσης, σημείο 107 των παρουσών προτάσεων.
47 Όπως έχει υπενθυμίσει επανειλημμένως το Δικαστήριο, κατ’ αρχήν, το δίκαιο της Ένωσης δεν εναρμονίζει τις διαδικασίες εξετάσεως του φερόμενου καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας και, κατά συνέπεια, οι διαδικασίες αυτές διέπονται από την εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας: βλ. αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 46), και της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska (C‑176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 57). Φρονώ ότι η διαπίστωση αυτή πρέπει να ισχύει, mutatis mutandis, για τη διαδικασία εκδόσεως ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, καθόσον ο κανονισμός 1896/2006 δεν περιέχει καμία ρητή διάταξη που να αποκλείει την εφαρμογή της οδηγίας 93/13 ή να καθορίζει, στο πλαίσιο αυτό, τον τρόπο ελέγχου όσον αφορά τις ενδεχομένως καταχρηστικές ρήτρες (κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας).
48 Αυτός είναι, ιδίως, ο λόγος για τον οποίο, στην υπόθεση Finanmadrid EFC, ο γενικός εισαγγελέας Μ. Szpunar παρατήρησε ότι, «de lege ferenda, θα ήταν ευκταίον να τροποποιηθεί ο κανονισμός [...], ο οποίος καλύπτει ενδεχομένως τις αξιώσεις που προέρχονται από συμβάσεις με καταναλωτές, προκειμένου να προβλεφθεί ρητώς ο αυτεπάγγελτος έλεγχος των καταχρηστικών ρητρών κατά το στάδιο της εκδόσεως της ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής»: βλ., συναφώς, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Szpunar στην υπόθεση Finanmadrid EFC (C-49/14, EU:C:2015:746, υποσημείωση 20).
49 Πρβλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Profi Credit Polska (C-176/17, EU:C:2018:293, σημείο 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
50 Απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska (C-176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 71).
51 Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito (C-618/10, EU:C:2012:349)
52 Βλ. σημεία 73 και 79 των παρουσών προτάσεων.
53 Πρβλ.. Lopez de Tejada, M, και d’Avout, L., «Les non-dits de la procédure européenne d’injonction de payer», Revue critique de droit international privé, 2007, σ. 723 έως 724. Βλ., επίσης, σημείο 93 των παρουσών προτάσεων.
54 Επομένως, η ευρωπαϊκή διαδικασία διαφέρει από τις περισσότερες διαδικασίες χωρίς έγγραφες αποδείξεις, οι οποίες αντισταθμίζουν κατά κάποιον τρόπο την έλλειψη αποδεικτικών εγγράφων τάσσοντας διπλάσια προθεσμία εναντιώσεως, που είναι ευνοϊκότερη για τον καθού: αναφέρομαι, ιδίως, στο Mahnverfahren που προβλέπεται στο γερμανικό δίκαιο.
55 Πράγματι, μολονότι ορισμένες ποινικές ρήτρες ή ρήτρες σχετικές με τους τόκους υπερημερίας ενδέχεται να είναι εγγενώς καταχρηστικές, εντούτοις δεν ισχύει το ίδιο σε άλλες καταστάσεις, περισσότερο λεπτές, όπου ο καταχρηστικός χαρακτήρας της συμβάσεως προκύπτει από την αλληλεπίδραση διαφόρων ρητρών.
56 Τούτο ισχύει (a fortiori) όταν η επίμαχη σύμβαση διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους άλλου από εκείνο του καταναλωτή: πρβλ. πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13.
57 Πρβλ. Chainais, C., «L’injonction de payer française, modèle d’une protection juridictionnelle monitoire», σε Justices et droit du procès. Du légalisme procédural à l’humanisme processuel, Παρίσι, Dalloz, 2010, σ. 646, σημείο 51.
58 Rott, P., «Case Note on Banco Español de Crédito», European Review of Contract Law, 2012, σ. 470 έως 480.
59 Βλ. σημείο 95 των παρουσών προτάσεων. Φρονώ ότι εν προκειμένω επιβάλλεται να εφαρμοστεί κατ’ αναλογίαν η συλλογιστική της αποφάσεως Pannon GSM· θα πρέπει προηγουμένως να ειδοποιηθεί ο καταναλωτής για τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα μιας ρήτρας, προκειμένου αυτός να μπορέσει να αποφασίσει, με πλήρη γνώση των πραγμάτων, να μην ασκήσει τα δικαιώματά του σχετικά με το ζήτημα αυτό: βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM (C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψη 33).
60 Επισημαίνω, εξάλλου, ότι, στην πράξη, ο αριθμός των δηλώσεων αντιρρήσεων που υποβάλλονται κατά των ευρωπαϊκών διαταγών πληρωμής είναι περιορισμένος (πράγμα που φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι η πτυχή αυτή δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την υποβολή δηλώσεως αντιρρήσεων). Επί παραδείγματι, στην Αυστρία, το 2012, δήλωση αντιρρήσεων δεν υποβλήθηκε από τον οφειλέτη για το 96 % των εκδοθεισών διαταγών. Βλ., συναφώς, έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής [COM(2015) 495 τελικό, τμήμα 3.7].
61 Ο κανονισμός 1896/2006 καθορίζει μόνον ένα ανώτατο όριο όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα. Το άρθρο 25 ορίζει ότι «τα συνδυασμένα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας για την ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής και της τακτικής διαδικασίας που ακολουθεί σε περίπτωση υποβολής δήλωσης αντιρρήσεων [...] δεν υπερβαίνουν τα δικαστικά έξοδα τακτικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής στο εν λόγω κράτος μέλος». Τα δικαστικά αυτά έξοδα περιλαμβάνουν τα καταβλητέα στο δικαστήριο έξοδα και τέλη, το ποσό των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα έξοδα αυτά από μόνα τους μπορεί να υπερβαίνουν το ύψος της περί ης πρόκειται απαιτήσεως. Αν είναι συνετός, ο καταναλωτής θα λάβει υπόψη, στους υπολογισμούς του, επίσης τα έξοδα που συνδέονται με την ενδεχόμενη εκπροσώπησή του στο δικαστήριο (αμοιβή δικηγόρου) και, ενδεχομένως, τους δικαστικούς τόκους που θα συνεχίσουν να τρέχουν εις βάρος του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
62 Υπενθυμίζεται ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν, αντιστοίχως, την αιτία της διαφοράς (συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής των πραγματικών περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η αξίωση και, ενδεχομένως, των ζητούμενων τόκων) και την περιγραφή των αποδεικτικών στοιχείων που στηρίζουν την αξίωση.
63 Βλ. σημείο 95 των παρουσών προτάσεων. Τούτο θα συμβαίνει, μεταξύ άλλων, αν το επιληφθέν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το ποσό των νομίμως απαιτητών τόκων ή ως προς το ποσό που ζητείται ως ποινική ρήτρα.
64 Παραπέμπω εν προκειμένω στο γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1896/2006.
65 Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Szyrocka (C-215/11, EU:C:2012:794).
66 Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Szyrocka (C-215/11, EU:C:2012:794, διατακτικό).
67 Πρβλ. Payan, G., «La procédure d’injonction de payer européenne: entre efficacité et insécurité», Ius et Actores, 2014, σ. 263 και 264.
68 Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Szyrocka (C-215/11, EU:C:2012:794).
69 Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2012, Szyrocka (C-215/11, EU:C:2012:794, σκέψη 31, η υπογράμμιση δική μου). Στο ίδιο πνεύμα, επισημαίνεται ότι ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi τόνισε επίσης το γεγονός ότι η ίση πρόσβαση όλων των δανειστών και όλων των οφειλετών της Ένωσης στη διαδικασία της διαταγής πληρωμής εξαρτάται από την προβλεψιμότητα και την ομοιομορφία των απαιτήσεων του κανονισμού 1896/2006, που, κατ’ αυτόν τον τρόπο, καθιστούν δυνατή τη διατήρηση της αυτοτέλειας της εν λόγω διαδικασίας: βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Szyrocka (C-215/11, EU:C:2012:400, σημεία 33 έως 36).
70 Παραπέμπω εν προκειμένω στα στοιχεία εκτιμήσεως που μνημονεύονται στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στην υπόθεση Szyrocka (C-215/11, EU:C:2012:400, σημεία 33 έως 36).
71 Παραφράζοντας την απόφαση Szyrocka (προαναφερθείσα), με την άσκηση της εξουσίας αυτής δεν «θα αυξάνονταν οι δυσχέρειες, η διάρκεια και το κόστος της ευρωπαϊκής διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής».
72 Έχω, προφανώς, επίγνωση του ενδεχομένου να προκύψουν έξοδα μεταφράσεως της συμβάσεως. Ωστόσο, φρονώ ότι το πρόβλημα αυτό είναι μάλλον θεωρητικό. Συγκεκριμένα, είναι εύλογο η σύμβαση να έχει συναφθεί στη συνήθη γλώσσα του οφειλέτη (δεδομένου ότι αυτός υπέγραψε την εν λόγω σύμβαση) –συνήθη γλώσσα που θα είναι, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, επίσης εκείνη του επιληφθέντος δικαστηρίου (λόγω του κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1896/2006, το οποίο ορίζει ότι, «εάν [...] ο καθού είναι ο καταναλωτής, αρμόδια είναι μόνον τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο καθού»).
73 Βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 1896/2006, η αίτηση για την έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής μπορεί να υποβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα. Επίσης, βάσει του άρθρου 8 του ίδιου κανονισμού, η εξέταση μπορεί να λάβει τη μορφή «αυτοματοποιημένης διαδικασίας». Συναφώς, ο Ευρωπαίος νομοθέτης φαίνεται να θέλησε να ενθαρρύνει την αυτοματοποίηση της διαδικασίας: η προτεινόμενη λύση δεν εμποδίζει την εξέλιξη αυτή. Πρβλ., επίσης, Payan, G., «La procédure d’injonction de payer européenne : entre efficacité et insécurité», Ius et Actores, 2014, σ. 265.
74 Πράγματι, ο επιληφθείς δικαστής δεν αποφαίνεται επί της ουσίας και δεν ακυρώνει τους επίμαχους όρους της συμβάσεως. Απλώς αρνείται να εκδώσει εκτελεστό τίτλο στο πλαίσιο του κανονισμού 1896/2006, στηριζόμενος σε μια κατά τα φαινόμενα σύννομη κατάσταση –χωρίς να προδικάζει τα δικαιώματα του δανειστή, τα οποία πρέπει να αποτελέσουν το αντικείμενο κατ’ αντιμωλίαν συζητήσεως ενώπιον του δικαστή της ουσίας. Βλ., επίσης, σημεία 137 και 138 των παρουσών προτάσεων.
75 Βλ. σημείο 65 των παρουσών προτάσεων και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.
76 Επισημαίνω επίσης ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο του ψηφίσματός του της 1ης Δεκεμβρίου 2016 σχετικά με τη χρήση της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (2016/2011/INI), υπογράμμισε τα εξής: «η προσαρμογή της διαδικασίας [δεν μπορεί] να καταστρατηγείται για σκοπούς επιβολής αθέμιτων συμβατικών όρων, καθώς το άρθρο 8 του κανονισμού [896/2006] ζητεί από το δικαστήριο να εξετάζει κατά πόσο η αξίωση είναι βάσιμη, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, ώστε να διασφαλίζεται η συμβατότητα με τη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το θέμα αυτό» (βλ. αιτιολογική σκέψη Ι του εν λόγω ψηφίσματος).
77 Χάριν πληρότητας, σημειώνεται επίσης ότι το άρθρο 12 ΣΛΕΕ καθιέρωσε τον οριζόντιο χαρακτήρα της εν λόγω απαιτήσεως για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας στον καταναλωτή, οπότε «οι απαιτήσεις προστασίας του καταναλωτή λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή άλλων πολιτικών και δραστηριοτήτων της Ένωσης». Ο οριζόντιος αυτός χαρακτήρας συνηγορεί επίσης υπέρ ερμηνείας του κανονισμού 1896/2006 σύμφωνης προς τις επιταγές του άρθρου 38 του Χάρτη, καθώς και των άρθρων 6 και 7 της οδηγίας 93/13.
78 Βλ. άρθρο 169 ΣΛΕΕ και σημείο 58 των παρουσών προτάσεων.
79 Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2012 (C-618/10, EU:C:2012:349). Βλ., επίσης, σημείο 76 των παρουσών προτάσεων.
80 Βλ. άρθρο 815, παράγραφος 4, του LEC (σημείο 26 των παρουσών προτάσεων).
81 Άλλωστε, αυτός είναι ο σκοπός του δεσμευτικού καθεστώτος που θέσπισε η οδηγία 93/13. Συγκεκριμένα, ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 6 της οδηγίας 93/13 δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν οι καταναλωτές ήταν υποχρεωμένοι να προβάλλουν οι ίδιοι τον καταχρηστικό χαρακτήρα μιας ρήτρας (πρβλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 2000, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores, C-240/98 έως C‑244/98, EU:C:2000:346, σκέψη 26). Πάντως, αυτό ακριβώς θα συνέβαινε αν ο καταναλωτής έπρεπε να υποβάλει δήλωση αντιρρήσεων ώστε να μπορέσει να επωφεληθεί του δικαστικού ελέγχου όσον αφορά τις ενδεχομένως καταχρηστικές ρήτρες και να εμποδίσει την εφαρμογή τους. Βλ., επίσης, σημεία 62, 63 και 99 των παρουσών προτάσεων και εκεί μνημονευόμενη νομολογία.
82 Για περαιτέρω ανάπτυξη του ζητήματος αυτού, βλ. Sinopoli, L., «Le droit au procès équitable à l’ombre de l’inversion du contentieux. À propos de quelques décisions de la Cour de justice en droit judiciaire européen», Revue de droit commercial belge, 2015, σ. 7 έως 18.
83 Με την επιφύλαξη των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχει ο κανονισμός 1215/2012. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 17 έως 19 του κανονισμού αυτού προβλέπουν προστατευτικούς κανόνες στον τομέα της διεθνούς δικαιοδοσίας, όταν ο ένας εκ των διαδίκων σε διαφορά η οποία αφορά σύμβαση είναι καταναλωτής.
84 Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, ο αιτών δεν εμποδίζεται να «επιδιώξει την ικανοποίηση αξίωσης [...] κάνοντας χρήση άλλης διαδικασίας προβλεπόμενης από το δίκαιο κράτους μέλους ή από το κοινοτικό δίκαιο». Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού, «[η] απόρριψη της αίτησης δεν κωλύει τον αιτούντα να επιδιώξει την ικανοποίηση αξίωσης μέσω νέας αίτησης για ευρωπαϊκή διαταγή πληρωμής ή κάθε άλλης διαδικασίας που προβλέπει το δίκαιο κράτους μέλους».