Προσωρινό κείμενο
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 12ης Σεπτεμβρίου 2019 (1)
Υπόθεση C-513/18
Autoservizi Giordano Società cooperativa
κατά
Agenzia delle Dogane e dei Monopoli – Ufficio di Palermo
[αίτηση του Commissione tributaria provinciale di Palermo (δικαστηρίου φορολογικών διαφορών επαρχίας Παλέρμο, Ιταλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2003/96/ΕΚ – Φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας – Άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3 – Ευχέρεια των κρατών μελών να προβλέπουν μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό – Έννοια της φράσης “εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό” – Τακτική ή περιστασιακή μεταφορά επιβατών – Δραστηριότητα μίσθωσης λεωφορείου με οδηγό – Άμεσο αποτέλεσμα»
I. Εισαγωγή
1. Στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (2). Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει, στην παράγραφο 1, τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που εφαρμόζονται στα καύσιμα κινητήρων και προβλέπει, στην παράγραφο 2, ότι, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη δύνανται να διαφοροποιήσουν φορολογικά την εμπορική από τη μη εμπορική χρήση πετρελαίου εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως προωθητικό και ορίζει, προς τον σκοπό αυτό, στην παράγραφο 3, την έννοια του «εμπορικού πετρελαίου εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό».
2. Το Δικαστήριο πρέπει να καθορίσει αν, δυνάμει της διατάξεως αυτής, τα κράτη μέλη μπορούν να διακρίνουν όχι μόνο μεταξύ της μη εμπορικής και της εμπορικής χρήσης πετρελαίου εσωτερικής καύσης, αλλά επίσης, όσον αφορά την τελευταία, μεταξύ του πετρελαίου που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της τακτικής μεταφοράς επιβατών και του πετρελαίου που χρησιμοποιείται για την περιστασιακή μεταφορά επιβατών.
II. Το νομικό πλαίσιο
1. Το δίκαιο της Ένωσης
3. Οι αιτιολογικές σκέψεις 3, 5, 9, 11, 15, 20, 24 και 28 της οδηγίας 2003/96 έχουν ως εξής:
«(3) Η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η επίτευξη των στόχων άλλων κοινοτικών πολιτικών απαιτούν τον καθορισμό ελαχίστων επιπέδων φορολογίας σε κοινοτική κλίμακα για τα περισσότερα ενεργειακά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου και του άνθρακα.
[...]
(5) Ο καθορισμός των δεόντων κοινοτικών ελαχίστων επιπέδων φορολογίας θα επιτρέψει τη μείωση των υφισταμένων διαφορών στα εθνικά επίπεδα φορολογίας.
[...]
(9) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν την αναγκαία ευελιξία χάραξης και εφαρμογής των ενδεδειγμένων για τις εθνικές συνθήκες τους πολιτικών.
[...]
(11) Οι φορολογικοί διακανονισμοί που επιτυγχάνονται προς εφαρμογή του παρόντος κοινοτικού πλαισίου για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν αντικείμενο αποφάσεως εκάστου κράτους μέλους [...]
[...]
(15) Η δυνατότητα εφαρμογής διαφοροποιημένων εθνικών φορολογικών συντελεστών για το ίδιο προϊόν θα πρέπει να επιτρέπεται σε ορισμένες περιστάσεις ή μόνιμες καταστάσεις, εφόσον τηρούνται τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα φορολογίας και οι κανόνες της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού.
[...]
(20) Τα κράτη μέλη ενδέχεται να χρειαστεί να διαχωρίσουν το εμπορικό από το μη εμπορικό πετρέλαιο ντίζελ. Τα κράτη μέλη δύνανται να κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής προκειμένου να μειωθεί η διαφορά στη φορολογία μεταξύ του μη εμπορικού πετρελαίου εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως προωθητικό, και της βενζίνης.
[...]
(24) Θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να παρέχουν ορισμένες άλλες απαλλαγές ή μειώσεις των κοινοτικών ελάχιστων επιπέδων φορολογίας εφόσον τούτο δεν βλάπτει την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και δεν προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.
[...]
(28) Ενδέχεται να απαιτηθούν ορισμένες απαλλαγές ή μειώσεις του επιπέδου φορολογίας, ιδίως λόγω της έλλειψης εντονότερης εναρμόνισης σε κοινοτική κλίμακα, των κινδύνων απώλειας της διεθνούς ανταγωνιστικότητας ή για κοινωνικούς ή περιβαλλοντικούς λόγους.»
4. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:
«Τα επίπεδα φορολογίας που επιβάλλουν τα κράτη μέλη στα ενεργειακά προϊόντα και στην ηλεκτρική ενέργεια τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 2 δεν μπορούν να είναι χαμηλότερα από τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.»
5. Το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Από την 1η Ιανουαρίου 2004 και από την 1η Ιανουαρίου 2010, τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που εφαρμόζονται στα καύσιμα κινητήρων καθορίζονται σύμφωνα με το παράρτημα I πίνακας Α.
Το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2012, το Συμβούλιο, ενεργώντας ομόφωνα και αφού ζητήσει τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αποφασίζει, με βάση σχετική έκθεση και πρόταση της [Ευρωπαϊκής] Επιτροπής, τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης για μια νέα περίοδο που θα αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2013.
2. Τα κράτη μέλη δύνανται να διαφοροποιήσουν την εμπορική από τη μη εμπορική χρήση πετρελαίου εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως προωθητικό υπό τον όρο ότι τηρούνται τα ελάχιστα κοινοτικά επίπεδα φορολογίας και ότι ο φορολογικός συντελεστής για το εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως προωθητικό δεν είναι κατώτερος από το εθνικό επίπεδο φορολογίας που ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2003, με την επιφύλαξη τυχόν σχετικών παρεκκλίσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.
3. Ως “εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό” νοείται το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως προωθητικό για τους εξής σκοπούς:
α) τη μεταφορά εμπορευμάτων για λογαριασμό τρίτου, ή για ίδιο λογαριασμό, με μηχανοκίνητα οχήματα, ή συνδυασμούς συζευγμένων οχημάτων που προορίζονται αποκλειστικά για την οδική μεταφορά εμπορευμάτων και με μέγιστο επιτρεπόμενο μικτό βάρος ίσο ή ανώτερο των 7,5 [τόνων]·
β) την, τακτική ή περιστασιακή, μεταφορά επιβατών με μηχανοκίνητο όχημα των κατηγοριών Μ2 ή Μ3, όπως ορίζονται στην οδηγία 70/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1970, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν στην έγκριση των οχημάτων με κινητήρα και των ρυμουλκουμένων τους [(3)].
4. Παρά την παράγραφο 2, τα κράτη μέλη τα οποία εφαρμόζουν σύστημα διοδίων για τα μηχανοκίνητα οχήματα ή τους συνδυασμούς συζευγμένων οχημάτων που προορίζονται αποκλειστικά για την οδική μεταφορά εμπορευμάτων, δύνανται να εφαρμόζουν μειωμένο συντελεστή για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιούν τα οχήματα αυτά ο οποίος θα είναι κατώτερος από το εθνικό επίπεδο φορολογίας που ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2003, εφόσον η συνολική φορολογική επιβάρυνση παραμένει γενικώς ισοδύναμη, εφόσον τηρούνται τα κοινοτικά ελάχιστα επίπεδα και εφόσον το εθνικό επίπεδο φορολογίας που ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2003 για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως προωθητικό είναι τουλάχιστον κατά δύο φορές υψηλότερο από το ελάχιστο επίπεδο φορολογίας που ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2004.»
2. Το ιταλικό δίκαιο
6. Το άρθρο 6 του decreto legislativo n. 26 – Attuazione della direttiva 2003/96/CE che ristruttura il quadro comunitario per la tassazione dei prodotti energetici e dell’elettricità (νομοθετικού διατάγματος 26, για την εφαρμογή της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας) (4), της 2ας Φεβρουαρίου 2007, θεσπίζει τον συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων. Το άρθρο 24ter του decreto legislativo n. 504 – Testo unico delle disposizioni legislative concernenti le imposte sulla produzione e sui consumi e relative sanzioni penali e amministrative (νομοθετικού διατάγματος 504, το οποίο θεσπίζει το ενιαίο κείμενο των νομοθετικών διατάξεων σχετικά με τους φόρους παραγωγής, κατανάλωσης και συναφείς ποινικές και διοικητικές κυρώσεις) (5), της 26ης Οκτωβρίου 1995, προβλέπει, επίσης, υπό τον τίτλο «Εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης», τα εξής:
«1. Το εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό υπάγεται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης με την εφαρμογή του συντελεστή που προβλέπεται για τη χρήση αυτή στον αριθμό 4-bis του πίνακα Α, ο οποίος προσαρτάται στο παρόν ενιαίο κείμενο.
2. Ως εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό νοείται το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται σε οχήματα, με εξαίρεση τα οχήματα κατηγορίας euro 2 ή κατώτερης, τα οποία χρησιμοποιούνται από τον ιδιοκτήτη ή δυνάμει άλλου τίτλου που εξασφαλίζει την αποκλειστική διάθεσή τους, για τους εξής σκοπούς:
a) δραστηριότητα μεταφοράς εμπορευμάτων με οχήματα μέγιστου ολικού βάρους ίσου ή ανώτερου των 7,5 [τόνων], η οποία ασκείται από:
[...]
b) δραστηριότητα μεταφοράς προσώπων που ασκείται από:
1) δημόσιες αρχές ή τοπικές δημόσιες επιχειρήσεις που ασκούν τη δραστηριότητα μεταφοράς, η οποία αναφέρεται στο decreto legislativo n. 422 – Conferimento alle regioni ed agli enti locali di funzioni e compiti in materia di trasporto pubblico locale, a norma dell’articolo 4, comma 4, della legge 15 marzo 1997, n. 59 [νομοθετικό διάταγμα 422, ανάθεση στις περιφέρειες και σε τοπικούς φορείς καθηκόντων και εξουσιών στον τομέα των τοπικών δημόσιων μεταφορών, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 4, του νόμου 59 της 15ης Μαρτίου 1997 (6)], της 19ης Νοεμβρίου 1997, και στους σχετικούς περιφερειακούς εκτελεστικούς νόμους·
2) επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες μεταφορών με λεωφορεία σε διαπεριφερειακό επίπεδο, υπαγόμενες στην αρμοδιότητα του Δημοσίου, οι οποίες αναφέρονται στο decreto legislativo n. 285 – Riordino dei servizi automobilistici interregionali di competenza statale [νομοθετικό διάταγμα 285, περί αναδιοργανώσεως των υπηρεσιών οδικής μεταφοράς με λεωφορεία σε διαπεριφερειακό επίπεδο που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Δημοσίου (7)], της 21ης Νοεμβρίου 2005·
3) επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες μεταφορών με λεωφορεία, υπαγόμενες στην αρμοδιότητα των περιφερειακών και τοπικών αρχών, οι οποίες αναφέρονται στο νομοθετικό διάταγμα 422, της 19ης Νοεμβρίου 1997·
4) επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες μεταφορών με λεωφορεία τακτικών γραμμών σε κοινοτικό πλαίσιο, τις οποίες αφορά ο κανονισμός (ΕΚ) 1073/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, [για τη θέσπιση κοινών κανόνων πρόσβασης στη διεθνή αγορά μεταφορών με πούλμαν και λεωφορεία και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 561/2006 (8)].
3. Εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης θεωρείται, επίσης, το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για δραστηριότητα μεταφοράς προσώπων, η οποία ασκείται από δημόσιες αρχές ή επιχειρήσεις που ασκούν συνδεόμενες με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας δραστηριότητες καλωδιοκίνητης μεταφοράς.
4. H επιστροφή της επιβάρυνσης που προκύπτει από το μεγαλύτερο μέρος του ειδικού φόρου κατανάλωσης ο οποίος επιβάλλεται στο εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης ορίζεται με βάση τη διαφορά μεταξύ του συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως προωθητικό, ο οποίος προβλέπεται στο παράρτημα Ι, και εκείνου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Για τους σκοπούς της προαναφερθείσας επιστροφής, οι φορείς που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 υποβάλλουν ειδική δήλωση στο αρμόδιο γραφείο της Agenzia delle Dogane e dei Monopoli [υπηρεσίας τελωνείων και μονοπωλίων, Ιταλία] εντός του μήνα που έπεται της λήξης του εκάστοτε ημερολογιακού τριμήνου κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η κατανάλωση του εμπορικού πετρελαίου εσωτερικής καύσης.
[...]»
III. Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
7. Η συνεταιριστική εταιρία Autoservizi Giordano Società cooperativa, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, είναι επιχείρηση η οποία ασκεί δραστηριότητες μεταφοράς επιβατών με χρήση υπηρεσιών μισθωμένου λεωφορείου με οδηγό.
8. Η εν λόγω εταιρία ζήτησε από την Agenzia delle Dogane e dei Monopoli, Ufficio di Palermo (υπηρεσία τελωνείων και μονοπωλίων – γραφείο Παλέρμο, Ιταλία) να υπαχθεί στον μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που προβλέπεται στο άρθρο 24ter του νομοθετικού διατάγματος 504/1995 για το τρίτο τρίμηνο του έτους 2017. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με απόφαση, κοινοποιηθείσα στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης την 1η Δεκεμβρίου 2017, για τον λόγο ότι η δραστηριότητα μίσθωσης λεωφορείου με οδηγό την οποία ασκεί δεν ενέπιπτε σε καμία από τις κατηγορίες δραστηριοτήτων μεταφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 24ter του νομοθετικού διατάγματος 504/1995.
9. Η εταιρία Autoservizi Giordano προσέβαλε την ως άνω απορριπτική απόφαση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, του Commissione tributaria provinciale di Palermo (δικαστηρίου φορολογικών διαφορών επαρχίας Παλέρμο, Ιταλία).
10. Προς στήριξη της προσφυγής της, η εν λόγω εταιρία υποστηρίζει ότι η υπαγωγή στον μειωμένο συντελεστή απορρέει από την άμεση εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/96 και ότι πρέπει να θεωρηθεί αυθαίρετος και παράνομος ο περιορισμός που εισήγαγε το άρθρο 24ter του νομοθετικού διατάγματος 504/1995, το οποίο αναγνωρίζει το πλεονέκτημα του εν λόγω μειωμένου συντελεστή σε ορισμένους μόνο φορείς στους οποίους δεν συγκαταλέγονται οι επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες μίσθωσης λεωφορείου με οδηγό.
11. Η υπηρεσία τελωνείων και μονοπωλίων – γραφείο Παλέρμο υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/96 δεν έχει άμεση εφαρμογή, διότι παρέχει στα κράτη μέλη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη δυνατότητα υπαγωγής στον μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης.
12. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι αιτήσεις όπως η αίτηση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης έχουν οδηγήσει σε αποκλίνουσες προσεγγίσεις στην Ιταλία. Ορισμένα περιφερειακά δικαστήρια φορολογικών διαφορών απέκλεισαν την εφαρμογή του άρθρου 24ter του νομοθετικού διατάγματος 504/1995, για τον λόγο ότι το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι στενότερο από εκείνο του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/96, ενώ άλλο περιφερειακό δικαστήριο φορολογικών διαφορών εφάρμοσε, αντιθέτως, το άρθρο 24ter του νομοθετικού διατάγματος 504/1995, κρίνοντας ότι η δυνατότητα προβλέψεως μειωμένων συντελεστών εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του κράτους μέλους.
13. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, επίσης, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/96 μνημονεύει την «τακτική ή περιστασιακή μεταφορά επιβατών», ενώ το άρθρο 24ter του νομοθετικού διατάγματος 504/1995 αναγνωρίζει το πλεονέκτημα του μειωμένου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης σε ορισμένες μόνον επιχειρήσεις, αποκλείοντας de facto από τον κύκλο των δικαιούχων του μειωμένου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης τις επιχειρήσεις που, όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, ασκούν, στον τομέα της ιδιωτικής μεταφοράς προσώπων, δραστηριότητα μίσθωσης λεωφορείου με οδηγό.
14. Επομένως, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ζητεί να διευκρινιστεί αν ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν απευθείας το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/96 προκειμένου να τους αναγνωριστεί το πλεονέκτημα του μειωμένου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης και να τους επιστραφούν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα για τον εν λόγω φόρο ποσά. Υπογραμμίζει επίσης ότι, ενδεχομένως, το ιταλικό δίκαιο δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί συμβατό με τη διάταξη αυτή.
15. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Commissione tributaria provinciale di Palermo (δικαστήριο φορολογικών διαφορών επαρχίας Παλέρμο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει το άρθρο 7 της οδηγίας [2003/96] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του όλες οι επιχειρήσεις και οι φορείς, δημόσιοι ή ιδιωτικοί, που δραστηριοποιούνται στον τομέα της μεταφοράς προσώπων με λεωφορείο, συμπεριλαμβανομένης της μίσθωσης λεωφορείου με οδηγό, και ότι η εν λόγω διάταξη αντιτίθεται προς εθνική ρύθμιση που μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία [αυτή], κατά το μέρος που δεν περιλαμβάνει μεταξύ των φορέων που χρησιμοποιούν πετρέλαιο εσωτερικής καύσης για εμπορική χρήση επίσης τους ασκούντες δραστηριότητα μίσθωσης λεωφορείου με οδηγό;
2) Συνεπάγεται η διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στα κράτη [μέλη], στην οποία αναφέρεται το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας [2003/96] ότι η διάταξη η οποία περιλαμβάνει στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης για εμπορική χρήση το πετρέλαιο που προορίζεται για την “περιστασιακή μεταφορά προσώπων” δεν αναπτύσσει άμεσο αποτέλεσμα και δεν είναι απαλλαγμένη αιρέσεων;
3) Είναι το άρθρο 7 της οδηγίας [2003/96], από απόψεως περιεχομένου, αφενός, αρκούντως ακριβές και, αφετέρου, αρκούντως απαλλαγμένο αιρέσεων, ώστε να μπορεί να το επικαλεστεί ευθέως ιδιώτης έναντι των αρχών του εν λόγω κράτους μέλους;»
IV. Ανάλυση
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
16. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/96 προκειμένου να διαπιστωθεί, αφενός, αν η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις και τους ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς που ασκούν δραστηριότητες μεταφοράς επιβατών και, αφετέρου, αν αντιτίθεται σε εθνική νομοθετική ρύθμιση κατά την οποία το πετρέλαιο που χρησιμοποιείται για την περιστασιακή μεταφορά επιβατών δεν περιλαμβάνεται στην έννοια του «εμπορικού πετρελαίου εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό».
17. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/96 επιτρέπει στα κράτη μέλη να διακρίνουν, όσον αφορά τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, μεταξύ της εμπορικής και της μη εμπορικής χρήσης πετρελαίου εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό, ενώ συγχρόνως επιβάλλει στα κράτη μέλη που καθιερώνουν τη διάκριση αυτή, αφενός, να μην παρεκκλίνουν από τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που προβλέπει η εν λόγω οδηγία και, αφετέρου, να μην προβλέπουν για το εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό συντελεστή χαμηλότερο από το εθνικό επίπεδο φορολογίας που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 2003.
18. Στο άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/96, ο νομοθέτης της Ένωσης όρισε το «εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό» στηριζόμενος στους σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιείται το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι το εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό είναι το πετρέλαιο που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά εμπορευμάτων, για λογαριασμό τρίτου ή για ίδιο λογαριασμό, με ορισμένα οχήματα, καθώς και στο πετρέλαιο που χρησιμοποιείται για την τακτική ή περιστασιακή μεταφορά επιβατών, η οποία πραγματοποιείται με ορισμένα οχήματα.
19. Κατά συνέπεια, αφενός, το Δικαστήριο καλείται να καθορίσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/96 προκειμένου να διαπιστωθεί αν η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε επιχείρηση όπως η εμπλεκόμενη στην υπόθεση της κύριας δίκης, ήτοι σε ιδιωτική επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες στον τομέα μεταφοράς προσώπων με λεωφορεία, με χρήση υπηρεσιών μισθωμένου λεωφορείου με οδηγό (9).
20. Αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η ευχέρεια την οποία παρέχει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/96 στα κράτη μέλη να διαφοροποιούν την εμπορική από τη μη εμπορική χρήση πετρελαίου εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως προωθητικό τους επιτρέπει επίσης να εφαρμόζουν, όσον αφορά τη μεταφορά επιβατών, μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το πετρέλαιο που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της τακτικής μεταφοράς επιβατών, χωρίς ωστόσο να εφαρμόζουν τον ίδιο μειωμένο συντελεστή για το πετρέλαιο που χρησιμοποιείται για την περιστασιακή μεταφορά επιβατών (10).
21. Πρώτον, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/96, όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή, ο νομοθέτης της Ένωσης όρισε την έννοια του «εμπορικού πετρελαίου εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό» στηριζόμενος όχι στον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα των φορέων που χρησιμοποιούν το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης, αλλά στους σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιείται το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης, ήτοι τη μεταφορά εμπορευμάτων και επιβατών με χρήση ορισμένων οχημάτων.
22. Συνεπώς, κατά την άποψή μου, το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/96 μπορεί να έχει εφαρμογή, όσον αφορά τη μεταφορά επιβατών, τόσο στους δημόσιους όσο και στους ιδιωτικούς φορείς, όπως είναι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης χρησιμοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, στο πλαίσιο δραστηριότητας μεταφοράς εμπορευμάτων ή επιβατών.
23. Δεύτερον, όσον αφορά τη δυνατότητα των κρατών μελών να εφαρμόσουν, στον τομέα της μεταφοράς επιβατών, μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της τακτικής μεταφοράς επιβατών, χωρίς ωστόσο να εφαρμόσουν τον ίδιο μειωμένο συντελεστή για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την περιστασιακή μεταφορά επιβατών, είμαι της γνώμης, λαμβανομένων υπόψη του γράμματος του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/96, του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται και των σκοπών του (11), ότι η εν λόγω δυνατότητα απορρέει από τη διάταξη αυτή.
24. Ειδικότερα, το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/96 παρέχει ενδείξεις προς την κατεύθυνση αυτή, δεδομένου ότι, όσον αφορά τον ορισμό της έννοιας της μεταφοράς επιβατών, ο νομοθέτης της Ένωσης χρησιμοποίησε τον διαζευκτικό σύνδεσμο «ή» (12), ο οποίος υποδηλώνει, κατ’ αρχήν, μια εναλλακτική δυνατότητα (13).
25. Κατά συνέπεια, εκ πρώτης όψεως, από το γράμμα της εν λόγω διατάξεως φαίνεται να προκύπτει ότι, όσον αφορά τη μεταφορά επιβατών, το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης για εμπορική χρήση, ως προς το οποίο ισχύει μειωμένος συντελεστής ειδικού φόρου κατανάλωσης, μπορεί να χρησιμοποιείται είτε για την τακτική είτε για την περιστασιακή μεταφορά επιβατών και ότι, ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως επ’ αυτού.
26. Εντούτοις, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 3, της οδηγίας 2003/96 δεν είναι απαλλαγμένο αβεβαιότητας, δεδομένου ότι ο σύνδεσμος «ή» μπορεί, επίσης, να εκφράσει όχι εναλλακτική δυνατότητα, αλλά προσθήκη ή σωρευτικό χαρακτήρα.
27. Δεδομένου ότι ο σύνδεσμος αυτός μπορεί, από γλωσσολογικής άποψης, να έχει είτε διαζευκτική είτε σωρευτική έννοια, πρέπει, κατά συνέπεια, να ερμηνεύεται στο πλαίσιο εντός του οποίου χρησιμοποιείται και υπό το πρίσμα του σκοπού της επίμαχης ενωσιακής πράξης (14).
28. Ωστόσο, κατά την άποψή μου, από την οικονομία και τους σκοπούς της οδηγίας 2003/96 προκύπτει αναμφισβήτητα ότι, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 3, του εν λόγω νομοθετήματος, τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν να εφαρμόσουν τον μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης μόνο για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την τακτική μεταφορά επιβατών.
29. Συναφώς, δεν είναι άσκοπο να υπομνησθεί ευθύς εξαρχής η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να προβεί, εκδίδοντας την οδηγία 2003/96, όχι σε εξαντλητική, αλλά σε ελάχιστη εναρμόνιση (15) των κανόνων φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας. Συγκεκριμένα, προκειμένου να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού ή οι προστατευτικοί ή εισάγοντες διακρίσεις εσωτερικοί φόροι (16), η οδηγία 2003/96 καθορίζει ελάχιστα επίπεδα φορολογίας, αλλά παρέχει στα κράτη μέλη την ελευθερία να καθορίζουν υψηλότερους συντελεστές.
30. Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζεται ακόμη ότι πολλές διατάξεις της εν λόγω οδηγίας έχουν ιδιαίτερη σημασία για την εκτίμηση της έκτασης του περιθωρίου εκτίμησης που διαθέτουν τα κράτη μέλη.
31. Ειδικότερα, πέραν του άρθρου 7, παράγραφος 2, τα άρθρα 5, 14, 15, 16, 17 και 19 της εν λόγω οδηγίας προβλέπουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν διαφοροποιημένους φορολογικούς συντελεστές, απαλλαγές ή φορολογικές μειώσεις των ειδικών φόρων κατανάλωσης (17).
32. Υπό το πρίσμα των αιτιολογικών σκέψεων 10, 15, 24 και 28 της οδηγίας 2003/96 (18), οι εν λόγω διατάξεις καταδεικνύουν ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν παρέβλεψε το γεγονός ότι οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης είναι πολύ σημαντικοί για τα κράτη μέλη, καθόσον αποτελούν μοχλό ενθαρρύνσεως και χρηματοδοτήσεως ορισμένων δημόσιων πολιτικών.
33. Κατά συνέπεια, από την οικονομία της οδηγίας 2003/96 προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι η εν λόγω οδηγία αφήνει, χάριν εκτιμήσεων ή ιδιαιτεροτήτων εθνικής υφής, πολύ σημαντικό περιθώριο ευελιξίας στα κράτη μέλη.
34. Επιπλέον, η ως άνω ανάλυση επιρρωννύεται από την ερμηνεία του άρθρου 17 της οδηγίας 2003/96.
35. Δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν φορολογικές μειώσεις για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας υπέρ, ιδίως, των ενεργειοβόρων επιχειρήσεων, εφόσον τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας που καθορίζονται στην εν λόγω οδηγία τηρούνται κατά μέσον όρο για κάθε επιχείρηση.
36. Ερωτηθέν αν το άρθρο 17, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/96 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει φορολογικές μειώσεις για την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας υπέρ των ενεργειοβόρων επιχειρήσεων μόνον του μεταποιητικού τομέα, το Δικαστήριο, στηριζόμενο στο γράμμα της διατάξεως αυτής και στους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας, έκρινε ότι δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση (19).
37. Μολονότι το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβούν σε «επιλεκτική εφαρμογή» (20) της δυνατότητας παροχής φορολογικών μειώσεων υπέρ των ενεργειοβόρων επιχειρήσεων, δεν διακρίνω για ποιον λόγο θα μπορούσε να ισχύσει κάτι διαφορετικό όσον αφορά τον μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/96.
38. Συγκεκριμένα, όπως και το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/96, το άρθρο 7 του εν λόγω νομοθετήματος αναγνωρίζει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα, και όχι την υποχρέωση, να εφαρμόζουν μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης υπέρ ορισμένων δραστηριοτήτων.
39. Επιπλέον, όσον αφορά τους σκοπούς της οδηγίας 2003/96, υπενθυμίζω ότι, αφενός, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 9 και 11 της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι σκοπός της είναι να παράσχει στα κράτη μέλη ορισμένο περιθώριο για τη χάραξη και τη θέση σε εφαρμογή πολιτικών προσαρμοσμένων στα εθνικά πλαίσια και ότι τα καθεστώτα που θεσπίζουν στο πλαίσιο της εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εκάστου των κρατών μελών (21).
40. Αφετέρου, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η οδηγία 2003/96, προβλέποντας εναρμονισμένο φορολογικό καθεστώς των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, αποσκοπεί, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 5 και 24, στην προώθηση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς στον τομέα της ενέργειας με την αποφυγή, ιδίως, των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού (22).
41. Δεδομένου ότι ο νομοθέτης της Ένωσης απαιτεί ρητώς στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/96 να τηρούνται τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας, τυχόν αναγνώριση της δυνατότητας των κρατών μελών να προβλέπουν μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την τακτική μεταφορά επιβατών, χωρίς να επιφυλάσσουν την ίδια μεταχείριση στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την περιστασιακή μεταφορά επιβατών, δεν θίγει τον προαναφερθέντα σκοπό, ενώ συγχρόνως επιτρέπει στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν πολιτικές προσαρμοσμένες στις εθνικές τους ιδιαιτερότητες, ιδίως, σε ζητήματα μεταφορών και προσβασιμότητας των εδαφών.
42. Επομένως, η εξέταση των σκοπών της οδηγίας 2003/96 ενισχύει την ερμηνεία κατά την οποία, στο πλαίσιο της ευχέρειας που απορρέει από το άρθρο 7, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν διαφορετική μεταχείριση μεταξύ της τακτικής και της περιστασιακής μεταφοράς επιβατών, η οποία συνίσταται σε εφαρμογή μειωμένου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης μόνο στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την τακτική μεταφορά επιβατών.
43. Τέλος, η ως άνω ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2003/96 δεν ανατρέπεται από τη ratio του άρθρου 7 της εν λόγω οδηγίας.
44. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή προφανώς θεσπίστηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης (23) προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να διαφοροποιήσουν, όσον αφορά τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, την εμπορική από τη μη εμπορική χρήση πετρελαίου εσωτερικής καύσης, καθώς και να μειώσουν τη διαφορά στη φορολογία μεταξύ του μη εμπορικού πετρελαίου εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως προωθητικό και της βενζίνης (24).
45. Από το σύνολο των στοιχείων αυτών συνάγω ότι το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2003/96 έχει την έννοια ότι η εν λόγω διάταξη επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν, στον τομέα της μεταφοράς επιβατών, μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την τακτική μεταφορά επιβατών, χωρίς ωστόσο να εφαρμόζουν τον ίδιο μειωμένο συντελεστή για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την περιστασιακή μεταφορά επιβατών.
46. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να εφαρμόζεται αυθαίρετα και πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να χρησιμοποιείται τηρουμένων των αρχών του δικαίου της Ένωσης (25) και, ειδικότερα, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (26).
47. Σε αυτή την περίπτωση εμπίπτει, κατά τη γνώμη μου, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ιταλική νομοθεσία καθόσον, σε αντίθεση με την Επιτροπή, εκτιμώ ότι η τακτική και η περιστασιακή μεταφορά επιβατών εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και ανταποκρίνονται σε ειδικές ανάγκες και, επομένως, τα κράτη μέλη μπορούν να επιφυλάσσουν το πλεονέκτημα του μειωμένου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης μόνο στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την τακτική μεταφορά επιβατών.
48. Συγκεκριμένα, ενώ η υπηρεσία τακτικής μεταφοράς επιβατών συνίσταται εξ ορισμού στη μεταφορά με συχνότητα που καθορίζεται από προκαθορισμένο δρομολόγιο, η υπηρεσία περιστασιακής μεταφοράς εξασφαλίζεται ανάλογα με την ειδική ανάγκη την οποία πρέπει να ικανοποιήσει η μεταφορά (27).
49. Επιπλέον, η τακτική μεταφορά επιβατών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής των μεταφορών, καθόσον συμβάλλει, παραδείγματος χάριν, στην προσβασιμότητα των περιοχών.
50. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2003/96 έχει την έννοια ότι, αφενός, εφαρμόζεται, όσον αφορά τη μεταφορά επιβατών, τόσο στους δημόσιους όσο και στους ιδιωτικούς φορείς, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι οι εν λόγω φορείς ασκούν, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, δραστηριότητα μεταφοράς επιβατών, και ότι, αφετέρου, η ευχέρεια την οποία αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το άρθρο 7, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας παρέχει σε κράτος μέλος τη δυνατότητα να θεσπίζει μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την τακτική μεταφορά επιβατών, χωρίς ωστόσο να πρέπει να επιφυλάξει την ίδια μεταχείριση στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την περιστασιακή μεταφορά επιβατών.
2. Επί του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
51. Με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία προτείνω να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να παράσχει διευκρινίσεις ως προς το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/96. Υπό το πρίσμα της απαντήσεως που προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να διατυπωθεί κρίση επί του αμέσου αποτελέσματος της εν λόγω διατάξεως (28). Επομένως, μόνον επικουρικώς και χάριν πληρότητας, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δώσει διαφορετική απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, θα εκθέσω τις ακόλουθες σκέψεις.
52. Κατ’ αρχάς, επισημαίνω ότι, αν ένα κράτος μέλος αποφασίσει να μην κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2003/96, η διάταξη αυτή στερείται άμεσου αποτελέσματος.
53. Στην περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος έχει κάνει χρήση της εν λόγω δυνατότητας και έχει προβεί σε πλημμελή μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/96 στο εσωτερικό δίκαιο, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, αφενός, μια διάταξη είναι αρκούντως ακριβής ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν ιδιώτες και να την εφαρμόσει δικαστήριο, όταν θεσπίζει υποχρέωση χωρίς διφορούμενη διατύπωση και, αφετέρου, μια διάταξη είναι απαλλαγμένη αιρέσεων, όταν θεσπίζει υποχρέωση η οποία δεν συνοδεύεται από καμία επιφύλαξη ούτε απαιτείται για την εκτέλεσή της ή την επαγωγή των αποτελεσμάτων της η έκδοση κάποιας πράξεως, είτε των οργάνων της Ένωσης είτε των κρατών μελών (29).
54. Ωστόσο, όσον αφορά την πρώτη από τις ως άνω προϋποθέσεις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/96 επιτρέπει, χωρίς αμφιβολία, στα κράτη μέλη να θεσπίσουν μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης μόνο για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την τακτική μεταφορά επιβατών, ενώ συγχρόνως απαιτεί σαφώς να τηρούνται τα ελάχιστα επίπεδα φορολογίας, ο συντελεστής που καθορίζεται για το εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό να μην είναι κατώτερος από το εθνικό επίπεδο φορολογίας που ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2003 και η μεταφορά να πραγματοποιείται με χρήση ορισμένων κατηγοριών οχημάτων.
55. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το γεγονός ότι μια διάταξη οδηγίας παρέχει στα κράτη μέλη δυνατότητα επιλογής δεν αποκλείει οπωσδήποτε τη δυνατότητα να καθοριστεί με επαρκή ακρίβεια, βάσει και μόνον των διατάξεων της οδηγίας, το περιεχόμενο των δικαιωμάτων που απονέμονται στους ιδιώτες (30).
56. Εν προκειμένω, είναι αληθές ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/96 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προβλέπουν μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης και να περιορίζουν την εφαρμογή του συντελεστή αυτού στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για ορισμένους σκοπούς, με αποτέλεσμα να μπορεί να συζητηθεί κατά πόσον η εν λόγω διάταξη είναι απαλλαγμένη αιρέσεων.
57. Εντούτοις, αφ’ ης στιγμής ο Ιταλός νομοθέτης έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής και του περιθωρίου εκτιμήσεως που αναγνωρίζει η διάταξη αυτή, το εν λόγω περιθώριο εκτιμήσεως δεν θίγει τον σαφή και απαλλαγμένο αιρέσεων χαρακτήρα της υποχρεώσεως προς εφαρμογή της εν λόγω δυνατότητας κατά τρόπο μη αυθαίρετο και προς τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπει ο νομοθέτης.
58. Υπό τις συνθήκες αυτές, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο και στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι, στην περίπτωση κατά την οποία εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κριθεί αντίθετη προς το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2003/96, η διάταξη αυτή έχει άμεσο αποτέλεσμα και, επομένως, είναι δυνατή η απευθείας επίκλησή της προκειμένου να επιτευχθεί η υπαγωγή στον μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό.
V. Πρόταση
59. Υπό το πρίσμα του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Commissione tributaria provinciale di Palermo (δικαστήριο φορολογικών διαφορών επαρχίας Παλέρμο, Ιταλία) ως εξής:
1) Το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, έχει την έννοια ότι, αφενός, εφαρμόζεται, όσον αφορά τη μεταφορά επιβατών, τόσο στους δημόσιους όσο και στους ιδιωτικούς φορείς, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι οι εν λόγω φορείς ασκούν, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, δραστηριότητα μεταφοράς επιβατών, και ότι, αφετέρου, η ευχέρεια την οποία αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το άρθρο 7, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας παρέχει σε κράτος μέλος τη δυνατότητα να θεσπίζει μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την τακτική μεταφορά επιβατών, χωρίς ωστόσο να πρέπει να επιφυλάξει την ίδια μεταχείριση στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται για την περιστασιακή μεταφορά επιβατών.
2) Στην περίπτωση κατά την οποία εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κριθεί αντίθετη προς το άρθρο 7, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2003/96, η διάταξη αυτή έχει άμεσο αποτέλεσμα και, επομένως, είναι δυνατή η απευθείας επίκλησή της προκειμένου να επιτευχθεί η υπαγωγή στον μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης για το εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης το οποίο χρησιμοποιείται ως προωθητικό.
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 ΕΕ 2003, L 283, σ. 51
3 ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 46. Η οδηγία 70/156 καταργήθηκε με την οδηγία 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά (οδηγία-πλαίσιο) (ΕΕ 2007, L 263, σ. 1). Ο ορισμός που δίδει η οδηγία 2007/46 για τις κατηγορίες οχημάτων Μ2 ή Μ3 ταυτίζεται με τον ορισμό που δίδει η οδηγία 70/156. Πρόκειται για αυτοκίνητα οχήματα τα οποία φέρουν, εκτός της θέσεως του οδηγού, περισσότερες των οκτώ θέσεων καθημένων και μέγιστο βάρος μη υπερβαίνον τους 5 τόνους (κατηγορία Μ2) ή μέγιστο βάρος υπερβαίνον τους 5 τόνους (κατηγορία Μ3).
4 GURI αριθ. 68, της 23ης Μαρτίου 2007, σ. 5.
5 GURI αριθ. 279, της 29ης Νοεμβρίου 1995, σ. 5, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 504/1995. Η διάταξη αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4ter, παράγραφος 1, στοιχείο f, του decreto-legge n. 193 – Disposizioni urgenti in materia fiscale e per il finanziamento di esigenze indifferibili (νομοθετικού διατάγματος 193, περί επειγουσών φορολογικών διατάξεων και για τη χρηματοδότηση άμεσων αναγκών), της 22ας Οκτωβρίου 2016 (GURI αριθ. 249, της 24ης Οκτωβρίου 2016, σ. 1), σε ισχύ από τις 3 Δεκεμβρίου 2016, το οποίο μετατράπηκε, με τροποποιήσεις, στον legge n. 225 – Disposizioni urgenti in materia fiscale e per il finanziamento di esigenze indifferibili (νόμο 225 για τη μετατροπή σε νόμο, με τροποποιήσεις, του νομοθετικού διατάγματος 193, περί επειγουσών φορολογικών διατάξεων και για τη χρηματοδότηση άμεσων αναγκών), της 1ης Δεκεμβρίου 2016 (GURI αριθ. 282, της 2ας Δεκεμβρίου 2016, σ. 1).
6 GURI αριθ. 287, της 10ης Δεκεμβρίου 1997, σ. 4.
7 GURI αριθ. 6, της 9ης Ιανουαρίου 2006, σ. 12.
8 ΕΕ 2009, L 300, σ. 88.
9 Από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είναι ιδιωτική επιχείρηση.
10 Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/96 στο ιταλικό δίκαιο καταλήγει συγκεκριμένα στην εφαρμογή του προβλεπόμενου στο εν λόγω άρθρο 7 μειωμένου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης στην «τακτική» μεταφορά επιβατών, η οποία αποτελείται από τις υπηρεσίες τακτικών γραμμών μεταφορών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Δημοσίου, των περιφερειών και των ΟΤΑ, και, κατά συνέπεια, στη μη εφαρμογή του στους φορείς που παρέχουν υπηρεσίες «περιστασιακών» μεταφορών, κατηγορία η οποία περιλαμβάνει τις υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών με χρήση υπηρεσιών μισθωμένου λεωφορείου με οδηγό.
11 Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για τον προσδιορισμό του περιεχομένου διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να λαμβάνονται συγχρόνως υπόψη το γράμμα της, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και οι σκοποί της (βλ. απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Kronos Titan και Rhein-Ruhr Beschichtungs-ServiceKronos Titan και Rhein-Ruhr Beschichtungs-ServiceKronos Titan και Rhein-Ruhr Beschichtungs-Service, C-43/13 και C-44/13, EU:C:2014:216, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία· βλ. επίσης, όσον αφορά τις διατάξεις περί των απαλλαγών που προβλέπει η οδηγία 2003/96, απόφαση της 7ης Μαρτίου 2018, Cristal Union, C-31/17, EU:C:2018:168, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
12 Στο ισπανικό κείμενο της οδηγίας 2003/96, ο νομοθέτης της Ένωσης χρησιμοποίησε τον σύνδεσμο «u», στο γερμανικό κείμενο χρησιμοποίησε τον όρο «oder», στο αγγλικό κείμενο τον όρο «whether», στο ιταλικό κείμενο τον διαζευκτικό σύνδεσμο «o», και στο πολωνικό κείμενο τον όρο «lub».
13 Βλ. Le Nouveau Petit Robert – Dictionnaire alphabétique et analogique de la langue française, Dictionnaires Le Robert, Παρίσι, 1996, σ. 1555. Βλ. μεταξύ άλλων, στη νομολογία, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2009, GlaxoSmithKline Services κ.λπ. κατά Επιτροπής κ.λπ.GlaxoSmithKline Services κ.λπ. κατά Επιτροπής κ.λπ.GlaxoSmithKline Services κ.λπ. κατά Επιτροπής κ.λπ.GlaxoSmithKline Services κ.λπ. κατά Επιτροπής κ.λπ.GlaxoSmithKline Services κ.λπ. κατά Επιτροπής κ.λπ. (C-501/06 P, C-513/06 P, C-515/06 P και C‑519/06 P, EU:C:2009:610, σκέψη 55).
14 Βλ. αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C-304/02, EU:C:2005:444, σκέψη 83), και της 14ης Μαΐου 2019, M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα)M κ.λπ. (Ανάκληση του καθεστώτος του πρόσφυγα) (C‑391/16, C-77/17 και C-78/17, EU:C:2019:403, σκέψη 102).
15 Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 4 και άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/96. Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Ε. Sharpston στην υπόθεση X (C‑426/12, EU:C:2014:446, σημείο 55).
16 Πρβλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2007, Jan De Nul (C-391/05, EU:C:2007:126, σκέψεις 18 έως 23).
17 Η πλειονότητα των δυνατοτήτων αυτών συνοδεύεται, με την προφανή εξαίρεση των απαλλαγών, από την υποχρέωση τηρήσεως των ελάχιστων επιπέδων φορολογίας που προβλέπει η οδηγία 2003/96 (βλ. άρθρα 5, 7 και 17 της εν λόγω οδηγίας).
18 Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, στην αιτιολογική σκέψη 9 της οδηγίας 2003/96, ο νομοθέτης της Ένωσης επισήμανε ρητώς ότι «[τ]α κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν την αναγκαία ευελιξία χάραξης και εφαρμογής των ενδεδειγμένων για τις εθνικές συνθήκες τους πολιτικών».
19 Βλ. απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2017, IRCCS – Fondazione Santa LuciaIRCCS – Fondazione Santa LuciaIRCCS – Fondazione Santa Lucia (C‑189/15, EU:C:2017:17, σκέψεις 25 έως 52).
20 Η έκφραση «επιλεκτική εφαρμογή» χρησιμοποιείται από το Δικαστήριο στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και προσδιορίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να εφαρμόσουν μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ σε συγκεκριμένες και ειδικές πτυχές μίας από τις κατηγορίες παροχών για τις οποίες έχουν την ευχέρεια να εφαρμόσουν τον εν λόγω μειωμένο συντελεστή (πρβλ. προτάσεις μου στην υπόθεση Regards Photographiques, C-145/18, EU:C:2019:184, σημείο 30). Αν και κατ’ ανάγκην ατελής, η αναλογία μεταξύ των ειδικών φόρων κατανάλωσης και του ΦΠΑ είναι, κατά τη γνώμη μου, ενδεδειγμένη εν προκειμένω, εφόσον το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιφυλάσσουν σε ορισμένες επιχειρήσεις ή δραστηριότητες το πλεονέκτημα μειωμένου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης τον οποίο έχουν την ευχέρεια να προβλέπουν.
21 Βλ. απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2017, IRCCS – Fondazione Santa LuciaIRCCS – Fondazione Santa LuciaIRCCS – Fondazione Santa Lucia (C‑189/15, EU:C:2017:17, σκέψη 50).
22 Βλ. αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2018, Cristal Union (C-31/17, EU:C:2018:168, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), καθώς και της 27ης Ιουνίου 2018, Turbogás (C-90/17, EU:C:2018:498, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
23 Η εν λόγω διάταξη, η οποία δεν προβλεπόταν στην αρχική πρόταση της Επιτροπής, προστέθηκε κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας: βλ. πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων [COM(97) 30 τελικό].
24 Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας 2003/96 και από το ανακοινωθέν Τύπου της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 2003, κατόπιν της εκδόσεως της οδηγίας 2003/96 (έγγραφο IP/03/1456, διαθέσιμο στην ακόλουθη διαδικτυακή διεύθυνση: ).
25 Όπως επίσης των κανόνων των σχετικών με τις ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη σύμφωνα με το άρθρο 26 της οδηγίας 2003/96 (βλ. απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2017, IRCCS – Fondazione Santa LuciaIRCCS – Fondazione Santa LuciaIRCCS – Fondazione Santa Lucia, C-189/15, EU:C:2017:17, σκέψη 51).
26 Βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, AZ (C-499/16, EU:C:2017:846, σκέψεις 29 και 30).
27 Μολονότι η οδηγία 2003/96 δεν καθορίζει ούτε την τακτική ούτε την περιστασιακή μεταφορά, επισημαίνω ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού 1073/2009, οι «τακτικές γραμμές» συνίστανται στις γραμμές εκείνες με τις οποίες μεταφέρονται επιβάτες, σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα και διαδρομές, κατά τις οποίες οι επιβάτες μπορούν να επιβιβάζονται και να αποβιβάζονται από το όχημα σε προκαθορισμένα σημεία στάσης, και οι «έκτακτες γραμμές» συνίστανται σε εκείνες οι οποίες δεν εμπίπτουν στον ορισμό των τακτικών γραμμών, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών τακτικών γραμμών, και των οποίων το κύριο χαρακτηριστικό είναι η μεταφορά ομάδων επιβατών που έχουν συσταθεί κατόπιν πρωτοβουλίας ενός εντολέα ή του ίδιου του μεταφορέα.
28 Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7 της οδηγίας 2003/96 έχει άμεσο αποτέλεσμα και, επομένως, φορέας που χρησιμοποιεί εμπορικό πετρέλαιο εσωτερικής καύσης για την περιστασιακή μεταφορά επιβατών, όπως η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, μπορεί να επιτύχει, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διατάξεως, την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων για τον φόρο κατανάλωσης ποσών. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται κατά του κράτους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις απαλλαγμένες αιρέσεων και αρκούντως ακριβείς διατάξεις μιας οδηγίας, είτε όταν το κράτος αυτό παρέλειψε να μεταφέρει εμπροθέσμως την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο είτε όταν προέβη σε πλημμελή μεταφορά της (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Flughafen Köln/BonnFlughafen Köln/BonnFlughafen Köln/BonnFlughafen Köln/Bonn, C‑226/07, EU:C:2008:429, σκέψη 23, και διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 2015, Jednostka Innowacyjno-Wdrożeniowa Petrol, C-275/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:75 σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), καθόσον από την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει σαφώς ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν προέβη σε πλημμελή μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας 2003/96, δεν τίθεται ζήτημα δυνατότητας επίκλησης του εν λόγω κανόνα.
29 Βλ. διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 2015, Jednostka Innowacyjno-Wdrożeniowa Petrol (C‑275/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:75, σκέψεις 34 και 36).
30 Βλ. απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Flughafen Köln/BonnFlughafen Köln/BonnFlughafen Köln/Bonn (C-226/07, EU:C:2008:429, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy