Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 20ής Νοεμβρίου 2019 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) – Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) – Δαπάνες που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησε η Πορτογαλική Δημοκρατία»
Στην υπόθεση C‑737/18 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 2018,
Πορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους L. Inez Fernandes και J. Saraiva de Almeida καθώς και από τις P. Barros da Costa και P. Estêvão,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους A. Sauka και B. Rechena,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους S. Rodin (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, K. Jürimäe και N. Piçarra, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: E. Tanchev
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτηση αναιρέσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Σεπτεμβρίου 2018, Πορτογαλία κατά Επιτροπής (T‑463/16, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2018:606), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως (ΕΕ) 2016/1059 της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 2016, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2016, L 173, σ. 59), κατά το μέρος που η απόφαση αυτή την αφορά (στο εξής: επίδικη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 24 του κανονισμού (EK) 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1290/2005, (ΕΚ) αριθ. 247/2006, (ΕΚ) αριθ. 378/2007 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 (ΕΕ 2009, L 30, σ. 16), με τίτλο «Λεπτομερείς κανόνες για τις μειώσεις και τους αποκλεισμούς σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους κανόνες πολλαπλής συμμόρφωσης», ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Οι λεπτομερείς κανόνες για τις μειώσεις και τους αποκλεισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 23, καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 141 παράγραφος 2. Εν προκειμένω, λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα, η έκταση, ο διαρκής χαρακτήρας και η επανάληψη της διαπιστούμενης μη συμμόρφωσης, καθώς και τα κριτήρια που καθορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου.
2. Σε περίπτωση αμέλειας, το ποσοστό της μείωσης δεν υπερβαίνει το 5 % και, σε περίπτωση επαναλαμβανόμενης μη συμμόρφωσης, το 15 %.
Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν να μην εφαρμόζουν μείωση όταν μία περίπτωση μη συμμόρφωσης μπορεί να θεωρηθεί ήσσονος σημασίας, λόγω της σοβαρότητας, της έκτασης και της διάρκειάς της. Ωστόσο, οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσης που συνιστούν άμεσο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία ή την υγεία των ζώων δεν θεωρούνται ήσσονος σημασίας.
Εάν ο γεωργός δεν λάβει άμεσα επανορθωτικά μέτρα τερματίζοντας έτσι τη διαπιστούμενη μη συμμόρφωση, η αρμόδια αρχή προβαίνει στις απαιτούμενες ενέργειες οι οποίες μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να περιορίζονται σε διοικητικό έλεγχο, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι ο γεωργός αυτός αντιμετωπίζει επανορθωτικά τις διαπιστώσεις μη συμμόρφωσης. Η διαπίστωση μη συμμόρφωσης ήσσονος σημασίας, καθώς και η υποχρέωση λήψης επανορθωτικών μέτρων κοινοποιούνται στον γεωργό.
3. Σε περίπτωση σκόπιμης μη συμμόρφωσης, το ποσοστό μείωσης δεν είναι κατ’ αρχήν μικρότερο του 20 % και μπορεί να φθάνει έως τον πλήρη αποκλεισμό από ένα ή περισσότερα καθεστώτα ενίσχυσης και να ισχύει για ένα ή περισσότερα ημερολογιακά έτη.
4. Σε κάθε περίπτωση, το συνολικό ποσό των μειώσεων και αποκλεισμών για ένα ημερολογιακό έτος, δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1.»
3 Το άρθρο 50 του κανονισμού (EK) 1122/2009 της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση, τη διαφοροποίηση και το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου, στο πλαίσιο των καθεστώτων άμεσης στήριξης για τους γεωργούς που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, καθώς και λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου όσον αφορά την πολλαπλή συμμόρφωση στο πλαίσιο του καθεστώτος στήριξης που προβλέπεται για τον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ 2009, L 316, σ. 65), έχει ως ακολούθως:
«1. Για τις απαιτήσεις και τα πρότυπα που υπάγονται στην αρμοδιότητά της, η αρμόδια ελεγκτική αρχή διενεργεί επιτόπιους ελέγχους τουλάχιστον στο 1 % του συνόλου των γεωργών οι οποίοι υπέβαλαν αιτήσεις στο πλαίσιο των καθεστώτων στήριξης για άμεσες ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο δ) του κανονισμού [73/2009] και υπάγονται στην αρμοδιότητα της εν λόγω ελεγκτικής αρχής. Για τις απαιτήσεις και τα πρότυπα που υπάγονται στην αρμοδιότητά της, η αρμόδια ελεγκτική αρχή διενεργεί επίσης ελέγχους στο 1 % τουλάχιστον του συνόλου των γεωργών, οι οποίοι υπέχουν υποχρεώσεις πολλαπλής συμμόρφωσης σύμφωνα με τα άρθρα 85κ και 103κθ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 [του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (Ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ 2007, L 299, σ. 1),] κατά τη διάρκεια του σχετικού ημερολογιακού έτους και υπάγονται στην αρμοδιότητα της εν λόγω ελεγκτικής αρχής.
Το ελάχιστο ποσοστό ελέγχων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να συμπληρώνεται στο επίπεδο της κάθε αρμόδιας ελεγκτικής αρχής ή στο επίπεδο κάθε πράξης ή προτύπου ή ομάδας πράξεων ή προτύπων. Στις περιπτώσεις όμως που οι έλεγχοι δεν διενεργούνται από τον οργανισμό πληρωμών όπως προβλέπεται στο άρθρο 48, το εν λόγω ελάχιστο ποσοστό ελέγχων μπορεί να συμπληρώνεται στο επίπεδο κάθε οργανισμού πληρωμών.
Σε περίπτωση όπου οι νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν για τις απαιτήσεις και τα πρότυπα ορίζουν ήδη ελάχιστα ποσοστά ελέγχων, εφαρμόζονται αυτά τα ποσοστά αντί του ελάχιστου ποσοστού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Διαζευκτικά, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσης που διαπιστώνονται στη διάρκεια επιτόπιων ελέγχων βάσει των νομοθετικών διατάξεων που ισχύουν για τις πράξεις και τα πρότυπα, οι οποίοι διενεργούνται εκτός του δείγματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, αναφέρονται στην αρμόδια ελεγκτική αρχή που είναι υπεύθυνη για τη σχετική πράξη ή πρότυπο και παρακολουθούνται από αυτή. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος τίτλου.
[...]
3. Εάν κατά τους επιτόπιους ελέγχους διαπιστωθεί σημαντικός βαθμός μη συμμόρφωσης προς δεδομένη πράξη ή πρότυπο, αυξάνεται ο αριθμός των επιτόπιων ελέγχων που διενεργούνται για την εν λόγω πράξη ή πρότυπο κατά την επόμενη περίοδο ελέγχου. Στο πλαίσιο συγκεκριμένης πράξης, η αρμόδια ελεγκτική αρχή μπορεί να αποφασίσει να περιορίσει το πεδίο των εν λόγω πρόσθετων επιτόπιων ελέγχων στις απαιτήσεις ως προς τις οποίες σημειώνονται οι συχνότερες παραβιάσεις. »
4 Το άρθρο 54, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει ειδικότερα:
«Για κάθε επιτόπιο έλεγχο δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, ανεξαρτήτως του εάν ο γεωργός επιλέχθηκε για επιτόπιο έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 51 ή μετά τη διαπίστωση μη συμμόρφωσης που υπέπεσε στην αντίληψη της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής με άλλον τρόπο, η αρμόδια ελεγκτική αρχή συντάσσει έκθεση ελέγχου.
Η έκθεση υποδιαιρείται στα ακόλουθα μέρη:
[...]
γ) [...]
Εάν οι διατάξεις που διέπουν την εξεταζόμενη απαίτηση ή πρότυπο αφήνουν περιθώρια να μην δίδεται συνέχεια στις διαπιστούμενες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, η έκθεση πρέπει να περιλαμβάνει σχετική μνεία. Το ίδιο ισχύει στις περιπτώσεις όπου το κράτος μέλος παρέχει περίοδο χάριτος για τη συμμόρφωση προς νεοεισαχθέντα κοινοτικά πρότυπα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005 [του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 2005, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) (ΕΕ 2005, L 277, σ. 1)], ή περίοδο χάριτος για τη συμμόρφωση των νέων γεωργών με τα ισχύοντα κοινοτικά πρότυπα, όπως αναφέρεται στο ίδιο άρθρο.»
5 Το άρθρο 71, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα ακόλουθα:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 77, εάν η προσδιορισθείσα μη συμμόρφωση οφείλεται σε αμέλεια του γεωργού, επιβάλλεται μείωση. Η μείωση αυτή ανέρχεται, κατά κανόνα, σε 3 % του συνολικού ποσού που αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 8.
Εντούτοις, ο οργανισμός πληρωμών μπορεί, βασιζόμενος στην εκτίμηση της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής που περιέχεται στο μέρος αξιολόγησης της έκθεσης ελέγχου σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 1 στοιχείο γ), να αποφασίσει είτε να μειώσει το ανωτέρω ποσοστό σε 1 % είτε να το αυξήσει σε 5 % του εν λόγω συνολικού ποσού ή, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 54 παράγραφος 1 στοιχείο γ) δεύτερο εδάφιο, να μην επιβάλει καμία μείωση.»
6 Το άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού (EK) 1290/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 2005, L 209, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«Η Επιτροπή εκτιμά τα προς αποκλεισμό ποσά με γνώμονα κυρίως την έκταση της έλλειψης συμμόρφωσης που διαπίστωσε. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.»
7 Το σημείο 2 του εγγράφου AGRI‑2005-64043 της Επιτροπής, της 9ης Ιουνίου 2006, με τίτλο «Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με το πώς σκοπεύει η Επιτροπή να χειριστεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ-τμήμα εγγυήσεων, τις ανεπάρκειες στα συστήματα ελέγχου πολλαπλής συμμόρφωσης που εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη», ορίζει τα ακόλουθα:
«Μέχρι τώρα, το έγγραφο VI/5330/97 χρησιμοποιήθηκε κυρίως στο πλαίσιο απόρριψης δαπανών για αιτήσεις που θεωρούνται μη επιλέξιμες. Μολονότι η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα III του κανονισμού [(ΕΚ)] 1782/2003 [του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2019/93, (ΕΚ) αριθ. 1452/2001, (ΕΚ) αριθ. 1453/2001, (ΕΚ) αριθ. 1454/2001, (ΕΚ) αριθ. 1868/94, (ΕΚ) αριθ. 1251/1999, (ΕΚ) αριθ. 1254/1999, (ΕΚ) αριθ. 1673/2000, (ΕΟΚ) αριθ. 2358/71 και (ΕΚ) αριθ. 2529/2001 (ΕΕ 2003, L 270, σ. 1)] και με τα πρότυπα που προβλέπονται στο παράρτημα IV του κανονισμού 1782/2003 δεν αποτελεί απαίτηση επιλεξιμότητας (βλ. άρθρο 24 του κανονισμού 1782/2003) αλλά βάση επιβολής κυρώσεων, πρέπει να εφαρμοστεί μία συνεκτική προσέγγιση και για τα δύο είδη ανεπαρκειών. Όπως ανακοίνωσε η Επιτροπή (βλ. παράρτημα 1 μέρος Γ του τελικού συμβιβασμού της προεδρίας της 18ης Ιουνίου 2003), οι βασικοί κανόνες για την εκκαθάριση των λογαριασμών, όπως θεσπίστηκαν με τον κανονισμό [(ΕΚ)] 1258/1999 [του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ 1999, L 160, σ. 103)], θα εφαρμόζονται στην πολλαπλή συμμόρφωση. Οι δημοσιονομικές διορθώσεις, επομένως, πρέπει να είναι ανάλογες με τον κίνδυνο που διατρέχει το Ταμείο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα πρότυπα πολλαπλής συμμόρφωσης δεν αποτελούν κανόνα επιλεξιμότητας αλλά βάση για την επιβολή κυρώσεων. Ως εκ τούτου, ο κίνδυνος για το Ταμείο δεν θα αξιολογείται, καταρχήν, με βάση τον κίνδυνο των μη επιλέξιμων δαπανών αλλά [με βάση] τον κίνδυνο της οικονομικής απώλειας που απορρέει από τη μη εφαρμογή κυρώσεων.
[...]
Όπως προβλέπεται στο έγγραφο VI/5330/97, το ποσοστό διόρθωσης θα εφαρμόζεται στο μέρος εκείνο της δαπάνης που συνεπάγεται κίνδυνο. Στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμόρφωσης, αυτό σημαίνει ότι εάν οι διαπιστώσεις αφορούν κάποια αρμόδια ελεγκτική αρχή (ειδικευμένος οργανισμός ελέγχου ή οργανισμός πληρωμών), υπόκειται σε διόρθωση το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που καταβάλλεται σε γεωργούς οι οποίοι πρέπει να ελεγχθούν από την εν λόγω αρμόδια ελεγκτική αρχή και στους οποίους εφαρμόζεται η ειδική υποχρέωση, αναφορικά με την οποία διαπιστώθηκαν ανεπάρκειες. Η διόρθωση θα εφαρμόζεται στο επίπεδο των κυρώσεων που θα είχαν επιβληθεί εάν ο έλεγχος είχε διενεργηθεί σύμφωνα με τα απαιτούμενα πρότυπα.
[...]»
8 Το σημείο 3.2.1 του εγγράφου αυτού περιλαμβάνει το ακόλουθο χωρίο:
«Κατά συνέπεια, το ποσό στο οποίο πρέπει να εφαρμόζεται το ποσοστό διόρθωσης που ορίζεται στο σημείο 3.1 θα αξιολογείται, κατ’ αρχήν, σε 10 % του συνολικού ποσού των ενισχύσεων σε παραγωγούς στους οποίους εφαρμόζεται η απαίτηση της πολλαπλής συμμόρφωσης. Το ποσοστό αυτό του 10 % θεωρείται αντιπροσωπευτικό δεδομένου ότι, σε ένα κατάλληλο σύστημα ελέγχου και επιβολής κυρώσεων, το επίπεδο των κυρώσεων που πρέπει να επιβάλλονται αυξάνεται όταν διαπιστώνονται περιπτώσεις επαναλαμβανόμενης μη συμμόρφωσης (για τις οποίες οι κυρώσεις μπορούν να φθάσουν μέχρι 15 %) και περιπτώσεις εσκεμμένης μη συμμόρφωσης για τις οποίες οι κυρώσεις ανέρχονται, κατ’ αρχήν, τουλάχιστον σε 20 % του συνολικού ποσού των άμεσων ενισχύσεων και μπορούν να φθάσουν μέχρι και στον αποκλεισμό από ένα ή περισσότερα καθεστώτα ενίσχυσης κατά τη διάρκεια του τρέχοντος και του επόμενου έτους.»
Το ιστορικό της διαφοράς
9 Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 1 έως 10 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και μπορεί να συνοψισθεί, για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, ως ακολούθως.
10 Από τις 15 έως τις 19 Οκτωβρίου 2012, η Επιτροπή διεξήγαγε έρευνα σχετικά με την ορθή εφαρμογή κανόνων πολλαπλής συμμορφώσεως από την Πορτογαλική Δημοκρατία.
11 Με έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 2013 η Επιτροπή κοινοποίησε στην Πορτογαλική Δημοκρατία τις διαπιστώσεις της, με τις οποίες υπογράμμισε ότι ορισμένες δαπάνες δεν είχαν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης. Η Πορτογαλική Δημοκρατία απάντησε στις διαπιστώσεις αυτές με έγγραφο της 30ής Απριλίου 2013.
12 Με έγγραφο της 14ης Νοεμβρίου 2013 η Επιτροπή κάλεσε τις πορτογαλικές αρχές σε διμερή συνάντηση, η οποία έλαβε χώρα στις 19 Φεβρουαρίου 2014 και της οποίας τα πρακτικά κοινοποίησε η Επιτροπή στις πορτογαλικές αρχές στις 26 Μαΐου 2014.
13 Στις 26 Μαρτίου 2015 η Επιτροπή γνωστοποίησε τα συμπεράσματά της στην Πορτογαλική Δημοκρατία. Με τα συμπεράσματα αυτά ενέμεινε στη θέση της ότι η εφαρμογή, κατά τη διάρκεια των οικονομικών ετών 2010 έως 2012, του συστήματος πολλαπλής συμμορφώσεως δεν ήταν σύμφωνη προς τους κανόνες της Ένωσης και πρότεινε τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ποσού 9 533 418,92 ευρώ.
14 Με έγγραφο της 7ης Μαΐου 2015 η Πορτογαλική Δημοκρατία ζήτησε να κινηθεί διαδικασία ενώπιον του οργάνου συμβιβασμού. Στις 14 Οκτωβρίου 2015, το ως άνω όργανο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν σε θέση να συμβιβάσει τις απόψεις των δύο μερών.
15 Με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 2015 η Επιτροπή γνωστοποίησε στις πορτογαλικές αρχές την οριστική της θέση.
16 Σε συνοπτική έκθεση της 20ής Μαΐου 2016 η Επιτροπή συνόψισε τους λόγους για την επιβολή δημοσιονομικών διορθώσεων κατόπιν των ελέγχων στους οποίους είχε προβεί στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως ως προς τη συμμόρφωση.
17 Με την επίδικη απόφαση η Επιτροπή απέκλεισε από τη χρηματοδότηση της Ένωσης ποσό 8 984 891,60 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε σε δαπάνες που είχε δηλώσει η Πορτογαλική Δημοκρατία στο πλαίσιο της πολλαπλής συμμορφώσεως κατά τη διάρκεια των οικονομικών ετών 2010 έως 2012.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
18 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 22 Αυγούστου 2016, η Πορτογαλική Δημοκρατία άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
19 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Πορτογαλική Δημοκρατία προέβαλε έξι λόγους ακυρώσεως, αφορώντες:
– ο πρώτος, έλλειψη αιτιολογίας και παράβαση του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΚ) 885/2006 της Επιτροπής, της 21ης Ιουνίου 2006, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου σχετικά με τη διαπίστευση των οργανισμών πληρωμών και άλλων οργανισμών και την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και του ΕΓΤΑΑ (ΕΕ 2006, L 171, σ. 90)·
– ο δεύτερος, παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού 73/2009, καθώς και του άρθρου 54, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, και του άρθρου 71 του κανονισμού 1122/2009·
– ο τρίτος, παράβαση των άρθρων 26 και 53 του κανονισμού 1122/2009·
– ο τέταρτος, έλλειψη αιτιολογίας·
– ο πέμπτος, παραβίαση της αρχής ne bis in idem και
– ο έκτος, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και παράβαση του άρθρου 31 του κανονισμού 1290/2005.
20 Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμους τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, όσον αφορά το δεύτερο έως και το έβδομο σκέλος αυτού, καθώς και τον πέμπτο και τον έκτο λόγο ακυρώσεως.
21 Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως αλυσιτελείς τον πρώτο λόγο ακυρώσεως όσον αφορά το πρώτο και το όγδοο σκέλος του, καθώς και τον δεύτερο, τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως.
22 Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή.
Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
23 Η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
– να ακυρώσει την επίδικη απόφαση της Επιτροπής και
– να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων·
24 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
25 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει δύο λόγους. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, παρέθεσε αντιφατική αιτιολογία και παραβίασε τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του έκτου λόγου ακυρώσεως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, παρέθεσε αντιφατική αιτιολογία και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
26 Πριν εκτιμηθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να εξεταστεί ο δεύτερος λόγος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
27 Προς στήριξη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία αναπτύσσει επιχειρηματολογία σε δύο σκέλη.
28 Πρώτον, το εν λόγω κράτος μέλος προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι, απορρίπτοντας, στις σκέψεις 50 και 51 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, τον έκτο λόγο ακυρώσεως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και παρέθεσε αντιφατικές αιτιολογίες.
29 Συναφώς, η Πορτογαλική Δημοκρατία υπενθυμίζει ότι, όπως προκύπτει από το σημείο 2 του εγγράφου AGRI‑2005-64043, οι κανόνες πολλαπλής συμμορφώσεως δεν αποτελούν κανόνες επιλεξιμότητας αλλά βάση για την επιβολή κυρώσεων. Επιπλέον, το άρθρο 50 του κανονισμού 1122/2009 προβλέπει το ανώτατο ποσοστό υποχρεωτικού ελέγχου της πολλαπλής συμμορφώσεως. Κατά το εν λόγω κράτος μέλος, επομένως, ο κίνδυνος για τα Ταμεία θα έπρεπε να εκτιμηθεί βάσει του κινδύνου οικονομικής ζημίας που απορρέει από τη μη επιβολή μειώσεων ή αποκλεισμών, η δε βάση υπολογισμού της επιβληθείσας δημοσιονομικής διορθώσεως θα έπρεπε να αποτελείται όχι από τον συνολικό αριθμό των δικαιούχων ενισχύσεων που υπόκεινται στην πολλαπλή συμμόρφωση, αλλά μόνο από τον αριθμό των δικαιούχων που αντιστοιχούν στο ποσοστό ελέγχου, καθόσον μόνον εκείνοι εκτίθενται σε κυρώσεις.
30 Ωστόσο, ενώ το Γενικό Δικαστήριο είχε σαφώς δεχθεί τη διάκριση μεταξύ των κανόνων πολλαπλής συμμορφώσεως και των κανόνων επιλεξιμότητας στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπέπεσε στη συνέχεια σε σύγχυση μεταξύ των εν λόγω κανόνων στις σκέψεις 46 και 47 της αποφάσεως αυτής, αποδεχόμενο τη δυνατότητα της Επιτροπής να επιβάλει κατ’ αποκοπή διόρθωση στο σύνολο των δικαιούχων των ενισχύσεων για τις οποίες προβλέπεται πολλαπλή συμμόρφωση. Για τον λόγο αυτό η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου ενέχει αντιφατική αιτιολογία. Επιπλέον, η απόφαση αυτή κακώς εφαρμόζει τους κανόνες επιλεξιμότητας, ενώ η υπό κρίση υπόθεση αφορούσε την πολλαπλή συμμόρφωση, και παραβλέπει έτσι τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης.
31 Με τον τρόπο αυτό το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε επίσης την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ενώ παρέβη τους κανόνες που προβλέπονται στο σημείο 2, παράγραφοι 1 και 6, του εγγράφου AGRI‑2005-64043, στο άρθρο 50 του κανονισμού 1122/2009 και στο έγγραφο εργασίας της Επιτροπής DS/2010/29 REV. Συγκεκριμένα, ενώ, λαμβανομένου υπόψη του πρώτου από τα έγγραφα αυτά και του άρθρου 50 του κανονισμού 1122/2009, το ποσοστό της κατ’ αποκοπή διορθώσεως μπορεί να επιβάλλεται μόνο στο 1 % των δικαιούχων ενισχύσεων για τις οποίες προβλέπεται πολλαπλή συμμόρφωση, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε κατά προβολήν υπολογισμούς για το σύνολο των δικαιούχων αυτών. Εξάλλου, κατά το δεύτερο από τα έγγραφα αυτά, προς το οποίο δεν συμμορφώθηκε η Επιτροπή εκδίδοντας την επίδικη απόφαση, ακόμη και στο πλαίσιο ενός ατελούς συστήματος ελέγχου, το μέγιστο ποσοστό είναι 20 % του συνόλου των γεωργών.
32 Δεύτερον, η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο συνάγοντας, στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο κίνδυνος για τα Ταμεία δεν μπορεί να περιορίζεται στο δείγμα ελέγχου. Συγκεκριμένα, σκοπός των διορθώσεων δεν είναι η επιβολή κυρώσεως στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, αλλά η αποκατάσταση της ενδεχόμενης οικονομικής ζημίας στο μέτρο του δυνατού. Ως εκ τούτου, όπως προκύπτει από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους, η πραγματική οικονομική ζημία για την Ένωση υπερεκτιμήθηκε, η δε κύρωση ήταν πενταπλάσια αυτής που θα έπρεπε να επιβληθεί.
33 Στο πλαίσιο αυτό, η Πορτογαλική Δημοκρατία εκτιμά επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στηριζόμενο, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο έγγραφο VI/5330/97 και στα κριτήρια που παρατίθενται σε αυτό. Ειδικότερα, το ως άνω έγγραφο συντάχθηκε σε ημερομηνία κατά την οποία δεν είχαν ακόμη θεσπιστεί οι κανόνες πολλαπλής συμμορφώσεως.
34 Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο της επιχειρηματολογίας αυτής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
35 Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, κατά το άρθρο 170, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ένδικης διαφοράς. Πράγματι, στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εκτίμηση της νομικής λύσης που δόθηκε βάσει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν πρωτοδίκως. Επομένως, αν επιτρεπόταν στους διαδίκους να προβάλουν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου λόγο που δεν είχαν προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο θα τους παρείχε τη δυνατότητα να υποβάλουν στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα στις κατ’ αναίρεση διαδικασίες είναι περιορισμένη, διαφορά με περιεχόμενο ευρύτερο της διαφοράς που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο (διάταξη της 12ης Ιουλίου 2018, Acquafarm κατά Επιτροπής, C‑40/18 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2018:566, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
36 Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι με το επιχείρημα το οποίο αφορά παράβαση του εγγράφου εργασίας DS/2010/29 προβάλλεται ότι η Επιτροπή αγνόησε τα διαλαμβανόμενα στο εν λόγω έγγραφο εργασίας και παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Μια τέτοια παράβαση, όμως, δεν προβλήθηκε από την Πορτογαλική Δημοκρατία με την προσφυγή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Επομένως, το επιχείρημα αυτό είναι προδήλως απαράδεκτο.
37 Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι, με τα δύο σκέλη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, που πρέπει να εξεταστούν από κοινού, η Πορτογαλική Δημοκρατία βάλλει κατά της απόρριψης του έκτου λόγου ακυρώσεως από το Γενικό Δικαστήριο, διότι αυτή πάσχει πλάνη περί το δίκαιο, περιλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες και αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας. Κατ’ ουσίαν, το κράτος μέλος αυτό διατείνεται ότι, αντιθέτως προς όσα δέχθηκε το Γενικό Δικαστήριο, η βάση υπολογισμού της κατ’ αποκοπή διορθώσεως δεν πρέπει να είναι ο συνολικός αριθμός των δικαιούχων των ενισχύσεων για τις οποίες προβλέπεται πολλαπλή συμμόρφωση, αλλά ο αριθμός των δικαιούχων που υποβάλλονται σε έλεγχο, καθόσον μόνο σε εκείνους μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις.
38 Συναφώς, επισημαίνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο στήριξε την απόρριψη του έκτου λόγου ακυρώσεως, με τη σκέψη 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στη συλλογιστική που εκτίθεται στις σκέψεις 41 έως 50 της αποφάσεως αυτής.
39 Στο πλαίσιο αυτό, στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι διάδικοι συμφωνούσαν ότι, στον τομέα της πολλαπλής συμμορφώσεως, ο κίνδυνος για τα Ταμεία καταρχήν δεν εκτιμάται βάσει του κινδύνου που προκύπτει από μη επιλέξιμες δαπάνες, αλλά βάσει του κινδύνου προκλήσεως δημοσιονομικής ζημίας που προκύπτει από τη μη επιβολή κυρώσεων. Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε ότι, καταρχήν, η μη τήρηση από τον γεωργό των απαιτήσεων στον τομέα της πολλαπλής συμμορφώσεως, που διαπιστώνεται στο πλαίσιο ελέγχου, συνεπάγεται ατομικές κυρώσεις, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων των κανονισμών 73/2009 και 1122/2009.
40 Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, στις σκέψεις 42 έως 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και απέρριψε, με τη σκέψη 47 της αποφάσεως αυτής, το επιχείρημα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας ότι μόνον στις ελεγχθείσες γεωργικές εκμεταλλεύσεις μπορεί να επιβληθεί μείωση ή αποκλεισμός. Ειδικότερα, στις σκέψεις 42 και 43 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμη και αν ο κίνδυνος για τα Ταμεία αντιστοιχεί, καταρχήν, προς τις μη επιβαλλόμενες κυρώσεις λόγω μη τηρήσεως των απαιτήσεων στον τομέα της πολλαπλής συμμορφώσεως και ότι ο κίνδυνος αυτός καταρχήν περιορίζεται στο δείγμα ελέγχου το οποίο προσδιορίζεται, ιδίως, στα άρθρα 50 και 51 του κανονισμού 1122/2009, τούτο ισχύει μόνον αν το προβλεπόμενο από το κράτος μέλος σύστημα ελέγχου των απαιτήσεων στον τομέα της πολλαπλής συμμορφώσεως είναι αποτελεσματικό. Αντιθέτως, σε περίπτωση που το σύστημα ελέγχου είναι αναποτελεσματικό, το κράτος μέλος δεν μπορεί να εγγυηθεί τον έλεγχο και την τήρηση των κανόνων που προβλέπονται από τους κανονισμούς 73/2009 και 1122/2009 και, επομένως δεν είναι δυνατό να βεβαιωθεί ότι ο ως άνω κίνδυνος περιορίζεται στο δείγμα ελέγχου.
41 Συναφώς, στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε, ως παράδειγμα, ότι ένα αναποτελεσματικό σύστημα καθιστά αδύνατη τη διαπίστωση σημαντικού βαθμού μη συμμορφώσεως προς τις προβλεπόμενες διατάξεις και, κατά συνέπεια, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 50, παράγραφος 3, του κανονισμού 1122/2009, το οποίο επιτάσσει, σε περίπτωση που διαπιστώνεται σημαντικός βαθμός μη συμμόρφωσης, την αύξηση του αριθμού των επιτόπιων ελέγχων που διενεργούνται κατά την επόμενη περίοδο ελέγχου.
42 Στη σκέψη 45 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, ακριβώς για να λάβει υπόψη την περίπτωση αυτή, η Επιτροπή προέβλεψε στο έγγραφο AGRI‑2005-64043 ότι ο κίνδυνος για τα Ταμεία μπορεί να εκτείνεται πέραν των ήδη ελεγχθέντων γεωργών. Στη σκέψη 46 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρέθεσε ένα μεγάλο μέρος του σημείου 2 του ως άνω εγγράφου.
43 Δεύτερον, στις σκέψεις 48 έως 50 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας ότι, λαμβανομένου υπόψη του ποσοστού που προβλέπεται στο άρθρο 71, παράγραφος 4, του κανονισμού 1122/2009, η επιβολή της βαλλόμενης δημοσιονομικής διορθώσεως ήταν αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας και προς το άρθρο 31, παράγραφος 2, του κανονισμού 1290/2005. Συναφώς, διαπίστωσε ότι η πρώτη από τις εν λόγω διατάξεις δεν ασκεί επιρροή σε διόρθωση την οποία επιβάλλει η Επιτροπή σε κράτος μέλος λόγω αδυναμιών του συστήματός του ελέγχου των απαιτήσεων στον τομέα της πολλαπλής συμμορφώσεως, διότι η διάταξη αυτή αφορά τις μειώσεις τις οποίες το κράτος μέλος πρέπει να επιβάλλει στον γεωργό σε περίπτωση που η μη τήρηση των κανόνων πολλαπλής συμμορφώσεως προκύπτει από αμέλεια του τελευταίου.
44 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι, αντιθέτως προς όσα διατείνεται η Πορτογαλική Δημοκρατία, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως υπέπεσε σε σύγχυση μεταξύ των κανόνων επιλεξιμότητας και των κανόνων πολλαπλής συμμορφώσεως. Αντιθέτως, διέκρινε σαφώς μεταξύ των κανόνων αυτών στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
45 Καθόσον η Πορτογαλική Δημοκρατία προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν εφάρμοσε την ως άνω διάκριση στις σκέψεις 46, 47, 50 και 51 της αποφάσεως αυτής, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Γενικό Δικαστήριο αιτιολόγησε, στις σκέψεις 42 έως 46 της εν λόγω αποφάσεως, το συμπέρασμά του κατά το οποίο, σε περίπτωση που το σύστημα ελέγχου είναι αναποτελεσματικό, ο κίνδυνος για τα Ταμεία εκτείνεται πέραν των ελεγχθέντων γεωργών. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ιδιαιτερότητες των κανόνων πολλαπλής συμμορφώσεως, χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις.
46 Όσον αφορά δε τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 42 έως 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έστω και αν η Πορτογαλική Δημοκρατία διατείνεται συνοπτικά ότι, «ακόμη και στα αναποτελεσματικά συστήματα ελέγχου, [...] οι εφαρμοζόμενες κυρώσεις δεν μπορούν να επιβάλλονται, με κατά προβολή υπολογισμό, επί ποσοστού το οποίο υπερβαίνει το ποσοστό των ελεγχθέντων γεωργών», εντούτοις, το κράτος μέλος αυτό δεν εξηγεί γιατί είναι πεπλανημένη η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία ένα αναποτελεσματικό σύστημα ελέγχου δεν παρέχει τη δυνατότητα στο κράτος μέλος να εξασφαλίσει τον έλεγχο και την τήρηση των κανόνων των κανονισμών 73/2009 και 1122/2009.
47 Πράγματι, όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση, από το Γενικό Δικαστήριο, του άρθρου 50 του κανονισμού 1122/2009, πρέπει να σημειωθεί ότι, ασφαλώς, η παράγραφος 1 της διατάξεως αυτής επιβάλλει επιτόπιους ελέγχους μόνο στο 1 % του συνόλου των γεωργών που υπέβαλαν αιτήσεις ενισχύσεως. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αφενός, η ως άνω διάταξη δεν διέπει τον υπολογισμό του ποσοστού διορθώσεως το οποίο επιβάλλει η Επιτροπή στα κράτη μέλη, ιδίως σε εκείνα των οποίων τα συστήματα ελέγχου είναι αναποτελεσματικά. Αφετέρου, η παράγραφος 3 της ίδιας διατάξεως, την οποία παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ορίζει ειδικότερα ότι, αν κατά τους επιτόπιους ελέγχους διαπιστωθεί σημαντικός βαθμός μη συμμόρφωσης, αυξάνεται ο αριθμός των επιτόπιων ελέγχων που πρέπει να διενεργηθούν κατά την επόμενη περίοδο ελέγχου, πράγμα το οποίο, εξάλλου, δεν αμφισβητεί η Πορτογαλική Δημοκρατία. Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 50 του κανονισμού 1122/2009 προβλέπει μόνον την υποχρέωση των αρχών ελέγχου να ελέγχουν το 1 % του συνόλου των δικαιούχων ενισχύσεων.
48 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το επιχείρημα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας με το οποίο προβάλλεται ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 50 του κανονισμού 1122/2009 με τις σκέψεις 47, 50 και 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
49 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, στις εν λόγω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το σημείο 2 του εγγράφου AGRI‑2005-64043, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, έστω και αν το σημείο αυτό εκθέτει ειδικότερα ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των κανόνων πολλαπλής συμμορφώσεως και των κανόνων περί επιλεξιμότητας, προβλέπει επίσης ότι «υπόκειται σε διόρθωση το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που καταβάλλεται σε γεωργούς οι οποίοι πρέπει να ελεγχθούν από την εν λόγω αρμόδια ελεγκτική αρχή και στους οποίους εφαρμόζεται η ειδική υποχρέωση, αναφορικά με την οποία διαπιστώθηκαν ανεπάρκειες».
50 Η φράση, όμως, «γεωργούς οι οποίοι πρέπει να ελεγχθούν» δεν μπορεί να νοείται υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει μόνον τους γεωργούς που πράγματι ελέγχθηκαν από τις εθνικές αρχές, αφενός, του λόγω ότι το γράμμα του σημείου 2 του εν λόγω εγγράφου δεν παρέχει καμία σχετική ένδειξη και, αφετέρου, λόγω του άρθρου 50, παράγραφος 3, του κανονισμού 1122/2009, υπό το πρίσμα του οποίου πρέπει να ερμηνεύεται η ως άνω φράση. Πράγματι, η διάταξη αυτή προβλέπει την αύξηση του αριθμού των ελεγχόμενων γεωργών. Όπως όμως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σε περίπτωση που οι έλεγχοι είναι αναποτελεσματικοί, δεν πρόκειται να διαπιστωθεί κανένας σημαντικός βαθμός μη συμμόρφωσης, το δε δείγμα ελέγχου δεν θα αυξηθεί ποτέ.
51 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο, στα σημεία 47, 50 και 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παρέβη το σημείο 2 του εγγράφου AGRI‑2005-64043.
52 Εξάλλου, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι, αντιθέτως προς όσα διατείνεται η Πορτογαλική Δημοκρατία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη, στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το σημείο 2 του εγγράφου AGRI‑2005-64043 και το άρθρο 50 του κανονισμού 1122/2009, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο απλώς παρέθεσε στη σκέψη αυτή απόσπασμα του σημείου 2 του εν λόγω εγγράφου.
53 Δεύτερον, όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, με τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η επιχειρηματολογία της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στηρίζεται στην παραδοχή ότι το ποσοστό διορθώσεως δεν έχει εφαρμογή πέραν του 1 % των δικαιούχων ενισχύσεων.
54 Όπως όμως προκύπτει από την ανωτέρω ανάλυση, η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν κατόρθωσε να κλονίσει τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι το ποσοστό αυτό δεν περιορίζεται στο 1 % των δικαιούχων ενισχύσεων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
55 Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει προδήλως απαράδεκτος και ως εν μέρει αβάσιμος.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
56 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί το δίκαιο στη σκέψη 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του δευτέρου λόγου ακυρώσεως.
57 Συναφώς, διατείνεται ότι ο λόγος αυτός ακυρώσεως δεν είχε την ίδια σπουδαιότητα με τους άλλους λόγους και ότι αφορούσε το «σύστημα επιβολής μειώσεων και αποκλεισμών» καθώς και τη συνακόλουθη παράβαση του άρθρου 24 του κανονισμού 73/2009, καθώς και του άρθρου 54, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, και του άρθρου 71, παράγραφος 1, του κανονισμού 1122/2009. Όταν όμως η μη τήρηση των κανόνων πολλαπλής συμμορφώσεως οφείλεται σε συμπεριφορά του γεωργού, το προς χορήγηση συνολικό ποσό θα πρέπει να μειώνεται ή να μη χορηγείται καθόλου, σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού 73/2009.
58 Κατά την Πορτογαλική Δημοκρατία, δυνάμει των κανόνων πολλαπλής συμμορφώσεως, η Επιτροπή κακώς εξέθεσε στην επίδικη απόφαση ότι οι πορτογαλικές αρχές είχαν προβλέψει, ως προς τα έτη 2010 έως 2012, ένα «περιθώριο ανοχής» για ορισμένα στοιχεία ελέγχου και ότι το εφαρμοζόμενο στην Πορτογαλία σύστημα δεν είχε διευκολύνει την αποτελεσματική εφαρμογή των κριτηρίων σε περιπτώσεις μη συμμορφώσεως, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 47 του κανονισμού 1122/2009. Συγκεκριμένα, το άρθρο 71, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού δεν επιβάλλει την υποχρέωση να αντιστοιχεί το μεγαλύτερο μέρος των επιβαλλόμενων κυρώσεων στο 3 % του συνολικού ποσού. Η διάταξη αυτή αφήνει στα κράτη μέλη περιθώριο εκτιμήσεως για τη μείωση ή αύξηση του ποσοστού αυτού, κατά τρόπον ώστε η κύρωση να είναι ανάλογη προς την παρατυπία. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 24 του κανονισμού 73/2009, καθώς και το άρθρο 54, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γʹ, και το άρθρο 71, παράγραφος 1, του κανονισμού 1122/2009, και, λόγω της πλάνης περί το δίκαιο, υπέπεσε σε αντίφαση προς το περιεχόμενο των σκέψεων 43 και 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
59 Ειδικότερα, όπως υποστηρίζεται, απορρίπτοντας τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως ως αλυσιτελή, το Γενικό Δικαστήριο υπονοεί ότι το πορτογαλικό σύστημα ελέγχου της πολλαπλής συμμόρφωσης ήταν ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και περιέπεσε σε αντιφάσεις στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
60 Τέλος, η Πορτογαλική Δημοκρατία καταλήγει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
61 Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο της ως άνω επιχειρηματολογίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
62 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία βάλλει, κατ’ ουσίαν, κατά των σκέψεων 138 και 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον σε αυτές το Γενικό Δικαστήριο φέρεται ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αλυσιτελή τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως.
63 Συναφώς, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 134, 135 και 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την επίδικη απόφαση η Επιτροπή εντόπισε διάφορες αδυναμίες στο σύστημα των ελέγχων το οποίο θέσπισε η Πορτογαλική Δημοκρατία, μερικές μόνον από τις οποίες αμφισβητήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Στη σκέψη 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι, όσον αφορά έξι από τις ως άνω αδυναμίες, «το διατακτικό της [επίδικης] αποφάσεως στηρ[ιζόταν] σε έξι αιτιολογίες, το βάσιμο των οποίων δεν είχε αμφισβητηθεί νομοτύπως στο πλαίσιο του πρώτου, του πέμπτου και του έκτου λόγου και οι οποίες δεν αποτελούσαν αντικείμενο του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου λόγου ακυρώσεως», με παράλληλη παράθεση καταλόγου των έξι αυτών αιτιολογιών. Στη σκέψη 139 της ως άνω αποφάσεως, προσέθεσε ότι «καθεμία από τις έξι αυτές αιτιολογίες αρκούσε από μόνη της για να στηρίξει τη συλλογιστική της Επιτροπής και να δικαιολογήσει κατ’ αποκοπή διόρθωση 5 %», συνεπέρανε δε εξ αυτών, ιδίως, ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως, ο οποίος αφορούσε σφάλματα στα οποία φερόταν ότι υπέπεσε η Επιτροπή όσον αφορά τις αδυναμίες σχετικά με την επιβολή των μειώσεων και των αποκλεισμών, ήταν αλυσιτελής. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, «[π]ράγματι, [ο λόγος αυτός], ακόμη και αν ήταν δυνατό να θεωρηθεί [βάσιμος], δεν [μπορούσε] να συνεπάγεται τη μερική ακύρωση της [επίδικης] αποφάσεως, καθόσον η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν απέδειξε ότι όλες οι αιτιολογίες βάσει των οποίων προσδιορίστηκε η κατ’ αποκοπή διόρθωση 5 % ήταν παράνομες.»
64 Συγκεκριμένα, από τις σκέψεις 138 και 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως ήταν αλυσιτελής, καθόσον, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η αιτιολογία σχετικά με τις αδυναμίες που αφορούσαν την επιβολή μειώσεων και αποκλεισμών ήταν αβάσιμη, το διατακτικό της επίδικης αποφάσεως μπορούσε εν πάση περιπτώσει να στηριχθεί σε καθεμία από τις έξι άλλες αιτιολογίες τις οποίες, κατά περίπτωση, η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν είχε προσβάλει ή δεν ήταν σε θέση να κλονίσει στο πλαίσιο της προσφυγής της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
65 Επιβάλλεται λοιπόν η διαπίστωση, πρώτον, ότι, με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία ουδόλως αμφισβητεί την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία καθεμία από τις έξι αιτιολογίες περί των οποίων γίνεται λόγος στη σκέψη 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αρκεί αυτή και μόνη για να δικαιολογήσει την επιβολή κατ’ αποκοπή διορθώσεως 5 % ούτε ισχυρίζεται ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως έβαλλε κατά των ως άνω αιτιολογιών της επίδικης αποφάσεως.
66 Εξάλλου, η ως άνω διαπίστωση επιβεβαιώθηκε από την ίδια την Πορτογαλική Δημοκρατία, καθόσον υπογράμμισε στην αίτηση αναιρέσεως ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως «αφορούσε το “σύστημα επιβολής μειώσεων και αποκλεισμών”».
67 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να συναχθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως αλυσιτελή τον δεύτερο λόγο που προβλήθηκε ενώπιόν του χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο και χωρίς να παραβιάσει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το ότι ο τελευταίος αυτός λόγος ακυρώσεως «δεν μπορεί να έχει την ίδια σπουδαιότητα με τους λοιπούς [λόγους που προβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου]», ακόμη και αν υποτεθεί ότι τούτο αποδεικνύεται, όπερ είναι εξάλλου εντελώς αστήρικτο.
68 Δεύτερον, η αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου δεχόμενο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το ισχύον στην Πορτογαλία σύστημα επιβολής μειώσεων και αποκλεισμών δεν διευκόλυνε την αποτελεσματική εφαρμογή των κριτηρίων που καθορίζονται στο άρθρο 47 του κανονισμού 1122/2009, καθώς και η αιτίαση ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε με τον τρόπο αυτόν σε αντίφαση προς το περιεχόμενο των σκέψεων 43 και 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηρίζονται σε εσφαλμένη παραδοχή και σε εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως αυτής.
69 Πράγματι, απορρίπτοντας ως αλυσιτελή τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, χωρίς να προβεί σε εκτίμηση του βασίμου των επιχειρημάτων της Επιτροπής όσον αφορά τις αδυναμίες σχετικά με την επιβολή μειώσεων και αποκλεισμών, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως δέχθηκε τα επιχειρήματα αυτά.
70 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η αιτίαση με την οποία προβάλλεται η ύπαρξη αντιφατικών αιτιολογιών και η παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
71 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.
72 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
73 Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.
74 Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, του ιδίου Κανονισμού, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
75 Δεδομένου ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τo σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.