Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 13ης Νοεμβρίου 2019 (*)
«Προδικαστική παραπομπή – Κοινή γεωργική πολιτική – Κοινή οργάνωση των αγορών – Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα – Κανονισμός (ΕΕ) 1308/2013 – Άρθρο 148, παράγραφος 4 – Σύμβαση παραδόσεως νωπού γάλακτος – Ελεύθερη διαπραγμάτευση των τιμών – Καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών – Απαγόρευση καταβολής διαφορετικών τιμών σε παραγωγούς νωπού γάλακτος που ανήκουν σε ομάδα συσταθείσα βάσει της ανά ημέρα πωλούμενης ποσότητας και απαγόρευση αδικαιολόγητης μειώσεως τιμών»
Στην υπόθεση C-2/18,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Lietuvos Respublikos Konstitucinis Teismas (Συνταγματικό Δικαστήριο της Δημοκρατίας της Λιθουανίας) με απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Ιανουαρίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης
Lietuvos Respublikos Seimo narių grupė,
παρισταμένων των:
Lietuvos Respublikos Seimas,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Arabadjiev, πρόεδρο τμήματος, P. G. Xuereb και T. von Danwitz (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Bobek
γραμματέας: M. Aleksejev, προϊστάμενος μονάδας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 5ης Δεκεμβρίου 2018,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Lietuvos Respublikos Seimo narių grupė, εκπροσωπούμενη από τον G. Kaminskas, advokatas,
– η Λιθουανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους R. Dzikovič και M. Važnevičius καθώς και από τη V. Voinilko,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, αρχικώς εκπροσωπούμενη από τον T. Henze και την S. Eisenberg, στη συνέχεια από την S. Eisenberg,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους S. Horrenberger και D. Colas καθώς και από τις A.-L. Desjonquères και C. Mosser,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Langer,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον A. Lewis και την A. Steiblytė,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 2019,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 148, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 671), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2393 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2017 (ΕΕ 2017, L 350, σ. 15) (στο εξής: κανονισμός 1308/2013).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας ελέγχου της συνταγματικότητας του Lietuvos Respublikos Ūkio subjektų, perkančių-parduodančių žalią pieną ir prekiaujančių pieno gaminiais, nesąžiningų veiksmų draudimo įstatymas Nr. XII-1907 (νόμου αριθ. XII-1907 της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών εκ μέρους των οικονομικών φορέων της Λιθουανίας κατά την αγοραπωλησία νωπού γάλακτος και την εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων), της 25ης Ιουνίου 2015 (TAR, 2015, αριθ. 2015-11209), όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 22ας Δεκεμβρίου 2015 (TAR 2015, αριθ. 2015-20903) (στο εξής: νόμος περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών) –ειδικότερα των άρθρων 3 και 5–, την οποία κίνησε η Lietuvos Respublikos Seimo narių grupė (ομάδα μελών του Κοινοβουλίου της Λιθουανικής Δημοκρατίας).
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 127, 128 και 138 του κανονισμού 1308/2013 έχουν ως εξής:
«(127) Επειδή δεν υπάρχει ενωσιακή νομοθεσία για τυποποιημένες γραπτές συμβάσεις, τα κράτη μέλη μπορούν, στο πλαίσιο του εθνικού τους δικαίου των συμβάσεων, να αποφασίσουν να καταστήσουν υποχρεωτική τη χρήση των συμβάσεων αυτών, τηρουμένου πάντοτε του ενωσιακού δικαίου και, κυρίως, χωρίς να θίγεται η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και της κοινής οργάνωσης αγοράς. Με δεδομένη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στο σύνολο της Ένωσης και για λόγους επικουρικότητας είναι σκόπιμο να παραμείνει η εν λόγω απόφαση στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Εντούτοις, στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, προκειμένου να διασφαλιστούν κατάλληλα ελάχιστα πρότυπα για τις εν λόγω συμβάσεις και να εξασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και της κοινής οργάνωσης αγοράς, θα πρέπει να καθοριστούν σε ενωσιακό επίπεδο ορισμένοι βασικοί όροι για τη χρήση των συμβάσεων. Όλοι οι βασικοί όροι θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης. Δεδομένου ότι τα καταστατικά ορισμένων γαλακτοκομικών συνεταιρισμών ενδέχεται να περιλαμβάνουν κανόνες παρομοίου αποτελέσματος, οι εν λόγω συνεταιρισμοί θα πρέπει στην περίπτωση αυτή να απαλλάσσονται από την απαίτηση σύναψης συμβάσεων, για λόγους απλούστευσης. Προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα αυτού του συστήματος σύναψης συμβάσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφασίσουν αν θα πρέπει αυτές να εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις όπου η συλλογή του γάλακτος από τους γεωργούς και η παράδοσή του στους μεταποιητές πραγματοποιούνται από ενδιάμεσες επιχειρήσεις.
(128) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιώσιμη ανάπτυξη της παραγωγής και αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο για τους παραγωγούς γαλακτοκομικών προϊόντων, θα πρέπει να ενισχυθεί η διαπραγματευτική ισχύς τους έναντι των μεταποιητών, κάτι που θα έχει ως συνέπεια τη δικαιότερη κατανομή της προστιθέμενης αξίας κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού. Για να επιτευχθούν οι εν λόγω στόχοι της [κοινής γεωργικής πολιτικής], θα πρέπει να θεσπιστεί διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 42 και το άρθρο 43 παράγραφος 2 ΣΛΕΕ η οποία να επιτρέπει σε οργανώσεις παραγωγών που έχουν συγκροτηθεί από γαλακτοπαραγωγούς ή σε ενώσεις αυτών να διαπραγματεύονται συλλογικά με μια γαλακτοκομική μονάδα τους όρους των συμβάσεων, μεταξύ των οποίων και την τιμή, για ένα μέρος ή για το σύνολο της παραγωγής νωπού γάλακτος των μελών τους. Προκειμένου να διατηρηθούν συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων, η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να υπόκειται σε κατάλληλους ποσοτικούς περιορισμούς. Για να μην θιγεί η αποτελεσματική λειτουργία των συνεταιρισμών και για λόγους σαφήνειας, θα πρέπει να οριστεί ότι, όταν η συμμετοχή γεωργού σε συνεταιρισμό συνεπάγεται υποχρέωση παράδοσης νωπού γάλακτος –όσον αφορά το σύνολο ή μέρος της γαλακτοπαραγωγής του γεωργού– σύμφωνα με όρους που τίθενται στο καταστατικό του συνεταιρισμού ή σε κανόνες ή αποφάσεις που βασίζονται σε αυτό, οι όροι αυτοί δεν θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μέσω οργάνωσης παραγωγών.
[...]
(138) Λαμβανομένου υπόψη ότι η χρήση τυποποιημένων γραπτών συμβάσεων στον γαλακτοκομικό τομέα καλύπτεται από χωριστές διατάξεις, η χρήση τέτοιων συμβάσεων θα μπορούσε να συνεισφέρει επίσης στην ενίσχυση της ευθύνης των επιχειρήσεων σε άλλους τομείς και στην καλύτερη συνειδητοποίηση από τις επιχειρήσεις της ανάγκης να λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τα μηνύματα της αγοράς, να μεριμνούν για την καλύτερη μετάδοση των τιμών και να προσαρμόζουν την προσφορά στη ζήτηση, καθώς να συνεισφέρουν στην αποφυγή ορισμένων αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Απουσία ενωσιακής νομοθεσίας σχετικά με αυτού του είδους τις συμβάσεις, τα κράτη μέλη μπορούν, στο πλαίσιο του εθνικού τους δικαίου για τις συμβάσεις, να αποφασίσουν να καταστήσουν υποχρεωτική τη χρήση των συμβάσεων αυτών, υπό τον όρο ότι τηρείται συγχρόνως το ενωσιακό δίκαιο και, κυρίως, δεν θίγεται η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και της κοινής οργάνωσης της αγοράς.»
4 Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», προβλέπει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει την κοινή οργάνωση των αγορών γεωργικών προϊόντων για όλα τα προϊόντα του παραρτήματος Ι των Συνθηκών [...]
2. Τα γεωργικά προϊόντα που ορίζονται στην παράγραφο 1 υποδιαιρούνται στους ακόλουθους τομείς, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα τμήματα του παραρτήματος Ι:
[...]
ιστ) γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα, μέρος XVI·
[...]».
5 Το άρθρο 148 του εν λόγω κανονισμού, με τίτλο «Συμβατικές σχέσεις στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων», ορίζει τα εξής:
«1. Όταν ένα κράτος μέλος αποφασίσει ότι κάθε παράδοση νωπού γάλακτος στην επικράτειά του από γεωργό σε μεταποιητή νωπού γάλακτος πρέπει να καλύπτεται από έγγραφη σύμβαση μεταξύ των μερών και/ή αποφασίσει ότι οι πρώτοι αγοραστές οφείλουν να υποβάλλουν γραπτή προσφορά σύμβασης για την παράδοση νωπού γάλακτος από τους γεωργούς, η σύμβαση και/ή η προσφορά σύμβασης αυτή πληρούν τους όρους της παραγράφου 2.
Σε περίπτωση που κράτος μέλος αποφασίσει ότι οι παραδόσεις νωπού γάλακτος από γεωργό σε μεταποιητή νωπού γάλακτος πρέπει να καλύπτονται από γραπτή σύμβαση μεταξύ των μερών, αποφασίζει επίσης ποιο στάδιο ή ποια στάδια της παράδοσης καλύπτονται από τη σύμβαση, εφόσον η παράδοση νωπού γάλακτος γίνεται μέσω ενός ή περισσοτέρων συλλεκτών.
Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “συλλέκτης” νοείται κάθε επιχείρηση που μεταφέρει νωπό γάλα από γεωργό ή άλλο συλλέκτη σε μεταποιητή νωπού γάλακτος ή άλλο συλλέκτη, με μεταβίβαση της κυριότητας επί του νωπού γάλακτος σε κάθε περίπτωση.
[...]
2. Η σύμβαση και/ή η προσφορά σύμβασης της παραγράφου 1 […]:
α) προηγούνται της παράδοσης·
β) συντάσσονται γραπτώς· και
γ) περιλαμβάνουν, ιδίως, τα ακόλουθα στοιχεία:
i) την τιμή που καταβάλλεται για την παράδοση, η οποία:
– είναι σταθερή και ορίζεται στη σύμβαση, και/ή
– υπολογίζεται με συνδυασμό διαφόρων παραγόντων οριζόμενων στη σύμβαση, όπως δεικτών της αγοράς που αποτυπώνουν τις αλλαγές των συνθηκών στην αγορά, της παραδιδόμενης ποσότητας και της ποιότητας ή της σύνθεσης του παραδιδόμενου νωπού γάλακτος·
ii) την ποσότητα του νωπού γάλακτος που μπορεί και/ή πρέπει να παραδοθεί και το χρονοδιάγραμμα αυτών των παραδόσεων,
iii) τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, η οποία μπορεί να είναι είτε ορισμένης είτε αόριστης διάρκειας με ρήτρες λύσης·
iv) λεπτομέρειες σχετικά με τις περιόδους και διαδικασίες πληρωμής·
v) ρυθμίσεις για τη συλλογή ή την παράδοση του νωπού γάλακτος· και
vi) κανόνες που εφαρμόζονται σε περίπτωση ανωτέρας βίας.
[...]
4. Όλα τα στοιχεία των συμβάσεων παράδοσης νωπού γάλακτος που συνάπτονται από γεωργούς, συλλέκτες ή μεταποιητές νωπού γάλακτος, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) αποτελούν αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών.
Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου, εφαρμόζεται μία ή περισσότερες από τις κατωτέρω διατάξεις:
α) σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος αποφασίσει να καταστήσει υποχρεωτική τη γραπτή σύμβαση για την παράδοση νωπού γάλακτος σύμφωνα με την παράγραφο 1, μπορεί να ορίσει:
i) την υποχρέωση των μερών να συμφωνήσουν για μια σχέση μεταξύ συγκεκριμένης ποσότητας που παραδίδεται και της τιμής που καταβάλλεται για την εν λόγω παράδοση·
ii) ελάχιστη διάρκεια, η οποία θα ισχύει μόνο σε γραπτές συμβάσεις μεταξύ γεωργού και του πρώτου αγοραστή νωπού γάλακτος, η ελάχιστη διάρκεια αυτή είναι τουλάχιστον έξι μήνες και δεν διαταράσσει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς·
β) σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος αποφασίσει ότι ο πρώτος αγοραστής νωπού γάλακτος πρέπει να υποβάλλει γραπτή προσφορά σύμβασης στον γεωργό σύμφωνα με την παράγραφο 1, μπορεί να ορίσει ότι στην προσφορά πρέπει να προβλέπεται ελάχιστη διάρκεια για τη σύμβαση, όπως καθορίζεται σχετικώς από την εθνική νομοθεσία· η ελάχιστη διάρκεια αυτή είναι τουλάχιστον έξι μήνες και δεν διαταράσσει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Το δεύτερο εδάφιο δεν θίγει το δικαίωμα του γεωργού να αρνηθεί την ελάχιστη αυτή διάρκεια, εφόσον το πράξει γραπτώς. Σε αυτή την περίπτωση, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπραγματευθούν όλα τα στοιχεία της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ).
[...]»
6 Κατά το άρθρο 149 του κανονισμού 1308/2013, με τίτλο «Συμβατικές διαπραγματεύσεις στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων»:
«1. Μια οργάνωση παραγωγών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων αναγνωρισμένη δυνάμει του άρθρου 161 παράγραφος 1 μπορεί να διαπραγματεύεται εξ ονόματος των γεωργών που είναι μέλη της, όσον αφορά μέρος ή το σύνολο της κοινής παραγωγής τους, τις συμβάσεις παράδοσης νωπού γάλακτος από γεωργό σε μεταποιητή νωπού γάλακτος ή σε συλλέκτη σύμφωνα με το άρθρο 148 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο.
2. Οι διαπραγματεύσεις μπορούν να διεξάγονται από την οργάνωση παραγωγών:
α) είτε μεταβιβάζεται είτε όχι η κυριότητα του νωπού γάλακτος από τους γεωργούς στην οργάνωση παραγωγών·
β) είτε είναι ίδια είτε όχι η τιμή διαπραγμάτευσης όσον αφορά την κοινή παραγωγή μέρους ή του συνόλου των παραγωγών που είναι μέλη της·
[...]».
7 Το άρθρο 152 του κανονισμού αυτού, με τίτλο «Οργανώσεις παραγωγών», προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μπορούν, μετά από αίτηση, να αναγνωρίζουν τις οργανώσεις παραγωγών οι οποίες:
α) αποτελούνται και ελέγχονται σύμφωνα το άρθρο 153 παράγραφος 2 στοιχείο γ) από παραγωγούς συγκεκριμένου τομέα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·
[...]».
8 Η αιτιολογική σκέψη 50 του κανονισμού 2017/2393 έχει ως εξής:
«Η χρήση συμβάσεων στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων θα μπορούσε να ενισχύσει την υπευθυνότητα των επιχειρήσεων και τη συνειδητοποίηση από αυτές της ανάγκης να λαμβάνουν καλύτερα υπόψη τα μηνύματα της αγοράς, να μεριμνούν για την καλύτερη μετακύλιση των τιμών και να προσαρμόζουν την προσφορά στη ζήτηση, ενώ θα μπορούσε να συμβάλει επίσης στην αποφυγή ορισμένων αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Προκειμένου να δοθούν κίνητρα για τη χρήση αυτών των συμβάσεων στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και σε άλλους τομείς, οι παραγωγοί, οι οργανώσεις παραγωγών ή οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ζητούν γραπτή σύμβαση, ακόμη και εάν το οικείο κράτος μέλος δεν έχει καταστήσει υποχρεωτική τη χρήση αυτών των συμβάσεων.»
9 Η αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού (ΕΕ) 261/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2012, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 2012, L 94, σ. 38), τον οποίο κατήργησε ο κανονισμός 1308/2013, διαλαμβάνει τα εξής:
«Δεν είναι διαδεδομένη η χρήση τυποποιημένων γραπτών συμβάσεων που συνάπτονται πριν από την παράδοση και περιέχουν βασικά στοιχεία. Ωστόσο, οι συμβάσεις αυτές μπορούν να βοηθήσουν στην ενίσχυση της ευθύνης των εμπορευομένων στη γαλακτοκομική αλυσίδα και στην ενίσχυση της ευαισθητοποίησης σχετικά με την ανάγκη να λαμβάνονται καλύτερα υπόψη τα μηνύματα της αγοράς, στη βελτίωση της μετάδοσης των μεταβολών στις τιμές και στην προσαρμογή της προσφοράς στη ζήτηση, καθώς και να βοηθήσουν στο να αποφεύγονται ορισμένες αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.»
10 Το άρθρο 13 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/633 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων στην αλυσίδα εφοδιασμού γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (ΕΕ 2019, L 111, σ. 59), με τίτλο «Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, έως την 1η Μαΐου 2021, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.
Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές το αργότερο έως την 1η Νοεμβρίου 2021.
[…]»
11 Κατά το άρθρο 14 της οδηγίας αυτής:
«Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την πέμπτη ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
Το λιθουανικό δίκαιο
12 Κατά το άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του λιθουανικού Συντάγματος, η οικονομία της Λιθουανίας βασίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία, στην ελευθερία της ατομικής οικονομικής δραστηριότητας και την οικονομική πρωτοβουλία.
13 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 5, του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών, οι πωλητές νωπού γάλακτος κατατάσσονται σε δέκα ομάδες βάσει της ανά ημέρα πωλούμενης ποσότητας σε χιλιόγραμμα (kg) νωπού γάλακτος με φυσική περιεκτικότητα λιπαρών ουσιών. Η ποσότητα αυτή είναι μικρότερη ή ίση των 100 kg για την πρώτη ομάδα, μεγαλύτερη από 100 kg και μικρότερη ή ίση των 200 kg για τη δεύτερη, μεγαλύτερη από 200 kg και μικρότερη ή ίση των 300 kg για την τρίτη, μεγαλύτερη από 300 kg και μικρότερη ή ίση των 500 kg για την τέταρτη, μεγαλύτερη από 500 kg και μικρότερη ή ίση των 1 000 kg για την πέμπτη, μεγαλύτερη από 1 000 kg και μικρότερη ή ίση των 2 000 kg για την έκτη, μεγαλύτερη από 2 000 kg και μικρότερη ή ίση των 4 000 kg για την έβδομη, μεγαλύτερη από 4 000 kg και μικρότερη ή ίση των 10 000 kg για την όγδοη, μεγαλύτερη από 10 000 kg και μικρότερη ή ίση των 20 000 kg για την ένατη και μεγαλύτερη από 20 000 kg για τη δέκατη ομάδα.
14 Το άρθρο 2, παράγραφος 7, του νόμου αυτού ορίζει ότι η τιμή αγοράς του νωπού γάλακτος είναι το χρηματικό ποσό που συμφωνείται μεταξύ αγοραστή και πωλητή, το οποίο καταβάλλεται για νωπό γάλα που πληροί τους βασικούς δείκτες συνθέσεως του γάλακτος, όπως αυτοί καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, μη περιλαμβανομένων των επιβαρύνσεων, πριμοδοτήσεων ή μειώσεων.
15 Το άρθρο 3 του εν λόγω νόμου, με τίτλο «Απαγόρευση των αθέμιτων πρακτικών των οικονομικών φορέων», προβλέπει στην παράγραφο 3 τα εξής:
«Απαγορεύεται σε αγοραστή νωπού γάλακτος να προβαίνει στις ακόλουθες αθέμιτες πράξεις:
1) να καθορίζει διαφορετικές τιμές αγοράς σε συμβάσεις πωλήσεως νωπού γάλακτος, όταν αγοράζει νωπό γάλα που ικανοποιεί τις απαιτήσεις ποιότητας, οι οποίες καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας της Λιθουανίας, από την ίδια ομάδα πωλητών νωπού γάλακτος και όταν το νωπό γάλα παραδίδεται στον αγοραστή με την ίδια μέθοδο (νωπό γάλα που παραδίδεται σε σημείο αγοράς νωπού γάλακτος, νωπό γάλα που συλλέγεται απευθείας από γεωργική εκμετάλλευση, νωπό γάλα που παραδίδεται απευθείας σε μεταποιητή), εκτός αν το αγοραζόμενο νωπό γάλα παράγεται από τους ίδιους τους πωλητές νωπού γάλακτος οι οποίοι ανήκουν σε οργάνωση παραγωγών γάλακτος αναγνωρισμένη σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας της Λιθουανίας, και στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εφαρμοζόμενη τιμή αγοράς νωπού γάλακτος δεν μπορεί να είναι κατώτερη της τιμής που θα καθοριζόταν με γνώμονα την ομάδα πωλητών.
[...]
3) να μειώνει αδικαιολόγητα την τιμή αγοράς νωπού γάλακτος.»
16 Το άρθρο 5 του ίδιου αυτού νόμου, με τίτλο «Υποχρέωση δικαιολογήσεως της μειώσεως της τιμής αγοράς νωπού γάλακτος», ορίζει τα εξής:
«1. Αν μειώσει περισσότερο από 3 % την τιμή αγοράς που καθορίζεται στη σύμβαση αγοραπωλησίας νωπού γάλακτος, ο αγοραστής οφείλει να αιτιολογήσει τη μείωση της τιμής και να εκθέσει τους συγκεκριμένους λόγους στη ρυθμιστική αρχή της αγοράς.
2. Βάσει των κατευθυντήριων γραμμών που εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας της Λιθουανίας, η ρυθμιστική αρχή της αγοράς, κατόπιν εξετάσεως, εντός πέντε εργάσιμων ημερών, των λόγων μειώσεως της τιμής αγοράς νωπού γάλακτος από τον αγοραστή, που της κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αποφασίζει, εντός τριών εργάσιμων ημερών, αν η μείωση της τιμής αγοράς νωπού γάλακτος άνω του 3 % είναι δικαιολογημένη.
3. Αν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ρυθμιστική αρχή της αγοράς αποφασίσει ότι δεν είναι δικαιολογημένη η μείωση της τιμής αγοράς νωπού γάλακτος άνω του 3 %, απαγορεύεται στον αγοραστή να μειώσει την τιμή αγοράς που καθορίζεται στη σχετική σύμβαση αγοραπωλησίας νωπού γάλακτος.»
Η διαδικασία της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
17 Στις 28 Ιουνίου 2016, ομάδα βουλευτών του Κοινοβουλίου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας ζήτησε από το Lietuvos Respublikos Konstitucinis Teismas (Συνταγματικό Δικαστήριο της Δημοκρατίας της Λιθουανίας) να ελέγξει, μεταξύ άλλων, αν τα άρθρα 3 και 5 του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών είναι συμβατά με το άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του λιθουανικού Συντάγματος.
18 Προς στήριξη της αιτήσεώς της, η εν λόγω ομάδα ισχυρίστηκε ότι ο ως άνω νόμος περιορίζει το δικαίωμα των συμβαλλομένων σε σύμβαση πωλήσεως νωπού γάλακτος να καθορίζουν τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως αυτής, όπως η τιμή ή η ποσότητα, και, ως εκ τούτου, δεν διασφαλίζει τη συμβατική ελευθερία η οποία κατοχυρώνεται στο εν λόγω άρθρο 46, πρώτο εδάφιο.
19 Το λιθουανικό κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η ελευθερία αυτή δεν είναι απόλυτη και μπορεί να περιορίζεται προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και προς διασφάλιση της ισότητας και της δικαιοσύνης. Ισχυρίστηκε ότι στη Λιθουανία η διαπραγματευτική ισχύς των παραγωγών νωπού γάλακτος είναι περιορισμένη σε σχέση με εκείνη των μεταποιητών ή των αγοραστών, με αποτέλεσμα να ευνοούνται οι δεύτεροι, και ότι οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που θεσπίζονται στα άρθρα 3 και 5 του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων και των νόμιμων συμφερόντων του ασθενέστερου συμβαλλόμενου, ήτοι των παραγωγών νωπού γάλακτος.
20 To Europos teisės departamentas prie Lietuvos Respublikos teisingumo ministerijos (τμήμα ευρωπαϊκού δικαίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Δημοκρατίας της Λιθουανίας) και η Lietuvos Respublikos konkurencijos taryba (αρχή ανταγωνισμού της Δημοκρατίας της Λιθουανίας), που κατέθεσαν επίσης παρατηρήσεις ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν ότι τα άρθρα 3 και 5 του νόμου αυτού παραβιάζουν την αρχή της ελεύθερης διαπραγματεύσεως η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 148, παράγραφος 4, του κανονισμού 1308/2013, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό της τιμής του νωπού γάλακτος.
21 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, εφόσον η εσωτερική αγορά και η γεωργία εμπίπτουν στους τομείς της συντρέχουσας αρμοδιότητας της Ένωσης και των κρατών μελών, η εθνική ρύθμιση που αφορά τους τομείς αυτούς, συμπεριλαμβανομένου του λιθουανικού Συντάγματος και του άρθρου του 46, πρώτο εδάφιο, πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης για τους εν λόγω τομείς. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 148, παράγραφος 4, του κανονισμού 1308/2013 προκειμένου να αποφανθεί κατά πόσον το άρθρο 3, παράγραφος 3, σημεία 1 και 3, καθώς και το άρθρο 5 του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών είναι συμβατά με το άρθρο 46, πρώτο εδάφιο, του Συντάγματος.
22 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η λιθουανική νομοθεσία επιβάλλει στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες να καταρτίζουν γραπτή σύμβαση όταν αγοράζουν νωπό γάλα. Το δικαστήριο αυτό προσθέτει ότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών, ο νόμος αυτός αποσκοπεί, αφενός, στο να διασφαλίσει την ισορροπία μεταξύ των νόμιμων συμφερόντων των αγοραστών και των πωλητών νωπού γάλακτος και, αφετέρου, στο να περιορίσει την ισχύ στην αγορά των μεταποιητών γάλακτος που κατέχουν σημαντική θέση στην αγορά αυτή, καθώς και να περιορίσει το αθέμιτο πλεονέκτημα το οποίο αποκτούν από τη μείωση της χονδρικής τιμής των γαλακτοκομικών προϊόντων οι επιχειρηματίες που εμπορεύονται τα προϊόντα αυτά.
23 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο τομέας του γάλακτος είναι ένας από τους σημαντικότερους κλάδους της γεωργικής παραγωγής στη Λιθουανία, δεδομένου ότι από τον τομέα αυτό προέρχεται περίπου το 2 % του συνολικού ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της χώρας. Ωστόσο, η διαπραγματευτική ισχύς των παραγωγών είναι εξαιρετικά περιορισμένη λόγω του μικρού μεγέθους τους, σε σύγκριση με την ισχύ των μεταποιητών. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, σύμφωνα με τα αριθμητικά στοιχεία που κοινοποιήθηκαν για το έτος 2015, το 74 % των Λιθουανών παραγωγών νωπού γάλακτος διαθέτουν από 1 έως 5 αγελάδες, ενώ έξι επιχειρήσεις μεταποιούν το 97 % του γάλακτος. Επιπλέον, η συνεργασία μεταξύ των εν λόγω παραγωγών είναι παραδοσιακά ελάχιστα αναπτυγμένη, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για να ενθαρρυνθεί, και μόνον το 15 % από αυτούς έχουν ουσιαστική συνεργασία, οι οποίοι προμηθεύουν μόλις το 18 % της συνολικής ποσότητας του νωπού γάλακτος που αγοράζεται στη Λιθουανία. Δεν υπάρχει καμία οργάνωση παραγωγών νωπού γάλακτος αναγνωρισμένη κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 152 επ. του κανονισμού 1308/2013. Η μέση τιμή αγοράς του νωπού γάλακτος στη Λιθουανία είναι μία από τις χαμηλότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
24 Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, πριν από τη θέσπιση του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών, οι αγοραστές απλώς ενημέρωναν τους παραγωγούς γάλακτος για την τιμή στην οποία θα αγόραζαν το νωπό γάλα, χωρίς η τιμή αυτή να έχει αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης διαπραγματεύσεως.
25 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το άρθρο 148 του κανονισμού 1308/2013 δεν παρέχει ρητώς στα κράτη μέλη τα οποία έχουν αποφασίσει να επιβάλουν τη χρήση γραπτής συμβάσεως για κάθε παράδοση νωπού γάλακτος στο έδαφός τους τη δυνατότητα να περιορίζουν, στο εθνικό δίκαιο, την αρχή της ελεύθερης διαπραγματεύσεως. Ωστόσο, διερωτάται αν η αρχή αυτή μπορεί να περιοριστεί προς ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος των γεωργών του γαλακτοκομικού τομέα έναντι των αγοραστών γάλακτος και προς αποφυγή αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, λαμβανομένων υπόψη περιστάσεων όπως τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, η μη ύπαρξη οργανώσεων παραγωγών ή ορισμένες αλλαγές στην αγορά γάλακτος.
26 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Lietuvos Respublikos Konstitucinis Teismas (Συνταγματικό Δικαστήριο της Δημοκρατίας της Λιθουανίας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 148, παράγραφος 4, του κανονισμού 1308/2013 την έννοια ότι, για τους σκοπούς ενισχύσεως της διαπραγματευτικής ισχύος των παραγωγών νωπού γάλακτος και αποφυγής αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, και λαμβανομένων υπόψη ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του τομέα γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων του κράτους μέλους και ορισμένων αλλαγών στην αγορά γάλακτος, δεν απαγορεύει τη θέσπιση εθνικού νομοθετικού πλαισίου το οποίο περιορίζει την ελευθερία των συμβαλλόμενων μερών να διαπραγματεύονται την τιμή αγοράς του νωπού γάλακτος, υπό την έννοια ότι απαγορεύεται σε αγοραστή νωπού γάλακτος να καταβάλλει διαφορετικές τιμές νωπού γάλακτος σε πωλητές της ίδιας ομάδας, όπως αυτοί ομαδοποιούνται βάσει της πωλούμενης ποσότητας γάλακτος, οι οποίοι δεν ανήκουν σε αναγνωρισμένη οργάνωση παραγωγών, για νωπό γάλα της ίδιας ποιότητας και συνθέσεως με αυτό που παραδίδεται στον αγοραστή με την ίδια μέθοδο, συνεπεία δε τούτου τα μέρη δεν είναι σε θέση να συμφωνήσουν διαφορετική τιμή αγοράς του νωπού γάλακτος λαμβάνοντας υπόψη οποιουσδήποτε άλλους παράγοντες;
2) Έχει το άρθρο 148, παράγραφος 4, του κανονισμού 1308/2013 την έννοια ότι, για τους σκοπούς ενισχύσεως της διαπραγματευτικής ισχύος των παραγωγών νωπού γάλακτος και αποφυγής αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, και λαμβανομένων υπόψη ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του τομέα γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων του κράτους μέλους και ορισμένων αλλαγών στην αγορά γάλακτος, δεν απαγορεύει τη θέσπιση εθνικού νομοθετικού πλαισίου το οποίο περιορίζει την ελευθερία των συμβαλλόμενων μερών να διαπραγματεύονται την τιμή αγοράς του νωπού γάλακτος, υπό την έννοια ότι απαγορεύεται σε αγοραστή νωπού γάλακτος να μειώσει αδικαιολόγητα την τιμή αγοράς του νωπού γάλακτος, ενώ μείωση της τιμής άνω του 3 % επιτρέπεται μόνον αν αρχή εξουσιοδοτημένη από το κράτος αναγνωρίσει την εν λόγω μείωση ως δικαιολογημένη;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
27 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 148, παράγραφος 4, του κανονισμού 1308/2013 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 1, του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών, η οποία απαγορεύει στους αγοραστές νωπού γάλακτος να καταβάλλουν διαφορετική τιμή αγοράς σε παραγωγούς που πρέπει να θεωρείται ότι ανήκουν στην ίδια ομάδα βάσει της ανά ημέρα πωλούμενης ποσότητας νωπού γάλακτος, το οποίο είναι ίδιας συνθέσεως και ποιότητας και παραδίδεται με την ίδια μέθοδο.
28 Εισαγωγικώς, διαπιστώνεται ότι, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, η οποία συνιστά συντρέχουσα αρμοδιότητα της Ένωσης και των κρατών μελών, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη διαθέτουν νομοθετική εξουσία διά της οποίας δύνανται, όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, να ασκούν την αρμοδιότητά τους κατά το μέτρο που η Ένωση δεν έχει ασκήσει τη δική της (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχανιών Μεταποίησης Καπνού, C-373/11, EU:C:2013:567, σκέψη 26).
29 Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει κανονισμός με τον οποίο θεσμοθετείται κοινή οργάνωση των αγορών σε συγκεκριμένο τομέα, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε μέτρο ικανό να εισαγάγει παρέκκλιση από αυτή την κοινή οργάνωση ή να τη θίξει. Ασύμβατες με κοινή οργάνωση των αγορών είναι και οι ρυθμίσεις οι οποίες εμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία της, ακόμη και αν το σχετικό ζήτημα δεν ρυθμίζεται εξαντλητικά από τη σχετική οργάνωση των αγορών (απόφαση της 26ης Μαΐου 2005, Kuipers, C-283/03, EU:C:2005:314, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
30 Ωστόσο, η θέσπιση κοινής οργανώσεως των αγορών δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν εθνικούς κανόνες που αποσκοπούν στην επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος πέραν των σκοπών που επιδιώκει η κοινή οργάνωση αγορών, ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να επηρεάσουν τη λειτουργία της κοινής αγοράς στον οικείο κλάδο (απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 2015, Scotch Whisky Association κ.λπ., C-333/14, EU:C:2015:845, σκέψη 26 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
31 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο ιστʹ, ο κανονισμός 1308/2013 θεσπίζει κοινή οργάνωση των αγορών για όλα τα γεωργικά προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι των Συνθηκών ΕΕ και ΛΕΕ, στις οποίες εμπίπτει ο τομέας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
32 Το άρθρο 148, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι, όταν ένα κράτος μέλος αποφασίσει ότι οι παραδόσεις νωπού γάλακτος από έναν γεωργό σε μεταποιητή νωπού γάλακτος πρέπει να καλύπτονται από γραπτή σύμβαση μεταξύ των μερών, η εν λόγω σύμβαση πρέπει να πληροί τους όρους της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού. Κατά το άρθρο 148, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού, η ως άνω σύμβαση περιλαμβάνει, ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σημείο i της διατάξεως αυτής, την τιμή που καταβάλλεται για την παράδοση, η οποία είναι σταθερή και ορίζεται στη σύμβαση, και/ή υπολογίζεται με συνδυασμό διαφόρων παραγόντων οριζόμενων στη σύμβαση, όπως δείκτες της αγοράς που αποτυπώνουν τις αλλαγές των συνθηκών στην αγορά, την παραδιδόμενη ποσότητα και την ποιότητα ή τη σύνθεση του παραδιδόμενου νωπού γάλακτος και, όπως προκύπτει από το σημείο ii της εν λόγω διατάξεως, την ποσότητα του νωπού γάλακτος που μπορεί και/ή πρέπει να παραδοθεί.
33 Το άρθρο 148, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ιδίου αυτού κανονισμού ορίζει ότι όλα τα στοιχεία των συμβάσεων παραδόσεως νωπού γάλακτος που συνάπτονται από γεωργούς, συλλέκτες ή μεταποιητές νωπού γάλακτος, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, στοιχείο γʹ, αποτελούν αντικείμενο ελεύθερης διαπραγματεύσεως μεταξύ των μερών.
34 Δυνάμει του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 148, παράγραφος 4, του κανονισμού 1308/2013, ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέψει την υποχρέωση των μερών να συμφωνήσουν για μια σχέση μεταξύ συγκεκριμένης ποσότητας που παραδίδεται και της τιμής που καταβάλλεται για την εν λόγω παράδοση και μπορεί να ορίσει ελάχιστη διάρκεια, η οποία θα ισχύει μόνο σε γραπτές συμβάσεις μεταξύ γεωργών και των πρώτων αγοραστών νωπού γάλακτος.
35 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το άρθρο 148, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1308/2013 θεσπίζει κανόνα κατά τον οποίο όλα τα στοιχεία των συμβάσεων παραδόσεως νωπού γάλακτος, συμπεριλαμβανομένων των τιμών, αποτελούν αντικείμενο ελεύθερης διαπραγματεύσεως, προβλέποντας παράλληλα, στο δεύτερο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου 4, εξαιρέσεις από τον κανόνα αυτόν.
36 Επομένως, τα μέρη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν την τιμή πωλήσεως του νωπού γάλακτος κατόπιν ελεύθερης διαπραγματεύσεως μεταξύ τους και, ιδίως, κατόπιν συγκρίσεως της προσφοράς και της ζητήσεως στην εν λόγω αγορά.
37 Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο, ελλείψει μηχανισμού καθορισμού των τιμών, ο ελεύθερος καθορισμός της τιμής πωλήσεως στο πλαίσιο ελεύθερου ανταγωνισμού αποτελεί συστατικό στοιχείο του κανονισμού 1308/2013 και συνιστά έκφραση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων υπό συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού (πρβλ. απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 2015, Scotch Whisky Association κ.λπ., C-333/14, EU:C:2015:845, σκέψη 20).
38 Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που περιέχονται στην απόφαση περί παραπομπής και από τις παρατηρήσεις της Λιθουανικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη λιθουανική αγορά νωπού γάλακτος λόγω αθέμιτων εμπορικών πρακτικών των αγοραστών, το επίπεδο συγκεντρώσεως των οποίων είναι υψηλό, δεδομένου ότι έξι επιχειρήσεις μεταποιούν το 97 % του νωπού γάλακτος που προέρχεται από 20 000 και πλέον παραγωγούς πολύ μικρού μεγέθους. Πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών, οι αγοραστές νωπού γάλακτος απλώς ενημέρωναν τους παραγωγούς για την τιμή αγοράς του γάλακτος, χωρίς προηγούμενη διαπραγμάτευση και χωρίς οι παραγωγοί να έχουν άλλη δυνατότητα από την αποδοχή των επιβληθέντων όρων. Η πίεση που ασκείται στους Λιθουανούς παραγωγούς γάλακτος και η μικρή ανάπτυξη της μεταξύ τους συνεργασίας εξηγούν το γεγονός ότι η μέση τιμή αγοράς του νωπού γάλακτος στη Λιθουανία είναι μία από τις χαμηλότερες της Ένωσης και ότι ο τομέας της παραγωγής γάλακτος απειλείται με πτώχευση. Η κατάσταση αυτή, χαρακτηριζόμενη από ανισορροπία, όσον αφορά τη διαπραγματευτική ισχύ, μεταξύ των παραγωγών νωπού γάλακτος και των μεταποιητών, ώθησε τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει τον εν λόγω νόμο, ο οποίος έχει ως σκοπό να προασπίσει τα δικαιώματα και τα νόμιμα συμφέροντα του ασθενέστερου συμβαλλομένου, ήτοι των παραγωγών νωπού γάλακτος, απαγορεύοντας στους επιχειρηματίες να προβαίνουν σε αθέμιτες πρακτικές και επιβάλλοντας ορισμένες συναφείς απαιτήσεις.
39 Η Λιθουανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι ο εν λόγω νόμος επιτρέπει την ελεύθερη διαπραγμάτευση της τιμής αγοράς του νωπού γάλακτος από τους συμβαλλομένους καθώς και την αποκατάσταση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην αγορά αυτή.
40 Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο και τα οποία επιβεβαίωσε η εν λόγω κυβέρνηση, προκύπτει, συναφώς, ότι το άρθρο 2, παράγραφος 7, του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών ορίζει την τιμή αγοράς του νωπού γάλακτος ως το συμφωνηθέν μεταξύ αγοραστή και πωλητή ποσό που καταβλήθηκε για το νωπό γάλα το οποίο ανταποκρίνεται στους βασικούς δείκτες της συνθέσεως του νωπού γάλακτος, όπως αυτοί καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας.
41 Ως εκ τούτου, μολονότι η βασική αυτή τιμή καθορίζεται ως προς το σύνολο των παραγωγών της ίδιας ομάδας που έχει συσταθεί βάσει της ανά ημέρα πωλούμενης ποσότητας νωπού γάλακτος, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 1, και το άρθρο 2, παράγραφος 5, του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών, η καταβλητέα τελική τιμή θα υπολογίζεται σε συνάρτηση με τις επιβαρύνσεις, τις πριμοδοτήσεις, τις μειώσεις ή τις λεπτομέρειες της παραδόσεως, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο ελεύθερης και ατομικής διαπραγματεύσεως κατά το στάδιο αυτό.
42 Πρέπει να εξεταστεί αν, θεσπίζοντας τον κανονισμό 1308/2013 και, ειδικότερα, το άρθρο 148, η Ένωση άσκησε κατά τρόπο εξαντλητικό την αρμοδιότητά της στον τομέα των συμβατικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων σε σύμβαση παραδόσεως νωπού γάλακτος και, πιο συγκεκριμένα, στον τομέα που άπτεται της διαδικασίας διαπραγματεύσεως της συμβάσεως αυτής.
43 Κατ’ αρχάς, από το γράμμα του άρθρου 148, παράγραφος 1, του κανονισμού 1308/2013, ιδίως δε από τη φράση «όταν κράτος μέλος αποφασίσει» ότι κάθε παράδοση νωπού γάλακτος πρέπει να καλύπτεται από γραπτή σύμβαση μεταξύ των μερών, προκύπτει ότι η απόφαση κράτους μέλους να καθορίσει την υποχρέωση συνάψεως γραπτής συμβάσεως συνιστά απλή δυνατότητα για το εν λόγω κράτος. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική σκέψη 127 του κανονισμού αυτού, κατά την οποία τα κράτη μέλη «μπορούν» να αποφασίσουν να καταστήσουν υποχρεωτική τη σύναψη γραπτών και τυποποιημένων συμβάσεων και κατά την οποία είναι επίσης «σκόπιμο να παραμείνει η εν λόγω απόφαση στην αρμοδιότητα των κρατών μελών».
44 Η αιτιολογική αυτή σκέψη αναφέρει ότι, «προκειμένου να διασφαλιστούν κατάλληλα ελάχιστα πρότυπα […] θα πρέπει να καθοριστούν σε ενωσιακό επίπεδο ορισμένοι βασικοί όροι για τη χρήση των συμβάσεων». Το άρθρο 148 του κανονισμού αυτού, υπό το πρίσμα της ως άνω αιτιολογικής σκέψης, αποσκοπεί στη θέσπιση ελάχιστων κανόνων εφαρμοστέων στις επίμαχες συμβάσεις, χωρίς να απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν και άλλους κανόνες, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται από το γράμμα του εν λόγω άρθρου, μεταξύ άλλων από τη φράση «η σύμβαση περιλαμβάνει, ιδίως, τα ακόλουθα στοιχεία», η οποία διαλαμβάνεται στην παράγραφο 2, στοιχείο γʹ, του άρθρου αυτού.
45 Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι, θεσπίζοντας τον κανονισμό 1308/2013 και, ειδικότερα, το άρθρο 148, η Ένωση δεν άσκησε κατά τρόπο εξαντλητικό την αρμοδιότητά της στον τομέα των συμβατικών σχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων σε σύμβαση παραδόσεως γάλακτος, οπότε ο εν λόγω κανονισμός δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη, κατ’ αρχήν, να λαμβάνουν οποιαδήποτε μέτρα στον τομέα αυτόν.
46 Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση αποσκοπεί, κυρίως, στην καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών που εφαρμόζουν οι αγοραστές νωπού γάλακτος εις βάρος του θεωρούμενου ως ασθενέστερου συμβαλλομένου, ήτοι των παραγωγών γάλακτος. Ειδικότερα, σκοπός του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών είναι η απαγόρευση στους πωλητές και στους αγοραστές νωπού γάλακτος να επιδίδονται σε αθέμιτες πρακτικές κατά την πώληση ή την αγορά νωπού γάλακτος, η επιβολή ορισμένων απαιτήσεων στην εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων στη Λιθουανία, ο καθορισμός των αρμόδιων αρχών για την επίβλεψη της τηρήσεως των διατάξεων του νόμου αυτού και η πρόβλεψη της ευθύνης τους σε περίπτωση παραβάσεως.
47 Στο πλαίσιο αυτό, στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου περί των αθέμιτων πρακτικών επισημαίνεται ότι σκοπός του νόμου είναι να διασφαλίσει την ισορροπία μεταξύ των νόμιμων συμφερόντων των αγοραστών και των πωλητών νωπού γάλακτος, να περιορίσει την ισχύ στην αγορά των μεταποιητών γάλακτος που κατέχουν σημαντική θέση στην αγορά αυτή, καθώς και να περιορίσει το αθέμιτο πλεονέκτημα το οποίο αποκτούν από τη μείωση της χονδρικής τιμής των γαλακτοκομικών προϊόντων οι επιχειρηματίες που εμπορεύονται τα προϊόντα αυτά.
48 Ασφαλώς, από την αιτιολογική σκέψη 138 του κανονισμού 1308/2013 προκύπτει ότι, δεδομένου ότι η χρήση τυποποιημένων γραπτών συμβάσεων στον τομέα του γάλακτος καλύπτεται από διαφορετικές διατάξεις, η σύναψη τέτοιων συμβάσεων θα μπορούσε να συνεισφέρει επίσης στην ενίσχυση της ευθύνης των επιχειρήσεων σε άλλους τομείς καθώς και, μεταξύ άλλων, στην αποφυγή «ορισμένων αθέμιτων εμπορικών πρακτικών». Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι ο κανονισμός 261/2012, ο οποίος εισήγαγε στη νομοθεσία της Ένωσης διάταξη που αντιστοιχεί στο νυν άρθρο 148 του κανονισμού 1308/2013, ανέφερε, κατά τον ίδιο τρόπο, στην αιτιολογική του σκέψη 8, ότι οι συμβάσεις αυτές «μπορούν […] να βοηθήσουν στο να αποφεύγονται ορισμένες αθέμιτες εμπορικές πρακτικές». Εξάλλου, η διατύπωση αυτή περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 50 του κανονισμού 2017/2393, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο κανονισμός 1308/2013 όπως ίσχυε προηγουμένως, η οποία αναφέρει ότι η χρήση συμβάσεων στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων θα μπορούσε να συμβάλει, μεταξύ άλλων, στην αποφυγή «ορισμένων αθέμιτων εμπορικών πρακτικών».
49 Εντούτοις, από τις αναφορές αυτές σε ορισμένες αθέμιτες πρακτικές δεν μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο σκοπός της καταπολεμήσεως των αθέμιτων πρακτικών που επιδιώκει η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση αποτελεί έναν από τους σκοπούς του κανονισμού 1308/2013, καθόσον οι πρακτικές αυτές ούτε εμπίπτουν στο σύνολό τους ούτε ρυθμίζονται ούτε καν προσδιορίζονται στον εν λόγω κανονισμό.
50 Επιπλέον, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 128 του ως άνω κανονισμού, με τον κανονισμό αυτόν επιδιώκεται η εξασφάλιση βιώσιμης αναπτύξεως της παραγωγής και αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου για τους γαλακτοπαραγωγούς, σύμφωνα με τους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως καθορίζονται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ερμηνεία όμως του άρθρου 148 του κανονισμού 1308/2013 υπό την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν οποιοδήποτε μέτρο για την καταπολέμηση των αθέμιτων πρακτικών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων θα προσέκρουε στον σκοπό αυτόν, όπως και στον σκοπό διασφαλίσεως αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις αγορές γεωργικών προϊόντων, ο οποίος συγκαταλέγεται στους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής (πρβλ. απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχανιών Μεταποίησης Καπνού, C-373/11, EU:C:2013:567, σκέψη 37).
51 Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι στον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων τομέα οι εθνικές αρχές εξακολουθούν, κατ’ αρχήν, να παραμένουν αρμόδιες για την εφαρμογή της εθνικής τους νομοθεσίας περί ανταγωνισμού επί συνεταιρισμού παραγωγών γάλακτος κατέχοντος θέση ισχύος στην εθνική αγορά (πρβλ. απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003, Milk Marque και National Farmers’ Union, C-137/00, EU:C:2003:429, σκέψη 67).
52 Η πρόσφατη θέσπιση της οδηγίας 2019/633, που τέθηκε σε ισχύ, δυνάμει του άρθρου της 14, στις 30 Απριλίου 2019, επιβεβαιώνει την έλλειψη εξαντλητικής εναρμονίσεως στον τομέα της καταπολεμήσεως των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών στην αλυσίδα εφοδιασμού γεωργικών προϊόντων και τροφίμων κατά τον χρόνο θέσπισης των επίμαχων στην κύρια δίκη εθνικών διατάξεων.
53 Συνεπώς, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη έχουν υπολειπόμενη αρμοδιότητα για τη λήψη μέτρων προς καταπολέμηση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα να ρυθμίζουν τη διαδικασία της ελεύθερης διαπραγματεύσεως των τιμών, ακόμη και αν τα μέτρα αυτά επηρεάζουν την αρχή της ελεύθερης διαπραγματεύσεως της καταβλητέας τιμής για την παράδοση νωπού γάλακτος που απορρέει από το άρθρο 148 του κανονισμού 1308/2013 και, ως εκ τούτου, τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον οικείο τομέα.
54 Το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2019/633 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, έως την 1η Μαΐου 2021, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την εν λόγω οδηγία και εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές το αργότερο έως την 1η Νοεμβρίου 2021. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω οδηγίας, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο δεν ερωτάται επ’ αυτής.
55 Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας μεταφοράς μιας οδηγίας, τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνεται η οδηγία αυτή οφείλουν να απέχουν από τη θέσπιση διατάξεων ικανών να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία (αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Inter-Environnement Wallonie, C‑129/96, EU:C:1997:628, σκέψη 45, της 22ας Νοεμβρίου 2005, Mangold, C‑144/04, EU:C:2005:709, σκέψη 67, καθώς και της 23ης Απριλίου 2009, VTB‑VAB και Galatea, C-261/07 και C-299/07, EU:C:2009:244, σκέψη 38). Μολονότι, εν προκειμένω, ο νόμος περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών θεσπίστηκε πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2019/633, οι αρχές των κρατών μελών καθώς και τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να απέχουν στο μέτρο του δυνατού από το να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο ο οποίος, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας αυτής, θα μπορούσε να θέσει σοβαρά σε κίνδυνο την υλοποίηση του επιδιωκομένου από την οδηγία σκοπού (πρβλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 2016, Milev, C-439/16 PPU, EU:C:2016:818, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι εθνική ρύθμιση όπως αυτή την οποία αφορά η σκέψη 53 της παρούσας αποφάσεως πρέπει, ωστόσο, να είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο (βλ., κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2015, Berlington Hungary κ.λπ., C-98/14, EU:C:2015:386, σκέψη 64, καθώς και της 23ης Δεκεμβρίου 2015, Scotch Whisky Association κ.λπ., C‑333/14, EU:C:2015:845, σκέψη 28).
57 Για την εξέταση της αναλογικότητας πρέπει να ληφθούν, ειδικότερα, υπόψη οι σκοποί της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθώς και η εύρυθμη λειτουργία της κοινής οργανώσεως της αγοράς, πράγμα το οποίο επιβάλλει στάθμιση μεταξύ των σκοπών αυτών και του επιδιωκόμενου με την εθνική κανονιστική ρύθμιση σκοπού, ήτοι της καταπολεμήσεως των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών (πρβλ. απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 2015, Scotch Whisky Association κ.λπ., C-333/14, EU:C:2015:845, σκέψη 28).
58 Όσον αφορά, πρώτον, το ζήτημα αν η εν λόγω ρύθμιση είναι ικανή να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει, παρατηρείται ότι ο νόμος περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών, στο άρθρο του 2, παράγραφος 5, κατανέμει τους παραγωγούς νωπού γάλακτος σε δέκα ομάδες αναλόγως της πωλούμενης ανά ημέρα ποσότητας νωπού γάλακτος, η δε ποσότητα αυτή είναι μικρότερη των 100 kg για την πρώτη ομάδα και μεγαλύτερη από 20 000 kg για την τελευταία. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 1, του νόμου αυτού απαγορεύει στον αγοραστή νωπού γάλακτος το οποίο πληροί τις απαιτήσεις ποιότητας να εφαρμόζει διαφορετική βασική τιμή έναντι των παραγωγών που ανήκουν στην ίδια ομάδα, όταν η μέθοδος παραδόσεως είναι ίδια.
59 Επομένως, η διάταξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να διασφαλίζει ότι ο αγοραστής προσφέρει την ίδια βασική τιμή στο σύνολο των παραγωγών που βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση υπό το πρίσμα αντικειμενικού κριτηρίου βασιζόμενου στην ανά ημέρα πωλούμενη ποσότητα γάλακτος. Το κριτήριο αυτό γίνεται εξάλλου δεκτό στο άρθρο 148, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1308/2013, το οποίο παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προβλέπουν υποχρέωση των συμβαλλομένων να συμφωνήσουν για τη σχέση μεταξύ ορισμένης παραδιδόμενης ποσότητας και τιμής.
60 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο, το άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 1, του εν λόγω νόμου διασφαλίζει ότι οι παραγωγοί γάλακτος που δεν ανήκουν σε αναγνωρισμένη οργάνωση παραγωγών γάλακτος δεν είναι αναγκασμένοι, λόγω ανισορροπίας της διαπραγματευτικής ισχύος, να συναινούν στους όρους αγοράς νωπού γάλακτος που τους επιβάλλουν οι μεταποιητές και να δέχονται πολύ χαμηλές τιμές, ενώ άλλοι παραγωγοί, αν και του ιδίου μεγέθους, απολαύουν υψηλότερων τιμών που προκύπτουν από μια πιο εξισορροπημένη διαπραγμάτευση. Η ως άνω διάταξη τους εγγυάται, επιπλέον, ότι δεν περιέρχονται σε πολύ δυσμενή θέση στην αγορά σε σχέση με τους άλλους αυτούς παραγωγούς. Τέλος, η εν λόγω διάταξη μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική ισχύ των παραγωγών μικρού μεγέθους, οι οποίοι ανήκουν πλέον σε μία ομάδα, να τους ωθήσει σε μεγαλύτερη συνεννόηση, καθώς και να οδηγήσει σε εξισορρόπηση της διαπραγματευτικής ισχύος των εμπλεκομένων.
61 Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 128 του κανονισμού 1308/2013, η ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος των γαλακτοπαραγωγών είναι εξάλλου ο σκοπός για τον οποίο το άρθρο 149 του κανονισμού αυτού παρέχει στις οργανώσεις και ενώσεις παραγωγών τη δυνατότητα να διαπραγματεύονται συλλογικά τις ρήτρες των συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένης της τιμής, για ένα μέρος ή για το σύνολο της παραγωγής νωπού γάλακτος των μελών τους.
62 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση είναι κατάλληλη προς αποτροπή του κινδύνου να υποχρεωθεί ο θεωρούμενος ως ασθενέστερος συμβαλλόμενος να δεχθεί αδικαιολόγητες μειώσεις τιμών και, επομένως, κατάλληλη προς καταπολέμηση τυχόν αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
63 Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα κατά πόσον η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, πρέπει, αφενός, να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες του τομέα του γάλακτος καθώς και της λιθουανικής αγοράς γάλακτος, οι οποίες υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 22 έως 24 και 38 της παρούσας αποφάσεως. Οι ιδιαιτερότητες αυτές αφορούν, αφενός, την απουσία αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη λιθουανική αγορά νωπού γάλακτος λόγω αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και την ευπαθή φύση του νωπού γάλακτος η οποία δεν επιτρέπει στους παραγωγούς να αναβάλλουν στην πράξη μια πώληση λόγω αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, ούτε να έρχονται σε σύγκρουση με τους αγοραστές αυτούς με κίνδυνο διακυβεύσεως της εμπορικής σχέσης, καθώς και, αφετέρου, την έλλειψη επαρκούς συνεργασίας μεταξύ των γαλακτοπαραγωγών στην εν λόγω αγορά. Όπως επισήμανε το αιτούν δικαστήριο, πριν από τη θέσπιση του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών, οι αγοραστές ενημέρωναν για την τιμή στην οποία θα αγόραζαν το νωπό γάλα, χωρίς καμία δυνατότητα προηγούμενης διαπραγματεύσεως.
64 Εξάλλου, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για να ενθαρρυνθεί με διάφορα μέσα η συνεργασία μεταξύ παραγωγών γάλακτος, οι πρόθυμοι για συνεργασία παραγωγοί δεν επαρκούν ώστε να δημιουργηθεί κάποια οργάνωση παραγωγών νωπού γάλακτος κατά την έννοια του κανονισμού 1308/2013.
65 Αφετέρου, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το νωπό γάλα, για να μπορεί να πωληθεί, πρέπει να ανταποκρίνεται σε ορισμένες ποιοτικές απαιτήσεις που καθορίζονται με υπουργική απόφαση, σχετικά με την περιεκτικότητά του σε λιπαρές ουσίες και σε πρωτεΐνες, καθώς και σχετικά με δείκτες της ποιότητάς του, όπως το χρώμα, η οσμή, η υφή, η θερμοκρασία, η γεύση, η οξύτητα, η καθαρότητα, η πυκνότητα και οι ουδετεροποιητικές και ανασταλτικές ουσίες.
66 Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιέχει η απόφαση περί παραπομπής, αν το γάλα δεν ανταποκρίνεται σε άλλους δείκτες ποιότητας, όπως η περιεκτικότητα σε βακτήρια, η περιεκτικότητα σε σωματικά κύτταρα και σε ανασταλτικές ουσίες, καθώς και η θερμοκρασία ψύξεως, εφαρμόζονται μειώσεις στο προβλεπόμενο με τους εν λόγω κανόνες ποσό. Επιπλέον, κατά τη Λιθουανική Κυβέρνηση, μπορεί να προβλεφθεί η επιβολή επιβαρύνσεων ή η καταβολή πριμοδοτήσεων για γάλα ανώτερης ποιότητας, χωρίς περιορισμούς.
67 Εξ αυτού συνάγεται, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, ότι η τιμή αγοράς που καταβάλλεται σε συγκεκριμένο παραγωγό νωπού γάλακτος, ο οποίος δεν ανήκει σε αναγνωρισμένη οργάνωση παραγωγών γάλακτος, μπορεί να εξαρτάται από την ομάδα παραγωγών στην οποία κατατάσσεται σε σχέση με την πωλούμενη ποσότητα γάλακτος, τις λεπτομέρειες παραδόσεως του γάλακτος, καθώς και τη σύνθεση και την ποιότητα του προϊόντος αυτού.
68 Συναφώς, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 32 της παρούσας αποφάσεως, από το άρθρο 148, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, σημείο i, του κανονισμού 1308/2013 προκύπτει ότι η τιμή μπορεί να υπολογιστεί βάσει συνδυασμού παραγόντων που καθορίζονται στη σύμβαση, οι οποίοι μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την ποιότητα ή τη σύνθεση του παραδιδόμενου νωπού γάλακτος.
69 Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής καθώς και της εύρυθμης λειτουργίας της κοινής οργανώσεως της αγοράς, η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών μέτρο. Πάντως, στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι το μόνο που έχει άμεση γνώση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του, απόκειται να εξακριβώσει αν βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο τα μέτρα που ελήφθησαν προκειμένου να καταπολεμηθούν οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, μέσω της ενίσχυσης της διαπραγματευτικής ισχύος των παραγωγών γάλακτος που δεν ανήκουν σε αναγνωρισμένη οργάνωση παραγωγών γάλακτος, και, ως εκ τούτου, προκειμένου να προωθηθεί η βιώσιμη ανάπτυξη της παραγωγής, μέσω της διασφάλισης δίκαιων όρων υπέρ των γαλακτοπαραγωγών συνεπεία περιορισμών στην αρχή της ελεύθερης διαπραγματεύσεως της τιμής.
70 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 148, παράγραφος 4, του κανονισμού 1308/2013 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 1, του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών, η οποία, με σκοπό την καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, απαγορεύει στους αγοραστές νωπού γάλακτος να καταβάλλουν διαφορετική τιμή αγοράς στους παραγωγούς που πρέπει να θεωρείται ότι ανήκουν στην ίδια ομάδα βάσει της ανά ημέρα πωλούμενης ποσότητας νωπού γάλακτος, το οποίο είναι ίδιας συνθέσεως και ποιότητας και παραδίδεται με την ίδια μέθοδο, στον βαθμό που η εν λόγω ρύθμιση είναι πρόσφορη να διασφαλίσει την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
71 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 148, παράγραφος 4, του κανονισμού 1308/2013 αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 3, και στο άρθρο 5 του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών, η οποία απαγορεύει στον αγοραστή νωπού γάλακτος να μειώνει αδικαιολόγητα τη συμφωνηθείσα με τον παραγωγό τιμή και η οποία εξαρτά κάθε μείωση της τιμής άνω του 3 % από άδεια της αρμόδιας εθνικής αρχής.
72 Πρώτον, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 43 έως 45 και 48 έως 54 της παρούσας αποφάσεως, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 148 του κανονισμού 1308/2013 δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα για την καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα να ρυθμίζουν τη διαδικασία της ελεύθερης διαπραγματεύσεως των τιμών, ακόμη και αν τα μέτρα αυτά επηρεάζουν την αρχή της ελεύθερης διαπραγματεύσεως της καταβλητέας τιμής για την παράδοση νωπού γάλακτος και, κατά συνέπεια, τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον οικείο τομέα.
73 Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή πρέπει, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως, να είναι πρόσφορη για τη διασφάλιση της υλοποιήσεως του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην υπερβαίνει το αναγκαίο προς τούτο μέτρο.
74 Εν προκειμένω, η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση αφορά κυρίως, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 46 της παρούσας αποφάσεως, την καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών που εφαρμόζουν οι αγοραστές νωπού γάλακτος εις βάρος του θεωρούμενου ως ασθενέστερου συμβαλλομένου, ήτοι των παραγωγών γάλακτος.
75 Συναφώς, η Λιθουανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 3, και το άρθρο 5 του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών αποσκοπούν στη θέσπιση εγγυήσεων σχετικά με το ότι, άπαξ και συναφθεί η σύμβαση μεταξύ αγοραστή και πωλητή νωπού γάλακτος και καταγραφεί στη σύμβαση η συμφωνηθείσα μεταξύ τους τιμή, δεν θα είναι πλέον δυνατή η μείωση της τιμής αυτής αν δεν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι και κατά τρόπο αθέμιτο.
76 Δεύτερον, όπως παρατήρησαν η κυβέρνηση αυτή καθώς και η Γερμανική Κυβέρνηση, οι ως άνω διατάξεις δεν φαίνεται να επηρεάζουν την αρχή της ελεύθερης διαπραγματεύσεως της τιμής που απορρέει από το άρθρο 148 του κανονισμού 1308/2013. Πράγματι, οι εν λόγω διατάξεις δεν φαίνεται να αφορούν τη διαπραγμάτευση, αυτή καθεαυτήν, της ως άνω τιμής ούτε τη διαπραγμάτευση των λοιπών στοιχείων της συμβάσεως, αλλά την τροποποίηση της εν λόγω τιμής από έναν εκ των συμβαλλομένων μετά τη σύναψη της συμβάσεως και κατά την εκτέλεσή της, μονομερώς και χωρίς καμία συνεννόηση ή συμβατική ρήτρα, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
77 Τρίτον, όσον αφορά το ζήτημα αν οι εν λόγω διατάξεις είναι πρόσφορες για την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού χωρίς να υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο, επισημαίνεται ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 3, και το άρθρο 5 του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών μπορούν να εξασφαλίσουν την εκ μέρους του αγοραστή τήρηση της τιμής που έχει αποτελέσει αντικείμενο διαπραγματεύσεως με τον παραγωγό αν δεν συντρέχει αντικειμενικό στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει μείωση της τιμής αυτής. Εξάλλου, βάσει των εν λόγω διατάξεων είναι δυνατόν να προλαμβάνονται οι απόπειρες πιέσεως που ασκούν οι αγοραστές στους παραγωγούς γάλακτος προκειμένου να μειώσουν την τιμή αυτή, καθώς και να προστατεύονται οι τελευταίοι από την επιβολή αυθαίρετων τροποποιήσεων της τιμής. Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές συμβάλλουν επίσης στη διασφάλιση της ορθής εκτελέσεως της γραπτής συμβάσεως που συνήψαν τα μέρη και σε ορισμένη σταθερότητα των τιμών του νωπού γάλακτος.
78 Βάσει των στοιχείων αυτών, η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
79 Όσον αφορά, τέλος, το ζήτημα αν η ρύθμιση αυτή βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου, πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως προκύπτει από τη σκέψη 63 της παρούσας αποφάσεως, οι ιδιαιτερότητες του γαλακτοκομικού τομέα καθώς και της λιθουανικής αγοράς νωπού γάλακτος, οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, την απουσία αποτελεσματικού ανταγωνισμού στην αγορά αυτή και την ευπαθή φύση του νωπού γάλακτος η οποία δεν επιτρέπει στην πράξη στους παραγωγούς να αναβάλλουν μια παράδοση όταν υφίστανται αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ούτε να έρχονται σε σύγκρουση με τους αγοραστές με κίνδυνο διακυβεύσεως της εμπορικής σχέσης.
80 Επισημαίνεται επίσης ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 3, και το άρθρο 5 του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών δεν απαγορεύουν κάθε μείωση της συμφωνηθείσας τιμής, αλλά προβλέπουν μόνον ότι οι μειώσεις αυτές πρέπει να δικαιολογούνται αντικειμενικώς, κατόπιν εγκρίσεως της αρμόδιας διοικητικής αρχής όταν πρόκειται για πολύ σημαντικές μειώσεις. Επιπλέον, οι διατάξεις αυτές δεν φαίνεται να είναι ικανές να εμποδίζουν τα συμβαλλόμενα μέρη να περιλαμβάνουν στη σύμβαση ρήτρες που επιτρέπουν τη μείωση της καθορισθείσας τιμής σε περίπτωση συνδρομής νέων αντικειμενικών στοιχείων που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ τους.
81 Εξάλλου, παρατηρείται ότι το άρθρο 148, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1308/2013 επιτρέπει στα κράτη μέλη, ως εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης διαπραγματεύσεως του συνόλου των στοιχείων των συμβάσεων παραδόσεως νωπού γάλακτος, συμπεριλαμβανομένων των τιμών, να καθορίζουν ελάχιστη διάρκεια τουλάχιστον έξι μηνών η οποία εφαρμόζεται στις γραπτές συμβάσεις μεταξύ του γεωργού και του πρώτου αγοραστή νωπού γάλακτος.
82 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 148, παράγραφος 4, του κανονισμού 1308/2013 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 3, και στο άρθρο 5 του νόμου περί απαγορεύσεως των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, η οποία, με σκοπό την καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, απαγορεύει στον αγοραστή νωπού γάλακτος να μειώνει αδικαιολόγητα τη συμφωνηθείσα με τον παραγωγό τιμή και εξαρτά από άδεια της αρμόδιας εθνικής αρχής κάθε μείωση της τιμής άνω του 3 %.
Επί των δικαστικών εξόδων
83 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 148, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΕ) 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ 2013, L 347, σ. 671), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2393 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2017, δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 1, του Lietuvos Respublikos Ūkio subjektų, perkančių-parduodančių žalią pieną ir prekiaujančių pieno gaminiais, nesąžiningų veiksmų draudimo įstatymas Nr. XII-1907 (νόμου αριθ. XII-1907 της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών εκ μέρους των οικονομικών φορέων της Λιθουανίας κατά την αγοραπωλησία νωπού γάλακτος και την εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων), της 25ης Ιουνίου 2015, όπως έχει τροποποιηθεί με τον νόμο της 22ας Δεκεμβρίου 2015, η οποία, με σκοπό την καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, απαγορεύει στους αγοραστές νωπού γάλακτος να καταβάλλουν διαφορετική τιμή αγοράς στους παραγωγούς που πρέπει να θεωρείται ότι ανήκουν στην ίδια ομάδα βάσει της ανά ημέρα πωλούμενης ποσότητας νωπού γάλακτος, το οποίο είναι ίδιας συνθέσεως και ποιότητας και παραδίδεται με την ίδια μέθοδο, στον βαθμό που η εν λόγω ρύθμιση είναι πρόσφορη να διασφαλίσει την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρο, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
2) Το άρθρο 148, παράγραφος 4, του κανονισμού 1308/2013, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 2017/2393, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 3, σημείο 3, και στο άρθρο 5 του νόμου XII-1907 της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, περί απαγορεύσεως των αθέμιτων πρακτικών εκ μέρους των οικονομικών φορέων της Λιθουανίας κατά την αγοραπωλησία νωπού γάλακτος και την εμπορία γαλακτοκομικών προϊόντων, της 25ης Ιουνίου 2015, όπως έχει τροποποιηθεί με τον νόμο της 22ας Δεκεμβρίου 2015, η οποία, με σκοπό την καταπολέμηση των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, απαγορεύει στον αγοραστή νωπού γάλακτος να μειώνει αδικαιολόγητα τη συμφωνηθείσα με τον παραγωγό τιμή και εξαρτά από άδεια της αρμόδιας εθνικής αρχής κάθε μείωση της τιμής άνω του 3 %.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η λιθουανική.