ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 15ης Μαΐου 2019 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Συντάξεις – Μεταφορά, στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα – Αφαίρεση της ανατίμησης που μεσολάβησε μεταξύ της ημερομηνίας της αίτησης μεταφοράς και της ημερομηνίας κατά την οποία διενεργήθηκε πράγματι η μεταφορά»
Στην υπόθεση C‑132/18 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2018,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. Gattinara και B. Mongin, καθώς και από την L. Radu Bouyon,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Sabine Tuerck, κάτοικος Woluwe-Saint-Pierre (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους S. Orlandi και T. Martin, δικηγόρους,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Biltgen, πρόεδρο τμήματος, J. Malenovský (εισηγητή) και C. G. Fernlund, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την αίτηση αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 5ης Δεκεμβρίου 2017, Tuerck κατά Επιτροπής (T‑728/16, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2017:865), με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 2015, η οποία επικύρωσε τη μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει η Sabine Tuerck πριν από την είσοδό της στην υπηρεσία της Ένωσης (στο εξής: επίδικη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) προβλέπει τα εξής:
«Ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία της Ένωσης:
–
μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό
ή
–
μετά την άσκηση μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας,
δικαιούται, από της μονιμοποιήσεώς του και μέχρι τη στιγμή που θεμελιώνει το δικαίωμα συντάξεως αρχαιότητας […] να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στην Ένωση το κεφάλαιο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στον χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του, που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης τα οποία έχει αποκτήσει βάσει των προαναφερομένων υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων.
Σε παρόμοια περίπτωση η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του θεσμικού οργάνου στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος καθορίζει, μέσω γενικών εκτελεστικών διατάξεων, λαμβάνοντας υπόψη τον βασικό μισθό του υπαλλήλου, την ηλικία του και τη συναλλαγματική ισοτιμία κατά την ημερομηνία της αιτήσεως μεταφοράς, τον αριθμό των συντάξιμων ετών που συνυπολογίζει σύμφωνα με το ενωσιακό συνταξιοδοτικό καθεστώς δυνάμει του χρόνου προϋπηρεσίας, βάσει του μεταφερθέντος κεφαλαίου, αφαιρουμένου του ποσού που αντιπροσωπεύει την ανατίμηση του κεφαλαίου μεταξύ της ημερομηνίας της αιτήσεως μεταφοράς και της πραγματικής ημερομηνίας που διενεργήθηκε η μεταφορά.
[…]»
3
Το άρθρο 7 της απόφασης C(2011) 1278 τελικό της Επιτροπής, της 3ης Μαρτίου 2011, που αφορά τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ (στο εξής: ΓΕΔ), προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Για τους σκοπούς του υπολογισμού των συντάξιμων ετών που θα πρέπει να αναγνωριστούν βάσει του άρθρου 11, παράγραφοι 2 και 3, του παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης:
1. Ο αριθμός των συντάξιμων ετών που πρέπει να ληφθεί υπόψη υπολογίζεται επί τη βάσει του προς μεταφορά ποσού, το οποίο αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα που έχει αποκτήσει [ο αιτών υπάλληλος] […], αφαιρουμένου του ποσού που αντιπροσωπεύει την ανατίμηση του κεφαλαίου μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς και της πραγματικής ημερομηνίας κατά την οποία διενεργήθηκε η μεταφορά.
Όταν ο εθνικός ή διεθνής οργανισμός αδυνατεί να γνωστοποιήσει την αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης, αφαιρείται απλός τόκος ύψους [3,1 %] από το μεταφερόμενο ποσό για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής μεταφοράς.
[…]»
Το ιστορικό της διαφοράς
4
Η Sabine Tuerck εισήλθε στην υπηρεσία θεσμικού οργάνου της Ένωσης την 1η Μαρτίου 2004, αφού είχε εργαστεί προηγουμένως σε γερμανική δημόσια υπηρεσία.
5
Στις 27 Μαΐου 2010, ζήτησε να καταβληθεί στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης το κεφάλαιο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει από τις δραστηριότητές της πριν από την είσοδό της στην υπηρεσία της Ένωσης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.
6
Στις 29 Απριλίου 2013, το Γραφείο διαχείρισης και εκκαθάρισης των ατομικών δικαιωμάτων (PMO) διαβίβασε τη σχετική αίτηση στον Deutsche Rentenversicherung Bund (γερμανικό ομοσπονδιακό οργανισμό συνταξιοδοτικής ασφάλισης, στο εξής: DRV), υπό την ιδιότητά του ως εθνικού φορέα υπεύθυνου για το συνταξιοδοτικό σύστημα στο οποίο αποκτήθηκαν τα επίμαχα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
7
Στις 5 Μαΐου 2015, ο DRV ενημέρωσε το PMO ότι, κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς της S. Tuerck, το προς μεταφορά κεφάλαιο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει η τελευταία ανερχόταν σε 141652,07 ευρώ.
8
Στις 22 Ιουνίου 2015, το PMO υπέβαλε στην S. Tuerck την πρότασή του σχετικά με την αναγνώριση των συντάξιμων ετών που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης βάσει του ποσού που είχε δηλώσει ο DRV, η οποία ήταν 3 έτη, 8 μήνες και 29 ημέρες. Η ενδιαφερόμενη δέχθηκε την πρόταση αυτή.
9
Στις 10 Δεκεμβρίου 2015, το PMO ενημέρωσε την S. Tuerck σχετικά με τη λήψη της επίδικης απόφασης, με την οποία τα συντάξιμα έτη είχαν οριστεί τελικώς σε 3 έτη και 4 μήνες, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7 των ΓΕΔ και βάσει ποσού κεκτημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ύψους 126048,05 ευρώ. Το ποσό αυτό υπολογίστηκε αφού αφαιρέθηκε από το κεφάλαιο των 146714,33 ευρώ που μετέφερε εν τω μεταξύ ο DRV ποσό 20666,28 ευρώ, το οποίο παρουσιάστηκε ότι αντιπροσώπευε την ανατίμηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει η S. Tuerck κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρισης της αίτησής της και της ημερομηνίας κατά την οποία διενεργήθηκε πράγματι η μεταφορά του κεφαλαίου αυτού στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης. Η αφαίρεση αυτή πραγματοποιήθηκε με την εφαρμογή επί του εν λόγω κεφαλαίου επιτοκίου 3,1 % για κάθε έτος που μεσολάβησε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
10
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Οκτωβρίου 2016, η S. Tuerck άσκησε προσφυγή για την ακύρωση της επίδικης απόφασης.
11
Προς στήριξη της προσφυγής της προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως, από τους οποίους ο πρώτος στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, των ΓΕΔ και ο δεύτερος σε παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.
12
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε βάσιμο τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προέβαλε η S. Tuerck και, για τον λόγο αυτόν, ακύρωσε την επίδικη απόφαση.
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
13
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
–
να αποφανθεί αμετακλήτως επί της διαφοράς απορρίπτοντας την προσφυγή και
–
να καταδικάσει την S. Tuerck στα δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού και της κατ’ αναίρεση δίκης.
14
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η S. Tuerck ζητεί από το Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
–
επικουρικώς, σε περίπτωση αναίρεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί εκείνο επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε ενώπιόν του, και
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
15
Η Επιτροπή προβάλλει τέσσερις λόγους προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τον προσδιορισμό του φορέα που είναι αρμόδιος για την αφαίρεση του ποσού που αντιπροσωπεύει την ανατίμηση του κεφαλαίου, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ
Επιχειρήματα των διαδίκων
16
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 23 και 24 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η ίδια δεν μπορεί να προβεί σε «καμία μείωση» του ποσού του κεφαλαίου που της μεταφέρεται από την εκάστοτε εθνική υπηρεσία, οργανισμό ή φορέα (στο εξής: οικεία εθνική αρχή) σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, μέσω της εφαρμογής του μηχανισμού που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.
17
Ειδικότερα, κατά την Επιτροπή, ο μηχανισμός αυτός περιλαμβάνει δύο διαδοχικά στάδια που συνίστανται, το πρώτο, στον υπολογισμό του επικαιροποιημένου κεφαλαίου που έχει αποκτήσει ο αιτών υπάλληλος σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, καθώς και στη μεταφορά του στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, και το δεύτερο στη μετατροπή του εν λόγω κεφαλαίου στα συντάξιμα έτη που πρόκειται να ληφθούν υπόψη στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης.
18
Ωστόσο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το πρώτο από τα στάδια αυτά εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της οικείας εθνικής αρχής, ενώ το δεύτερο διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ προβλέπει ρητώς ότι, στο πλαίσιο του δεύτερου σταδίου, το θεσμικό όργανο της Ένωσης στο οποίο υπηρετεί ο αιτών υπάλληλος είναι αρμόδιο να αφαιρέσει από το κεφάλαιο που μεταφέρθηκε από την οικεία εθνική αρχή το ποσό που αντιπροσωπεύει την ανατίμηση των κεκτημένων από τον αιτούντα υπάλληλο συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, η οποία μεσολάβησε μεταξύ της ημερομηνίας της αίτησης μεταφοράς και της ημερομηνίας κατά την οποία μεταφέρθηκε πράγματι το κεφάλαιο αυτό.
19
Η S. Tuerck αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων αυτών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
20
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του KYK προβλέπει στο πρώτο εδάφιο ότι ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία της Ένωσης, αφού άσκησε καθήκοντα, μεταξύ άλλων, σε διοίκηση ή εθνικό ή διεθνή οργανισμό, δικαιούται, από της μονιμοποιήσεώς του και μέχρι τη στιγμή που θεμελιώνει το δικαίωμα συντάξεως αρχαιότητας, να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στην Ένωση το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα τα οποία έχει αποκτήσει λόγω των δραστηριοτήτων αυτών, στο ύψος που έχει κατά την ημερομηνία της πραγματικής μεταφοράς του. Το δε δεύτερο εδάφιο της διάταξης αυτής ορίζει ότι το θεσμικό όργανο της Ένωσης στο οποίο υπηρετεί ο αιτών υπάλληλος πρέπει να αφαιρεί από το μεταφερθέν κεφάλαιο το ποσό που αντιστοιχεί στην ανατίμηση των εν λόγω συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μεταξύ της ημερομηνίας της αίτησης μεταφοράς και της ημερομηνίας της πραγματικής μεταφοράς.
21
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, μόλις η οικεία εθνική αρχή μεταφέρει το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε αποκτήσει ο αιτών υπάλληλος κατά την ημερομηνία της αίτησης μεταφοράς, όπως αυτό επικαιροποιήθηκε κατά την ημερομηνία της πραγματικής μεταφοράς, στο θεσμικό όργανο της Ένωσης στο οποίο υπηρετεί ο εν λόγω υπάλληλος, το όργανο αυτό είναι αρμόδιο να αφαιρεί από το κεφάλαιο αυτό το ποσό που αντιστοιχεί στην ανατίμηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, η οποία μεσολάβησε μεταξύ της ημερομηνίας της αίτησης μεταφοράς και της ημερομηνίας της πραγματικής μεταφοράς.
22
Επομένως, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ δεν επιτρέπει στο εν λόγω θεσμικό όργανο να προβεί σε οποιαδήποτε αφαίρεση από το τμήμα του εν λόγω κεφαλαίου που αντιστοιχεί στο ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων αυτό καθεαυτό. Από τη νομολογία που υπενθύμισε συναφώς το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 24 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει όχι μόνον ότι η οικεία εθνική αρχή είναι η μόνη αρμόδια για τον υπολογισμό του ποσού αυτού, αλλά και ότι το ποσό αυτό δεν μπορεί στη συνέχεια να τροποποιηθεί ή να αμφισβητηθεί από την Επιτροπή (πρβλ. αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1989, Bonazzi-Bertottili κατά Επιτροπής, 75/88, 146/88 και 147/88, μη δημοσιευθείσα, EU:C:1989:410, σκέψεις 17 και 20, καθώς και της 5ης Δεκεμβρίου 2013, Časta, C‑166/12, EU:C:2013:792, σκέψεις 29 και 32).
23
Όσον αφορά το ζήτημα εάν το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, διαπιστώνεται ότι το δικαστήριο αυτό δεν αποφάνθηκε αδιακρίτως ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να προβεί σε «καμία μείωση» επί του ποσού του κεφαλαίου που της μεταφέρθηκε από την οικεία εθνική αρχή. Πράγματι, το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε να κρίνει στη σκέψη 23 της απόφασης αυτής ότι, «σε περίπτωση που οι [οικείες] εθνικές ή διεθνείς αρχές γνωστοποίησαν στην [Επιτροπή] την αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κατά την ημερομηνία καταχωρίσεως της αιτήσεως, αυτή δεν μπορεί να προβεί σε καμία μείωση του ποσού αυτού και, επομένως, ο υπολογισμός των συντάξιμων ετών, όπως προβλέπεται από τον ΚΥΚ, πρέπει να πραγματοποιείται βάσει του συνόλου του εν λόγω ποσού».
24
Από τη δήλωση αυτή συνάγεται ότι το «ποσό» επί του οποίου η Επιτροπή δεν μπορεί να προβεί σε καμία μείωση δεν είναι το συνολικό ποσό του κεφαλαίου που μεταφέρθηκε από την οικεία εθνική αρχή, αλλά μόνον το τμήμα του κεφαλαίου αυτού που αντιστοιχεί στα κεκτημένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του αιτούντος υπαλλήλου σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα, όπως έχουν κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς.
25
Επιπλέον, στην ίδια σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης υπενθυμίζεται ρητώς ότι, αντιθέτως, η Επιτροπή είναι αρμόδια να αφαιρεί από το συνολικό ποσό του μεταφερθέντος κεφαλαίου το ποσό που αντιστοιχεί στο άλλο τμήμα του κεφαλαίου αυτού και που αντιπροσωπεύει την ανατίμηση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, η οποία μεσολάβησε μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς και της ημερομηνίας της πραγματικής μεταφοράς.
26
Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά τον προσδιορισμό του φορέα που είναι αρμόδιος για την αφαίρεση της ανατίμησης του κεφαλαίου, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.
27
Ως εκ τούτου, ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο σε σχέση με τις ρυθμίσεις για την αφαίρεση της ανατίμησης που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ και από το άρθρο 7, παράγραφος 1, των ΓΕΔ
Επιχειρήματα των διαδίκων
28
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 23, 31 και 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι το θεσμικό όργανο της Ένωσης στο οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος μπορεί να αφαιρεί το ποσό που αντιστοιχεί στην ανατίμηση του κεφαλαίου, όπως προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, εφαρμόζοντας το επιτόκιο 3,1 % στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, των ΓΕΔ, αποκλειστικά και μόνο σε περίπτωση που η οικεία εθνική αρχή αδυνατεί να γνωστοποιήσει το ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει ο υπάλληλος κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς και όχι σε κάθε περίπτωση.
29
Δεύτερον, κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, όταν έκρινε, στις σκέψεις 23, 26 έως 28 και 33 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η αφαίρεση αυτή έπρεπε να πραγματοποιηθεί με βάση το «προς μεταφορά κεφάλαιο» που αντιπροσώπευε τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχε αποκτήσει ο εν λόγω υπάλληλος κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς. Ειδικότερα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ ορίζει σαφώς ότι η εν λόγω αφαίρεση πρέπει να πραγματοποιείται βάσει του «μεταφερθέντος» από την οικεία εθνική αρχή κεφαλαίου.
30
Η S. Tuerck αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων αυτών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
31
Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας απόφασης, επισημαίνεται ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, των ΓΕΔ ορίζει, στο πρώτο εδάφιο, ότι η αφαίρεση από το κεφάλαιο που μεταφέρθηκε από την οικεία εθνική αρχή πρέπει να αντιστοιχεί στο ποσό που αντιπροσωπεύει την ανατίμηση του κεφαλαίου αυτού, η οποία μεσολάβησε μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς και της ημερομηνίας της πραγματικής μεταφοράς, ενώ, στο δεύτερο εδάφιο, ορίζει ότι, όταν ο οικείος εθνικός οργανισμός δεν είναι σε θέση να γνωστοποιήσει το ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει ο αιτών υπάλληλος κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς, η εν λόγω μείωση πραγματοποιείται με την εφαρμογή επιτοκίου 3,1 % επί του μεταβιβασθέντος κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα από την εν λόγω ημερομηνία έως την ημερομηνία της πραγματικής μεταφοράς.
32
Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι, παρά το γεγονός ότι στην Επιτροπή απόκειται να κρίνει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν η οικεία εθνική αρχή ήταν σε θέση να της γνωστοποιήσει το ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει ο αιτών υπάλληλος κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς, μόνον εάν το εν λόγω θεσμικό όργανο καταλήξει σε θετικό συμπέρασμα ως προς το ζήτημα αυτό δικαιούται να προβεί στην προβλεπόμενη αφαίρεση με την εφαρμογή ενιαίου επιτοκίου 3,1 %.
33
Ως εκ τούτου, το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, όπως παρατέθηκε στη σκέψη 28 της παρούσας απόφασης, είναι αβάσιμο.
34
Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, όπως εκτίθεται στη σκέψη 29 της παρούσας απόφασης, πρέπει να επισημανθεί εξ αρχής ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, η αφαίρεση που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη πρέπει να πραγματοποιείται με βάση το ποσό του μεταβιβασθέντος από την οικεία εθνική αρχή κεφαλαίου, όπως αναφέρεται στη σκέψη 20 της παρούσας απόφασης και όπως ορθώς υπενθυμίζει η Επιτροπή.
35
Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι, στη σκέψη 23 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρεται στο προς μεταφορά κεφάλαιο κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς ως βάση για τον υπολογισμό όχι της εν λόγω αφαίρεσης, αλλά των συντάξιμων ετών που πρόκειται να ληφθούν υπόψη στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης, αναλόγως των δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει ο αιτών υπάλληλος στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει, στις σκέψεις 26 έως 28 και 33 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ο υπολογισμός αυτός έχει προσωρινό χαρακτήρα.
36
Κατά συνέπεια, εσφαλμένως η Επιτροπή προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο την κρίση ότι η αφαίρεση του ποσού που αντιστοιχεί στην ανατίμηση του κεφαλαίου, όπως προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, πρέπει να πραγματοποιείται βάσει του «προς μεταφορά» κεφαλαίου.
37
Επιπλέον, η χρήση του «προς μεταφορά» κεφαλαίου ως βάσης για τον υπολογισμό των συντάξιμων ετών που πρόκειται να ληφθούν υπόψη στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης προβλέπεται ρητώς από το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, των ΓΕΔ, όπως υπενθυμίζεται στη σκέψη 21 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
38
Κατά συνέπεια, το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 29 της παρούσας απόφασης, είναι αβάσιμο.
39
Δεδομένου ότι δεν διαπιστώθηκε κανένα από τα νομικά σφάλματα που προέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως, ο λόγος αναιρέσεως αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το ασυμβίβαστο της ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 1, των ΓΕΔ που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, καθώς και παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης και πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ανάλυση της επίδικης υπόθεσης
Επιχειρήματα των διαδίκων
40
Με την αίτηση αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, στις σκέψεις 23, 31 και 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, των ΓΕΔ, καθόσον το επιτόκιο 3,1 % στο οποίο αναφέρεται η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται μόνο σε περίπτωση στην οποία η οικεία εθνική αρχή δεν είναι σε θέση να της γνωστοποιήσει το ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει ο αιτών υπάλληλος κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς, διότι η ερμηνεία αυτή δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, προς εκτέλεση του οποίου θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, των ΓΕΔ.
41
Δεύτερον, κατά την Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολόγησης, στις σκέψεις 26 έως 30 και 33 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον έκρινε ότι ο DRV δεν αδυνατούσε εν προκειμένω να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή το ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει η S. Tuerck κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς, χωρίς, ωστόσο, να παράσχει συναφώς επαρκείς εξηγήσεις.
42
Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή προσθέτει συναφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να στηριχθεί στη συμφωνία που είχε συνάψει η ίδια με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το 1994, σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ειδικότερα, κατά την Επιτροπή, η συμφωνία αυτή είχε παύσει να ισχύει προτού εκδοθεί η επίδικη απόφαση.
43
Η S. Tuerck αμφισβητεί το σύνολο της σχετικής επιχειρηματολογίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
44
Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 40 της παρούσας απόφασης, επισημαίνεται ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ δεν ορίζει το ίδιο τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανόνα περί αφαιρέσεως που θεσπίζει, αλλά προβλέπει για τον σκοπό αυτόν την έκδοση γενικών εκτελεστικών διατάξεων από κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης.
45
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, των ΓΕΔ σκοπό έχει τη θέσπιση των εν λόγω λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά την Επιτροπή.
46
Υπό τις συνθήκες αυτές, η ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, των ΓΕΔ, την οποία ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 23, 31 και 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, θα μπορούσε να θεωρηθεί ασυμβίβαστη με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ μόνον εάν η ερμηνεία αυτή μπορούσε να παρεμποδίσει ή τουλάχιστον να δυσχεράνει την εφαρμογή του κανόνα περί αφαιρέσεως που προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο 11.
47
Ωστόσο, η εφαρμογή του επιτοκίου 3,1 % που αναφέρεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, των ΓΕΔ επιτρέπει ακριβώς στην Επιτροπή να υπερβεί το εμπόδιο που παρουσιάζεται σε περίπτωση που η οικεία εθνική αρχή αδυνατεί να της γνωστοποιήσει το ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχει αποκτήσει ο αιτών υπάλληλος κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς. Πράγματι, χωρίς τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει σε μια τέτοια περίπτωση την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.
48
Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 7, παράγραφος 1, των ΓΕΔ κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ.
49
Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 41 της παρούσας απόφασης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή ουδέποτε δικαιολόγησε την επίδικη απόφαση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ή και του Δικαστηρίου ισχυριζόμενη ότι ο DRV αδυνατούσε να της γνωστοποιήσει το ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει η S. Tuerck. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 18 και 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν στην αναιρετική δίκη, η θέση της ήταν ότι το επιτόκιο 3,1 % στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, των ΓΕΔ είχε εφαρμογή γενικά σε όλες τις διαδικασίες μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και, ειδικότερα, στην κρινόμενη υπόθεση.
50
Συνεπώς, δεδομένου ότι η Επιτροπή υποστήριξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι το εν λόγω επιτόκιο έπρεπε να εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις και, ως εκ τούτου, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η προϋπόθεση της μη γνωστοποίησης που προβλέπεται από το άρθρο 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, των ΓΕΔ δεν ασκούσε συναφώς καμιά επιρροή, δεν δικαιούται να προσάπτει στο Πρωτοδικείο ανεπαρκή αιτιολόγηση της εξέτασης του κατά πόσον πληρούνταν η προϋπόθεση αυτή στην προκείμενη περίπτωση.
51
Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι, ως προς το σημείο αυτό, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αιτιολογημένη επαρκώς κατά νόμον. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε λεπτομερώς, στις σκέψεις 26 έως 30 της απόφασης αυτής, ότι ο DRV δεν αδυνατούσε να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή το ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει η S. Tuerck κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς, αλλά αντιθέτως, της είχε διαβιβάσει στοιχεία σχετικά τόσο με το ποσό αυτό όσο και με το ποσό της ανατίμησης των δικαιωμάτων της ενδιαφερομένης μεταξύ της ημερομηνίας εκείνης και της ημερομηνίας πραγματικής μεταφοράς του κεφαλαίου. Το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε επίσης, στη σκέψη 33 της εν λόγω απόφασης, τους λόγους για τους οποίους θεώρησε ότι τα στοιχεία αυτά ήταν ακριβή και αξιόπιστα.
52
Τρίτον, τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα που εκτέθηκε στη σκέψη 42 της παρούσας απόφασης, με το οποίο η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο της σκέψης 33 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 127, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
53
Για το λόγο αυτόν, τέτοιοι ισχυρισμοί πρέπει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, να απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, εκτός αν αποτελούν ανάπτυξη ισχυρισμών που προβλήθηκαν με το εισαγωγικό δικόγραφο και συνδέονται στενά με αυτούς (απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2017, Ισπανία κατά Συμβουλίου, C‑521/15, EU:C:2017:982, σκέψη 141 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54
Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, η Επιτροπή στηρίζει το επιχείρημά της στο ίδιο το γράμμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και όχι σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
55
Επιπλέον, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το επιχείρημα αυτό συνιστά ανάπτυξη του επιχειρήματος με το οποίο προβλήθηκε παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ούτε ότι παρουσιάζει στενή σχέση με το δεύτερο αυτό επιχείρημα.
56
Πράγματι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η αμφισβήτηση της αιτιολογίας μιας πράξης, η οποία αφορά παράβαση ουσιώδους τύπου, και η αμφισβήτηση του βασίμου της πράξης αυτής, η οποία σχετίζεται με την ουσιαστική νομιμότητά της, συνιστούν δύο αυτοτελείς ισχυρισμούς που μπορούν να προβληθούν στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως ή αιτήσεως αναιρέσεως (αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 67, καθώς και της 28ης Ιουλίου 2011, Mediaset κατά Επιτροπής, C‑403/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:533, σκέψη 111).
57
Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό είναι απαράδεκτο.
58
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αβάσιμος και εν μέρει απαράδεκτος.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίον προβάλλεται, αφενός, πλάνη περί το δίκαιο και, αφετέρου, παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε αδικαιολόγητος πλουτισμός
Επιχειρήματα των διαδίκων
59
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας, στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι η δυνατότητα παρακράτησης με την εφαρμογή επιτοκίου επί του κεφαλαίου που μετέφερε η οικεία εθνική αρχή θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο πλουτισμό εις βάρος του αιτούντος υπαλλήλου. Ειδικότερα, κατά την Επιτροπή, σε αντίθεση με όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, αυτή ακριβώς η εφαρμογή της αφαίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ αποσκοπεί στην αποφυγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς όφελος του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου, καθώς διασφαλίζει ότι η μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα προς το συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης αφορά μόνον το ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει ο ενδιαφερόμενος κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης μεταφοράς, ενώ εξαιρείται το ποσό που αντιστοιχεί στην ανατίμηση των δικαιωμάτων αυτών μεταξύ της ως άνω ημερομηνίας και της ημερομηνίας πραγματικής μεταφοράς του εν λόγω κεφαλαίου.
60
Επιπλέον, όσον αφορά την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο δεν απάντησε, κατά την Επιτροπή, στο επιχείρημά της ότι το ποσό το οποίο υπερβαίνει το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του επιτοκίου 3,1 %, στον οποίον αναφέρεται το άρθρο 7, παράγραφος 1, των ΓΕΔ, επιστρέφεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση στον αιτούντα υπάλληλο.
61
Η S. Tuerck αμφισβητεί το βάσιμο των επιχειρημάτων αυτών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
62
Όσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 59 της παρούσας απόφασης, διαπιστώνεται ότι, με τη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ενδεχόμενη δυνατότητα της Επιτροπής να προβεί στην αφαίρεση που προβλέπεται από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, εφαρμόζοντας επιτόκιο επί του κεφαλαίου που μεταφέρθηκε από την οικεία εθνική αρχή, ενείχε τον κίνδυνο αδικαιολόγητου πλουτισμού εις βάρος του αιτούντος υπαλλήλου, σε περιπτώσεις όπως η επίδικη, στην οποία γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή το ακριβές ποσό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου, γεγονός που της παρείχε τη δυνατότητα να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, των ΓΕΔ.
63
Ωστόσο, η κατ’ αποκοπή εφαρμογή επιτοκίου, ακόμη και αν δεν συνεπάγεται αυτομάτως αδικαιολόγητο πλουτισμό σε μια τέτοια περίπτωση, ενέχει, πάντως, τον κίνδυνο αδικαιολόγητου πλουτισμού, στον βαθμό που μπορεί να οδηγήσει την Επιτροπή σε αφαίρεση από το κεφάλαιο που μεταφέρθηκε από την οικεία εθνική αρχή ποσού μεγαλύτερου από εκείνο που αντιστοιχεί στην πραγματική ανατίμηση των κεκτημένων από τον αιτούντα υπάλληλο συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και, ως εκ τούτου, στο να οικειοποιηθεί η ίδια μέρος των δικαιωμάτων αυτών.
64
Λαμβανομένου υπόψη ενός τέτοιου κινδύνου, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο προβαίνοντας στην εκτίμηση που εκτέθηκε στη σκέψη 59 της παρούσας απόφασης.
65
Όσον αφορά, δεύτερον, το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, όπως αυτό εκτέθηκε στη σκέψη 60 της παρούσας απόφασης, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η εν λόγω υποχρέωση δεν υποχρεώνει το Γενικό Δικαστήριο να απαντήσει σε καθένα από τα επιχειρήματα των διαδίκων, αλλά μόνο να αιτιολογήσει την απόφασή του κατά τρόπο που να επιτρέπει στους διαδίκους να πληροφορηθούν τους λόγους που δικαιολογούν την εν λόγω απόφαση και στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του σε περίπτωση προσφυγής (αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψη 96, καθώς και της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Prezes Urzędu Komunikacji Elektronicznej κατά Επιτροπής, C‑422/11 P και C‑423/11 P, EU:C:2012:553, σκέψη 48).
66
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη σκέψη 63 της παρούσας απόφασης, η περίπτωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού στην οποία αναφέρεται το Γενικό Δικαστήριο προϋποθέτει ότι το πραγματικό ποσό που αντιστοιχεί στην ανατίμηση των κεκτημένων από τον υπάλληλο συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων είναι μικρότερο από το ποσό που προκύπτει από την κατ’ αποκοπή εφαρμογή του επιτοκίου 3,1 % στον οποίον αναφέρεται η Επιτροπή.
67
Ωστόσο, το επιχείρημα του εν λόγω θεσμικού οργάνου αφορά την αντίστροφη περίπτωση, στην οποία το ληφθέν ποσό θα υπερέβαινε το ποσό που θα προέκυπτε από την εφαρμογή του επιτοκίου και, επομένως, δεν έχει καμία σχέση με το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε θέση επί του επιχειρήματος αυτού.
68
Επομένως, ο υπό κρίση ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
69
Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
70
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
71
Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της S. Tuerck.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.