7.5.2018
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 161/23
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Juzgado Contencioso-Administrativo no 8 de Madrid (Ισπανία) στις 13 Φεβρουαρίου 2018 — Domingo Sánchez Ruiz κατά Comunidad de Madrid (Servicio Madrileño de Salud)
(Υπόθεση C-103/18)
(2018/C 161/27)
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Αιτούν δικαστήριο
Juzgado Contencioso-Administrativo no 8 de Madrid
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Προσφεύγων: Domingo Sánchez Ruiz
Καθού: Comunidad de Madrid (Servicio Madrileño de Salud)
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Μπορεί κατάσταση όπως η εκτιθέμενη στην υπό κρίση υπόθεση (στην οποία ο εργοδότης του δημόσιου τομέα δεν τηρεί τα προβλεπόμενα στον νόμο χρονικά όρια, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτή η διαδοχική σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ή διατηρεί τον προσωρινό χαρακτήρα της απασχολήσεως τροποποιώντας το είδος του διορισμού από διορισμό μετακλητού υπαλλήλου σε διορισμό αναπληρωτή ή αντικαταστάτη υπαλλήλου) να θεωρηθεί κατάχρηση διαδοχικών διορισμών και, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί κατάσταση η οποία εμπίπτει στη ρήτρα 5 της προσαρτημένης στην οδηγία 1999/70/ΕΚ (1) συμφωνίας-πλαισίου;
2)
Έχουν οι διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία προσαρτάται στην οδηγία 1999/70[/ΕΚ], σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικότητας, την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνικούς δικονομικούς κανόνες οι οποίοι επιβάλλουν στον εργαζόμενο με σχέση ορισμένου χρόνου να προσβάλει ενεργά ή να ασκήσει ένδικο μέσο (σε σχέση με όλους τους διαδοχικούς διορισμούς και τις διαδοχικές παύσεις της απασχολήσεως) προκειμένου με τον τρόπο αυτό, και μόνο, να υπάγεται στην προστασία της κοινοτικής οδηγίας και να ασκήσει τα δικαιώματα τα οποία αναγνωρίζει η έννομη τάξη της Ένωσης;
3)
Λαμβανομένου υπόψη ότι, στον δημόσιο τομέα και κατά την παροχή βασικών υπηρεσιών, η ανάγκη καλύψεως κενών θέσεων, ασθενειών, αδειών (…) είναι κατ’ ουσίαν «πάγια» και δεδομένου ότι είναι αναγκαίο να οριοθετηθεί η έννοια του «αντικειμενικού λόγου» που δικαιολογεί την πρόσληψη με σύμβαση ορισμένου χρόνου:
α)
μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιβαίνει στην οδηγία 1999/70/ΕΚ (ρήτρα 5, παράγραφος 1, στοιχείο α'), και ότι, επομένως, δεν υφίσταται αντικειμενικός λόγος, κατάσταση στην οποία ο έκτακτος υπάλληλος συνάπτει διαδοχικές συμβάσεις αναπληρώσεως (interinidad), χωρίς διακοπή μεταξύ αυτών, παρέχοντας τις υπηρεσίες του κάθε ημέρα ή σχεδόν κάθε ημέρα του έτους, με αλλεπάλληλους/διαδοχικούς διορισμούς/προσκλήσεις, οι οποίοι επεκτείνονται, με απόλυτη σταθερότητα, επί σειρά ετών, υφιστάμενου πάντοτε του λόγου για τον οποίο προσκλήθηκε ο υπάλληλος;
β)
πρέπει να θεωρηθεί η ως άνω ανάγκη πάγια και όχι προσωρινή και, ως εκ τούτου, να μην θεωρηθεί «αντικειμενικός λόγος» προβλεπόμενος στη ρήτρα 5, [παράγραφος] 1, [στοιχείο] α', λαμβανομένων υπόψη τόσο των εκτιθέμενων παραμέτρων, ήτοι της υπάρξεως αναρίθμητων διορισμών και προσκλήσεων, οι οποίοι επεκτείνονται επί σειρά ετών, όσο και της υπάρξεως διαρθρωτικού ελαττώματος, το οποίο συνίσταται στο ποσοστό αναπληρώσεως στον οικείο τομέα, [ή/και] του γεγονότος ότι οι εν λόγω ανάγκες καλύπτονται πάντοτε και κατά κανόνα από έκτακτους υπαλλήλους, οι οποίοι μετατρέπονται σταθερά σε βασικό στοιχείο της αναπτύξεως της δημόσιας υπηρεσίας;
γ)
ή μπορεί να θεωρηθεί ότι, κατ’ ουσίαν, για να καθοριστεί το επιτρεπόμενο όριο συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πρέπει απλώς να εφαρμοστεί το γράμμα του κανόνα που προστατεύει τη χρησιμοποίηση των εν λόγω έκτακτων υπαλλήλων, ο οποίος προβλέπει ότι μπορούν να διορίζονται για λόγους ανάγκης, επείγοντος ή για την ανάπτυξη προγραμμάτων προσωρινού, συγκυριακού ή έκτακτου χαρακτήρα, και ότι, τελικώς, για να θεωρείται αντικειμενικός λόγος, η χρησιμοποίηση αυτών πρέπει να ανταποκρίνεται σε έκτακτες περιστάσεις, παύει δε να υφίσταται αντικειμενικός λόγος και, επομένως, υφίσταται κατάχρηση όταν η χρησιμοποίηση αυτών παύει να είναι μεμονωμένη, προσωρινή ή περιστασιακή[;]
4)
Συνάδει προς την προσαρτημένη στην οδηγία 1999/70/ΕΚ συμφωνία-πλαίσιο να θεωρούνται αντικειμενικοί λόγοι για τη διαδοχική σύναψη και ανανέωση των συμβάσεων των έκτακτων δημόσιων υπαλλήλων τεχνικών πληροφορικής λόγοι ανάγκης, επείγοντος [ή] αναπτύξεως προγραμμάτων προσωρινού, συγκυριακού ή έκτακτου χαρακτήρα, όταν οι εν λόγω δημόσιοι υπάλληλοι ασκούν κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό συνήθη καθήκοντα μόνιμων δημόσιων υπαλλήλων, χωρίς η εργοδότρια Διοίκηση να θεσπίζει μέγιστα όρια στους εν λόγω διορισμούς και χωρίς να τηρεί τις νόμιμες υποχρεώσεις για την κάλυψη των εν λόγω θέσεων και αναγκών με μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους και χωρίς να θεσπίζεται κανένα ισοδύναμο μέτρο για την πρόληψη και την αποφυγή της καταχρήσεως των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, διαιωνίζοντας κατά περιόδους τις υπηρεσίες που παρέχουν οι έκτακτοι δημόσιοι υπάλληλοι τεχνικοί πληροφορικής, στην υπό κρίση υπόθεση επί 17 συνεχή έτη;
5)
Συνάδει προς τα προβλεπόμενα στη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία προσαρτάται στο παράρτημα της οδηγίας 1999/70[/ΕΚ], καθώς και την ερμηνεία αυτής από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η νομολογία του Tribunal Supremo (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Ισπανία), στο μέτρο που καθορίζει, χωρίς να λαμβάνει υπόψη άλλες παραμέτρους, την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου σε σχέση με τον λόγο διορισμού, τη χρονική διάρκεια αυτού, ή καθορίζει την αδυναμία συγκρίσεως του έκτακτου δημόσιου υπαλλήλου με τον τακτικό δημόσιο υπάλληλο, λαμβανομένου υπόψη του διαφορετικού νομικού καθεστώτος, συστήματος προσβάσεως ή του διαρκούς χαρακτήρα των καθηκόντων των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων και του προσωρινού χαρακτήρα των καθηκόντων των έκτακτων αναπληρωτών υπαλλήλων;
6)
Εάν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει κατάχρηση των διαδοχικών συμβάσεων προσλήψεως του έκτακτου αναπληρωτή δημόσιου υπαλλήλου στην υπηρεσία της SERMAS, με σκοπό την κάλυψη πάγιων και διαρθρωτικών αναγκών παροχής υπηρεσιών μόνιμων δημόσιων υπαλλήλων, απουσία οποιουδήποτε αποτελεσματικού μέτρου στην εγχώρια έννομη τάξη για την κύρωση της εν λόγω καταχρήσεως και την εξάλειψη των συνεπειών της παραβάσεως του κοινοτικού κανόνα, έχει η ρήτρα 5 της προσαρτημένης στην οδηγία 1999/70/ΕΚ συμφωνίας-πλαισίου την έννοια ότι επιβάλλει στον εθνικό δικαστή την υποχρέωση να θεσπίσει αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα τα οποία διασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου και, επομένως, να επιβάλει κυρώσεις για την εν λόγω κατάχρηση και να εξαλείψει τις συνέπειες της παραβάσεως του εν λόγω ευρωπαϊκού κανόνα, μη εφαρμόζοντας τον εθνικό κανόνα που εμποδίζει την εν λόγω πρακτική αποτελεσματικότητα;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, και όπως επισημαίνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σκέψη 41 της αποφάσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-184/15 και C-197/15 (2):
Συνάδει προς τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 1999/70/ΕΚ να μετατραπεί, ως μέτρο για την πρόληψη και την κύρωση της καταχρήσεως των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και την εξάλειψη της συνέπειας της παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης, η σχέση εργασίας έκτακτου αναπληρωτή/μετακλητού/αντικαταστάτη υπαλλήλου σε σταθερή σχέση εργασίας, μόνιμου δημόσιου υπαλλήλου ή δημόσιου υπαλλήλου με σύμβαση αορίστου χρόνου, με την ίδια σταθερότητα στην απασχόληση με εκείνη που απολαύουν συγκρίσιμοι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι;
7)
Σε περίπτωση καταχρήσεως των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, μπορεί να θεωρηθεί ότι η μετατροπή της σχέσεως εργασίας του έκτακτου αναπληρωτή υπαλλήλου σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου ή μόνιμη εκπληρώνει τους σκοπούς της οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της προσαρτημένης σε αυτήν συμφωνίας-πλαισίου μόνο όταν ο έκτακτος υπάλληλος θύμα της καταχρήσεως απολαύει ίδιων και ταυτόσημων συνθηκών απασχολήσεως σε σχέση με τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους (όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, την επαγγελματική προαγωγή, τις άδειες απουσίας, την επαγγελματική κατάρτιση, την κάλυψη κενών θέσεων, διοικητικές καταστάσεις, άδειες και δικαιώματα, παθητικά δικαιώματα και παύση, καθώς και συμμετοχή σε διαγωνισμούς που προκηρύσσονται για την κάλυψη κενών θέσεων και την επαγγελματική προαγωγή) βάσει των αρχών της παραμονής στη θέση και της μονιμότητας, με όλα τα εγγενή δικαιώματα και όλες τις εγγενείς υποχρεώσεις, υπό συνθήκες ίσης μεταχειρίσεως με τους μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους τεχνικούς πληροφορικής;
8)
Επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο την αναθεώρηση απρόσβλητων δικαστικών αποφάσεων/διοικητικών πράξεων υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, όταν συντρέχουν οι τέσσερις προϋποθέσεις που διατυπώνονται στην απόφαση Kühne & Heitz NV (C-453/00, της 13ης Ιανουαρίου 2004) (3): α) στο εθνικό δίκαιο της Ισπανίας η Διοίκηση και τα δικαστήρια διαθέτουν δυνατότητα αναθεωρήσεως, αλλά υπό τους προεκτεθέντες περιορισμούς που καθιστούν πολύ δυσχερή ή αδύνατη μια τέτοια αναθεώρηση[·] β) οι επίμαχες αποφάσεις κατέστησαν απρόσβλητες κατόπιν αποφάσεως εθνικού δικαστηρίου που αποφαίνεται σε τελευταίο/μοναδικό βαθμό· γ) η εν λόγω απόφαση στηρίχθηκε σε ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου η οποία δεν συνάδει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκδόθηκε χωρίς την προηγούμενη υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης· και [δ]) ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στο διοικητικό όργανο μόλις έλαβε γνώση της εν λόγω νομολογίας;
9)
Μπορούν και οφείλουν τα εθνικά δικαστήρια, ως ευρωπαϊκά δικαστήρια που οφείλουν να διασφαλίζουν την πλήρη ισχύ του δικαίου της Ένωσης στα κράτη μέλη, να υποχρεώνουν και να διατάσσουν την εθνική διοικητική αρχή των κρατών μελών να θεσπίσει –εντός των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων της– τις σχετικές διατάξεις για την κατάργηση των εσωτερικών κανόνων που δεν συνάδουν προς το δίκαιο της Ένωσης, γενικώς, και προς την οδηγία 1999/70/ΕΚ και την προσαρτημένη σε αυτή συμφωνία-πλαίσιο ειδικώς;
(1) Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ 1999, L 175, σ. 43).
(2) Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Martínez Andrés και Castrejana López (C-184/15 και C-197/15, EU:C:2016:680).
(3) Απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2004, Kühne & Heitz (C-453/00, EU:C:2004:17).
Full & Egal Universal Law Academy