26.3.2018
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 112/45
Προσφυγή της 8ης Φεβρουαρίου 2018 — Ιταλία κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-71/18)
(2018/C 112/58)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ιταλική Δημοκρατία (εκπρόσωποι: G. Palmieri και P. Gentili, avvocato dello Stato)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προκήρυξη του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/339/17 — διοικητικοί υπάλληλοι (AD 7), στους ακόλουθους τομείς: 1. Χρηματοοικονομικά, 2. Μακροοικονομικά, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Νοεμβρίου 2017 αριθ. 386 A.
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει επτά λόγους ακυρώσεως.
1.
Ο πρώτος λόγος αντλείται από παράβαση των άρθρων 263, 264 και 266 ΣΛΕΕ, καθόσον η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-566/10 P, καθώς και προς την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-124/13 και T-191/31, με τις οποίες κρίθηκαν παράνομες οι προκηρύξεις που περιορίζουν μόνο στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα, τις γλώσσες τις οποίες οι υποψήφιοι των γενικών διαγωνισμών μπορούν να ορίσουν ως δεύτερη γλώσσα.
2.
Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παράβαση των άρθρων 342 ΣΛΕΕ και 1 και 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1/58, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 14).
3.
Ο τρίτος λόγος αντλείται από παράβαση των άρθρων 12 ΕΚ, νυν άρθρο 18 ΣΛΕΕ· 22 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης· 6, παράγραφος 3, ΕΕ· 1, παράγραφοι 2, και 3 του Παραρτήματος III του ΚΥΚ· 1 και 6 του κανονισμού 1/58· 1δ, παράγραφοι 1 και 6, 27, παράγραφος 2, 28, στοιχείο στ', του ΚΥΚ· στον βαθμό που οι προαναφερθείσες διατάξεις απαγορεύουν την επιβολή στους ευρωπαίους πολίτες και στους ίδιους τους υπαλλήλους των οργάνων γλωσσικών περιορισμών οι οποίοι δεν προβλέπονται κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό από τους εσωτερικούς κανονισμούς των οργάνων που αναφέρονται στο άρθρο 6 του κανονισμού 1/58, και οι οποίοι έως σήμερα δεν έχουν εκδοθεί, και απαγορεύουν την πρόβλεψη τέτοιων περιορισμών ελλείψει ειδικού και αιτιολογημένου συμφέροντος της υπηρεσίας.
4.
Ο τέταρτος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 3, ΕΕ, στο μέτρο που καθιερώνει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως θεμελιώδες δικαίωμα απορρέον από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών.
5.
Ο πέμπτος λόγος αντλείται από κατάχρηση εξουσίας και παράβαση των θεμελιωδών κανόνων που είναι συμφυείς με τη φύση και τον σκοπό των προκηρύξεων διαγωνισμών, στο μέτρο που περιορίζοντας εκ των προτέρων και γενικώς σε τρεις τις γλώσσες που είναι επιλέξιμες ως δεύτερη γλώσσα 2, η Επιτροπή στην πραγματικότητα προέβη σε πρόωρo, κατά το στάδιο της προκηρύξεως και των όρων συμμετοχής, έλεγχο των γλωσσικών ικανοτήτων των υποψηφίων, ο οποίος αντιθέτως θα έπρεπε να διενεργηθεί κατά το στάδιο του διαγωνισμού. Με τον τρόπο αυτό, οι γλωσσικές γνώσεις καθίστανται αποφασιστικές όσον αφορά τις επαγγελματικές γνώσεις.
6.
Ο έκτος λόγος αντλείται από παράβαση των άρθρων 18 και 24, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ· 22 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης· 2 του κανονισμού 1/58 και 1δ, παράγραφοι 1 και 6, του ΚΥΚ, καθόσον, προβλέποντας ότι οι αιτήσεις συμμετοχής έπρεπε υποχρεωτικώς να υποβληθούν στην αγγλική, γαλλική ή γερμανική γλώσσα και ότι η Epso θα απέστελλε στους υποψηφίους τις ανακοινώσεις στην ίδια γλώσσα σχετικά με την πορεία του διαγωνισμού, η Επιτροπή παραβίασε το δικαίωμα των ευρωπαίων πολιτών να επικοινωνούν στη δική τους γλώσσα με τα όργανα, και εισήγαγε δυσμενή διάκριση εις βάρος όσων δεν είχαν βαθειά γνώση των τριών αυτών γλωσσών.
7.
Ο έβδομος λόγος αντλείται από παράβαση των άρθρων 1 και 6 του κανονισμού· 1δ, παράγραφοι 1 και 6, και 28, στοιχείο στ', του ΚΥΚ· 1, παράγραφος 1, στοιχείο στ', του παραρτήματος III του ΚΥΚ· 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (έλλειψη αιτιολογίας), καθώς και από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και από παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών.
Υποστηρίζει συναφώς ότι η αιτιολογία της Επιτροπής παραμορφώνει τα πραγματικά περιστατικά διότι δεν προκύπτει ότι οι τρεις επίμαχες γλώσσες είναι οι πλέον χρησιμοποιούμενες για τη μετάφραση των εγγράφων εντός των οργάνων, είναι δε δυσανάλογη προς τον περιορισμό ενός θεμελιώδους δικαιώματος όπως της απαγορεύσεως των γλωσσικών διακρίσεων. Εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν συστήματα λιγότερο περιοριστικά για τη διασφάλιση της ταχείας μεταφράσεως εντός των οργάνων.
Full & Egal Universal Law Academy