1.4.2019
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 122/22
Προσφυγή της 4ης Φεβρουαρίου 2019 — Vlaamse Gemeenschap και Vlaams Gewest κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου
(Υπόθεση T-66/19)
(2019/C 122/25)
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Vlaamse Gemeenschap και Vlaams Gewest (εκπρόσωποι: T. Eyskens, N. Bonbled και P. Geysens, δικηγόροι)
Καθών: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να κρίνει παραδεκτή και βάσιμη την προσφυγή·
—
να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724·
—
να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν πέντε λόγους ακυρώσεως.
1.
Πρώτος λόγος: παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ.
Οι γλωσσικές απαιτήσεις που επιβάλλονται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724 (1) έρχονται σε αντίθεση με την εσωτερική νομοθεσία περί χρήσης των γλωσσών σε διοικητικές υποθέσεις, όπως αυτή κατοχυρώνεται συνταγματικά στο Βέλγιο. Η εσωτερική αυτή γλωσσική ρύθμιση εντάσσεται στην πολιτική και συνταγματική βασική δομή του βελγικού κράτους και αποτελεί μέρος της εθνικής ταυτότητας του βελγικού κράτους. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 αντιβαίνει στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, κατά το οποίο η Ένωση σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών.
2.
Δεύτερος λόγος: παράβαση του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 4, ΣΕΕ και του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας της αναλογικότητας.
Οι γλωσσικές απαιτήσεις που επιβάλλονται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724 δεν είναι σύμφωνες με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας (1) ούτε με την αρχή της αναλογικότητας (2).
(1)
Καμία διάταξη της Συνθήκης δεν απονέμει στην Ένωση την αρμοδιότητα να ρυθμίζει τη χρήση των γλωσσών εντός και εκ μέρους των δημοσίων υπηρεσιών των κρατών μελών.
(2)
Η υποχρέωση κατά την οποία πρέπει να τίθεται στη διάθεση του κοινού μετάφραση σε «επίσημη γλώσσα της Ένωσης ευρέως κατανοητή από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό διασυνοριακών χρηστών» [άρθρο 12, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1724] δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και δεν αιτιολογείται σε σχέση με την αρχή αυτή. Οι γλωσσικές απαιτήσεις που επιβάλλονται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724 είναι δυσανάλογες σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο.
3.
Τρίτος λόγος: παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 3, ΣΕΕ και του άρθρου 22 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και παραβίαση της γενικής αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω γλώσσας και της αρχής της ισότητας των κρατών μελών.
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 ενέχει παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 3, ΣΕΕ και του άρθρου 22 του Χάρτη καθώς και παραβίαση της γενικής αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω γλώσσας και της αρχής της ισότητας των κρατών μελών, διότι αποθαρρύνει τους πολίτες που επιθυμούν να εγκατασταθούν σε άλλο κράτος μέλος πλην του δικού τους από το να μάθουν την επίσημη γλώσσα ή μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους αυτού και, επιπλέον, διότι επιβάλλει τη γενίκευση της χρήσης μίας και μόνον κοινής γλώσσας συνεννόησης, η οποία κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται, εκ των πραγμάτων, η ευρωπαϊκή γλώσσα των κρατικών υπηρεσιών και της δημόσιας διοίκησης.
4.
Τέταρτος λόγος: παραβίαση των γενικών αρχών της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας των κανονιστικών πράξεων καθώς και παράβαση του σημείου I.2 της διοργανικής συμφωνίας, της 13ης Απριλίου 2016, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.
Οι γλωσσικές απαιτήσεις που ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 επιβάλλει στα κράτη μέλη αντιβαίνουν προδήλως στις αρχές της σαφήνειας, της ακρίβειας, της προβλεψιμότητας και της συνοχής. Οι υποχρεώσεις μετάφρασης που επιβάλλονται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724 δεν είναι σαφείς ούτε συγκεκριμένες ούτε προβλέψιμες και δεν παρουσιάζουν συνοχή όσον αφορά τη γλώσσα προς την οποία πρέπει να γίνει η μετάφραση.
5.
Πέμπτος λόγος: παράβαση του άρθρου 291, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
Η εφαρμογή των επιβαλλόμενων με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1724 υποχρεώσεων μετάφρασης απαιτεί να καθορίζεται με βέβαιο και ρητό τρόπο η γλώσσα προς την οποία πρέπει να γίνει η μετάφραση. Ωστόσο, η θεσμική ρύθμιση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1724 είναι ασαφέστατη ως προς το θέμα αυτό. Επομένως, ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 δεν συνάδει με τη λεπτή θεσμική ισορροπία που προβλέπεται στο άρθρο 291 ΣΛΕΕ και στον κανονισμό (ΕΕ) 182/2011 (2) (αποκαλούμενο «κανονισμό επιτροπολογίας»), δεδομένου ότι η ρύθμιση επιτρέπει, στην πράξη, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρακάμπτει την καθοριζόμενη με τον κανονισμό (ΕΕ) 182/2011 διαδικασία και να θεσπίζει κανόνες με ανεπίσημο τρόπο.
(1) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1724 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 2ας Οκτωβρίου 2018, για τη δημιουργία ενιαίας ψηφιακής θύρας με σκοπό την παροχή πρόσβασης σε πληροφορίες, σε διαδικασίες και σε υπηρεσίες υποστήριξης και επίλυσης προβλημάτων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 1024/2012 (ΕΕ 2018, L 295, σ. 1).
(2) Κανονισμός (ΕΕ) 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ 2011, L 55, σ. 13).
Full & Egal Universal Law Academy