24.6.2019
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 213/60
Προσφυγή της 15ης Απριλίου 2019 — Pech κατά Συμβουλίου
(Υπόθεση T-252/19)
(2019/C 213/59)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγων: Laurent Pech (Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο) (εκπρόσωποι: O. Brouwer και T. McGrath, δικηγόροι)
Καθού: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση του Συμβουλίου που περιέχεται σε επιστολή προς τον προσφεύγοντα, της 12ης Φεβρουαρίου 2019, περί άρνησης παροχής πλήρους πρόσβασης στο έγγραφο ST 13593 2018 INIT (νομική γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2018), βάσει του άρθρου 4, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1049/2001 (1)·
—
επικουρικώς, να υποχρεώσει το Συμβούλιο να παράσχει ευρύτερη μερική πρόσβαση στο έγγραφο ST 13593 2018 INIT, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 1049/2001· και
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των τυχόν παρεμβαινόντων.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως.
1.
Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο και εσφαλμένη εφαρμογή της δεύτερης περίπτωσης του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001.
—
Υποστηρίζεται ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε ότι, με το ζητηθέν έγγραφο, παρέχονταν νομικές συμβουλές.
—
Ο προσφεύγων υποστηρίζει, επιπλέον, ότι το Συμβούλιο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τις συνοψιζόμενες στην αίτηση διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης ούτε την αρχή κατά την οποία πρέπει να υπάρχει η ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα νομοθετικά έγγραφα της Ένωσης, ενώ στηρίχθηκε, επίσης, σε αόριστες και υποκειμενικές έννοιες, μη προβλεπόμενες στο δίκαιο της Ένωσης, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη γνωστοποίηση.
—
Το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και εφάρμοσε εσφαλμένως το κριτήριο του υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος.
2.
Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται πλάνη περί το δίκιο και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 3, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 1049/2001.
—
Κατά τον προσφεύγοντα, το Συμβούλιο δεν απέδειξε ότι η πλήρης γνωστοποίηση θα έθιγε συγκεκριμένα και ουσιαστικά την επίμαχη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
—
Το Συμβούλιο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 3, πρώτη παράγραφος, του κανονισμού 1049/2001 και της νομολογίας των δικαστηρίων της Ένωσης, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τις συνοψιζόμενες στην αίτηση διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου της Ένωσης ούτε την αρχή κατά την οποία πρέπει να υπάρχει η ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα νομοθετικά έγγραφα της Ένωσης.
—
Το Συμβούλιο δεν αξιολόγησε ορθώς το δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.
3.
Με τον τρίτο λόγο, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, υποστηρίζεται ότι, εάν έχουν εφαρμογή στο ζητηθέν έγγραφο οι προβαλλόμενες εξαιρέσεις, το Συμβούλιο παρέβη το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 1049/2001, διότι προφανώς δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωσή του να παράσχει την (προσήκουσα και απαιτούμενη) μερική πρόσβαση στο ζητηθέν έγγραφο, την οποία θα έπρεπε να έχει παράσχει βάσει του εν λόγω άρθρου 4, παράγραφος 6, καθόσον αρνήθηκε να παράσχει πρόσβαση σε ολόκληρο το τμήμα σχετικά με τη νομική ανάλυση.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
Full & Egal Universal Law Academy