14.1.2019
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 16/54
Προσφυγή-αγωγή της 29ης Οκτωβρίου 2018 — ZQ κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-647/18)
(2019/C 16/65)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Προσφεύγων-ενάγων: ZQ (εκπρόσωπος: C. Cortese, δικηγόρος)
Καθής-εναγομένη: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Ο προσφεύγων-ενάγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και ειδικότερα:
α)
να ακυρώσει την απόφαση της ΑΔΑ της 15ης Δεκεμβρίου2017, που καταχωρίσθηκε στο ARES την 18η Δεκεμβρίου 2017, HR.E.2/AS/Ares (2017), με αντικείμενο «Request for assistance D/374/17», περί απορρίψεως της αιτήσεως αρωγής·
β)
να ακυρώσει, εφόσον απαιτείται, την απόφαση της ΑΔΑ της 19ης Ιουλίου 2018, περί απορρίψεως της ενστάσεως που υπέβαλε ο προσφεύγων-ενάγων, N. R/187/18, HR.E.2/Ares (2018)·
γ)
να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ο ενάγων λόγω των πολλαπλών παράνομων πράξεων που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση ή με τις οποίες συνδέεται στενά η απόφαση αυτή, προσδιορισθείσα σε ποσό ύψους 1 000 000 ευρώ.
Επιπλέον,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Ο προσφεύγων-ενάγων αμφισβητεί την απόρριψη από την Επιτροπή της αιτήσεώς του αρωγής, όσον αφορά τη παρενόχληση που φέρεται ότι υπέστη λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του.
Προς στήριξη της προσφυγής-αγωγής του, ο προσφεύγων προβάλλει τρεις λόγους.
1.
Ο πρώτος λόγος αφορά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
—
Συναφώς, ο προσφεύγων-ενάγων υποστηρίζει ότι, γενικώς, η πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως προκύπτει σαφώς από τη μεροληπτική στάση που εκφράστηκε στην ίδια την απόφαση, κατά την οποία οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος-ενάγοντος δεν είναι αξιόπιστοι γιατί αφορούν μια μακρά περίοδο η οποία παρήλθε χωρίς να προσφεύγων-ενάγων να προβεί σε επίσημη καταγγελία.
—
Η ύπαρξη μεροληπτικής στάσης είναι, επίσης, η μόνη εξήγηση για το ότι η ΑΔΑ δεν περιέλαβε στο πλαίσιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως σειρά καταγγελθέντων περιστατικών, ως προς τα οποία δεν πραγματοποιήθηκε καμία αξιολόγηση.
—
Οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος-ενάγοντος σχετικά με την παρενόχληση που υποστηρίζει ότι υπέστη χαρακτηρίστηκαν, κατόπιν πρόχειρης εκτιμήσεως, ως απλά επεισόδια κακής οργανώσεως και φυσιολογικής συγκρούσεως στο εργασιακό περιβάλλον.
2.
Ο δεύτερος λόγος αφορά προσβολή δικαιώματος.
Συναφώς, επισημαίνεται:
α)
η εφαρμογή εσφαλμένης έννοιας της παρενοχλήσεως, η οποία εμπεριέχει την απαίτηση προθέσεως προκλήσεως βλάβης (animus nocendi) από πλευράς του δράστη·
β)
η εφαρμογή ενός βαθμού αποδείξεως ο οποίος δεν αντιστοιχεί στον βαθμό που απαιτείται από το ισχύον δίκαιο (αρχή αποδείξεως), αλλά συνεπάγεται την απόδειξη πέραν πάσης αμφιβολίας της υπάρξεως των περιστατικών και τον σαφή νομικό χαρακτηρισμό τους·
γ)
η εφαρμογή ενός προδήλως εσφαλμένου βαθμού αποδείξεως όσον αφορά την αξιοπιστία των καταγγελιών σε σχέση με τον χρόνο που παρήλθε·
δ)
η παράβαση της υποχρεώσεως διεξαγωγής αυτεπάγγελτης έρευνας ενώ έχουν προβληθεί αξιόπιστοι ισχυρισμοί.
3.
Ο τρίτος λόγος αφορά την έλλειψη ή ανεπάρκεια αιτιολογήσεως.
—
Επισημαίνεται συναφώς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και εάν ληφθεί υπόψη συμπληρωματικώς η αιτιολογία που περιέχεται στην απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεως, δεν είναι, σε μεγάλο βαθμό, επαρκώς αιτιολογημένη.
Όσον αφορά το αίτημα αποζημίωσης, ο προσφεύγων-ενάγων υποστηρίζει ότι όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία επ’ αυτού πληρούνται εν προκειμένω.