22.10.2018
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 381/9
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Fővárosi Törvényszék (Ουγγαρία) στις 30 Ιουλίου 2018 — HUNGEOD Közlekedésfejlesztési, Földmérési, Út- és Vasúttervezési Kft. κ.λπ. κατά Közbeszerzési Hatóság Közbeszerzési Döntőbizottság
(Υπόθεση C-496/18)
(2018/C 381/11)
Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική
Αιτούν δικαστήριο
Fővárosi Törvényszék
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Προσφεύγουσες: HUNGEOD Közlekedésfejlesztési, Földmérési, Út- és Vasúttervezési Kft., SIXENSE Soldata, Budapesti Közlekedési Zrt.
Καθού: Közbeszerzési Hatóság Közbeszerzési Döntőbizottság
Μετέχουσα στη διαδικασία: Közbeszerzési Hatóság Elnöke
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Πρέπει τα άρθρα 41, παράγραφος 1, και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 25, 27 και 36 της οδηγίας 2007/66/ΕΚ (1) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων, το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ (2) του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, και, στο πλαίσιο αυτό, η αρχή της ασφάλειας δικαίου, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, και η απαίτηση περί αποτελεσματικών και ταχειών προσφυγών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, σε σχέση με τις δημόσιες συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την έναρξη ισχύος της, επιτρέπει κατά τρόπο γενικό στην αρμόδια (εποπτική) αρχή που η ίδια έχει συστήσει να κινήσει, εντός της οριζόμενης στη ρύθμιση αυτή προθεσμίας, άπαξ και παρήλθαν οι προβλεπόμενες στην προϊσχύσασα ρύθμιση του κράτους μέλους αποσβεστικές προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής προς διερεύνηση τυχόν παραβάσεων στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες διεπράχθησαν πριν από την έναρξη ισχύος της νέας ρυθμίσεως, διαδικασία προς διερεύνηση συγκεκριμένης παραβάσεως στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων και να αποφανθεί επί της ουσίας και, συνεπεία τούτου, να κρίνει ότι έχει διαπραχθεί παράβαση, να επιβάλει κύρωση δυνάμει του δικαίου περί δημοσίων συμβάσεων και να αντλήσει τις εκ της ακυρότητας της συμβάσεως συνέπειες;
2)
Μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι κανόνες δικαίου και οι αρχές που μνημονεύονται στο πρώτο ερώτημα δεν εφαρμόζονται μόνο στην αποτελεσματική άσκηση του (υποκειμενικού και προσωπικού) δικαιώματος προσφυγής των μετεχόντων στη διαδικασία συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, αλλά εφαρμόζονται και στο δικαίωμα κινήσεως και διεξαγωγής διαδικασίας προσφυγής από πλευράς των συσταθεισών από το δίκαιο του κράτους μέλους (εποπτικών) αρχών, οι οποίες έχουν την εξουσία αυτεπάγγελτου εντοπισμού και διερευνήσεως παραβάσεων στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων και είναι αρμόδιες για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος;
3)
Συνάγεται εκ του άρθρου 99, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2014/25/ΕΕ (3) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις προμήθειες φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και την κατάργηση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ (4), ότι το δίκαιο κράτους μέλους δύναται, μέσω της θεσπίσεως ενός νέου νόμου, να επιτρέπει κατά τρόπο γενικό –χάριν της προασπίσεως των δημοσιονομικών συμφερόντων της Ένωσης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων– στις (εποπτικές) αρχές, που έχουν την εξουσία, δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους, αυτεπάγγελτου εντοπισμού και διερευνήσεως τυχόν παραβάσεων στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων και οι οποίες είναι αρμόδιες για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος, να διερευνούν παραβάσεις στον τομέα της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων οι οποίες διεπράχθησαν πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και να κινούν και να διεξάγουν διαδικασία, παρά την παρέλευση των αποσβεστικών προθεσμιών που προέβλεπε η προϊσχύσασα νομοθεσία;
4)
Εφόσον η περιγραφόμενη στο πρώτο και τρίτο ερώτημα εξουσία των (εποπτικών) αρχών να διερευνούν παραβάσεις θεωρηθεί –λαμβανομένων υπόψη των αναφερόμενων στο πρώτο ερώτημα κανόνων δικαίου και αρχών– συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, ασκούν επιρροή τα κενά νομικής, νομοθετικής, τεχνικής ή οργανωτικής φύσεως ή άλλου είδους εμπόδια εξαιτίας των οποίων η παράβαση στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων δεν διερευνήθηκε κατά τον χρόνο της διαπράξεώς της;
5)
Πρέπει τα άρθρα 41, παράγραφος 1, και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 25, 27 και 36 της οδηγίας 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων, το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, και, στο πλαίσιο αυτό, η αρχή της ασφάλειας δικαίου, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η απαίτηση περί αποτελεσματικών και ταχειών προσφυγών κατά των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών και η αρχή της αναλογικότητας, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι –ακόμη και αν μπορεί, υπό το πρίσμα των αρχών αυτών, να αναγνωριστεί στις (εποπτικές) αρχές, που, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, έχουν την περιγραφόμενη στο πρώτο έως τέταρτο ερώτημα εξουσία αυτεπάγγελτου εντοπισμού και διερευνήσεως τυχόν παραβάσεων στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων και οι οποίες είναι αρμόδιες για την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος– το εθνικό δικαστήριο δύναται να εξετάζει τον εύλογο και αναλογικό χαρακτήρα του χρονικού διαστήματος που έχει μεσολαβήσει μεταξύ της διαπράξεως της παραβάσεως, της παρελεύσεως της προϊσχύσασας αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής και της κινήσεως διαδικασίας διερευνήσεως της παραβάσεως και να αντλήσει εξ αυτού ως έννομη συνέπεια το ανίσχυρο της επίμαχης αποφάσεως ή κάποια άλλη συνέπεια απορρέουσα από το δίκαιο του κράτους μέλους;
(1) ΕΕ 2007, L 335, σ. 31.
(2) ΕΕ 1992, L 76, σ. 14.
(3) Οδηγία της 26ης Φεβρουαρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 94, σ. 243).
(4) Οδηγία 2004/17/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (ΕΕ 2004, L 134, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy