30.4.2018
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 152/38
Προσφυγή της 15ης Φεβρουαρίου 2018 — Batchelor κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-85/18)
(2018/C 152/48)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγων: Edward William Batchelor (Βρυξέλλες, Βέλγιο) (εκπρόσωποι: B. Hoorelbeke, δικηγόρος, και M. Healy, Solicitor)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση C(2017) 8430 τελικό της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 2017, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα περί παροχής προσβάσεως σε έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει δήλωση τηρήσεως των κανόνων δεοντολογίας την οποία είχε υποβάλει υπάλληλος στο πληροφοριακό σύστημα διαχειρίσεως ανθρωπίνων πόρων Sysper2 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και σε άλλα έγγραφα τα οποία καταλαμβάνει το αρχικό αίτημα περί προσβάσεως·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει τέσσερις λόγους.
1.
Με τον πρώτο λόγο, ο προσφεύγων προβάλλει παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, του άρθρου 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 1049/2001 (1), σε συνδυασμό με το άρθρο 8, στοιχείο β', του κανονισμού 45/2001 (2), λόγω της αρνήσεως παροχής πλήρους ή μερικής προσβάσεως στη δήλωση τηρήσεως των κανόνων δεοντολογίας.
—
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Επιτροπή ούτε εξέτασε ούτε θεμελίωσε ότι η δημοσιοποίηση της δηλώσεως δεοντολογίας θα έπληττε ειδικώς και πραγματικώς το συμφέρον που διαφυλάσσει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 1049/2001. Επομένως, η Επιτροπή δεν απαλλάχθηκε από το βάρος αποδείξεως το οποίο έφερε και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον αρνήθηκε την παροχή προσβάσεως, τουλάχιστον εν μέρει, στη δήλωση τηρήσεως των κανόνων δεοντολογίας.
—
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη κατά την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 1049/2001, εξεταζόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 8, στοιχείο β', του κανονισμού 45/2001, καθόσον έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν είχε αποδείξει δεόντως ότι ήταν αναγκαία η δημοσιοποίηση της δηλώσεως τηρήσεως των κανόνων δεοντολογίας.
2.
Με τον δεύτερο λόγο, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, του άρθρου 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση στα λοιπά έγγραφα τα οποία καταλάμβανε η αρχική αίτηση περί παροχής προσβάσεως.
—
Με τον δεύτερο λόγο, ο προσφεύγων επικαλείται τα σχετικά και συγκλίνοντα στοιχεία τα οποία κατ’ αυτόν αποδεικνύουν ότι τα έγγραφα τα οποία καταλαμβάνει το αρχικό του αίτημα περί προσβάσεως είναι περισσότερα από τα εβδομήντα ένα που εντόπισε η Επιτροπή. Καθόσον αρνήθηκε την παροχή προσβάσεως στα επίμαχα λοιπά έγγραφα, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 42 το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το άρθρο 15, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001.
3.
Με τον τρίτο λόγο, ο προσφεύγων προβάλλει παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως, ιδίως δε του καθήκοντος επιμελείας.
—
Με τον τρίτο λόγο, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Επιτροπή παρέβη το καθήκον επιμελείας που υπέχει δυνάμει του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, διότι δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια καθόσον έκρινε ότι δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα τα οποία καταλαμβάνονται από το αρχικό αίτημα περί προσβάσεως. Προς στήριξη αυτού του λόγου, ο προσφεύγων προβάλλει ότι ουδεμία εξήγηση δίδεται ως προς το πώς η Επιτροπή έκρινε ότι δεν υφίστανται άλλα έγγραφα, δεδομένου ότι η τελευταία δεν παρέσχε καμία πληροφορία σχετικά με τις μεθόδους έρευνας των οποίων μετήλθε.
4.
Με τον τέταρτο λόγο, ο προσφεύγων προβάλλει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως σύμφωνα με το άρθρο 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
—
Με το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωσή της αιτιολογήσεως, την οποία υπέχει δυνάμει του άρθρου 296 ΣΛΕΕ, καθόσον δεν εξήγησε για ποιόν λόγο η δημοσιοποίηση της δηλώσεως τηρήσεως των κανόνων δεοντολογίας θα έπληττε πραγματικώς και ειδικώς το συμφέρον που διαφυλάσσει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 1049/2001, ούτε εξέθεσε για ποιόν λόγο θεώρησε ότι τέτοια δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο το έννομο συμφέρον του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, σύμφωνα με το άρθρο 8, στοιχείο β', του κανονισμού 45/2001.
—
Με το δεύτερο σκέλος του τετάρτου λόγου, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως εξηγεί γιατί δεν εντοπίστηκαν πρόσθετα έγγραφα τα οποία καταλαμβάνονται από την αρχική αίτηση περί παροχής προσβάσεως παρά τα όσα προέβαλε ο προσφεύγων με την επιβεβαιωτική του αίτηση. Επομένως, και το εν λόγω τμήμα της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ελλιπώς αιτιολογημένο.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 2001, L 8, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy