ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 15ης Μαρτίου 2019 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως – Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά των μεταλλικών συσκευασιών – Απόφαση για την κίνηση έρευνας – Πράξη μη δεκτική προσφυγής – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-410/18,
Silgan Closures GmbH, με έδρα το Μόναχο (Γερμανία),
Silgan Holdings, Inc., με έδρα το Stamford, Connecticut (Ηνωμένες Πολιτείες),
εκπροσωπούμενες από τους H. Wollmann, D. Seeliger, R. Grafunder και V. Weiss, δικηγόρους,
προσφεύγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Θ. Χριστοφόρου, την Β. Ernst, τους G. Meessen και C. Vollrath και την L. Wildpanner,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως C(2018) 2466 τελικό της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 2018, με την οποία η Επιτροπή κίνησε διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ στην υπόθεση AT.40522 – Pandora,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία (εισηγητή), πρόεδρο, I. Labucka και A. Dittrich, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1
Οι προσφεύγουσες, Silgan Closures GmbH και Silgan Holdings, Inc., είναι εταιρίες που δραστηριοποιούνται, μεταξύ άλλων, στον τομέα των μεταλλικών συσκευασιών υπό μορφή μεταλλικών δοχείων και εξαρτημάτων κλεισίματος. Το 2015, η Bundeskartellamt (ομοσπονδιακή υπηρεσία για τον έλεγχο των συμπράξεων, Γερμανία) κίνησε έρευνα όσον αφορά διάφορες εταιρίες του τομέα, και μεταξύ αυτών εταιρίες του ομίλου στον οποίο ανήκουν οι προσφεύγουσες. Στο πλαίσιο της εν λόγω έρευνας, οι εμπλεκόμενες εταιρίες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τις προσφεύγουσες υπέβαλαν αίτηση επιείκειας και συνεργάστηκαν με την ομοσπονδιακή υπηρεσία για τον έλεγχο των συμπράξεων παρέχοντας πληροφορίες.
2
Συνάντηση με σκοπό την προετοιμασία διακανονισμού έλαβε χώρα μεταξύ της ομοσπονδιακής υπηρεσίας για τον έλεγχο των συμπράξεων και των εκπροσώπων των εν λόγω εταιριών στις 8 Σεπτεμβρίου 2016.
3
Με απόφαση της 19ης Απριλίου 2018, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2004, L 123, σ. 18), να κινήσει διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ όσον αφορά διάφορες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των μεταλλικών συσκευασιών, και μεταξύ αυτών τις προσφεύγουσες (υπόθεση AT.40522 – Pandora) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
4
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Ιουλίου 2018, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.
5
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Σεπτεμβρίου 2018, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής.
6
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως, στις 18 και 26 Σεπτεμβρίου 2018, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα δίκη υπέρ της Επιτροπής.
7
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου·
–
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
8
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
–
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
9
Στο πλαίσιο της ενστάσεως απαραδέκτου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν θίγει τα συμφέροντα των προσφευγουσών μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική κατάστασή τους, οπότε η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
10
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως προσδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τον χαρακτήρα πράξεως δεκτικής προσφυγής. Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζουν ότι τα άρθρα 104 και 105 ΣΛΕΕ παρέχουν στην Επιτροπή την εξουσία να κινήσει διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μόνον εφόσον τηρείται η αρχή της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Εξάλλου, κατά τις προσφεύγουσες, η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είχε ως συνέπεια την απώλεια της αρμοδιότητας της ομοσπονδιακής υπηρεσίας για τον έλεγχο των συμπράξεων και, ως εκ τούτου, την εξάλειψη της δυνατότητας των προσφευγουσών να επωφεληθούν του προγράμματος επιείκειας της τελευταίας αυτής υπηρεσίας. Επιπλέον, η ίδια απόφαση επέφερε τη διακοπή της παραγραφής της διώξεως στη Γερμανία, αλλά και την αδυναμία να περατωθεί η έρευνα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Τέλος, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι στο εξής είναι υποχρεωμένες να καθορίσουν τη στρατηγική τους βάσει της διαδικασίας έρευνας που κίνησε η Επιτροπή, πράγμα που επηρεάζει τη νομική κατάστασή τους.
11
Δυνάμει του άρθρου 130, παράγραφοι 1 και 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, αν ο καθού υποβάλει σχετική αίτηση, το Γενικό Δικαστήριο δύναται να κρίνει επί του απαραδέκτου ή επί της αναρμοδιότητας χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υποθέσεως. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να εκδοθεί απόφαση επί του απαραδέκτου, το Γενικό Δικαστήριο, εκτιμώντας ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τα έγγραφα της δικογραφίας, αποφασίζει να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
12
Κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, προσφυγή ακυρώσεως ασκείται κατά των πράξεων, εκτός των συστάσεων και γνωμών, που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων.
13
Προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια πράξη είναι δεκτική τέτοιας προσφυγής, είναι αναγκαίο να εξετασθεί η ουσία της πράξεως αυτής, καθόσον η μορφή της είναι κατ’ αρχήν αδιάφορη όσον αφορά το παραδεκτό. Συναφώς, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως μόνον τα μέτρα που σκοπό έχουν να παραγάγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική κατάστασή του (απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Total και Elf Aquitaine, C‑351/15 P, EU:C:2017:27, σκέψεις 35 και 36).
14
Επομένως, η προσφυγή ακυρώσεως επιτρέπεται κατ’ αρχήν να βάλει μόνον κατά μέτρου με το οποίο καθορίζεται οριστικώς η θέση του οικείου θεσμικού οργάνου κατά το πέρας διοικητικής διαδικασίας. Αντιθέτως, δεν μπορούν να θεωρηθούν πράξεις δεκτικές προσφυγής, μεταξύ άλλων, τα ενδιάμεσα μέτρα που κατατείνουν στην προετοιμασία της τελικής αποφάσεως (απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2017, Επιτροπή κατά Total και Elf Aquitaine, C‑351/15 P, EU:C:2017:27, σκέψη 37).
15
Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι μέτρα αμιγώς προπαρασκευαστικού χαρακτήρα δεν δύνανται να αποτελέσουν αυτά καθ’ εαυτά αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, εντούτοις οι ενδεχόμενες παρανομίες που τα βαρύνουν δύνανται να προβληθούν προς στήριξη προσφυγής που στρέφεται κατά της τελικής πράξεως της οποίας αποτελούν προπαρασκευαστικές πράξεις, πράγμα που διασφαλίζει αποτελεσματική και πλήρη δικαστική προστασία (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 12).
16
Συναφώς, τα αποτελέσματα και η νομική φύση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 773/2004, πρέπει να εξετασθούν υπό το πρίσμα της λειτουργίας της εν λόγω αποφάσεως στο πλαίσιο της διαδικασίας που καταλήγει στην έκδοση αποφάσεως κατ’ εφαρμογήν του κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 και 102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1) (πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 13).
17
Η εν λόγω διαδικασία θεσπίστηκε με τον σκοπό να παρέχει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να γνωστοποιήσουν την άποψή τους και να δώσουν στην Επιτροπή τις πληρέστερες κατά το δυνατόν πληροφορίες, πριν εκείνη λάβει απόφαση η οποία θίγει τα συμφέροντά τους. Επομένως, αποβλέπει στη δημιουργία διαδικαστικών εγγυήσεων υπέρ των επιχειρήσεων αυτών και, όπως συνάγεται από το άρθρο 10 του κανονισμού 773/2004, στη διασφάλιση του δικαιώματός τους να τύχουν ακροάσεως από την Επιτροπή (πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 14).
18
Πάντως, προσφυγή ακυρώσεως, στρεφόμενη κατά της κινήσεως διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, θα μπορούσε να υποχρεώσει τον δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης να κρίνει ζητήματα για τα οποία η Επιτροπή δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να αποφανθεί και, συνεπώς, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να προκαταλάβει τη συζήτηση επί της ουσίας και να δημιουργήσει σύγχυση μεταξύ των διαφορετικών σταδίων των διοικητικών και των δικαστικών διαδικασιών. Κατά συνέπεια, μια τέτοια προσφυγή δεν θα ήταν συμβατή με το σύστημα κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και του δικαστή της Ένωσης και με το σύστημα των μέσων παροχής έννομης προστασίας που προβλέπονται στη Συνθήκη, ούτε με τις απαιτήσεις ορθής απονομής της δικαιοσύνης και σύννομης διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής (πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 20).
19
Επομένως, πράξη όπως η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η Επιτροπή κινεί διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, παράγει μόνον τα συνήθη αποτελέσματα μιας διαδικαστικής πράξεως και δεν θίγει, παρά μόνον από διαδικαστικής απόψεως, τη νομική κατάσταση των προσφευγουσών (πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 17).
20
Ειδικότερα, όσον αφορά τη συνέπεια την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003, κατά το οποίο η κίνηση της διαδικασίας την οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση συνεπάγεται την απώλεια από τις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών της αρμοδιότητάς τους να εφαρμόζουν το άρθρο 101 ΣΛΕΕ ως προς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορά η ως άνω διαδικασία, η εν λόγω συνέπεια συνίσταται στην προστασία των προσφευγουσών από παράλληλες διώξεις εκ μέρους των αρχών αυτών. Επομένως, η εν λόγω συνέπεια δεν θίγει τα συμφέροντά τους (πρβλ. απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 18).
21
Το ως άνω συμπέρασμα ισχύει όχι μόνον όταν καμία εθνική αρχή δεν έχει κινήσει σχετική διαδικασία, αλλά και, κατά μείζονα λόγο, όταν μια τέτοια αρχή κίνησε μια τέτοια διαδικασία αλλά απώλεσε την αρμοδιότητά της βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003. Πράγματι, εφόσον μια απόφαση για την κίνηση διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ δεν θίγει τη νομική κατάσταση της οικείας επιχειρήσεως σε περίπτωση που για την εν λόγω επιχείρηση δεν έχει κινηθεί μέχρι τούδε καμία άλλη διαδικασία, αυτό ισχύει πολλώ μάλλον σε περίπτωση που κατά της εν λόγω επιχειρήσεως έχει κινηθεί διαδικασία έρευνας εκ μέρους εθνικής αρχής.
22
Επομένως, οι προσφεύγουσες εσφαλμένως επικαλούνται τα άρθρα 104 και 105 ΣΛΕΕ, τα οποία προβλέπουν ορισμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ της αρμοδιότητας της Επιτροπής και εκείνης των κρατών μελών όσον αφορά την εφαρμογή, μεταξύ άλλων, του άρθρου 101 ΣΛΕΕ. Πράγματι, οι εν λόγω διατάξεις αφορούν μόνον πιθανές περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από κανονισμό εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, εκδοθέντα βάσει του άρθρου 103 ΣΛΕΕ, όπως ο κανονισμός 1/2003. Από την αιτιολογική σκέψη 17 του τελευταίου αυτού κανονισμού προκύπτει ότι ο κανόνας που θεσπίστηκε με το άρθρο 11, παράγραφος 6, του εν λόγω κανονισμού (βλ. σκέψεις 20 και 21 ανωτέρω) σκοπεί να διασφαλίσει τη συνεπή εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων ανταγωνισμού καθώς και να επιτύχει την κατά το δυνατόν καλύτερη διαχείριση του δικτύου δημόσιων αρχών, το οποίο απαρτίζεται από την Επιτροπή και τις αρμόδιες εθνικές αρχές, που εφαρμόζουν τους κανόνες ανταγωνισμού σε στενή συνεργασία.
23
Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες προέβησαν στις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να επωφεληθούν, στο μέλλον, από το πρόγραμμα επιείκειας που εφαρμόζει η ομοσπονδιακή υπηρεσία για τον έλεγχο των συμπράξεων.
24
Πράγματι, αφενός, τίποτα δεν εμποδίζει τις προσφεύγουσες να ζητήσουν να εφαρμοσθεί επ’ αυτών η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων (ΕΕ 2006, C 298, σ. 17). Αφετέρου, η συνύπαρξη και η αυτοτέλεια που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις μεταξύ του προγράμματος επιείκειας της Ένωσης και των αντίστοιχων εθνικών προγραμμάτων αποτελούν έκφανση του συστήματος παράλληλων αρμοδιοτήτων της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού το οποίο θέσπισε ο κανονισμός 1/2003. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση συμπράξεως της οποίας τα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα μπορούν να γίνουν αισθητά σε περισσότερα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, να προκαλέσουν την παρέμβαση διαφόρων εθνικών αρχών ανταγωνισμού, καθώς και της Επιτροπής, η επιχείρηση που επιθυμεί να επωφεληθεί από το καθεστώς επιείκειας κατόπιν της συμμετοχής της στην επίμαχη σύμπραξη έχει συμφέρον να υποβάλει αιτήσεις απαλλαγής όχι μόνο στις εθνικές αρχές που ενδέχεται να είναι αρμόδιες για την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, αλλά και στην Επιτροπή [πρβλ. απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 2016, DHL Express (Italy) και DHL Global Forwarding (Italy), C‑428/14, EU:C:2016:27, σκέψεις 58 και 59].
25
Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση, στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση που επιθυμεί να επωφεληθεί από ένα τέτοιο πρόγραμμα εναπόκειται να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου η ενδεχόμενη άσκηση από την Επιτροπή της αρμοδιότητάς της βάσει του κανονισμού 1/2003 να θίξει ελάχιστα, ή ακόμη και καθόλου, τα πλεονεκτήματα που η εν λόγω επιχείρηση δύναται να επικαλεστεί στο πλαίσιο της επιείκειας.
26
Επιπλέον, η διακοπή της παραγραφής την οποία επέφερε η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν υπερβαίνει τις συνήθεις συνέπειες μιας διαδικαστικής πράξεως που θίγει αποκλειστικώς την από διαδικαστικής απόψεως κατάσταση και όχι τη νομική κατάσταση της επιχειρήσεως την οποία αφορά η έρευνα (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 17). Η ως άνω εκτίμηση σχετικά με τον αμιγώς διαδικαστικό χαρακτήρα των εν λόγω συνεπειών ισχύει όχι μόνον όσον αφορά τη διακοπή της παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 25 του κανονισμού 1/2003, αλλά και όσον αφορά τη διακοπή της παραγραφής σχετικά με τις εξουσίες που διαθέτουν οι εθνικές αρχές ως προς την επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται, ενδεχομένως, από το εθνικό δίκαιο.
27
Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών με τα οποία προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως να περατωθεί η υπό εξέταση υπόθεση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος είναι και αυτά απορριπτέα. Πράγματι, αν, κατά το πέρας της διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή, οι προσφεύγουσες θεωρήσουν ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο παρέβη τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας, θα μπορούν να προβάλουν τα δικαιώματά τους ασκώντας την προσφυγή που θα κρίνουν κατάλληλη για τον σκοπό αυτόν. Επιπλέον, το γεγονός ότι ενδεχόμενη έρευνα εκ μέρους της ομοσπονδιακής υπηρεσίας για τον έλεγχο των συμπράξεων θα μπορεί να συνεχιστεί μόνο μετά τη λήξη της έρευνας της Επιτροπής αποτελεί απλώς αναπόφευκτη συνέπεια, αμιγώς διαδικαστικής φύσεως, απορρέουσα από την απώλεια της αρμοδιότητας της εν λόγω εθνικής αρχής βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003. Επομένως, το ως άνω γεγονός δεν μπορεί να επηρεάσει το συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη η οποία δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι των προσφευγουσών.
28
Ομοίως, το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες οφείλουν στο εξής να καθορίσουν τη στρατηγική που θα υιοθετήσουν στο πλαίσιο της έρευνας της Επιτροπής αποτελεί επίσης μια αμιγώς διαδικαστική συνέπεια που απορρέει από την κίνηση της εν λόγω έρευνας, οπότε δεν μπορεί να μετατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση σε πράξη που θίγει τη νομική κατάσταση των προσφευγουσών και, ως εκ τούτου, σε πράξη δεκτική προσφυγής.
29
Το γεγονός ότι, εν προκειμένω, η έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έλαβε χώρα πριν από την ανακοίνωση των αιτιάσεων στις προσφεύγουσες είναι και αυτό άνευ σημασίας. Πράγματι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 773/2004, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει οποτεδήποτε την κίνηση διαδικασίας με σκοπό την έκδοση αποφάσεως δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙΙ του κανονισμού 1/2003, αλλά όχι αργότερα από την ημερομηνία ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε πριν από οποιαδήποτε ανακοίνωση των αιτιάσεων στις προσφεύγουσες ουδόλως μεταβάλλει τον χαρακτήρα της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προπαρασκευαστικής πράξεως που δεν θίγει τη νομική κατάσταση των τελευταίων.
30
Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη η οποία δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι των προσφευγουσών κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, οπότε η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή πρέπει να γίνει δεκτή και, συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
31
Κατά το άρθρο 144, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ο καθού καταθέσει ένσταση απαραδέκτου ή αναρμοδιότητας κατά το άρθρο 130, παράγραφος 1, του εν λόγω Κανονισμού, απόφαση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως λαμβάνεται μόνον αφότου το Γενικό Δικαστήριο απορρίψει την ένσταση ή αποφασίσει ότι θα την εξετάσει μαζί με την ουσία της υποθέσεως. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφυγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη στο σύνολό της, παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί των αιτήσεων παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Συμβουλίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
32
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
33
Επιπλέον, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 144, παράγραφος 10, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν η δίκη επί της κύριας υποθέσεως τερματιστεί πριν ληφθεί απόφαση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως, ο αιτούμενος την παρέμβαση και οι κύριοι διάδικοι φέρουν, έκαστος, τα σχετικά με την αίτηση παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά τους. Δεδομένου ότι οι αιτήσεις παρεμβάσεως δεν κοινοποιήθηκαν στις προσφεύγουσες και στην Επιτροπή και ότι, ως εκ τούτου, οι εν λόγω αιτήσεις δεν μπορούσαν να προκαλέσουν έξοδα, πρέπει να οριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Συμβούλιο φέρουν, έκαστος, τα δικαστικά έξοδά τους στο πλαίσιο αυτό.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί των αιτήσεων παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3)
Η Silgan Closures GmbH και η Silgan Holdings, Inc., φέρουν, πέραν των δικαστικών τους εξόδων, τα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
4)
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Συμβούλιο φέρουν τα σχετικά με τις αιτήσεις παρεμβάσεως δικαστικά τους έξοδα.
Λουξεμβούργο, 15 Μαρτίου 2019.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
Δ. Γρατσίας
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.