Υπόθεση C-285/18: Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Λιθουανία) στις 25 Απριλίου 2018 — Kauno miesto savivaldybė, Kauno miesto savivaldybės administracija
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Lietuvos Aukščiausiasis Teismas (Λιθουανία) στις 25 Απριλίου 2018 — Kauno miesto savivaldybė, Kauno miesto savivaldybės administracija
(Υπόθεση C-285/18)
2018/C 276/25Γλώσσα διαδικασίας: η λιθουανικήΑιτούν δικαστήριο
Lietuvos Aukščiausiasis Teismas
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Αναιρεσείοντες-Καθών η προσφυγή στην πρωτοβάθμια δίκη: Kauno miesto savivaldybė, Kauno miesto savivaldybės administracija
Λοιποί διάδικοι στην κατ’ αναίρεση δίκη: UAB «Irgita», UAB «Kauno švara»
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Δεδομένων των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, εμπίπτει μια in-house ανάθεση στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18 ( 1 ) ή της οδηγίας 2014/24 ( 2 ), όταν οι διαδικασίες για την επίμαχη in-house ανάθεση, συμπεριλαμβανομένης της διοικητικής διαδικασίας, έχουν κινηθεί σε χρόνο κατά τον οποίο ήταν ακόμη σε ισχύ η οδηγία 2004/18αλλά αυτή καθαυτή η σύμβαση συνήφθη στις 19 Μαΐου 2016, όταν η οδηγία 2004/18 δεν ήταν πλέον σε ισχύ;
2)
Εάν θεωρηθεί ότι η in-house ανάθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18:
α)
Πρέπει (ιδίως) το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α', της οδηγίας, λαμβανομένων υπόψη των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Teckal (C-107/98), Jean Auroux κ.λπ. (C-220/05), ANAV (C-410/04) και σε άλλες υποθέσεις, να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι ο όρος «in-house ανάθεση» εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και ότι το περιεχόμενο και η εφαρμογή της έννοιας αυτής δεν επηρεάζονται από το εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, μεταξύ άλλων, από περιορισμούς στη σύναψη αυτού του είδους των συμβάσεων όπως, για παράδειγμα, την προϋπόθεση ότι οι δημόσιες συμβάσεις αδυνατούν να διασφαλίσουν την ποιότητα, τη διαθεσιμότητα και τη διάρκεια των παρεχόμενων υπηρεσιών;
β)
Εάν η απάντηση που δοθεί στο ανωτέρω ερώτημα είναι αρνητική, δηλαδή εάν θεωρηθεί ότι η έννοια «in-house ανάθεση» εμπίπτει, είτε εν μέρει είτε συνολικώς, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου των κρατών μελών, πρέπει η προαναφερθείσα διάταξη της οδηγίας να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη έχουν μεν την εξουσία να επιβάλλουν περιορισμούς ή να θεσπίζουν πρόσθετες προϋποθέσεις για τις in-house αναθέσεις (σε σύγκριση με το δίκαιο της Ένωσης και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης που ερμηνεύει το δίκαιο αυτό), πλην όμως μπορούν να ασκούν την εξουσία αυτή μόνον μέσω συγκεκριμένων και σαφών θετικών νομικών διατάξεων σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις;
3)
Εάν θεωρηθεί ότι η in-house ανάθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24:
α)
Πρέπει (ιδίως) οι διατάξεις των άρθρων 1, παράγραφος 4 και 12 της οδηγίας καθώς και η διάταξη του άρθρου 36 του Χάρτη, είτε από κοινού είτε χωριστά, λαμβανομένων υπόψη των αποφάσεων του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Teckal (C-107/98), Jean Auroux κ.λπ. (C-220/05), ANAV (C-410/04) και σε άλλες υποθέσεις, να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι ο όρος «ανάθεση in-house» εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και ότι το περιεχόμενο και η εφαρμογή της εν λόγω έννοιας δεν επηρεάζονται από το εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών, μεταξύ άλλων, από περιορισμούς στη σύναψη αυτού του είδους των συμβάσεων όπως για παράδειγμα την προϋπόθεση ότι οι δημόσιες συμβάσεις αδυνατούν να διασφαλίσουν την ποιότητα, τη διαθεσιμότητα και τη διάρκεια των παρεχόμενων υπηρεσιών;
β)
Εάν η απάντηση που δοθεί στο ανωτέρω ερώτημα είναι αρνητική, δηλαδή εάν θεωρηθεί ότι ο όρος «in-house ανάθεση» εμπίπτει, είτε εν μέρει είτε συνολικώς, στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου των κρατών μελών, πρέπει η διάταξη του άρθρου 12 της οδηγίας 2014/24 να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη έχουν μεν την εξουσία να επιβάλλουν περιορισμούς ή να θεσπίζουν πρόσθετες προϋποθέσεις για τις in-house αναθέσεις (σε σύγκριση με το δίκαιο της Ένωσης και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης που ερμηνεύει το δίκαιο αυτό), πλην όμως μπορούν να ασκούν την εξουσία αυτή μόνον μέσω συγκεκριμένων και σαφών θετικών νομικών διατάξεων σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις;
4)
Ανεξάρτητα από το ποια οδηγία καλύπτει την επίμαχη εν προκειμένω in-house ανάθεση, πρέπει οι αρχές της ισότητας, της μη διακριτικής μεταχειρίσεως των προμηθευτών των δημοσίων συμβάσεων και της διαφάνειας (άρθρο 2 της οδηγίας 2004/18 και άρθρο 18 της οδηγίας 2014/24), η γενική αρχή περί απαγορεύσεως των διακρίσεων για λόγους ιθαγένειας (άρθρο 18 ΣΛΕΕ), η ελευθερία εγκαταστάσεως (άρθρο 49 ΣΛΕΕ), η ελευθερία παροχής υπηρεσιών (άρθρο 56 ΣΛΕΕ), η δυνατότητα χορηγήσεως αποκλειστικών δικαιωμάτων στις επιχειρήσεις (άρθρο 106 ΣΛΕΕ) και η νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης (αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Teckal, ANAV, Sea, Undis Servizi και άλλες), να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι σύμβαση in-house αναθέσεως συναφθείσα μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και διακριτής νομικής οντότητας, σε περίπτωση που η αναθέτουσα αρχή ασκεί επί της τελευταίας έλεγχο ανάλογο με αυτόν που ασκεί επί των υπηρεσιών ή των οργάνων της και που η δραστηριότητα της εν λόγω οντότητας συνίσταται κυρίως στην άσκηση δραστηριοτήτων προς όφελος της αναθέτουσας αρχής, είναι, αυτή καθαυτή, νόμιμη, δηλαδή, μεταξύ άλλων, δεν προσβάλλει το δικαίωμα των λοιπών οικονομικών φορέων για δίκαιο ανταγωνισμό, δεν συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος αυτών των οικονομικών φορέων και δεν απονέμει προνόμια στην ελεγχόμενη οντότητα με την οποία έχει συναφθεί η σύμβαση in-house αναθέσεως;
( 1 ) Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 114).
( 2 ) Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65).