25.2.2019
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 72/46
Προσφυγή της 11ης Ιανουαρίου 2019 — Brown κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-18/19)
(2019/C 72/59)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγων: Colin M. Brown (Βρυξέλλες, Βέλγιο) (εκπρόσωπος: I. Van Damme, δικηγόρος)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της 19ης Μαρτίου 2018 του Γραφείου Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων, σύμφωνα με την οποία ο προσφεύγων έπαυσε να δικαιούται το επίδομα αποδημίας και τα έξοδα ταξιδίου·
—
να διατάξει την αποκατάσταση του δικαιώματος του προσφεύγοντος επί του επιδόματος αποδημίας και επί των εξόδων ταξιδίου από την 1η Δεκεμβρίου 2017·
—
να διατάξει την έντοκη καταβολή στον προσφεύγοντα των σχετικών ποσών που δεν καταβλήθηκαν για το χρονικό διάστημα από την 1η Δεκεμβρίου 2017 και μέχρι την ημερομηνία αποκατάστασης των δικαιωμάτων του·
—
να ακυρώσει, σε περίπτωση που γίνει δεκτός ο λόγος ακυρώσεως που αφορά το παράνομο, την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', του Παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ) ως προς τον προσφεύγοντα, μέχρις ότου τα θεσμικά όργανα το αντικαταστήσουν με διατάξεις που δεν εισάγουν διακρίσεις·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως.
1.
Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α', του Παραρτήματος VII του ΚΥΚ, καθόσον η Επιτροπή εσφαλμένως ερμήνευσε τη διάταξη αυτή υπό την έννοια ότι το δικαίωμα στο επίδομα αποδημίας το οποίο αποκτήθηκε βάσει του τόπου καταγωγής και του κέντρου συμφερόντων ενός υπάλληλου άλλου κράτους μέλους πριν από την πρόσληψή του, πρέπει να επανεκτιμηθεί σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος αποκτήσει στη συνέχεια την ιθαγένεια του κράτους μέλους στο οποίο εργάζεται.
2.
Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται ότι η απόφαση της 19ης Μαρτίου 2018 ενέχει διάκριση εις βάρος του προσφεύγοντος λόγω της υπαγωγής του δικαιώματός του επί του επιδόματος αποδημίας στις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', του Παραρτήματος VII του ΚΥΚ.
3.
Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται ότι, ακόμα και εάν το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώσει ότι η Επιτροπή ορθώς αποφάσισε να κρίνει το ζήτημα αν ο προσφεύγων δικαιούται επίδομα αποδημίας βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', του Παραρτήματος VII του ΚΥΚ, η Επιτροπή παρόλα αυτά παρέλειψε να ερμηνεύσει τη διάταξη αυτή σύμφωνα με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
4.
Με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται, επικουρικώς, σε περίπτωση που απορριφθούν και οι τρεις άλλοι λόγοι ακυρώσεως, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1 του Παραρτήματος VII του ΚΥΚ είναι παράνομο και δεν έχει εφαρμογή, υπό την έννοια και στο μέτρο που συνεπάγεται αδικαιολόγητη διάκριση εις βάρος των ατόμων που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με τον προσφεύγοντα, για τους λόγους που προβάλλονται προς στήριξη του δεύτερου λόγου ακυρώσεως.