Υπόθεση C-440/18 P: Αναίρεση που άσκησε στις 4 Ιουλίου 2018 η Verein Deutsche Sprache e.V. κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) στις 23 Απριλίου 2018 στην υπόθεση T-468/16, Verein Deutsche Sprache e.V. κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
C2942018EL3810120180704EL0052381392
Αναίρεση που άσκησε στις 4 Ιουλίου 2018 η Verein Deutsche Sprache e.V. κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) στις 23 Απριλίου 2018 στην υπόθεση T-468/16, Verein Deutsche Sprache e.V. κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-440/18 P)2018/C 294/52Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Verein Deutsche Sprache e.V. (εκπρόσωπος: W. Ehrhardt, Rechtsanwalt)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Απριλίου 2018 στην υπόθεση T-468/16 και να ακυρώσει την απόφαση που εξέδωσε ο Γενικός Γραμματέας εξ ονόματος της Επιτροπής βάσει του άρθρου 4 των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 ( 1 ) της 10.06.2016.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα προβάλλει τους εξής αναιρετικούς λόγους:
Ανεπαρκής διεξαγωγή της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου: η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έκανε χρήση των μέσων άντλησης πληροφοριακών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του βάσει του άρθρου 24 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και των άρθρων 88 και 89 του Κανονισμού Διαδικασίας. Έπρεπε, επίσης, να εξετάσει διεξοδικότερα την εκ μέρους της Επιτροπής παράθεση των πραγματικών περιστατικών, ανεξαρτήτως του αιτήματος της προσφεύγουσας για διεξαγωγή αποδείξεων. Υπάρχουν επαρκή στοιχεία προς αντίκρουση των όσων προβάλλει η Επιτροπή.
Πλημμελής εξέταση του αποδεικτικού στοιχείου της 20ής Φεβρουαρίου 2017: η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε περαιτέρω την επιστολή μέλους του επιστημονικού προσωπικού του πανεπιστημίου, η οποία περιείχε στοιχεία εσωτερικής πληροφόρησης, παρά το γεγονός ότι έκανε δεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο.
Η προσφεύγουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι αρνήθηκε να ακούσει τη μαρτυρία του εκπροσώπου τύπου της Επιτροπής, παρά το γεγονός ότι το προαναφερθέν έγγραφο περιείχε επαρκή στοιχεία που δικαιολογούσαν τη διεξαγωγή της ακρόασης.
Μη εφαρμογή του τεκμηρίου νομιμότητας: η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, το τεκμήριο νομιμότητας που απορρέει από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν έχει εφαρμογή ως προς την επιχειρηματολογία θεσμικού οργάνου της Ένωσης η οποία, ακόμη και αν υποτεθεί βάσιμη, παραβιάζει τις αρχές της χρηστής διοίκησης.
Η σχετική με το τεκμήριο νομιμότητας νομολογία που παραθέτει το Γενικό Δικαστήριο αφορά άλλες περιπτώσεις και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να εφαρμοστεί εν προκειμένω.
Παράλειψη συνεκτίμησης των ενδείξεων περί υπάρξεως επιπλέον εγγράφων: η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει τα επιχειρήματά της προς αμφισβήτηση της διαπίστωσης του Γενικού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία δεν παρέθεσε ενδείξεις που να εμφαίνουν την ύπαρξη άλλων εγγράφων.
Εσφαλμένη εκτίμηση της επιχειρηματολογίας της αναιρεσείουσας σχετικά με την υποχρέωση διαφάνειας: η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε στην εσφαλμένη παραδοχή ότι είναι βάσιμη η σχετική με την ύπαρξη επιπλέον εγγράφων θέση της Επιτροπής, με συνέπεια να μην λάβει υπόψη του, ως όφειλε, την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας σχετικά με την υποχρέωση διαφάνειας.
( 1 ) ΕΕ 2001, L 145, σ. 43.
Full & Egal Universal Law Academy