4.3.2019
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 82/65
Αγωγή της 11ης Ιανουαρίου 2019 — Noguer Enríquez κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-22/19)
(2019/C 82/77)
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Διάδικοι
Ενάγοντες: Roser Noguer Enríquez (Ανδόρρα λα Βέλια, Ανδόρρα), Ramón Cierco Noguer (Ανδόρρα λα Βέλια), Successors D’Higini Cierco García, SA (Ανδόρρα λα Βέλια), Cierco Martínez 2 2003, SL (Ανδόρρα λα Βέλια) (εκπρόσωποι: J. Álvarez González και S. San Felipe Menéndez, δικηγόροι)
Εναγομένη: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Οι ενάγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο να επιδικάσει αποζημίωση λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω ζημίας προκληθείσας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά την άσκηση των καθηκόντων της, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 268 και στο άρθρο 34, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και, κατόπιν τηρήσεως των νόμιμων διαδικασιών και εκδικάσεως της υποθέσεως, να εκδώσει απόφαση στην οποία θα διαπιστώνει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω της αμέλειας και της ανοχής που επέδειξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και να διατάξει την καταβολή στους ενάγοντες αποζημιώσεως ύψους 50 220 800 ευρώ, κατά τους υπολογισμούς και τον καθορισμό του ποσού της αποζημιώσεως που περιέχονται στην έκθεση εμπειρογνωμοσύνης που συνοδεύει το δικόγραφο της αγωγής, ή, επικουρικώς, ποσού που θα προκύψει από την έκθεση εμπειρογνωμοσύνης που θα εκπονήσει ο εμπειρογνώμονας που θα διορίσει το Γενικό Δικαστήριο, νομιμοτόκως, καθώς και να καταδικάσει την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αγωγής και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της αγωγής τους, οι ενάγοντες προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους.
1.
Παράβαση της Νομισματικής Συμφωνίας που συνήφθη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Πριγκιπάτου της Ανδόρρας και πλημμελής μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη, με την ανοχή της Επιτροπής, από το Πριγκιπάτο της Ανδόρρας της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1). Συγκεκριμένα, η Επιτροπή:
—
παρέβη την υποχρέωσή της να ελέγξει τη «μερική», πρόωρη, μεροληπτική και ελλιπή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2014/59/ΕΕ από το Πριγκιπάτο της Ανδόρρας, το οποίο παρέλειψε σκοπίμως να περιλάβει τα δικαιώματα και τις εγγυήσεις υπέρ των μετόχων και των καταθετών που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία ως αναγκαίες αντισταθμίσεις σε διαδικασίες επεμβάσεως με τέτοια χαρακτηριστικά και περιέλαβε, επίσης, πρόσθετα μέτρα τα οποία εισάγουν διακρίσεις εις βάρος άλλων μετόχων· και
—
παρέβη την υποχρέωσή της να καταγγείλει στη μεικτή επιτροπή, και ενδεχομένως στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την παράβαση της Συμφωνίας από το Πριγκιπάτο της Ανδόρρας μέσω της εν λόγω παράνομης μεταφοράς της οδηγίας 2014/59/ΕΕ στην έννομη τάξη του, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να στερηθούν οι ενάγοντες την κυριότητα των μετοχών τους, τούτο δε χωρίς να προβληθεί καμία αιτιολογία περί συντρέχοντος δημοσίου συμφέροντος, χωρίς να τηρηθούν βασικές αρχές, όπως αυτή της αναλογικότητας, και χωρίς να προβλεφθεί κανενός είδους αποζημίωση ή αντιστάθμιση όπως απαιτείται εκ του νόμου. Τα ανωτέρω συνιστούν σοβαρή παραβίαση των υπέρτερων αρχών συστήματος δικαίου ή/και του κράτους δικαίου και προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων. Βεβαίως, η Επιτροπή δεν κατήγγειλε επίσης (έως σήμερα) την παράβαση του Πριγκιπάτου της Ανδόρρας με σκοπό τη λύση της Συμφωνίας.
2.
Προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων και εγγυήσεων των εναγόντων που προβλέπονται τόσο στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, όπως: δικαίωμα ιδιοκτησίας, δικαίωμα χρηστής διοικήσεως, δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και αρχή της ασφάλειας δικαίου.
—
Συναφώς, οι ενάγοντες διατείνονται ότι η εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παράβαση των υποχρεώσεών της είχε ως αποτέλεσμα, μετά τη λύση της Banca Privada de Andorra, να απολέσουν όλοι οι μέτοχοι, περιλαμβανομένων των εναγόντων, κατόχων του 75,52 % των μετοχών της εταιρίας, το σύνολο του κεφαλαίου τους χωρίς να λάβουν οποιαδήποτε αντιστάθμιση και χωρίς να μπορούν να αντιταχθούν στην κατάσταση αυτή.
—
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν επίσης ότι η αδράνεια του κύριου εγγυητή της Συμφωνίας είχε ως αποτέλεσμα να μην αναγνωρίζεται στη νομοθεσία της Ανδόρρας το δικαίωμα των εναγόντων να λάβουν, μετά τη λύση της BPA (Banca privada de Andorra), ό,τι θα ελάμβαναν κατόπιν συνήθους διαδικασίας αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως, δικαίωμα το οποίο προβλέπεται ρητώς και πέραν πάσης αμφιβολίας στη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αναδιάρθρωση και την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, την οποία το Πριγκιπάτο της Ανδόρρας όφειλε να μεταφέρει στην εθνική έννομη τάξη του βάσει της Συμφωνίας.
—
Τέλος, δεν ενσωματώθηκε επίσης στην έννομη τάξη της Ανδόρρας το δικαίωμα των μετόχων σε εκτίμηση της καταστάσεως στην οποία περιήλθαν μετά τη λύση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, των αντισταθμίσεων τις οποίες, ενδεχομένως, δικαιούνται, ούτε το δικαίωμα να αντιταχθούν και να αμυνθούν κατά του αποτελέσματος αυτού της λύσεως της οντότητας.
3.
Παράβαση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του θεμελιώδους καθήκοντός της να διαφυλάσσει τον σεβασμό και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου και των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά το άρθρο 17 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθόσον ανέχθηκε την κατάφωρη παράβαση των όρων τους από τρίτα κράτη, με αποτέλεσμα να θιγούν προδήλως η ασφάλεια δικαίου, η αξιοπιστία των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτά.
4.
Συμπεριφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία συνεπάγεται κατάφωρη παράβαση κανόνων δικαίου που αναγνωρίζουν δικαιώματα ή/και προστατεύουν τα φυσικά πρόσωπα και η οποία δεν είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί λόγω του βαθμού διακριτικής ευχέρειας που αυτοί παρέχουν ούτε λόγω της πολυπλοκότητας ή της ασάφειας αυτών. Η αμέλεια αυτή της Επιτροπής προκάλεσε στους ενάγοντες συγκεκριμένη, πραγματική, και βέβαιη υλική ζημία, υφίσταται δε σαφής αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω ζημίας και της συμπεριφοράς της Επιτροπής.
5.
Επικουρικώς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ευθύνεται λόγω της αμέλειας που επέδειξε κατά τη διαπραγμάτευση και την υπογραφή της Νομισματικής Συμφωνίας με το Πριγκιπάτο της Ανδόρρας, η οποία δεν προβλέπει μηχανισμούς άμυνας ή/και καταγγελίας για τα θιγόμενα φυσικά πρόσωπα.
(1) ΕΕ 2014, L 173, σ. 190.
Full & Egal Universal Law Academy