Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)
της 29ης Ιουλίου 2019 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Ντάμπινγκ – Επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ σε ορισμένα προϊόντα καταγωγής Κίνας – Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/1429 – Κανονισμός (ΕΚ) 1225/2009 – Άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ – Κανονική αξία – Καθορισμός με βάση την τιμή σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς – Επιλογή της κατάλληλης τρίτης χώρας – Τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς που εμπλέκεται στην ίδια έρευνα – Προσαρμογές»
Στην υπόθεση C-436/18 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 2 Ιουλίου 2018,
Shanxi Taigang Stainless Steel Co. Ltd, με έδρα το Taiyuan (Κίνα), εκπροσωπούμενη από τους E. Vermulst και J. Cornelis, advocaten,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J.-F. Brakeland και A. Demeneix,
καθής πρωτοδίκως,
Eurofer, Association Européenne de l’Acier, ASBL, με έδρα το Λουξεμβούργο (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενη από τον J. Killick, barrister, και τις G. Forwood και C. Van Haute, avocates,
παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, E. Juhász και M. Ilešič, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτηση αναιρέσεως, η Shanxi Taigang Stainless Steel Co. Ltd ζητεί την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 23ης Απριλίου 2018, Shanxi Taigang Stainless Steel κατά Επιτροπής (T-675/15, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2018:209), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα τη μερική ακύρωση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/1429 της Επιτροπής, της 26ης Αυγούστου 2015, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές πλατέων προϊόντων ψυχρής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ταϊβάν (ΕΕ 2015, L 224, σ. 10, στο εξής: επίδικος κανονισμός).
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 2, με τίτλο «Καθορισμός του ντάμπινγκ», του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 2009, L 343, σ. 51, και διορθωτικό στην ΕΕ 2010, L 7, σ. 22, στο εξής: βασικός κανονισμός), όριζε τα εξής στις παραγράφους 7 και 10 τα εξής:
«7.
α) Στην περίπτωση εισαγωγών από χώρες χωρίς οικονομία αγοράς, η κανονική αξία καθορίζεται με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, ή την τιμή από αυτή την τρίτη χώρα προς άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Κοινότητας, ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, πάνω σε κάθε άλλη λογική βάση, συμπεριλαμβανομένης της τιμής που έχει πράγματι πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθεί στην Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν, δεόντως προσαρμοσμένης αν χρειάζεται ώστε να συμπεριλαμβάνει ένα εύλογο περιθώριο κέρδους.
Μία κατάλληλη τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς θα επιλέγεται με εύλογο τρόπο, αφού ληφθεί δεόντως υπόψη κάθε αξιόπιστη πληροφορία διαθέσιμη κατά τη στιγμή της επιλογής. Επίσης θα λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές προθεσμίες· όπου είναι σκόπιμο, θα χρησιμοποιείται μία τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς η οποία εμπλέκεται στην ίδια έρευνα.
[...]
β) Στις έρευνες αντιντάμπινγκ για εισαγωγές από [...] οποιαδήποτε χώρα χωρίς οικονομία της αγοράς που είναι μέλος του [Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ)] κατά την ημερομηνία έναρξης της έρευνας, η κανονική αξία καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 6, εάν αποδεικνύεται, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς που θα υποβάλουν ένας ή περισσότεροι παραγωγοί που υπόκεινται στην έρευνα και με βάση τα κριτήρια και τις διαδικασίες που περιλαμβάνονται στο στοιχείο γʹ, ότι υπόκεινται σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς όσον αφορά την κατασκευή και την πώληση του οικείου ομοειδούς προϊόντος. Άλλως εφαρμόζονται οι κανόνες που καθορίζονται στο στοιχείο αʹ.
[...]
10. Μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας διεξάγεται δίκαιη σύγκριση. Η σύγκριση αυτή αφορά το ίδιο στάδιο εμπορίας και πωλήσεις πραγματοποιηθείσες σε ημερομηνίες όσο το δυνατόν εγγύτερες, λαμβάνονται δε δεόντως υπόψη άλλες διαφορές που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών. Όταν η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής που διαμορφώνεται δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις σύγκρισης, πραγματοποιούνται προσαρμογές για κάθε περίπτωση, με βάση τα ατομικά της στοιχεία προκειμένου να ληφθούν δεόντως υπόψη διαφορές των παραγόντων για τους οποίους προβάλλεται ο ισχυρ[ισμ]ός και αποδεικνύεται ότι επηρεάζουν τις τιμές και, κατ’ επέκταση, τη συγκρισιμότητα των τιμών. [...]»
Το ιστορικό της διαφοράς
3 Η προσφεύγουσα είναι κινεζική εταιρία δραστηριοποιούμενη κυρίως στην αγορά παραγωγής και διανομής προϊόντων χάλυβα, ιδίως πλατέων προϊόντων ψυχρής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα.
4 Κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε στις 13 Μαΐου 2014 από τη Eurofer, Association européenne de l’acier, ASBL (στο εξής: Eurofer), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε, στις 26 Ιουνίου 2014, ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με εισαγωγές πλατέων προϊόντων ψυχρής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ταϊβάν (ΕΕ 2014, C 196, σ. 9).
5 Η έρευνα για την ύπαρξη ντάμπινγκ και ζημίας εις βάρος της βιομηχανίας της Ένωσης αφορούσε το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 2013. Η εξέταση των κρίσιμων για την εκτίμηση της εν λόγω ζημίας εξελίξεων αφορούσε το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2010 έως 31 Δεκεμβρίου 2013.
6 Για τους σκοπούς καθορισμού του ντάμπινγκ και της ύπαρξης ζημίας η ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας προέβλεπε δειγματοληψία μεταξύ των παραγωγών-εξαγωγέων της Κίνας και της Ταϊβάν καθώς και μεταξύ των παραγωγών της Ένωσης. Η αναιρεσείουσα επελέγη προκειμένου να περιληφθεί στο δείγμα το οποίο διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της έρευνας και περιλάμβανε τέσσερις Κινέζους παραγωγούς-εξαγωγείς.
7 Με την ανακοίνωση για την έναρξη της διαδικασίας η Επιτροπή ενημέρωσε τα ενδιαφερόμενα μέρη ότι επρόκειτο να προτείνει τις ΗΠΑ ως κατάλληλη τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού (στο εξής: ανάλογη χώρα). Κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους συναφώς, επισήμανε δε ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της, οι άλλες χώρες με οικονομία αγοράς που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά την επιλογή της ανάλογης χώρας ήταν η Δημοκρατία της Ινδίας, η Δημοκρατία της Νότιας Αφρικής, η Δημοκρατία της Κορέας και η Ταϊβάν.
8 Η αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε αίτηση αναγνώρισής της ως εταιρίας που λειτουργεί υπό καθεστώς οικονομίας αγοράς (στο εξής: ΚΟΑ), δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού. Στις 6 Ιουλίου 2014 υπέβαλε τις παρατηρήσεις της σχετικά με την επιλογή της ανάλογης χώρας, εκτιμώντας ότι οι ΗΠΑ συνιστούσαν ακατάλληλη επιλογή και προτείνοντας να χρησιμοποιηθεί η Ταϊβάν. Στις 13 Φεβρουαρίου 2015, κατόπιν αιτήματός της, έτυχε ακρόασης από την Επιτροπή.
9 Στις 24 Μαρτίου 2015 το εν λόγω θεσμικό όργανο εξέδωσε τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/501, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές πλατέων προϊόντων ψυχρής έλασης από ανοξείδωτο χάλυβα καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ταϊβάν (ΕΕ 2015, L 79, σ. 23). Ο εν λόγω κανονισμός επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 24,3 % στις εξαγωγές των εν λόγω προϊόντων από την αναιρεσείουσα προς την Ένωση για διάστημα έξι μηνών, αρχής γενομένης από τις 26 Μαρτίου 2015.
10 Στις 26 Αυγούστου 2015, κατόπιν ανταλλαγής πολλών εγγράφων με την αναιρεσείουσα, στη διάρκεια της οποίας αυτή επανέλαβε τις αντιρρήσεις της ως προς την επιλογή των ΗΠΑ, αντί της Ταϊβάν, ως ανάλογης χώρας, η Επιτροπή εξέδωσε τον επίδικο κανονισμό, ο οποίος τροποποίησε τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/501 και επέβαλε δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 24,4 % στις εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων παραγωγής της αναιρεσείουσας στην Ένωση.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
11 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 20 Νοεμβρίου 2015 στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα τη μερική ακύρωση του επίδικου κανονισμού.
12 Με διάταξη της 19ης Ιουλίου 2016 ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε στη Eurofer να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
13 Προς στήριξη της προσφυγής της η αναιρεσείουσα προέβαλε τρεις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο της λόγο ακυρώσεως, που αφορά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε κυρίως ότι η Επιτροπή παρέβη τη διάταξη αυτή, επιλέγοντας τις ΗΠΑ και όχι την Ταϊβάν ως ανάλογη χώρα, και, επικουρικώς, ότι η Επιτροπή παρέλειψε, κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας κατ’ εφαρμογήν της διάταξης αυτής, να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που σχετίζονται με τη διαδικασία παραγωγής και την πρόσβαση στις πρώτες ύλες. Με τον δεύτερό της λόγο ακυρώσεως η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες προσαρμογές για να ληφθεί υπόψη το κόστος εσωτερικής μεταφοράς ενός από τους παραγωγούς-εξαγωγείς των ΗΠΑ, παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 10, του εν λόγω κανονισμού. Με τον τρίτο της λόγο ακυρώσεως, ο οποίος χωρίζεται σε δύο σκέλη, η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 3, παράγραφοι 2, 6 και 7, του εν λόγω κανονισμού, αφενός, όσον αφορά την εκτίμηση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των εισαγωγών καταγωγής Κίνας και Ταϊβάν και της επίπτωσής τους στη βιομηχανία της Ένωσης και, αφετέρου, αποδίδοντας στις εισαγωγές αυτές την προκληθείσα ζημία εις βάρος της εν λόγω βιομηχανίας.
14 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε καθέναν από τους λόγους ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, την προσφυγή στο σύνολό της.
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
15 Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο, κυρίως:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
– να ακυρώσει τον επίδικο κανονισμό κατά το μέρος που την αφορά, και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής καθώς και της πρωτοβάθμιας διαδικασίας.
16 Επικουρικώς, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο και να επιφυλαχθεί ως προς τα έξοδα.
17 Η Επιτροπή και η Eurofer ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αίτησης αναιρέσεως
18 Προς στήριξη της αίτησής της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται δύο λόγους αναιρέσεως που αφορούν εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
19 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι στις σκέψεις 34 έως 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού, όσον αφορά την επιλογή της ανάλογης χώρας.
20 Προς στήριξη αυτού του λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι από το γράμμα της εν λόγω διάταξης, κατά την οποία, «όπου είναι σκόπιμο, θα χρησιμοποιείται μία τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς η οποία εμπλέκεται στην ίδια έρευνα», προκύπτει σαφώς η υποχρέωση της Επιτροπής να επιλέξει, ως ανάλογη χώρα, χώρα εμπλεκόμενη στην ίδια έρευνα αντιντάμπινγκ, εφόσον υπάρχει τέτοια χώρα, με μόνη εξαίρεση, η οποία εισάγεται με τη φράση «όπου είναι σκόπιμο», την περίπτωση στην οποία η χώρα αυτή δεν είναι κατάλληλη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η Επιτροπή θα πρέπει να διαπιστώσει ότι η συγκεκριμένη χώρα δεν είναι κατάλληλη και να εκθέσει τη σχετική αιτιολογία. Αντιθέτως, από τη διάταξη αυτή δεν προκύπτει ότι, για να χρησιμοποιηθεί ως ανάλογη χώρα, ορισμένη χώρα η οποία εμπλέκεται στην ίδια έρευνα θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι η «πλέον» κατάλληλη χώρα οσάκις υπάρχει η δυνατότητα άλλων λύσεων.
21 Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο προέβη στην ερμηνεία αυτή, καταλήγοντας, στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι ορθώς η Επιτροπή διενήργησε συγκριτική ανάλυση μεταξύ των ΗΠΑ και της Ταϊβάν προκειμένου να καθορίσει την πλέον κατάλληλη, μεταξύ των δύο, ανάλογη χώρα, μολονότι η Ταϊβάν, εν αντιθέσει προς τις ΗΠΑ, εμπλεκόταν στην ίδια έρευνα με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.
22 Εκτιμώντας κατ’ ουσίαν ότι, οσάκις υπάρχει η δυνατότητα άλλων λύσεων, τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς η οποία εμπλέκεται στην ίδια έρευνα χρησιμοποιείται εφόσον είναι η πλέον κατάλληλη χώρα, το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, προσέθεσε, κατά την αναιρεσείουσα, στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού, επιπλέον προϋπόθεση η οποία δεν περιλαμβάνεται στο γράμμα της εν λόγω διάταξης, όπερ είναι νομικώς ανεπίτρεπτο, όπως προκύπτει από την έκθεση του δευτεροβάθμιου οργάνου επιλύσεως διαφορών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), της 6ης Οκτωβρίου 2016, στην υπόθεση «Ευρωπαϊκή Ένωση – Μέτρα αντιντάμπινγκ για το βιοντίζελ από την Αργεντινή» (WT/DS 473/AB/R, σημείο 6.30). Αφετέρου, η ερμηνεία στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο καθιστά την εν λόγω διάταξη κενή περιεχομένου, διότι η προβλεπόμενη σε αυτή νομική υποχρέωση χρησιμοποίησης, όπου είναι σκόπιμο, χώρας εμπλεκόμενης στην ίδια έρευνα καθίσταται άνευ αντικειμένου. Πράγματι, η υποχρέωση χρησιμοποίησης της πλέον κατάλληλης ανάλογης χώρας απορρέει ήδη από την πρώτη περίοδο του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι η δεύτερη περίοδος του εν λόγω εδαφίου απλώς αναπαράγει την ίδια υποχρέωση.
23 Εξάλλου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1991, Nölle (C-16/90, EU:C:1991:402), της 22ας Μαρτίου 2012, GLS (C-338/10, EU:C:2012:158, σκέψη 29), και της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Fliesen-Zentrum Deutschland (C-687/13, EU:C:2015:573), που μνημονεύονται στις σκέψεις 30 έως 33 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αφορούσαν καταστάσεις στις οποίες δεν υπήρχε χώρα με οικονομία της αγοράς η οποία να εμπλέκεται στην ίδια έρευνα. Επομένως, οι εν λόγω αποφάσεις ασκούν επιρροή μόνον για την ερμηνεία της πρώτης περιόδου του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, που ρυθμίζει την επιλογή ανάλογης χώρας ελλείψει χώρας με οικονομία αγοράς που να εμπλέκεται στην ίδια έρευνα, και όχι για την ερμηνεία της δεύτερης περιόδου του ίδιου εδαφίου.
24 Τέλος, η αναιρεσείουσα κατ’ ουσίαν υποστηρίζει ότι, εν αντιθέσει προς την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν υπάρχει κίνδυνος η συμμόρφωση με την υποχρέωση επιλογής, ως ανάλογης χώρας, χώρας εμπλεκόμενης στην ίδια έρευνα να οδηγήσει σε παράβαση της υποχρέωσης που υπέχουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να αναζητήσουν ανάλογη χώρα, στην οποία η τιμή ενός ομοειδούς προϊόντος διαμορφώνεται υπό συνθήκες που ομοιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο με τις ισχύουσες στη χώρα εξαγωγής. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού και, πιο συγκεκριμένα, με τη φράση «όπου είναι σκόπιμο», τρίτη χώρα η οποία εμπλέκεται στην ίδια έρευνα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ανάλογη χώρα, εάν δεν είναι κατάλληλη, περίπτωση η οποία θα συνέτρεχε εάν οι τιμές σε αυτή δεν διαμορφώνονταν υπό συνθήκες που ομοιάζουν όσο το δυνατό περισσότερο με τις ισχύουσες στη χώρα εξαγωγής.
25 Όσον αφορά τις συνέπειες της πλάνης περί το δίκαιο στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο, η αναιρεσείουσα κατ’ ουσίαν προβάλλει ότι τα πραγματικά περιστατικά είναι αρκούντως σαφή ώστε να μπορεί το ίδιο το Δικαστήριο να αποφανθεί οριστικά επί της ένδικης διαφοράς. Πράγματι, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι εν προκειμένω υπήρχε χώρα με οικονομία αγοράς που εμπλεκόταν στην ίδια έρευνα, και συγκεκριμένα η Ταϊβάν. Όμως, ουδέποτε η Επιτροπή υποστήριξε ότι η χώρα αυτή δεν ήταν κατάλληλη. Υποστήριξε μόνον ότι οι ΗΠΑ συνιστούσαν πλέον κατάλληλη επιλογή. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είχε τη νομική υποχρέωση να χρησιμοποιήσει την Ταϊβάν ως ανάλογη χώρα, η δε μη συμμόρφωση με την υποχρέωση αυτή πρέπει να επιφέρει την ακύρωση του επίδικου κανονισμού.
26 Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ή, εν πάση περιπτώσει, ως αλυσιτελής. Η Eurofer, η οποία αμφισβητεί το παραδεκτό του συγκεκριμένου λόγου λόγω του ότι αυτός αποτελεί αιτίαση η οποία δεν περιλαμβανόταν στην προσφυγή και προβλήθηκε μόλις κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ωσαύτως εκτιμά ότι ο λόγος αυτός πρέπει εν πάση περιπτώσει να απορριφθεί ως αλυσιτελής και αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
27 Χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του παραδεκτού του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο λόγος αυτός πρέπει εν πάση περιπτώσει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
28 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, πρώτο εδάφιο, του βασικού κανονισμού, στην περίπτωση εισαγωγών προερχόμενων από χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς, κατά παρέκκλιση από τους κανόνες του άρθρου 2, παράγραφοι 1 έως 6, του ίδιου κανονισμού, η κανονική αξία καθορίζεται, καταρχήν, με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς, ήτοι με βάση τη μέθοδο της ανάλογης χώρας [αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Fliesen-Zentrum Deutschland, C-687/13, EU:C:2015:573, σκέψη 48, και της 28ης Φεβρουαρίου 2018, Επιτροπή κατά Xinyi PV Products (Anhui) Holdings, C-301/16 P, EU:C:2018:132, σκέψη 64]. Το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, προβλέπει, στην πρώτη περίοδο, ότι η κατάλληλη χώρα επιλέγεται με εύλογο τρόπο, αφού ληφθεί δεόντως υπόψη κάθε αξιόπιστη πληροφορία διαθέσιμη κατά τη στιγμή της επιλογής και, στη δεύτερη περίοδό του, ότι, όπου είναι σκόπιμο, χρησιμοποιείται μια τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς η οποία εμπλέκεται στην ίδια έρευνα.
29 Τα επιχειρήματα που προβάλλει η αναιρεσείουσα προς στήριξη του πρώτου λόγου αναιρέσεως βασίζονται σε μεμονωμένη ερμηνεία της δεύτερης περιόδου του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ. Όπως όμως υποστηρίζει κατ’ ουσίαν η Επιτροπή, η δεύτερη αυτή περίοδος πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της πρώτης περιόδου του εδαφίου αυτού, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, καθώς η εν λόγω πρώτη περίοδος, εν αντιθέσει προς αυτό που υποδηλώνουν οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, είναι κρίσιμη ακόμη και στην περίπτωση χώρας με οικονομία αγοράς η οποία εμπλέκεται στην ίδια έρευνα.
30 Συναφώς, από τη νομολογία αυτή προκύπτει, αφενός, ότι η επιλογή της ανάλογης χώρας εντάσσεται στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής, λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που πρέπει να εξετάσουν (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Οκτωβρίου 1991, Nölle, C‑16/90, EU:C:1991:402, σκέψη 11, της 29ης Μαΐου 1997, Rotexchemie, C-26/96, EU:C:1997:261, σκέψη 10, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Fliesen-Zentrum Deutschland, C-687/13, EU:C:2015:573, σκέψη 44).
31 Αφετέρου, από την εν λόγω νομολογία προκύπτει ότι η ανάλογη χώρα πρέπει να επιλέγεται με εύλογο τρόπο, αφού ληφθεί δεόντως υπόψη κάθε αξιόπιστη πληροφορία διαθέσιμη κατά τη στιγμή της επιλογής, τα δε δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα αρμόδια θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν παρέλειψαν να λάβουν υπόψη ουσιώδη στοιχεία για τη θεμελίωση της καταλληλότητας της χώρας που έχει επιλεγεί και ότι τα στοιχεία του φακέλου εξετάστηκαν με όλη την απαιτούμενη επιμέλεια, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι η κανονική αξία του προϊόντος καθορίστηκε με κατάλληλο και εύλογο τρόπο. Προς τούτο, τα εν λόγω θεσμικά όργανα οφείλουν, λαμβάνοντας υπόψη τις υπάρχουσες εναλλακτικές λύσεις, να προσπαθήσουν να βρουν μια τρίτη χώρα στην οποία η τιμή ενός ομοειδούς προϊόντος διαμορφώνεται υπό συνθήκες που να ομοιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο με τις συνθήκες στη χώρα εξαγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για χώρα με οικονομία αγοράς (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 2012, GLS, C-338/10, EU:C:2012:158, σκέψεις 21 και 22, καθώς και της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Fliesen-Zentrum Deutschland, C-687/13, EU:C:2015:573, σκέψεις 49 και 51).
32 Επομένως, από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού συνάγεται ότι, οσάκις με βάση τις διαθέσιμες αξιόπιστες πληροφορίες είναι δυνατή η επιλογή πλειόνων χωρών, το αρμόδιο θεσμικό όργανο διενεργεί συγκριτική ανάλυση των διαφορετικών αυτών χωρών, επιλέγοντας εκείνη στην οποία η τιμή του ομοειδούς ή του οικείου προϊόντος διαμορφώνεται υπό συνθήκες που ομοιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο με τις ισχύουσες στη χώρα εξαγωγής. Από την άποψη αυτή, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν η αναιρεσείουσα, η δεύτερη περίοδος του εν λόγω εδαφίου δεν εμποδίζει το θεσμικό αυτό όργανο να διενεργήσει τέτοια συγκριτική ανάλυση, ακόμη και όταν εμπλέκεται στην ίδια έρευνα χώρα με οικονομία αγοράς, και να επιλέξει, επί της βάσης αυτής, την πλέον κατάλληλη χώρα στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 31 της παρούσας απόφασης.
33 Συνεπώς, από τη δεύτερη περίοδο του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι, όταν μια χώρα με οικονομία αγοράς εμπλέκεται στην ίδια έρευνα, το αρμόδιο θεσμικό όργανο οφείλει να τη λάβει δεόντως υπόψη ως μία εκ των δυνατών επιλογών και να εξετάσει, με όλη την απαιτούμενη επιμέλεια, εάν η εν λόγω χώρα συνιστά κατάλληλη επιλογή. Στην υπό κρίση υπόθεση, μολονότι η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν υποστήριξε ότι η Ταϊβάν δεν συνιστούσε κατάλληλη επιλογή, εντούτοις δεν αμφισβητεί τη διαπίστωση στην οποία προβαίνει κατ’ ουσίαν το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 34 και 35 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι δηλαδή η Επιτροπή εν προκειμένω εξέτασε την κατάσταση στη συγκεκριμένη χώρα, μεταξύ των δυνατών εναλλακτικών λύσεων.
34 Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, όπως ορθώς εξέθεσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και εν αντιθέσει προς τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει την Ταϊβάν ως κατάλληλη ανάλογη χώρα απλώς και μόνο διότι επρόκειτο για τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, η οποία εμπλέκεται στην ίδια έρευνα με την Κίνα, όπερ θα είχε ως αποτέλεσμα να εμποδίσει το εν λόγω θεσμικό όργανο να λάβει υπόψη τις άλλες δυνατές επιλογές και να διενεργήσει συγκριτική ανάλυση μεταξύ της ως άνω χώρας και των ως άνω άλλων επιλογών, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν, εν προκειμένω, οι Ηνωμένες Πολιτείες, για να εντοπίσει την πλέον κατάλληλη χώρα μεταξύ των δύο. Κάθε αντίθετη ερμηνεία παραγνωρίζει όχι μόνο την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει το εν λόγω θεσμικό όργανο κατά την επιλογή της ανάλογης χώρας, αλλά επίσης, όπως ορθώς επισημαίνει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, την υποχρέωση αυτού του οργάνου, που υπενθυμίζεται στη σκέψη 32 της παρούσας απόφασης, να αναζητήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις υπάρχουσες εναλλακτικές λύσεις, μια τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς στην οποία η τιμή ενός ομοειδούς προϊόντος διαμορφώνεται υπό συνθήκες που ομοιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο με τις ισχύουσες στη χώρα εξαγωγής.
35 Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από την ανάλυση του ιστορικού της θέσπισης του κανονισμού (ΕΚ) 3283/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ 1994, L 349, σ. 1), ο οποίος περιέλαβε μεταξύ των βασικών κανόνων αντιντάμπινγκ της Ένωσης την απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού. Πράγματι, η αιτιολογική έκθεση της πρότασης που υπέβαλε η Επιτροπή για την έκδοση του κανονισμού 3283/94 [COM(1994) 414 τελικό] ανέφερε, σε σχέση με την εν λόγω διάταξη, την οποίας η τελική διατύπωση όπως εγκρίθηκε από τον νομοθέτη της Ένωσης ταυτίζεται με την προταθείσα από την Επιτροπή, ότι κατά την επιλογή της ανάλογης χώρας «είναι δυνατό» να επιλέγεται μια χώρα η οποία αποτελεί αντικείμενο της ίδιας έρευνας, εφόσον πληροί τα κριτήρια της εύλογης βάσης, γεγονός που συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει υποχρέωση επιλογής της συγκεκριμένης χώρας.
36 Εν αντιθέσει προς τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η εκτιθέμενη στις σκέψεις 32 έως 34 της παρούσας απόφασης ερμηνεία της δεύτερης περιόδου του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού δεν προσθέτει στη δεύτερη αυτή περίοδο προϋπόθεση η οποία δεν περιλαμβάνεται στη διατύπωσή της ούτε καθιστά την ίδια αυτή περίοδο άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας, αλλά ερείδεται σε συνολική ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού.
37 Συνεπώς, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο δεν προσθέτει καμία προϋπόθεση στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού, πρέπει να απορριφθεί επίσης το επιχείρημα της αναιρεσείουσας κατά το οποίο, με βάση την έκθεση του δευτεροβάθμιου οργάνου επιλύσεως διαφορών του ΠΟΕ, της 6ης Οκτωβρίου 2016, για την υπόθεση «Ευρωπαϊκή Ένωση - Μέτρα αντιντάμπινγκ για το βιοντίζελ από την Αργεντινή» (WT/DS 473/AB/R), σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2.2.1.1 της Συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (GATT) (ΕΕ 1994, L 336, σ. 103), που παρατίθεται στο παράρτημα 1Α της συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ (ΕΕ 1994, L 336, σ. 3), προκύπτει ότι δεν είναι νομικά επιτρεπτή η προσθήκη προϋποθέσεως μη περιλαμβανόμενης στη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού.
38 Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
39 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, εκτιμώντας, στις σκέψεις 60 έως 65 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι δεν μπορούν να γίνουν προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές όσον αφορά τη διαδικασία παραγωγής και την πρόσβαση στις πρώτες ύλες οι οποίες διαπιστώθηκαν στην Κίνα, κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας βάσει της εν λόγω διάταξης.
40 Η λύση την οποία επέλεξε το Γενικό Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση αποκλείει, καταρχήν, τη δυνατότητα των παραγωγών-εξαγωγέων χωρών χωρίς οικονομία αγοράς οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις προκειμένου να αναγνωρισθούν ως εταιρίες ΚΟΑ, να ζητήσουν προσαρμογές της κανονικής αξίας για να ληφθούν υπόψη τέτοιες διαφορές δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, ενώ, σύμφωνα με τις αποφάσεις της 10ης Οκτωβρίου 2012, Shanghai Biaowu High-Tensile Fastener και Shanghai Prime Machinery κατά Συμβουλίου (T‑170/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:531, σκέψη 123), και της 29ης Απριλίου 2015, Changshu City Standard Parts Factory και Ningbo Jinding Fastener κατά Συμβουλίου (T-558/12 και T-559/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:237, σκέψη 110), οι εν λόγω παραγωγοί-εξαγωγείς έχουν ήδη στερηθεί τη δυνατότητα να ζητήσουν προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές αυτές με βάση το άρθρο 2, παράγραφος 10, του ίδιου κανονισμού.
41 Μια τέτοια λύση, η οποία στερεί κατ’ ουσίαν από τους εν λόγω παραγωγούς-εξαγωγείς το δικαίωμα να ζητήσουν προσαρμογές, είναι αντίθετη προς το άρθρο 2.4 της συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού και προβλέπει την υποχρέωση διεξαγωγής εύλογης σύγκρισης μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας καθώς και διενέργειας προσαρμογών για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών. Πράγματι, στην έκθεσή του της 18ης Ιανουαρίου 2016 για την υπόθεση «Ευρωπαϊκές Κοινότητες – Οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ για ορισμένους συνδετήρες από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Κίνας» (WT/DS 397/AB/RW, σημεία 5.207 και 5.215), το δευτεροβάθμιο όργανο επιλύσεως διαφορών του ΠΟΕ ανέφερε ρητώς ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει για όλες τις έρευνες αντιντάμπινγκ, ακόμη και όταν η κανονική αξία καθορίζεται βάσει ανάλογης χώρας.
42 Εξάλλου, εν αντιθέσει προς την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν υπέβαλε αίτηση προκειμένου να αναγνωρισθεί ως εταιρία ΚΟΑ είναι άνευ σημασίας για τον καθορισμό του κατά πόσο δικαιολογείται αίτηση προσαρμογής κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού.
43 Επίσης, μολονότι στην απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Fliesen-Zentrum Deutschland (C-687/13, EU:C:2015:573, σκέψη 48), η οποία μνημονεύεται από το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 60 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι σκοπός του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού είναι η αποτροπή του ενδεχομένου να ληφθούν υπόψη οι τιμές και το κόστος σε χώρες οι οποίες δεν έχουν οικονομία αγοράς, καθόσον οι παράμετροι αυτές δεν αποτελούν στις ως άνω χώρες τη φυσιολογική συνισταμένη των δυνάμεων της αγοράς, εντούτοις το Γενικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ως προς τη δυνατότητα διενέργειας προσαρμογών για να ληφθούν υπόψη παράγοντες που αποτελούν τη συνισταμένη των εν λόγω δυνάμεων, όπως οι διαφορές που οφείλονται σε φυσικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Η εν λόγω δυνατότητα δεν αποκλείστηκε ούτε με την απόφαση της 29ης Απριλίου 2015, Changshu City Standard Parts Factory και Ningbo Jinding Fastener κατά Συμβουλίου (T-558/12 και T-559/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:237, σκέψη 110), που μνημονεύεται στη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
44 Μολονότι η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ότι πρέπει να διενεργούνται προσαρμογές για την εξουδετέρωση των στρεβλώσεων που εντοπίζονται σε χώρα χωρίς οικονομία αγοράς, εντούτοις υποστηρίζει ότι αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα διενέργειας προσαρμογών σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, ή το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, για να ληφθούν υπόψη διαφορές οι οποίες επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών και αποτελούν τη συνισταμένη αυτών των δυνάμεων, δηλαδή διαφορές οι οποίες δεν προκαλούνται από στρεβλώσεις.
45 Συναφώς, στην έκθεση της 18ης Ιανουαρίου 2016 για την υπόθεση «Ευρωπαϊκές Κοινότητες – Οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ για ορισμένους συνδετήρες από σίδηρο ή χάλυβα καταγωγής Κίνας» (WT/DS 397/AB/RW, σημεία 5.207 και 5.236), το δευτεροβάθμιο όργανο επιλύσεως διαφορών του ΠΟΕ διευκρίνισε ότι, μολονότι η επιφορτισμένη με την έρευνα αρχή δεν υποχρεούται να διενεργήσει προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές μεταξύ των δαπανών των παραγωγών στη χώρα εξαγωγής που δεν έχει οικονομία αγοράς και εκείνων του παραγωγού στην ανάλογη χώρα, εφόσον τούτο θα συνεπαγόταν ότι η εν λόγω αρχή περιλαμβάνει εκ νέου τις στρεβλωμένες δαπάνες της πρώτης αυτής χώρας στην κανονική αξία, εντούτοις η αρχή αυτή πρέπει να διαπιστώσει εάν η προσαρμογή που ζητείται έχει αυτό το αποτέλεσμα ή όχι.
46 Το Γενικό Δικαστήριο, αποκλείοντας καταρχήν τη δυνατότητα διενέργειας προσαρμογών για να ληφθούν υπόψη διαφορές στην πρόσβαση στις πρώτες ύλες και στη διαδικασία παραγωγής, ενώ θα έπρεπε να είχε εξετάσει κατά πόσον η αποδοχή μιας τέτοιας προσαρμογής θα είχε ως αποτέλεσμα να περιληφθούν εκ νέου οι στρεβλωμένες δαπάνες και/ή κατά πόσον πληρούνταν οι άλλες προϋποθέσεις αποδοχής της προσαρμογής, παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού.
47 Η Επιτροπή και η Eurofer θεωρούν ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και, σύμφωνα με τη Eurofer, εν πάση περιπτώσει, ως αλυσιτελής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
48 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, αποκλείοντας καταρχήν τη δυνατότητα διενέργειας προσαρμογών για να ληφθούν υπόψη διαφορές στη διαδικασία παραγωγής και στην πρόσβαση στις πρώτες ύλες που διαπιστώθηκαν στην Κίνα κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
49 Συναφώς, από την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του λόγου αυτού προκύπτει κατ’ ουσίαν ότι αυτή αναγνωρίζει ότι, σύμφωνα με την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποχρεωθεί να διενεργήσει προσαρμογές που αφορούν παράγοντες επηρεαζόμενους από παραμέτρους οι οποίες δεν αποτελούν τη συνισταμένη των δυνάμεων της αγοράς. Ωστόσο, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι θα πρέπει να είναι δυνατή η διενέργεια προσαρμογών για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που αποτελούν τη συνισταμένη των εν λόγω δυνάμεων και προσθέτει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει –πράγμα το οποίο δεν έπραξε– εάν η αποδοχή των προσαρμογών που ζητήθηκαν θα είχε ως αποτέλεσμα ότι οι στρεβλωμένες δαπάνες περιλαμβάνονται εκ νέου στην κανονική αξία, δηλαδή εάν οι εν λόγω προσαρμογές θα συνεπάγονταν ότι περιλαμβάνονται στην εν λόγω αξία δαπάνες που επηρεάζονται από παραμέτρους οι οποίες δεν αποτελούν τη συνισταμένη των εν λόγω δυνάμεων.
50 Συναφώς, πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι, το Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει, στη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν είναι δυνατή η διενέργεια προσαρμογών για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στη διαδικασία παραγωγής και στην πρόσβαση στις πρώτες ύλες, οι οποίες διαπιστώθηκαν στην Κίνα, στο πλαίσιο της κατασκευής της κανονικής αξίας σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, έκρινε στη σκέψη 63 της εν λόγω απόφασης ότι, εφόσον κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών ούτε η Κίνα εθεωρείτο οικονομία αγοράς ούτε η αναιρεσείουσα είχε υποβάλει αίτηση προκειμένου να αναγνωρισθεί ως εταιρία ΚΟΑ, ουδεμία ένδειξη υπήρχε περί του ότι η προμήθεια νικελίου ή η διαδικασία παραγωγής μιας επιχείρησης λειτουργούσας υπό συνθήκες διαφορετικές από εκείνες της οικονομίας της αγοράς δεν επηρεαζόταν από παραμέτρους οι οποίες δεν αποτελούν τη συνισταμένη των δυνάμεων της αγοράς.
51 Όμως, όπως επισήμανε η Eurofer, η αναιρεσείουσα, η οποία κατ’ ουσίαν διεκδικεί τη δυνατότητα διενέργειας προσαρμογών σε σχέση με παράγοντες που αποτελούν τη συνισταμένη των δυνάμεων της αγοράς, δεν αμφισβητεί ρητώς την πραγματική διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία, κατ’ ουσίαν, δεν προέκυπτε ότι οι ζητηθείσες προσαρμογές αφορούσαν τέτοιους παράγοντες. Κατά μείζονα λόγο, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ούτε ότι η διαπίστωση αυτή ενέχει παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών.
52 Κατά συνέπεια, χωρίς να απαιτείται να κριθεί το βάσιμο του συνόλου των επιχειρημάτων που προβάλλει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του παρόντος λόγου αναιρέσεως, η επιχειρηματολογία της πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
53 Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
54 Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.
55 Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ιδίου Κανονισμού, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
56 Δεδομένου ότι η Shanxi Taigang Stainless StainSteel ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής και της Eurofer.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζειτη Shanxi Taigang Stainless Steel Co. Ltd στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.