Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 7ης Νοεμβρίου 2019 (*)
«Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Άρθρο 3, παράγραφος 1 – Άρθρο 6, παράγραφος 1 – Άρθρο 7, παράγραφος 1 – Οδηγία 2008/48/ΕΚ – Άρθρο 10, παράγραφος 2 – Συμβάσεις πιστώσεως με καταναλωτές – Επιτρεπτό της εξασφαλίσεως της αξιώσεως που προκύπτει από τέτοια σύμβαση με γραμμάτιο εις διαταγήν εν λευκώ – Αγωγή προς εξόφληση του χρέους από αξιόγραφο – Έκταση της εξουσίας του δικαστή»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑419/18 και C‑483/18,
με αντικείμενο αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλαν, αντιστοίχως, το Sąd Rejonowy dla Warszawy Pragi-Południe w Warszawie (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Βαρσοβίας, περιφέρεια Βαρσοβίας Praga-νότιου τομέα, Πολωνία) και από το Sąd Okręgowy w Opolu, II Wydział Cywilny Odwoławczy (περιφερειακό δικαστήριο του Opole, 2ο τμήμα αστικών υποθέσεων, Πολωνία) με αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου και της 3ης Ιουλίου 2018, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 26 Ιουνίου και στις 24 Ιουλίου 2018, στο πλαίσιο των δικών
Profi Credit Polska S.A.
κατά
Bogumiła Włostowska,
Mariusz Kurpiewski,
Kamil Wójcik,
Michał Konarzewski,
Elżbieta Kondracka-Kłębecka,
Monika Karwowska,
Stanisław Kowalski,
Anna Trusik,
Adam Lizoń,
Włodzimierz Lisowski (C‑419/18),
και
Profi Credit Polska S.A.
κατά
OH (C‑483/18),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta, Αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, M. Safjan, L. Bay Larsen και C. Toader (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: H. Saugmandsgaard Øe
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek και J. Vláčil καθώς και από την S. Šindelková,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις G. Goddin και K. Herbout-Borczak καθώς και τον N. Ruiz García,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29), καθώς και των διατάξεων της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 133, σ. 66, και διορθωτικά ΕΕ 2009, L 207, σ. 14, ΕΕ 2010, L 199, σ. 40, ΕΕ 2011, L 234, σ. 46, ΕΕ 2015, L 36, σ. 15).
2 Οι ως άνω αιτήσεις υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαδικασιών μεταξύ της εταιρίας Profi Credit Polska S.A. και, αφενός, των Bogumiła Włostowska, Mariusz Kurpiewski, Kamil Wójcik, Michał Konarzewski, Elżbieta Kondracka-Kłębecka, Monika Karwowska, Stanisław Kowalski, Anna Trusik, Adam Lizoń και Włodzimierz Lisowski και, αφετέρου, του OH, σχετικά με αγωγές προς εξόφληση χρεών εξ αξιογράφων, τα οποία προκύπτουν από δανειακές συμβάσεις, βάσει γραμματίων εις διαταγήν που υπέγραψαν εν λευκώ οι τελευταίοι.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 93/13
3 Η εικοστή και η εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13 έχουν ως εξής:
«[Εκτιμώντας] ότι οι συμβάσεις πρέπει να συντάσσονται με σαφή και κατανοητό τρόπο· ότι ο καταναλωτής πρέπει να έχει πράγματι την ευκαιρία να λάβει γνώση όλων των ρητρών και ότι σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να υπερισχύσει η πιο ευνοϊκή ερμηνεία για τον καταναλωτή·
[...]
ότι οι δικαστικές αρχές και τα διοικητικά όργανα πρέπει να διαθέτουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα ώστε να θέτουν τέρμα στην εφαρμογή των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται με τους καταναλωτές».
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία έχει αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή.»
5 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.»
6 Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει ως ακολούθως:
«Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»
7 Κατά το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής:
«Στην περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας ρήτρας, επικρατεί η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. […]»
8 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
9 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει ως ακολούθως:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
Η οδηγία 2008/48
10 Η οδηγία 2008/48, όπως η ίδια διευκρινίζει στο άρθρο 1, έχει ως σκοπό την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών των κανόνων των κρατών μελών που διέπουν τις συμβάσεις πιστώσεως με τους καταναλωτές.
11 Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής απαριθμεί, μεταξύ άλλων, τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις συμβάσεις πιστώσεως με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο.
12 Το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας προβλέπει, στο πλαίσιο της συμβάσεως πιστώσεως και υπέρ του καταναλωτή, ένα δικαίωμα υπαναχωρήσεως, χωρίς αυτός να υποχρεούται να αναφέρει τους σχετικούς λόγους.
13 Το άρθρο 17 της οδηγίας 2008/48, με τίτλο «Εκχώρηση δικαιωμάτων», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:
«Όταν τα δικαιώματα του πιστωτικού φορέα από σύμβαση πίστωσης ή η ίδια η σύμβαση εκχωρούνται σε τρίτον, ο καταναλωτής δικαιούται να αντιτάσσει κατά του εκδοχέα τα ίδια μέσα άμυνας που είχε κατά του αρχικού πιστωτικού φορέα, συμπεριλαμβανομένου του συμψηφισμού, εφόσον αυτός επιτρέπεται από το οικείο κράτος μέλος.»
14 Το άρθρο 19 της οδηγίας αυτής ορίζει ειδικότερα τις λεπτομέρειες του υπολογισμού του συνολικού ετησίου πραγματικού επιτοκίου του καταναλωτικού δανείου.
15 Το άρθρο 22 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Εναρμόνιση και αναγκαστικός χαρακτήρας της παρούσας οδηγίας», ορίζει τα εξής:
«1. Καθόσον η παρούσα οδηγία περιέχει εναρμονισμένες διατάξεις, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις που παρεκκλίνουν από αυτές που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι καταναλωτές δεν μπορούν να παραιτούνται των δικαιωμάτων που τους παραχωρούνται δυνάμει των διατάξεων του εθνικού δικαίου που μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο την παρούσα οδηγία ή αντιστοιχούν σ’ αυτήν.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε οι διατάξεις που θεσπίζουν κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας να μην καταστρατηγούνται μέσω του τρόπου διατύπωσης των συμβάσεων, ιδίως με την ενσωμάτωση αναλήψεων ή συμβάσεων πίστωσης, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, σε συμβάσεις πίστωσης ο χαρακτήρας ή ο σκοπός των οποίων θα επέτρεπε την αποφυγή της εφαρμογής της.
4. Εάν η σύμβαση πίστωσης συνδέεται στενά με το έδαφος ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου οι καταναλωτές να μην στερούνται της προστασίας που τους παρέχει η παρούσα οδηγία εξαιτίας της επιλογής δικαίου τρίτης χώρας ως εφαρμοστέου δικαίου της σύμβασης πίστωσης.»
16 Κατά το άρθρο 23 της ίδιας οδηγίας, με τον τίτλο «Κυρώσεις»:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επισύρουν οι παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Οι κυρώσεις που προβλέπονται εν προκειμένω πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.»
Το πολωνικό δίκαιο
17 Το άρθρο 10 του ustawa prawo wekslowe (νόμου περί αξιογράφων), της 28ης Απριλίου 1936, όπως τροποποιήθηκε (Dz. U. του 2016, θέση 160) (στο εξής: νόμος περί αξιογράφων), ορίζει ότι, σε περίπτωση που ατελής κατά την έκδοσή του τίτλος συμπληρωθεί κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, η μη τήρηση των συμφωνηθέντων δεν αντιτάσσεται κατά του κομιστή, παρά μόνον αν αυτός απέκτησε τον τίτλο κακόπιστα ή ενήργησε με βαρεία αμέλεια.
18 Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή στο γραμμάτιο εις διαταγήν, δυνάμει του άρθρου 103, παράγραφος 2, του νόμου αυτού.
19 Κατά το άρθρο 17 του εν λόγω νόμου, τα πρόσωπα κατά των οποίων ασκείται αγωγή βάσει γραμματίου εις διαταγήν δεν μπορούν να αντιτάξουν στον κομιστή ενστάσεις στηριζόμενες στις προσωπικές σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής, αποκτώντας το γραμμάτιο εις διαταγήν, ενήργησε δολίως σε βάρος του οφειλέτη.
20 Κατά το άρθρο 101 του νόμου περί αξιογράφων:
«Το γραμμάτιο εις διαταγήν περιέχει:
1) την ονομασία “γραμμάτιο εις διαταγήν” στο κείμενο του εγγράφου, στη γλώσσα στην οποία αυτό έχει συνταχθεί·
2) την ανεπιφύλακτη υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού·
3) συγκεκριμένη προθεσμία πληρωμής·
4) συγκεκριμένο τόπο πληρωμής·
5) το όνομα του προσώπου, σε όφελος ή εις διαταγήν του οποίου θα γίνει η πληρωμή·
6) τον τόπο και την ημερομηνία έκδοσης του γραμματίου·
7) την υπογραφή του εκδότη του γραμματίου.»
21 Κατά το άρθρο 233, παράγραφοι 1 και 2, του ustawa – Kodeks postępowania cywilnego (νόμου περί κώδικα πολιτικής δικονομίας), της 17ης Νοεμβρίου 1964, ενοποιημένο κείμενο, όπως τροποποιήθηκε (Dz. U. de 2018, θέση 155) (στο εξής: kpc), το δικαστήριο εκτιμά, βάσει ενδελεχούς εξετάσεως των συλλεγέντων στοιχείων, το αξιόπιστο και την αξία των προβαλλόμενων αποδεικτικών στοιχείων. Το δικαστήριο εκτιμά, βάσει της ίδιας εξετάσεως, τον τρόπο με τον οποίο θα ερμηνεύσει την άρνηση γνωστοποιήσεως αποδεικτικού στοιχείου ή άλλου εγγράφου η οποία συνιστά πρόσκομμα στην εξέταση της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί.
22 Κατά το άρθρο 248, παράγραφος 1, του KPC, κάθε πρόσωπο είναι υποχρεωμένο να γνωστοποιήσει, όταν του ζητηθεί από δικαστήριο, εντός της τασσόμενης προθεσμίας και στον οριζόμενο τόπο, όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του και αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία για την επίλυση της ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως, εκτός αν το έγγραφο αυτό περιέχει εμπιστευτικές πληροφορίες.
23 Από το άρθρο 321, παράγραφος 1, του KPC προκύπτει ότι απαγορεύεται στον δικαστή «να εκδώσει απόφαση επί ζητήματος που δεν έχει τεθεί από τους διαδίκους και να αποφανθεί ultra petita».
24 Κατά το άρθρο 339, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κώδικα, εκδίδεται απόφαση ερήμην αν ο εναγόμενος δεν παρέστη στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση και δεν κατέθεσε προφορικές ή γραπτές παρατηρήσεις. Στην περίπτωση αυτή, οι πληροφορίες που γνωστοποιεί ο ενάγων λογίζονται ως αληθείς ισχυρισμοί στηριζόμενοι στα πραγματικά περιστατικά που αυτός παραθέτει στο δικόγραφο της αγωγής του ή στα υπομνήματά του που κοινοποιήθηκαν στον εναγόμενο πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εκτός αν δημιουργούν αμφιβολίες ή θεωρείται ότι αποσκοπούν την καταστρατήγηση του νόμου.
25 Οι διατάξεις της οδηγίας 2008/48 μεταφέρθηκαν στην πολωνική έννομη τάξη με τον ustawa o kredycie konsumenckim (νόμο περί καταναλωτικής πίστεως), της 12ης Μαΐου 2011, ενοποιημένο κείμενο, όπως τροποποιήθηκε (Dz. U. του 2016, θέση 1528) (στο εξής: νόμος περί καταναλωτικής πίστεως). Το άρθρο 41 του νόμου αυτού προβλέπει τα εξής:
«l. To γραμμάτιο εις διαταγήν [...] καταναλωτή που παραδίδεται στον πιστωτικό φορέα προς εκπλήρωση ή εξασφάλιση παροχής η οποία απορρέει από σύμβαση καταναλωτικής πίστης πρέπει να περιέχει τη ρήτρα “όχι εις διαταγήν” ή άλλη ρήτρα με το ίδιο περιεχόμενο.
2. Εάν ο πιστωτικός φορέας δεχθεί γραμμάτιο [...] που δεν περιέχει τη ρήτρα “όχι εις διαταγήν” και εάν το γραμμάτιο αυτό μεταβιβαστεί [...] σε άλλο πρόσωπο, ο πιστωτικός φορέας υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που υφίσταται ο καταναλωτής διά της πληρωμής του γραμματίου [...]
3. Η διάταξη της παραγράφου 2 έχει εφαρμογή και στην περίπτωση κατά την οποία το γραμμάτιο ή η επιταγή περιήλθε στην κατοχή άλλου προσώπου ενάντια στη βούληση του πιστωτή.
[...]»
Η υπόθεση C‑419/18
26 Η Profi Credit Polska είναι εταιρία εγκατεστημένη στην Πολωνία, καταστατικός σκοπός της οποίας είναι η χορήγηση δανείων. Η εταιρία αυτή συνήψε με καθέναν από τους οφειλέτες συμβάσεις καταναλωτικής πίστεως, η δε εξόφληση των σχετικών απαιτήσεων εξασφαλιζόταν με ατελώς συμπληρωμένο γραμμάτιο εις διαταγήν καλούμενο «γραμμάτιο εις διαταγήν εν λευκώ», στο οποίο δεν αναγραφόταν αρχικά κανένα ποσό. Λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους των δανειοληπτών, η Profi Credit Polska, που είναι επίσης ο δικαιούχος των εν λόγω γραμματίων, συμπλήρωσε τα γραμμάτια αυτά αναγράφοντας ένα ποσό.
27 Η Profi Credit Polska έχει υποβάλει από το 2016, ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, πλείονα αιτήματα για την καταβολή των ποσών που αναγράφονταν στα εν λόγω γραμμάτια εις διαταγήν.
28 Το δικαστήριο αυτό εκθέτει ότι, σε όλες τις εκκρεμείς ενώπιόν του διαφορές, η ενάγουσα ζητεί την εξόφληση των απαιτήσεών της αποκλειστικώς βάσει γραμματίων εις διαταγήν (στο εξής: σχέση εκ του αξιογράφου). Δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε τις δανειακές συμβάσεις, μόνο στην πρώτη από τις διαφορές των κυρίων δικών έχει το ως άνω δικαστήριο στη διάθεσή του, χάρη σε έναν εναγόμενο, τη σύμβαση που αποτελεί τη βάση του δικαιώματος εκ του αξιογράφου (στο εξής: βασική σχέση). Στις λοιπές υποθέσεις, οι εναγόμενοι δεν εκφράστηκαν σχετικά. Κατά συνέπεια, το ως άνω δικαστήριο αποφάσισε να μη δεχθεί το αίτημα της ενάγουσας να εκδικάσει τις υποθέσεις με τη διαδικασία της διαταγής πληρωμής, αλλά να ακολουθήσει τη συνήθη διαδικασία.
29 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, πρώτον, αν, σύμφωνα με τις οδηγίες 93/13 και 2008/48, επαγγελματίας που ενεργεί ως δανειστής σε σύμβαση δανείου μπορεί νομίμως να ζητήσει, προς εξασφάλιση της εξοφλήσεως απαιτήσεως που προκύπτει από σύμβαση καταναλωτικής πίστεως, έναντι ενός δανειολήπτη-καταναλωτή γραμμάτιο εις διαταγήν εν λευκώ εκ μέρους του τελευταίου.
30 Το δικαστήριο αυτό διευκρινίζει ότι με την έκδοση γραμματίου εις διαταγήν δημιουργείται μια αφηρημένη υποχρέωση. Από την εθνική ρύθμιση προκύπτει ότι, σε περίπτωση αγωγής προς πληρωμή στηριζόμενης σε γραμμάτιο εις διαταγήν, η έκταση του δικαστικού ελέγχου περιορίζεται στη σχέση εκ του αξιογράφου και δεν μπορεί να επεκταθεί στη βασική σχέση που αποτελεί την αιτία της σχέσεως εκ του αξιογράφου. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, η έλλειψη δυνατότητας αυτεπάγγελτης εξέτασης του αν μπορούν να κριθούν καταχρηστικές οι ρήτρες της συμβάσεως που αποτελεί τη βασική έννομη σχέση στην οποία στηρίζεται η υποχρέωση εκ του αξιογράφου δεν προκύπτει από διαδικαστικούς περιορισμούς, αλλά μόνον από την ειδική αποδεικτική ισχύ του γραμματίου εις διαταγήν ως τίτλου που ενσωματώνει την υποχρέωση του οφειλέτη.
31 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τα άρθρα 10 και 103 του νόμου περί αξιογράφων, το γραμμάτιο εις διαταγήν εν λευκώ προϋποθέτει πάντοτε τη σύναψη μεταξύ εκδότη και δικαιούχου συμφωνίας διευκρινίζουσας τον τρόπο συμπληρώσεως του γραμματίου εις διαταγήν (στο εξής: συμφωνία περί του αξιογράφου). Κατά την εθνική νομολογία, η συμφωνία αυτή έχει ως αποτέλεσμα «τη δημιουργία υπέρ του οφειλέτη δικαιώματος να αντιτάξει» στον πρώτο δανειστή «ότι δεν συμπλήρωσε το γραμμάτιο εις διαταγήν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, πράγμα το οποίο εμφαίνει, ειδικότερα, εξασθένιση του αφηρημένου χαρακτήρα του γραμματίου εις διαταγήν».
32 Ως εκ τούτου, κατά το ως άνω δικαστήριο, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο που επιλαμβάνεται διαφορών όπως αυτών των κυρίων δικών μπορεί να εξακριβώσει αν το γραμμάτιο εις διαταγήν συμπληρώθηκε σύμφωνα με τη συναφθείσα συμφωνία μόνον εφόσον ο οφειλέτης προβάλει σχετική ένσταση. Κατά συνέπεια, στις σχετικές με αξιόγραφα διαδικασίες, το εθνικό δικαστήριο δεν έχει νομική βάση για να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη βασική έννομη σχέση, εκτός αν ο εναγόμενος προβάλει ενστάσεις, πράγμα το οποίο έχει ως συνέπεια τη διεύρυνση της διαφοράς κατά τρόπον ώστε να περιλαμβάνει επίσης τη βασική σχέση.
33 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται επί της εκτάσεως των εξουσιών του σε αγωγή με χρηματικό αίτημα, ασκούμενη από επαγγελματία κατά καταναλωτή βάσει γραμματίου εις διαταγήν. Συγκεκριμένα, κατόπιν της νομολογίας του Δικαστηρίου περί των εξουσιών και των υποχρεώσεων του εθνικού δικαστηρίου που εκδικάζει διαφορές εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13, ιδίως περί της υποχρεώσεως αυτεπάγγελτης εξετάσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περιλαμβανόμενης σε σύμβαση που έχει τεθεί στην κρίση του, το δικαστήριο αυτό επιθυμεί να πληροφορηθεί αν η ως άνω νομολογία είναι επίσης εφαρμοστέα στις ρήτρες συμβάσεως συναφθείσας από καταναλωτή στο πλαίσιο διαφοράς όπου ο επαγγελματίας επιδιώκει την εξόφληση της απαιτήσεώς του βάσει γραμματίου εις διαταγήν εν λευκώ, το οποίο συνιστά εξασφάλιση της εν λόγω απαιτήσεως. Οι αμφιβολίες του εν λόγω δικαστηρίου αφορούν επίσης τις συνέπειες μιας τέτοιας εξετάσεως έναντι της αρχής της διεξαγωγής της δίκης βάσει των αιτημάτων των διαδίκων, όπως αυτή εκτίθεται στο άρθρο 321, παράγραφος 1, του KPC, κατά το οποίο το δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επί αιτήματος μη περιλαμβανομένου στην αγωγή ούτε να αποφανθεί ultra petita.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Rejonowy dla Warszawy Pragi-Południe w Warszawie (πρωτοβάθμιο δικαστήριο Βαρσοβίας, περιφέρεια Βαρσοβίας Praga-νότιου τομέα, Πολωνία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντίκεινται το άρθρο 3, παράγραφος 1, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας [93/13], καθώς και η οδηγία [2008/48], ιδίως τα άρθρα 10, 14, 17, παράγραφος 1, και 19 της οδηγίας αυτής, σε εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την εξασφάλιση απαιτήσεως επαγγελματία πιστωτικού φορέα έναντι δανειολήπτη που είναι καταναλωτής, μέσω ατελούς (εν λευκώ) εκδόσεως γραμματίου εις διαταγήν;
2) Έχουν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας [93/13] την έννοια ότι επιβάλλουν στο δικαστήριο το οποίο καλείται να κρίνει υπόθεση με αντικείμενο που άπτεται του πρώτου ερωτήματος την υποχρέωση να εξετάζει αυτεπαγγέλτως εάν οι όροι της συμβάσεως που αφορά την υποκείμενη σχέση [στην οποία στηρίζεται η] έκδοση γραμματίου περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες και μάλιστα ακόμη και στην περίπτωση που ο ενάγων επαγγελματίας στηρίζει την απαίτησή του αποκλειστικά στη σχέση από το γραμμάτιο;»
Η υπόθεση C‑483/18
35 Η επίμαχη στην κύρια δίκη διαφορά μεταξύ Profi Credit Polska και OH αφορά περιστάσεις παρόμοιες με εκείνες της υποθέσεως C‑419/18.
36 Με απόφασή του της 15ης Μαΐου 2017, το Sąd Rejonowy w Opolu (περιφερειακό δικαστήριο του Opole, Πολωνία) απέρριψε την αγωγή που άσκησε η Profi Credit Polska κατά του OH με αντικείμενο την καταβολή ποσού 9 494,21 ζλότυ Πολωνίας (PLN) (περίπου 2 211,69 ευρώ).
37 Μολονότι πληρούνταν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση αποφάσεως ερήμην, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της Profi Credit Polska λόγω των αμφιβολιών όσον αφορά το πραγματικό περιεχόμενο της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων συμβατικής σχέσεως, με το σκεπτικό ότι δεν ήταν σε θέση να εξετάσει τις ρήτρες της δανειακής συμβάσεως. Συγκεκριμένα, ενώ το ως άνω δικαστήριο είχε ζητήσει από την Profi Credit Polska να προσκομίσει τη συμφωνία περί του αξιογράφου καθώς και τη δανειακή σύμβαση, η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό. Εξάλλου, από άλλες τυποποιημένες συμβάσεις συναφθείσες από την εταιρία αυτή προκύπτει ότι υφίστατο σημαντική διαφορά μεταξύ του ποσού του δανείου και του ζητούμενου ποσού.
38 Η Profi Credit Polska, εκτιμώντας ότι, για να εισπράξει γραμμάτιο εις διαταγήν, ήταν υποχρεωμένη μόνο να το εμφανίσει δεόντως συμπληρωμένο και υπογεγραμμένο, άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.
39 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν δικαστήριο επιληφθέν αγωγής ασκηθείσας από επαγγελματία (στο εξής: δικαιούχος), στηριζόμενης σε γραμμάτιο εις διαταγήν και στρεφόμενης κατά καταναλωτή, μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τις αιτιάσεις ως προς τη βασική σχέση, όταν έχει πληροφορίες σχετικές με ενδεχόμενη παρατυπία της εν λόγω σχέσεως, χωρίς ωστόσο να έχει στη διάθεσή του τη σύμβαση καταναλωτικής πίστεως. Αφού υπενθύμισε ότι, σε περίπτωση γραμματίου εις διαταγήν εν λευκώ, η εθνική νομολογία δίδει ιδιαίτερη σημασία στη συμφωνία περί του αξιογράφου, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η υποχρέωση εκ του αξιογράφου απορρέει από τη σύμβαση αυτή, έστω και αν η υποχρέωση, καθώς και το αντίστοιχο δικαίωμα, γεννώνται μόνον αφού ο δικαιούχος συμπληρώσει το γραμμάτιο εις διαταγήν.
40 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sąd Okręgowy w Opolu, II Wydział Cywilny Odwoławczy (περιφερειακό δικαστήριο του Opole, 2ο τμήμα αστικών υποθέσεων, Πολωνία) αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν οι διατάξεις της οδηγίας [93/13], ειδικότερα το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, καθώς και οι διατάξεις της οδηγίας [2008/48], ειδικότερα το άρθρο 22, παράγραφος 3, την έννοια ότι αντιτίθενται σε ερμηνεία του άρθρου 10, σε συνδυασμό με το άρθρο 17, του νόμου περί [αξιογράφων] (prawo wekslowe), της 28ης Απριλίου 1936, κατά την οποία το δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως όταν, βάσει στοιχείων μη προερχόμενων από τους διαδίκους της υποθέσεως, σχηματίσει τη σταθερή και δικαιολογημένη πεποίθηση ότι η σύμβαση στην οποία στηρίζεται η βασική σχέση είναι τουλάχιστον εν μέρει άκυρη και ο ενάγων προβάλλει αξίωση από [γραμμάτιο εις διαταγήν εν λευκώ], ενώ ο εναγόμενος δεν προβάλλει ενστάσεις και παραλείπει να ενεργήσει;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
41 Πρέπει να σημειωθεί, καταρχάς, ότι η οδηγία 2008/48 δεν εναρμόνισε τη χρήση του γραμματίου εις διαταγήν προς εξασφάλιση απαιτήσεως προκύπτουσας από παροχή πιστώσεως σε καταναλωτή, οπότε το άρθρο 22 αυτής δεν έχει εφαρμογή σε περιστάσεις όπως αυτές των κυρίων δικών (πρβλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska, C‑176/17, EU:C:2018:711, σκέψεις 34 έως 37).
42 Περαιτέρω, το δικαίωμα υπαναχωρήσεως ή ο υπολογισμός του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου δεν αποτελούν αντικείμενο των διαφορών των κυρίων δικών, οπότε ούτε τα άρθρα 14 και 19 της οδηγίας αυτής έχουν εφαρμογή υπό τις συνθήκες αυτές.
43 Τέλος, ούτε το άρθρο 17 της εν λόγω οδηγίας είναι κρίσιμο εν προκειμένω, διότι τα προδικαστικά ερωτήματα δεν αφορούν τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων του δανειστή σε τρίτο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό.
44 Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι τα άρθρα 14, 17, 19 και 22 της οδηγίας 2008/48 δεν ασκούν επιρροή όσον αφορά τις διαφορές των κυρίων δικών, απάντηση στα υποβαλλόμενα ερωτήματα θα δοθεί μόνον υπό το πρίσμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθώς και του άρθρου 10 της οδηγίας 2008/48.
Επί του πρώτου ερωτήματος στην υπόθεση C‑419/18
45 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 3, παράγραφος 1, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 καθώς και το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/48 αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, που καθιστά δυνατή την εξασφάλιση απαιτήσεως προκύπτουσας από σύμβαση καταναλωτικής πίστεως, συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, μέσω γραμματίου εις διαταγήν εν λευκώ.
46 Εισαγωγικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, μεταξύ των πολιτικών της Ένωσης, η προστασία των καταναλωτών, οι οποίοι βρίσκονται σε πιο αδύναμη θέση σε σχέση με τους εμπόρους, καθόσον πρέπει να θεωρούνται κατά τεκμήριο λιγότερο ενημερωμένοι, ασθενέστεροι οικονομικά και με μικρότερη πείρα από νομικής απόψεως σε σύγκριση με τους αντισυμβαλλομένους τους, κατοχυρώνεται στο άρθρο 169 ΣΛΕΕ καθώς και στο άρθρο 38 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (απόφαση της 27ης Μαρτίου 2019, slewo, C‑681/17, EU:C:2019:255, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, τα αιτούντα δικαστήρια οφείλουν να μην εφαρμόζουν τις καταχρηστικές ρήτρες, ώστε αυτές να μην παράγουν δεσμευτικά αποτελέσματα έναντι του καταναλωτή, εκτός εάν αντιτίθεται σ’ αυτό ο καταναλωτής (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2019, Abanca Corporación Bancaria και Bankia, C‑70/17 και C‑179/17, EU:C:2019:250, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αφετέρου, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με την εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από επαγγελματία με καταναλωτές (απόφαση της 3ης Απριλίου 2019, Aqua Med, C‑266/18, EU:C:2019:282, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
48 Πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι, καίτοι η επίμαχη στις κύριες δίκες εθνική ρύθμιση επιτρέπει την έκδοση γραμματίου εις διαταγήν προς εξασφάλιση απαιτήσεως προκύπτουσας από σύμβαση καταναλωτικής πίστεως, η υποχρέωση εκδόσεως ενός τέτοιου γραμματίου απορρέει όχι από την εν λόγω ρύθμιση, αλλά από τις συναπτόμενες μεταξύ των μερών συμβάσεις πιστώσεως.
49 Υπογραμμίζεται, επίσης, ότι τα επίμαχα στις κύριες δίκες γραμμάτια εις διαταγήν παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα ως άνω γραμμάτια είναι αρχικώς ατελή, καθόσον έχουν εκδοθεί εν λευκώ, δηλαδή χωρίς να αναφέρεται σε αυτά κάποιο ποσό. Τα ποσά αναγράφονται αργότερα στα εν λόγω γραμμάτια εις διαταγήν από τον επαγγελματία, ενεργούντα μονομερώς.
50 Συναφώς, από τα άρθρα 10 και 101 του νόμου περί αξιογράφων προκύπτει ότι, καίτοι η μνεία του οφειλόμενου ποσού συνιστά, κανονικά, προϋπόθεση για την ισχύ του γραμματίου εις διαταγήν, είναι εντούτοις δυνατή η έκδοση γραμματίου εις διαταγήν εν λευκώ, υπό την προϋπόθεση ότι ο τρόπος με τον οποίο το γραμμάτιο αυτό θα συμπληρωθεί αργότερα κατά τρόπο σύννομο από τον δανειστή καθορίζεται με σχετική συμφωνία .
51 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, όμως, η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή σε ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως (αποφάσεις της 9ης Σεπτεμβρίου 2004, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑70/03, EU:C:2004:505, σκέψη 31, της 9ης Νοεμβρίου 2010, VB Pénzügyi Lízing, C‑137/08, EU:C:2010:659, σκέψη 50, καθώς και διάταξη της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Dumitraș, C‑534/15, EU:C:2016:700, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Καθόσον, αφενός, η ικανοποίηση απαιτήσεως που προκύπτει από σύμβαση καταναλωτικής πίστεως εξασφαλίζεται με συμβατικό όρο κατά τον οποίο απαιτείται η έκδοση γραμματίου εις διαταγήν εν λευκώ και, αφετέρου, η εθνική ρύθμιση απαιτεί τη σύναψη συμφωνίας περί του αξιογράφου, ο ως άνω συμβατικός όρος και η εν λόγω συμφωνία μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13.
53 Δεύτερον, η οδηγία 93/13 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν μηχανισμό που να διασφαλίζει ότι όσες συμβατικές ρήτρες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως μπορούν να ελέγχονται προκειμένου να διαπιστωθεί ο ενδεχόμενος καταχρηστικός τους χαρακτήρας. Στο πλαίσιο αυτό, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια του άρθρου 3, παράγραφος 1, και του άρθρου 5 της οδηγίας 93/13, εάν, με γνώμονα τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, η ρήτρα αυτή πληροί τις απαιτήσεις καλής πίστεως, ισορροπίας και διαφάνειας που θέτει η εν λόγω οδηγία (απόφαση της 26ης Μαρτίου 2019, Abanca Corporación Bancaria και Bankia, C‑70/17 και C‑179/17, EU:C:2019:250, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
54 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, ρήτρα συμβάσεως που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως λογίζεται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστεως, δημιουργεί, σε βάρος του καταναλωτή, σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
55 Κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν μια τέτοια ρήτρα μπορεί να χαρακτηριστεί «καταχρηστική», το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει αν ο επαγγελματίας, έχοντας συμβληθεί νομίμως και θεμιτώς με τον καταναλωτή, μπορούσε ευλόγως να αναμένει ότι ο καταναλωτής θα δεχθεί μια τέτοια ρήτρα κατόπιν ατομικής διαπραγματεύσεως (πρβλ. απόφαση της 14ης Μαρτίου 2013, Aziz, C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 69, καθώς και διάταξη της 22ας Φεβρουαρίου 2018, Lupean, C‑119/17, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:103, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
56 Σημειώνεται ακόμη ότι ούτε ο όρος που υποχρεώνει τον δανειολήπτη να εκδώσει γραμμάτιο εις διαταγήν εν λευκώ προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του δανειστή στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής ούτε η συμφωνία περί του αξιογράφου μπορούν να θεωρηθούν ότι αφορούν τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της συμβάσεως ή την αναλογικότητα μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13.
57 Εξάλλου, κατά την εκτίμηση του δυνητικά καταχρηστικού χαρακτήρα του ως άνω όρου και της συμφωνίας περί του αξιογράφου θα πρέπει να ληφθεί υπόψη τόσο η σχετική με τη σημαντική ανισορροπία απαίτηση όσο και η απαίτηση διαφάνειας που απορρέει από το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η πληροφόρηση, πριν από τη σύναψη συμβάσεως, σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειες της εν λόγω συνάψεως είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τους καταναλωτές. Βάσει ιδίως αυτής της πληροφορήσεως ο καταναλωτής αποφασίζει αν επιθυμεί να δεσμεύεται από τους όρους που έχει διατυπώσει προηγουμένως ο επαγγελματίας (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Gutiérrez Naranjo κ.λπ., C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980, σκέψη 50 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Επομένως, εθνικό δικαστήριο επιλαμβανόμενο διαφορών όπως αυτών των κυρίων δικών θα πρέπει να προσδιορίσει αν δόθηκαν στον καταναλωτή όλες οι πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν το περιεχόμενο των υποχρεώσεών του και οι οποίες θα του παρέχουν τη δυνατότητα να εκτιμήσει, ιδίως, τις διαδικαστικές συνέπειες της εξασφαλίσεως των αξιώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση καταναλωτικής πίστεως με γραμμάτιο εις διαταγήν εν λευκώ και τη δυνατότητα μεταγενέστερης ικανοποιήσεως της απαιτήσεως επί τη βάσει μόνον του γραμματίου αυτού. Στο πλαίσιο της εν λόγω εκτιμήσεως, και σύμφωνα με την εικοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/13, αποφασιστικής σημασίας στοιχείο αποτελεί το αν η επίμαχη συμβατική ρήτρα είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό και αν ο καταναλωτής είχε πράγματι την ευκαιρία να λάβει γνώση του περιεχομένου της.
59 Υπενθυμίζεται, ακόμη, ότι το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 έχει την έννοια ότι επιβάλλει σε εθνικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο διαφοράς σχετικής με απαιτήσεις απορρέουσες από σύμβαση πιστώσεως, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, να εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν έχει τηρηθεί η υποχρέωση ενημερώσεως την οποία προβλέπει η ως άνω διάταξη και να αντλεί όλες τις συνέπειες που επιφέρει, κατά το εθνικό δίκαιο, η παράβασή της, υπό τον όρο ότι οι κυρώσεις πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 23 της εν λόγω οδηγίας (απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová, C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 74).
60 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑419/18 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 3, παράγραφος 1, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία, προς εξασφάλιση απαιτήσεως προκύπτουσας από σύμβαση καταναλωτικής πίστεως, συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, παρέχει τη δυνατότητα να συμφωνηθεί στη σύμβαση η υποχρέωση του δανειολήπτη να εκδώσει γραμμάτιο εις διαταγήν εν λευκώ και η οποία εξαρτά το θεμιτό της εκδόσεως ενός τέτοιου γραμματίου από την προηγούμενη σύναψη συμφωνίας περί του αξιογράφου προσδιορίζουσας τον τρόπο με τον οποίο θα συμπληρωθεί το γραμμάτιο, με την επιφύλαξη ότι ο ως άνω όρος και η εν λόγω συμφωνία είναι σύμφωνοι προς τα άρθρα 3 και 5 της εν λόγω οδηγίας καθώς και προς το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/98, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
Επί του δευτέρου ερωτήματος στην υπόθεση C‑419/18 και επί του ερωτήματος στην υπόθεση C‑483/18
61 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑419/18 και με το ερώτημα στην υπόθεση C‑483/18, τα αιτούντα δικαστήρια ζητούν να διευκρινιστεί, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθώς και το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/48 έχουν την έννοια ότι, όταν, υπό περιστάσεις όπως αυτές των κυρίων δικών, εθνικό δικαστήριο διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες για το βάσιμο αγωγής στηριζόμενης σε γραμμάτιο εις διαταγήν εκδοθέν προς εξασφάλιση απαιτήσεως προκύπτουσας από σύμβαση καταναλωτικής πίστεως, γραμμάτιο το οποίο αρχικώς εκδόθηκε εν λευκώ από τον εκδότη και συμπληρώθηκε αργότερα από τον δικαιούχο, το ως άνω δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν οι συμφωνηθέντες μεταξύ των μερών όροι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και μπορεί, συναφώς, να απαιτήσει από τον επαγγελματία να προσκομίσει το έγγραφο που διαλαμβάνει τους όρους αυτούς, έτσι ώστε το εν λόγω δικαστήριο να είναι σε θέση να βεβαιωθεί ότι έχουν γίνει σεβαστά τα δικαιώματα που αντλούν οι καταναλωτές από τις ως άνω οδηγίες.
62 Εν προκειμένω, οι αμφιβολίες των αιτούντων δικαστηρίων αφορούν δύο διαφορετικές καταστάσεις, καθόσον, στην πρώτη διαφορά της κύριας δίκης στο πλαίσιο της υποθέσεως C‑419/18, το εθνικό δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τη σύμβαση καταναλωτικής πίστεως, ενώ στις άλλες διαφορές δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.
63 Στην ως άνω πρώτη περίπτωση, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, όταν το επιληφθέν δικαστήριο διαθέτει τα αναγκαία νομικά ή πραγματικά στοιχεία, υποχρεούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τις ρήτρες εκείνες οι οποίες ενδέχεται να είναι καταχρηστικές (πρβλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska, C‑176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
64 Στη δεύτερη περίπτωση, και όσον αφορά ιδίως τις διευκρινίσεις του αιτούντος δικαστηρίου στην υπόθεση C‑483/18, το οποίο εκθέτει ότι δεν διαθέτει μεν τη σύμβαση που συνδέει τους διαδίκους στη διαφορά της κύριας δίκης, έχει όμως λάβει γνώση του περιεχομένου άλλων συμβάσεων τις οποίες συνήθως συνάπτει ο επαγγελματίας, πρέπει να υπομνησθεί ότι, καίτοι η οδηγία 93/13, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής, έχει εφαρμογή στις ρήτρες που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως, πράγμα το οποίο περιλαμβάνει ιδίως τις τυποποιημένες συμβάσεις, δεν μπορεί εντούτοις να θεωρηθεί ότι ένα δικαστήριο «διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία», κατά την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας, απλώς και μόνον επειδή έχει γνώση ορισμένων υποδειγμάτων συμβάσεως που χρησιμοποιούνται από τον επαγγελματία, χωρίς το εν λόγω δικαστήριο να έχει στη διάθεσή του το έγγραφο το οποίο περιέχει τη σύμβαση που συνήψαν οι συμβαλλόμενοι στην εκκρεμή ενώπιόν του διαφορά (πρβλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska, C‑176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 47).
65 Συναφώς, η Πολωνική Κυβέρνηση εκθέτει ειδικότερα, στις παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν είναι σπάνιο η συμφωνία περί του αξιογράφου, μολονότι συνιστά σύμβαση διακριτή από τη σύμβαση δανείου, να μνημονεύεται στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής.
66 Εν πάση περιπτώσει, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διατάξει αυτεπαγγέλτως αποδείξεις προκειμένου να διαπιστώσει αν ρήτρα περιλαμβανόμενη στη συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή σύμβαση που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, σε περίπτωση που συμβαίνει κάτι τέτοιο, να εκτιμήσει τον δυνητικά καταχρηστικό χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας (αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 2010, VB Pénzügyi Lízing, C‑137/08, EU:C:2010:659, σκέψη 56, της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito, C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 44, και της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Banif Plus Bank, C‑472/11, EU:C:2013:88, σκέψη 24). Πράγματι, όταν δεν ασκείται αποτελεσματικός έλεγχος του δυνητικά καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών της οικείας σύμβασης, δεν μπορεί να διασφαλιστεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων που παρέχει η οδηγία 93/13 (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2018, Profi Credit Polska, C‑176/17, EU:C:2018:711, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
67 Επομένως, όταν εθνικό δικαστήριο επιλαμβάνεται αγωγής στηριζόμενης σε γραμμάτιο εις διαταγήν το οποίο εκδόθηκε αρχικώς εν λευκώ και συμπληρώθηκε αργότερα, προς εξασφάλιση απαιτήσεως προκύπτουσας από σύμβαση καταναλωτικής πίστεως –αγωγής σε σχέση με το βάσιμο της οποίας το δικαστήριο αυτό διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες– το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 επιτάσσουν να μπορεί το εν λόγω δικαστήριο να απαιτήσει την προσκόμιση των εγγράφων στα οποία στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, περιλαμβανομένης της συμφωνίας περί του αξιογράφου, όταν η συμφωνία αυτή αποτελεί, κατά την εθνική ρύθμιση, αναγκαία προϋπόθεση εκδόσεως τέτοιου γραμματίου εις διαταγήν.
68 Πρέπει να υπογραμμιστεί, ακόμη, ότι οι ανωτέρω παρατηρήσεις δεν αντιβαίνουν προς την αρχή της διεξαγωγής της δίκης βάσει των αιτημάτων των διαδίκων, στην οποία αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο. Πράγματι, το γεγονός ότι ένα εθνικό δικαστήριο απαιτεί από τον ενάγοντα να γνωστοποιήσει το περιεχόμενο του εγγράφου ή των εγγράφων στα οποία στηρίζεται η αγωγή του αφορά απλώς το σχετικό με τη διεξαγωγή αποδείξεων στάδιο της δίκης, καθόσον με το αίτημα αυτό επιδιώκεται μόνο να βεβαιωθεί το δικαστήριο για το έρεισμα της αγωγής.
69 Όσον αφορά το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48, όταν εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως παράβαση της εν λόγω διατάξεως, υποχρεούται να συναγάγει όλες τις συνέπειες που έχει κατά το εθνικό δίκαιο η παράβαση αυτή, χωρίς να αναμείνει την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον καταναλωτή, υπό την επιφύλαξη της τήρησης της αρχής της αντιμωλίας (πρβλ. απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová, C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
70 Το εθνικό δικαστήριο, αφού βεβαιωθεί, βάσει των πραγματικών και νομικών στοιχείων που διαθέτει ή που του γνωστοποιήθηκαν κατόπιν διεξαγωγής αποδείξεων την οποία διέταξε αυτεπαγγέλτως προς τούτο, ότι μια ρήτρα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, αν διαπιστώσει ότι η ρήτρα αυτή έχει καταχρηστικό χαρακτήρα, οφείλει, κατά κανόνα, να ενημερώσει σχετικώς τους διαδίκους και να τους καλέσει να συζητήσουν επ’ αυτής κατ’ αντιμωλίαν σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπει συναφώς το εθνικό δικονομικό δίκαιο (απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Banif Plus Bank, C‑472/11, EU:C:2013:88, σκέψη 31).
71 Εν προκειμένω, κατά την Πολωνική Κυβέρνηση, το άρθρο 10 του νόμου περί αξιογράφων δεν εμποδίζει το εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει ότι απαίτηση στηριζόμενη σε γραμμάτιο εις διαταγήν δεν υφίσταται όσον αφορά το ποσό που υπερβαίνει εκείνο το οποίο προκύπτει από τη συμφωνία περί του αξιογράφου. Το δικαστήριο αυτό μπορεί να καταλήξει σε μια τέτοια διαπίστωση όχι μόνον κατόπιν σχετικής αιτιάσεως του καταναλωτή, αλλά και, αυτεπαγγέλτως, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας του Δικαστηρίου στον τομέα αυτό. Ομοίως, δεδομένου ότι η συμφωνία περί του αξιογράφου συνιστά προϋπόθεση της εκδόσεως γραμματίου εις διαταγήν εν λευκώ το οποίο συμπληρώνεται αργότερα, ο λόγος υπάρξεώς της έγκειται ακριβώς στην προβλεπόμενη από τη συμφωνία δυνατότητα ελέγχου της χρήσεως του είδους αυτού αξιογράφου και του ποσού που αναγράφεται στη συνέχεια στο εν λόγω αξιόγραφο.
72 Ωστόσο, τα αιτούντα δικαστήρια επισημαίνουν ότι μπορούν να ελέγχουν αν γραμμάτιο εις διαταγήν συμπληρώθηκε σύμφωνα με τη συναφθείσα συμφωνία μόνον αν προβληθεί σχετική ένσταση από τον οφειλέτη.
73 Επιβάλλεται, συναφώς, να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα προς επίτευξη του επιδιωκομένου με οδηγία αποτελέσματος συνιστά επιτακτική υποχρέωση η οποία επιβάλλεται τόσο από το άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ όσο και από την ίδια την οδηγία. Αυτή την υποχρέωση λήψης κάθε γενικού ή ειδικού μέτρου υπέχουν όλες οι αρχές των κρατών μελών, περιλαμβανομένων των δικαιοδοτικών οργάνων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους (απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová, C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 76 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
74 Εν προκειμένω, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξετάσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα ορισμένων ρητρών και της υπάρξεως υποχρεωτικών πληροφοριακών στοιχείων σε σύμβαση πιστώσεως συνιστά διαδικαστικό κανόνα που δεσμεύει τα δικαιοδοτικά όργανα (απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová, C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
75 Ως εκ τούτου, τα εθνικά δικαστήρια, κατά την εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου, οφείλουν να το ερμηνεύουν κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οικείας οδηγίας προκειμένου να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με την οδηγία αυτή (απόφαση της 21ης Απριλίου 2016, Radlinger και Radlingerová, C‑377/14, EU:C:2016:283, σκέψη 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
76 Στο πλαίσιο αυτό, από τη νομολογία του Δικαστηρίου απορρέει ότι τα εθνικά δικαστήρια, όταν δεν έχουν την εξουσία να προβούν σε ερμηνεία και σε εφαρμογή της εθνικής ρύθμισης σύμφωνη προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 93/13, υποχρεούνται να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως αν οι όροι που έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους οι συμβαλλόμενοι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης διάταξη ή εθνική νομολογία (πρβλ. αποφάσεις της 4ης Ιουνίου 2009, Pannon GSM, C‑243/08, EU:C:2009:350, σκέψεις 32, 34 και 35, της 14ης Ιουνίου 2012, Banco Español de Crédito, C‑618/10, EU:C:2012:349, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Finanmadrid EFC, C‑49/14, EU:C:2016:98, σκέψη 46).
77 Επομένως, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην υπόθεση C‑419/18 και στο υποβαλλόμενο ερώτημα στην υπόθεση C‑483/18 πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθώς και το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 έχουν την έννοια ότι, όταν, υπό περιστάσεις όπως αυτές των κυρίων δικών, εθνικό δικαστήριο διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες περί του βασίμου αγωγής στηριζόμενης σε γραμμάτιο εις διαταγήν εκδοθέν προς εξασφάλιση απαιτήσεως προκύπτουσας από σύμβαση καταναλωτικής πίστεως, γραμμάτιο το οποίο αρχικώς εκδόθηκε εν λευκώ από τον εκδότη και συμπληρώθηκε αργότερα από τον δικαιούχο, το ως άνω δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν οι όροι που συμφώνησαν μεταξύ τους οι συμβαλλόμενοι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και μπορεί, συναφώς, να απαιτήσει από τον επαγγελματία να προσκομίσει το έγγραφο που περιέχει τους όρους αυτούς, ώστε το ως άνω δικαστήριο να είναι σε θέση να βεβαιωθεί ότι έχουν γίνει σεβαστά τα δικαιώματα που αντλούν οι καταναλωτές από τις εν λόγω οδηγίες.
Επί των δικαστικών εξόδων
78 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κυρίων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 3, παράγραφος 1, το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, δεν αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία, προς εξασφάλιση απαιτήσεως προκύπτουσας από σύμβαση καταναλωτικής πίστεως, συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, παρέχει τη δυνατότητα να συμφωνηθεί στη σύμβαση η υποχρέωση του δανειολήπτη να εκδώσει γραμμάτιο εις διαταγήν εν λευκώ και η οποία εξαρτά το θεμιτό της εκδόσεως ενός τέτοιου γραμματίου από την προηγούμενη σύναψη συμφωνίας περί του αξιογράφου προσδιορίζουσας τον τρόπο με τον οποίο θα συμπληρωθεί το γραμμάτιο, με την επιφύλαξη ότι ο ως άνω όρος και η εν λόγω συμφωνία είναι σύμφωνοι προς τα άρθρα 3 και 5 της εν λόγω οδηγίας καθώς και προς το άρθρο 10 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, πράγμα το οποίο εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.
2) Το άρθρο 6, παράγραφος 1, και το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, καθώς και το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 έχουν την έννοια ότι, όταν, υπό περιστάσεις όπως αυτές των κυρίων δικών, εθνικό δικαστήριο διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες περί του βασίμου αγωγής στηριζόμενης σε γραμμάτιο εις διαταγήν εκδοθέν προς εξασφάλιση απαιτήσεως προκύπτουσας από σύμβαση καταναλωτικής πίστεως, γραμμάτιο το οποίο αρχικώς εκδόθηκε εν λευκώ από τον εκδότη και συμπληρώθηκε αργότερα από τον δικαιούχο, το ως άνω δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν οι όροι που συμφώνησαν μεταξύ τους οι συμβαλλόμενοι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και μπορεί, συναφώς, να απαιτήσει από τον επαγγελματία να προσκομίσει το έγγραφο που περιέχει τους όρους αυτούς, ώστε το ως άνω δικαστήριο να είναι σε θέση να βεβαιωθεί ότι έχουν γίνει σεβαστά τα δικαιώματα που αντλούν οι καταναλωτές από τις εν λόγω οδηγίες.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική.