30.9.2019
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 328/59
Προσφυγή της 8ης Ιουλίου 2019 — Landesbank Baden-Württemberg/SRB
(Υπόθεση T-480/19)
(2019/C 328/69)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Landesbank Baden-Württemberg (Στουτγκάρδη, Γερμανία) (εκπρόσωποι: H. Berger και K. Rübsamen, δικηγόροι)
Καθού: Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (ΕΣΕ)
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση που λήφθηκε κατά τη συνεδρίαση του Ενιαίου Συμβούλιου Εξυγίανσης της 16ης Απριλίου 2019 σχετικά με τον υπολογισμό των εκ των προτέρων συνεισφορών προς το ΕΣΕ για το έτος 2019 (SRB/ES/SRF/2019/10) καθώς και το παράρτημα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση και το παράρτημα αφορούν τη συνεισφορά της προσφεύγουσας και
—
να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει έξι λόγους.
1.
Πρώτος λόγος ακυρώσεως: Παράβαση του άρθρου 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και του άρθρου 41, παράγραφος 1 και παράγραφος 2, στοιχείο γ', του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) λόγω ανεπαρκούς αιτιολογήσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως
—
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το καθού Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, το δε παράρτημα περιλαμβάνει απλή παράθεση αριθμητικών στοιχείων, από τα οποία δεν είναι δυνατόν να συναχθεί ποιες παραμέτρους έλαβε υπόψη το καθού κατά τον υπολογισμό του ποσού που καταλόγισε στην προσφεύγουσα. Κατά την προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις αιτιολογήσεως. Περαιτέρω, η παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως έχει κρίσιμη σημασία και για τον λόγο ότι επηρεάζει το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
2.
Δεύτερος λόγος ακυρώσεως: Προσβολή του δικαιώματος νόμιμης ακροάσεως του άρθρου 41, παράγραφος 1 και παράγραφος 2, στοιχείο α', του Χάρτη, λόγω μη ακροάσεως της προσφεύγουσας
—
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι το καθού προσέβαλε το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμά της για νόμιμη ακρόαση, καθόσον εξέδωσε πράξη που επιφέρει δυσμενείς για εκείνη συνέπειες χωρίς προηγουμένως να την ακούσει. Η προσφεύγουσα θεωρεί την προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως κρίσιμη, καθόσον, αν της είχε παρασχεθεί η δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της προ της εκδόσεως της αποφάσεως, θα ήταν ενδεχομένως διαφορετικό το περιεχόμενο της πράξεως υπολογισμού.
3.
Τρίτος λόγος ακυρώσεως: Προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος για αποτελεσματική έννομη προστασία σύμφωνα με το άρθρο 47, παράγραφος 1, του Χάρτη, λόγω αδυναμίας ελέγχου της αποφάσεως
—
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το καθού Συμβούλιο προσέβαλε το δικαίωμά της για αποτελεσματική έννομη προστασία, καθόσον ο δικαστικός έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατέστη πρακτικώς αδύνατος. Το καθού παρέλειψε επίσης να διασφαλίσει στο μέτρο του δυνατού την εφαρμογή της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, στερώντας από την προσφεύγουσα τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τους λόγους επί των οποίων στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, κατά συνέπεια, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς της ισχυρισμούς.
4.
Τέταρτος λόγος ακυρώσεως: Παράβαση του άρθρου 103, παράγραφος 7, στοιχείο η', της οδηγίας 2014/59/ΕΕ (1), του άρθρου 113, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (2), του άρθρου 6, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/63 (3), και των άρθρων 16 και 20 του Χάρτη, καθώς και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω εφαρμογής του πολλαπλασιαστή 0,556 επί του δείκτη IPS (Institutional Protection Scheme)
—
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 103, παράγραφος 7, στοιχείο η', της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, του άρθρου 113, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, του άρθρου 6, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/63 και των άρθρων 16 και 20 του Χάρτη, καθώς και κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, το καθού δεν εφάρμοσε ορθώς στην περίπτωσή της τον πολλαπλασιαστή 0,556 επί του δείκτη IPS. Κατά την άποψή της, η προστασία που παρέχεται από θεσμικό σύστημα προστασίας καλύπτει πλήρως και κατά τρόπο ισότιμο όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που αποτελούν μέλη του. Ως εκ τούτου, η διαφοροποίηση μεταξύ των ιδρυμάτων σε επίπεδο πολλαπλασιαστή IPS είναι αντίθετη προς το σύστημα και αυθαίρετη. Επίσης, η κατάταξη της προσφεύγουσας στην ομάδα των πιστωτικών ιδρυμάτων με το υψηλότερο προφίλ κινδύνου είναι προφανώς αδικαιολόγητη και αυθαίρετη.
5.
Πέμπτος λόγος ακυρώσεως: Παράβαση του άρθρου 16 του Χάρτη και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγω εφαρμογής του πολλαπλασιαστή προσαρμογής κινδύνου
—
Η προσφεύγουσα προβάλλει περαιτέρω ότι το καθού προσέβαλε την επιχειρηματική ελευθερία της και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον έλαβε υπόψη πολλαπλασιαστές προσαρμογής κινδύνου οι οποίοι δεν συνάδουν με το προφίλ κινδύνου της προσφεύγουσας, το οποίο είναι θετικό σε σχέση με τον μέσο όρο των λοιπών πιστωτικών ιδρυμάτων που υπέχουν υποχρέωση καταβολής συνεισφορών. Τούτο διότι στην περίπτωση της προσφεύγουσας ο κίνδυνος να τεθεί υπό εξυγίανση και να κάνει χρήση των μέσων που παρέχει το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (ΕΤΕ) είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Καθόσον ο πολλαπλασιαστής προσαρμογής κινδύνου επιβάλλεται να αντανακλά ορθώς το επίπεδο κινδύνου κάθε περιπτώσεως ατομικά, οφείλει να λαμβάνει υπόψη την πιθανότητα αυτή.
6.
Έκτος λόγος ακυρώσεως: Έλλειψη νομιμότητας των άρθρων 4 έως 7 και του άρθρου 9 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/63, καθώς και του παραρτήματος I του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
—
Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί και για τον λόγο ότι τα άρθρα 4 έως 7 και το άρθρο 9 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/63, καθώς και το παράρτημα I του εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, παραβιάζουν την αρχή της παροχής αποτελεσματικής έννομης προστασίας και την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Κατά την άποψή της, θα μπορούσε να ισχυριστεί επικουρικώς, βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, ότι η νομική βάση της προσβαλλόμενης αποφάσεως αντίκειται σε υπέρτερους κανόνες του ενωσιακού δικαίου. Τούτο διότι το άρθρο 277 ΣΛΕΕ αποτελεί έκφραση της γενικής αρχής σύμφωνα με την οποία η έλλειψη νομιμότητας της εξουσιοδοτικής βάσεως κλονίζει το κύρος της αποφάσεως που λαμβάνεται σύμφωνα με αυτήν σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση.
(1) Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 648/2012 (ΕΕ 2014, L 173, σ. 190).
(2) Κανονισμός (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012, κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ (ΕΕ 2013, L 176, σ. 1).
(3) Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/63 της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις εκ των προτέρων συνεισφορές σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης (ΕΕ 2015, L 11, σ. 44).
Full & Egal Universal Law Academy