5.8.2019
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 263/51
Προσφυγή της 10ης Ιουνίου 2019 — Santini κατά Κοινοβουλίου
(Υπόθεση Τ-345/19)
(2019/C 263/59)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Προσφεύγων: Giacomo Santini (Trento, Ιταλία) (εκπρόσωπος: M. Paniz, δικηγόρος)
Καθού: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Αιτήματα
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την ανακοίνωση της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία έκανε δεκτή την απόφαση αριθ. 14/2018 του Προεδρείου της Βουλής της 12ης Ιουλίου 2018 ή/και την απόφαση αριθ. 6/2018 του Προεδρείου της Γερουσίας και, σε κάθε περίπτωση,
—
να ακυρώσει τον επαναπροσδιορισμό και τον επανυπολογισμό της συντάξεως που χορηγείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο·
—
ως εκ τούτου, να βεβαιώσει και αναγνωρίσει το δικαίωμα του προσφεύγοντος να διατηρήσει την εν λόγω σύνταξη στο μέτρο που το σχετικό δικαίωμα έχει γεννηθεί και θα γεννηθεί βάσει της νομοθεσίας που ήταν σε ισχύ προ της αποφάσεως αριθ. 14/2018 του Προεδρείου της Βουλής ή/και της αποφάσεως αριθ. 6/2018 του Προεδρείου της Γερουσίας, καταδικάζοντας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην καταβολή υπέρ του προσφεύγοντος όλων των αχρεωστήτως παρακρατηθέντων ποσών, προσαυξημένων βάσει της νομισματικής ανατίμησης και νομιμοτόκως από την ημερομηνία της παρακράτησης μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και
—
να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εφαρμόσει την εκδοθεισόμενη απόφαση και να αποκαταστήσει αμέσως, στο ακέραιο, το αρχικό μέτρο της συντάξεως, καθώς και να καταβάλει αποζημίωση, εάν και στο μέτρο στο οποίο θα προκύψει ότι οφείλεται στον προσφεύγοντα.
—
σε κάθε περίπτωση: ολοσχερή καταβολή δαπανών, αμοιβής δικηγόρου, πλέον ΦΠΑ, εισφοράς υπέρ Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων και κατ’ αποκοπή επιστροφής εξόδων.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει οκτώ λόγους.
1.
Ο πρώτος λόγος αντλείται από την παραβίαση της επιφύλαξης αρμοδιότητας του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Ο προσφεύγων προβάλλει τον μη σύννομο χαρακτήρα του επανυπολογισμού της συντάξεως του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, διότι πραγματοποιήθηκε μονομερώς, αναδρομικώς και μονίμως με βάση μια δηλωθείσα (ανύπαρκτη) αυτόματη εφαρμογή της αποφάσεως αριθ. 14/2018 της Βουλής, ελλείψει προηγούμενης ειδικής αποφάσεως του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο, αντιθέτως, έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επί του ζητήματος (βάσει του άρθρου 25 του εσωτερικού κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου).
2.
Ο δεύτερος λόγος αντλείται από την παραβίαση του εσωτερικού κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Ο προσφεύγων προβάλλει τον μη σύννομο χαρακτήρα του επανυπολογισμού της συντάξεως του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, διότι προσβάλλει το άρθρο 1 του παραρτήματος ΙΙΙ του Κανονισμού σχετικά με τις δαπάνες και τις αποζημιώσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που ίσχυε προ του 2009. Όταν η θητεία του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έληξε, η ασφαλιστική του κάλυψη αναλήφθηκε οριστικά υπό τους όρους που τότε προβλέπονταν για τα μέλη του εθνικού κοινοβουλίου. Τυχόν τροποποιήσεις αυτών των όρων, οι οποίες διατάσσονται σε απόσταση ετών, δεν μπορούν να επηρεάσουν αναδρομικά μια κατάσταση που έχει ήδη διευθετηθεί και εκκαθαριστεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπό τους όρους που ισχύουν κατά τον χρόνο θεμελίωσης του δικαιώματος, δεδομένου ότι η Βουλή δεν έχει πλέον καμία εξουσία έπειτα από αυτό το χρονικό σημείο.
3.
Ο τρίτος λόγος αντλείται από την παράβαση του άρθρου 28 του Καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Ο προσφεύγων προβάλλει τον μη σύννομο χαρακτήρα του επανυπολογισμού της συντάξεως του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, διότι παραβαίνει το άρθρο 28 του Καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τα άρθρα 75 και 76 των μέτρων εφαρμογής του, τα οποία ορίζουν ότι συνταξιοδοτικά δικαιώματα που είχα αποκτηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νέου καθεστώτος διατηρούνται και οι συντάξεις καταβάλλονται σύμφωνα με τους τότε προβλεπόμενους όρους. Κατά τον προσφεύγοντα, δεν χωρεί παρέκκλιση από αυτές τις ρήτρες διασφάλισης, πόσω μάλλον με απλή απόφαση του Προεδρείου της Βουλής που έχει αναδρομικό και μόνιμο χαρακτήρα, η οποία προσβάλλει τις εν λόγω ρήτρες, καθώς και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των υποκειμένων αυτών σχετικά με τη μη τροποποίηση επί τα χείρω της συντάξεως και του μέτρου της, και δη αναδρομικά και με εφαρμογή ενός διαφορετικού συστήματος υπολογισμού που εισάγεται αυθαίρετα εκ των υστέρων.
4.
Ο τέταρτος λόγος αντλείται από τον τιμωρητικό χαρακτήρα του μέτρου μείωσης και την παραβίαση των αρχών της νομιμότητας, της μη αναδρομικότητας και της απαγόρευσης των δυσμενών διακρίσεων.
Ο προσφεύγων προβάλλει τον μη σύννομο χαρακτήρα του επανυπολογισμού της συντάξεως του βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, διότι έχει χαρακτήρα τιμωρητικό, ο οποίος δημιουργεί διακρίσεις εις βάρος μίας μόνο κατηγορίας υποκειμένων (Ιταλούς πρώην βουλευτές) και αποτελεί μια καθαρά συμβολική παρέμβαση με πολιτική αξία ανεξάρτητη από αντικειμενικούς στόχους εξοικονόμησης· και τούτο διότι ο επανυπολογισμός της συντάξεως που πραγματοποιείται εκ των υστέρων με διαφορετική μέθοδο και με μόνιμα αποτελέσματα προκαλεί αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση σε σχέση με τους πρώην βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου άλλων κρατών μελών, καθώς και με τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εκλέχθηκαν μετά το 2009 και όλους τους άλλους πολίτες εν γένει, οι οποίοι δεν υφίστανται μειωτική μεταχείριση αυτού του είδους.
5.
Ο πέμπτος λόγος αντλείται από την παράβαση του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Κατά τον προσφεύγοντα, η σύνταξη είναι οικονομική παροχή που έχει καταστεί μέρος των ατομικών περιουσιακών στοιχείων των βουλευτών που τη λαμβάνουν ή πληρούν τις απαιτήσεις για να τη λάβουν στο μέλλον. Η απροσδόκητη μείωσή της, ειδικά αν είναι αποτέλεσμα αναδρομικού επανυπολογισμού της συντάξεως με διαφορετικά κριτήρια εκκαθάρισης που καθορίζονται μονομερώς και αυθαιρέτως από τη Βουλή ισοδυναμεί, εκ των πραγμάτων, με φορολόγηση των ατομικών περιουσιακών στοιχείων των βουλευτών και, ως τέτοια, μπορεί να προβλεφθεί μόνο διά νόμου και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να δικαιολογείται από συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον, του οποίο εν προκειμένω δεν έχει γίνει επίκληση και το οποίο δεν υφίσταται, δεδομένου ότι αυτός ο επαναπροσδιορισμός των συντάξεων δεν θα αποφέρει καμία συγκεκριμένη εξοικονόμηση.
6.
Ο έκτος λόγος αντλείται από την παραβίαση της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων.
Ο προσφεύγων προβάλλει τον μη σύννομο χαρακτήρα της προσβαλλομένης πράξεως λόγω πρόδηλης παραβίασης των αρχών της ασφαλείας των κανόνων και των σχέσεων καθώς και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων. Κατά την άποψή του, ο επανυπολογισμός της συντάξεως ισχύει αναδρομικά, επιβάλλοντας εκ των υστέρων μια διαφορετική μεθοδολογία προσδιορισμού της συντάξεως που οδηγεί σε σταθερή και μόνιμη σημαντική περικοπή (εν προκειμένω κατά 50 %), αφού ο δικαιούχος θεμελίωσε το δικαίωμα πολύ πριν από την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, προδίδει ριζικά τη φυσική και δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ληπτών για την ισχύ και τη σταθερότητα της συντάξεως διαχρονικά, ελλείψει οποιουδήποτε λόγου ικανού να δικαιολογήσει μια τέτοια ριζική και μόνιμη επίδραση σε καταστάσεις που έχουν ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί προ πολλού.
7.
Ο έβδομος λόγος αντλείται από την παραβίαση των αρχών του εύλογου χαρακτήρα, της ίσης μεταχείρισης, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αλληλεγγύης.
Ο προσφεύγων προβάλλει τον μη σύννομο χαρακτήρα της παρέμβασης, δεδομένου ότι υιοθετήθηκε χωρίς αιτιολόγηση των λόγων και των σκοπών της, υπερβαίνοντας τα όρια του έκτακτου και πρόσφορου χαρακτήρα και ερχόμενη σε σαφή αντίθεση με την αρχή της ουσιαστικής ισότητας και του εύλογου χαρακτήρα.
8.
Ο όγδοος λόγος αντλείται από περαιτέρω λόγους παραβίασης των αρχών του εύλογου χαρακτήρα, της ίσης μεταχείρισης, της αναλογικότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αλληλεγγύης.
Ο προσφεύγων προβάλλει τον μη σύννομο χαρακτήρα της επίμαχης παρέμβασης, καθόσον αυτή αντίκειται στις αρχές του εύλογου χαρακτήρα, της αναλογικότητας, της αλληλεγγύης και της ίσης μεταχείρισης, δεδομένου ότι: 1) επιβάλλει αναδρομικά το ανταποδοτικό σύστημα σε υποκείμενα στα οποία έχει χορηγηθεί το επίδομα σε χρόνο πολύ προγενέστερο της αποφάσεως αριθ. 14/2018 της Βουλής, αν όχι πολύ πριν από τη θέση σε ισχύ του ανταποδοτικού συστήματος με τη λεγόμενη «Μεταρρύθμιση Dini» (1996)· 2) μεταβάλλει το νομικό καθεστώς των εισφορών που καταβλήθηκαν από τον πρώην βουλευτή, χωρίς ωστόσο να γίνεται αναφορά στους άμεσους φόρους που παρακράτησε η Βουλή ως φορολογικό υποκατάστατο· 3) επιβάλλει την αναδρομική εφαρμογή ενός ανταποδοτικού συστήματος το οποίο δεν έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα ούτε ως προς τις διαδικασίες ούτε ως προς τους σκοπούς του· 4) εφαρμόζει κατά τρόπο παράλογο και λανθασμένο τους συντελεστές μετατροπής και τα πιθανοτικά κριτήρια υπολογισμού, αναφέροντάς τα στο ήδη γνωστό παρελθόν και όχι στο μέλλον· 5) προδίδει τη σαφή βούληση να εξισωθούν οι αποδοχές από συντάξεις με τα κοινωνικοασφαλιστικά δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων, όταν στην πραγματικότητα πρόκειται για αποδοχές διαφορετικής φύσης.
Full & Egal Universal Law Academy