3.9.2018
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 311/6
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Székesfehérvári Törvényszék (Ουγγαρία) στις 5 Ιουνίου 2018 — Hochtief AG κατά Fővárosi Törvényszék
(Υπόθεση C-362/18)
(2018/C 311/06)
Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική
Αιτούν δικαστήριο
Székesfehérvári Törvényszék
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Ενάγουσα: Hochtief AG
Εναγόμενο: Fővárosi Törvényszék
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Έχουν οι βασικές αρχές και οι κανόνες του δικαίου της Ένωσης (ιδίως το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και η απαίτηση ομοιόμορφης ερμηνείας του δικαίου), όπως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο, ειδικότερα στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Köbler, την έννοια ότι η αναγνώριση της ευθύνης του κράτους λόγω αντίθετης προς το δίκαιο της Ένωσης αποφάσεως δικαστηρίου που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στο εθνικό δίκαιο ή στα κριτήρια που θεσπίζονται στο εθνικό δίκαιο; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, έχουν οι βασικές αρχές και οι κανόνες του δικαίου της Ένωσης, ιδίως τα τρία κριτήρια που διατύπωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Köbler για την αναγνώριση της ευθύνης του «κράτους», την έννοια ότι η συνδρομή των προϋποθέσεων της ευθύνης του κράτους μέλους για παραβίαση του δικαίου της Ένωσης από τα δικαστήρια του εν λόγω κράτους πρέπει να εκτιμηθεί βάσει του εθνικού δικαίου;
2)
Έχουν οι κανόνες και οι βασικές αρχές του δικαίου της Ένωσης (ιδίως το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και η απαίτηση πραγματικής δικαστικής προστασίας), και ειδικότερα οι αποφάσεις του Δικαστηρίου όσον αφορά την ευθύνη των κρατών μελών οι οποίες εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Francovich, Brasserie du pêcheur και Köbler, την έννοια ότι η ισχύς δεδικασμένου των αποφάσεων που παραβιάζουν το δίκαιο της Ένωσης και εκδίδονται από δικαστήρια του κράτους μέλους που αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό αποκλείει την αναγνώριση ευθύνης του κράτους μέλους για αποζημίωση;
3)
Έχουν οι αρχές της «αποτελεσματικότητας» και της ισοδυναμίας που κατοχυρώνονται στις οδηγίες 89/665/ΕΟΚ (1), 92/13/ΕΟΚ (2) και 2007/66/ΕΚ (3), καθώς και στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Kühne & Heitz, Kapferer, Impresa Pizzarotti, και Transportes Urbanos y Servicios Generales, την έννοια ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεωρήσεως, ο διάδικος δεν μπορεί πια να προβάλει τις εκτιμήσεις που περιέχονται σε απόφαση του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε κατόπιν υποβολής αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως από το δικαστήριο του δευτέρου βαθμού της κύριας δίκης, δεδομένου ότι στην κύρια δίκη δεν λήφθηκαν υπόψη οι εκτιμήσεις αυτές, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο του κράτους μέλους που επιλαμβάνεται στον τελευταίο βαθμό απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως που υποβλήθηκε κατά της εκδοθείσας στην κύρια δίκη αποφάσεως βασιζόμενο στο γεγονός ότι ο διάδικος δεν προέβαλε εμπρόθεσμα τις εκτιμήσεις οι οποίες περιέχονται στην απόφαση του Δικαστηρίου;
4)
Έχουν οι οδηγίες που μνημονεύθηκαν στο ερώτημα 3, η νομολογία του Δικαστηρίου η οποία προκύπτει, ιδίως, από τις αποφάσεις Impresa Pizzarotti (C-213/13), Kapferer (C-234/04), Kühne & Heitz (C-453/00) και Transportes Urbanos y Servicios Generales (C-118/08), όσον αφορά το παραδεκτό της αιτήσεως αναθεωρήσεως, καθώς επίσης και οι βασικές αρχές που διατύπωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις C-470/99, C-327/00 και C-241/06, σχετικά με τις προθεσμίες του εθνικού δικαίου ως προς τις διαδικασίες προσφυγής στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, την έννοια ότι τα εθνικά δικαστήρια πράττουν ορθώς μη λαμβάνοντας υπόψη, εξαιτίας του ότι προβλήθηκαν εκπρόθεσμα από τον διάδικο κατά τη διαδικασία στον δεύτερο βαθμό, αφενός, απόφαση του Δικαστηρίου εκδοθείσα κατόπιν αιτήσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στο πλαίσιο της ενώπιόν του εκκρεμούς υποθέσεως και, αφετέρου, απόφαση του Δικαστηρίου της οποίας η έκδοση στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους δεν ήταν διαθέσιμη μέχρι τον δεύτερο βαθμό, απορρίπτοντας, ωστόσο, την αίτηση αναθεωρήσεως που άσκησε ο διάδικος αυτός επικαλούμενος αποφάσεις του Δικαστηρίου τις οποίες είχε προβάλει αλλά δεν λήφθηκαν υπόψη, καθώς και πραγματικά περιστατικά κρίσιμα για τέτοιες αποφάσεις;
5)
Έχουν οι προπαρατεθείσες οδηγίες καθώς και η νομολογία του Δικαστηρίου η οποία προκύπτει, ιδίως, από τις αποφάσεις Impresa Pizzarotti (C-213/13), Kapferer (C-234/04), Kühne & Heitz (C-453/00) και Transportes Urbanos y Servicios Generales (C-118/08), την έννοια ότι, στην περίπτωση που ο διάδικος μνημονεύει την απόφαση [Kempter C-2/06] –σύμφωνα με την οποία δεν είναι αναγκαίο να επικαλεσθεί τις αποφάσεις του Δικαστηρίου, καθόσον το δικαστήριο οφείλει να τις εφαρμόσει αυτεπάγγελτα– τα εθνικά δικαστήρια ορθώς πράττουν μη λαμβάνοντας υπόψη αποφάσεις του Δικαστηρίου, βασιζόμενα στους εθνικούς δικονομικούς κανόνες και αντιθέτως προς τα κριθέντα στην απόφαση [Kempter], κατά τρόπον ώστε να μη γίνεται καν μνεία αυτής της περιστάσεως στην απόφαση που τερματίζει τη διαδικασία ή στο σκεπτικό της ιδίας, απορρίπτοντας, ωστόσο, την αίτηση αναθεωρήσεως που άσκησε ο διάδικος αυτός επικαλούμενος αποφάσεις του Δικαστηρίου τις οποίες είχε προβάλει αλλά δεν λήφθηκαν υπόψη, καθώς και πραγματικά περιστατικά κρίσιμα για τέτοιες αποφάσεις;
6)
Έχει η απαίτηση της «κατάφωρης παραβάσεως», η οποία καθιερώθηκε στις αποφάσεις Köbler και Traghetti del Mediterraneo, την έννοια ότι τέτοια παράβαση δεν υφίσταται όταν το δικαστήριο που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό απορρίπτει αίτηση αναθεωρήσεως παραβιάζοντας προδήλως πάγια και αναλυτικώς παρατεθείσα νομολογία του Δικαστηρίου –η οποία στηρίζεται επίσης σε διάφορες νομικές γνωμοδοτήσεις– χωρίς ουδόλως να μνημονεύσει την εν λόγω νομολογία και χωρίς ουδόλως να θεμελιώσει την απόφαση αυτή υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, χωρίς προφανώς να εξετάσει ούτε καν να αναφέρει την αναγκαιότητα παραπομπής της υποθέσεως στο Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι παρατέθηκε επίσης αναλυτικά η κρίσιμη για την υπόθεση νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου να αιτιολογηθεί η αναγκαιότητα αυτή; Λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Δικαστηρίου CILFIT κ.λπ. (C-283/81), πρέπει το εθνικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, όταν, αποκλίνοντας από την ερμηνεία του Δικαστηρίου, η οποία έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα, απορρίπτει αίτηση αναθεωρήσεως και, συναφώς, αρνείται να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως χωρίς καμία αιτιολογία;
7)
Έχουν οι αρχές της πραγματικής δικαστικής προστασίας και της ισοδυναμίας των άρθρων 19 ΣΕΕ και 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, καθώς και η ελευθερία εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών του άρθρου 49 ΣΛΕΕ, και η οδηγία 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, καθώς και οι οδηγίες 89/665/ΕΟΚ, 92/13/ΕΟΚ και 2007/66/ΕΚ, την έννοια ότι επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές και στα επιληφθέντα δικαστήρια, παραβιάζοντας κατάφωρα το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης, να απορρίπτουν συστηματικά τις προσφυγές που ασκεί ο θιγόμενος, ο οποίος αποκλείστηκε από διαδικασία αναθέσεως δημόσιας συμβάσεως, προσφυγές για τις οποίες απαιτείται, ενδεχομένως, η εκπόνηση πολλών υπομνημάτων με σημαντική επένδυση χρόνου και χρημάτων ή η συμμετοχή σε ακροάσεις, και ότι, καίτοι δεν αμφισβητείται ότι υφίσταται θεωρητικώς η δυνατότητα στοιχειοθετήσεως της ευθύνης για ζημίες προκληθείσες κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων, η σχετική νομοθεσία στερεί από τον θιγόμενο τη δυνατότητα να απαιτήσει από το δικαστήριο αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ως αποτέλεσμα των παράνομων μέτρων;
8)
Έχουν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις Köbler, Traghetti del Mediterraneo και Saint Giorgio την έννοια ότι δεν είναι δυνατή η αποζημίωση της ζημίας που προκλήθηκε από το γεγονός ότι, κατά παράβαση της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου, το δικαστήριο που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό δεν έκανε δεκτή την αίτηση αναθεωρήσεως που κατέθεσε εμπροθέσμως ο θιγόμενος, στο πλαίσιο της οποίας αυτός θα μπορούσε να απαιτήσει αποζημίωση των πραγματοποιηθεισών δαπανών;
9)
Όταν, βάσει του εθνικού δικαίου, διαδικασία αναθεωρήσεως πρέπει να γίνει δεκτή δυνάμει νέας αποφάσεως του συνταγματικού δικαστηρίου για λόγους αποκαταστάσεως της συνταγματικότητας, δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή η διαδικασία αναθεωρήσεως, δυνάμει της αρχής της ισοδυναμίας και της νομολογίας Transportes Urbanos y Servicios Generales, στην περίπτωση κατά την οποία στην κύρια δίκη δεν λήφθηκαν υπόψη απόφαση του Δικαστηρίου που είχε εκδοθεί προγενέστερα σε άλλη υπόθεση, απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε με αίτηση του δικαστηρίου της κύριας δίκης, ούτε πραγματικά περιστατικά κρίσιμα για τέτοιες αποφάσεις, λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου όσον αφορά τις δικονομικές προθεσμίες;
(1) Οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (EE 1989, L 395, σ. 33).
(2) Οδηγία 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (EE 1992, L 76, σ. 14).
(3) Οδηγία 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων (EE 2007, L 335, σ. 31).
Full & Egal Universal Law Academy