7.10.2019
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 337/11
Προσφυγή-αγωγή της 5ης Αυγούστου 2019 – FV κατά Συμβουλίου
(Υπόθεση T-542/19)
(2019/C 337/12)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα-ενάγουσα: FV (εκπρόσωπος: É. Boigelot, δικηγόρος)
Καθού-εναγόμενο: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να κρίνει την παρούσα προσφυγή-αγωγή παραδεκτή και βάσιμη, και κατά συνέπεια:
—
να ακυρώσει την απόφαση της 3ης Μαΐου 2019, η οποία κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα στις 6 Μαΐου 2019 από τον [X], «Senior Legal Counsellor» του Συμβουλίου, και εξεδόθη από τον [Y] υπό την ιδιότητά του ως ΑΔΑ (αρμόδιας για τους διορισμού αρχής), με την οποία «1. η προσφεύγουσα-ενάγουσα, γεννηθείσα στις 25 Μαρτίου 1956 [εμπιστευτικό] (1), υπάλληλος βαθμού AST 7, απομακρύνθηκε από τη θέση της προς το συμφέρον της υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 42γ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων και μπορεί να επωφεληθεί των οικονομικών πλεονεκτημάτων που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. 2. Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει στις 31 Δεκεμβρίου 2015.»
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στην καταβολή αποζημιώσεως ύψους 151 101,72 ευρώ για την υλική ζημία και τη βλάβη στη σταδιοδρομία που υπέστη η προσφεύγουσα-ενάγουσα, υπό την επιφύλαξη αυξήσεως ή/και μειώσεως του εν λόγω ποσού κατά τη διάρκεια της δίκης·
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ύψους 70 000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης και προσβολής της φήμης της προσφεύγουσας-ενάγουσας, υπό την επιφύλαξη αυξήσεως ή/και μειώσεως του εν λόγω ποσού κατά τη διάρκεια της δίκης·
—
εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει το καθού-εναγόμενο στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής-αγωγής της, η προσφεύγουσα-ενάγουσα προβάλλει τρεις λόγους.
1.
Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ και παραβίαση των γενικών και θεμελιωδών αρχών του δικαίου της Ένωσης, ειδικότερα του σεβασμού της θεμιτής προσδοκίας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, των αρχών της χρηστής διοικήσεως, της καλής πίστης, της ασφάλειας δικαίου και της αρχής της αναλογικότητας.
Συναφώς, η προσφεύγουσα-ενάγουσα φρονεί ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) εφάρμοσε και ερμήνευσε προδήλως εσφαλμένα τις ως άνω διατάξεις και αρχές και δεν έλαβε τα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση της ακυρωτικής αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 14 Δεκεμβρίου 2018, FV κατά Συμβουλίου (T-750/16, EU:T:2018:972). Επίσης εκτιμά ότι η ΑΔΑ παραβίασε την αρχή που επιβάλλει στη Διοίκηση να μην εκδίδει αποφάσεις δυσανάλογες, αλλά αποφάσεις απαραίτητες για την εκπλήρωση των σκοπών, υπό την έννοια ότι το περιεχόμενο και η μορφή της αποφάσεως πρέπει να αντιστοιχούν στον επιδιωκόμενο με αυτήν σκοπό. Τέλος, η προσφεύγουσα-ενάγουσα προβάλλει παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εκ μέρους της ΑΔΑ όσον αφορά την ορθή και επιμελή εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως T-750/16 διά της ορθής εφαρμογής του άρθρου 266 ΣΛΕΕ αλλά και χωρίς αναδρομική ισχύ.
2.
Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται, αφενός, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά παράβαση των όρων του άρθρου 42γ του ΚΥΚ και της ανακοινώσεως προς το προσωπικό 71/15 της 23ης Οκτωβρίου 2015, γεγονός το οποίο συνεπάγεται παραβίαση της αρχής που επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να θεσπίζει μια απόφαση μόνον επί τη βάσει λόγων που είναι έγκυροι από νομικής απόψεως, δηλαδή λυσιτελείς και μη ενέχοντες πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως περί τα πράγματα ή περί το δίκαιο, και, αφετέρου, ότι συντρέχει περίπτωση καταστρατήγησης της διαδικασίας.
Συναφώς, η προσφεύγουσα-ενάγουσα φρονεί ότι, με την ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπό τους όρους αυτούς, η ΑΔΑ προδήλως δεν εφάρμοσε ούτε ερμήνευσε ορθώς τις διατάξεις του ΚΥΚ καθώς και τις προμνημονευθείσες διατάξεις της ανακοινώσεως προς το προσωπικό, καθόσον στήριξε την απόφαση της σε ανακριβείς λόγους, τόσο πραγματικούς όσο και νομικούς. Εκτιμά ότι το Συμβούλιο δεν αιτιολόγησε το συμφέρον της υπηρεσίας το οποίο φέρεται να εξυπηρετούσε η εφαρμογή του άρθρου 42γ στην περίπτωση της προσφεύγουσας-ενάγουσας, ούτε προσδιόρισε τις πραγματικές οργανωτικές ανάγκες που απαιτούσαν την προβαλλόμενη ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων τις οποίες η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν θα ήταν σε θέση να αναπτύξει· περαιτέρω, η ΑΔΑ καταφανώς υποκατέστησε την πειθαρχική διαδικασία με την εφαρμογή του άρθρου 42γ.
3.
Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται παράβαση του καθήκοντος μέριμνας. Συναφώς, η προσφεύγουσα-ενάγουσα φρονεί ότι, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση υπό τους όρους αυτούς, η ΑΔΑ δεν σεβάστηκε την αρχή της ισορροπίας η οποία επιβάλλει στο θεσμικό όργανο να λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των στοιχείων που δύνανται να ασκήσουν επιρροή επί της αποφάσεώς του, υπό το πρίσμα όχι μόνο του συμφέροντος της υπηρεσίας, αλλά και του συμφέροντος του θιγόμενου υπαλλήλου.
(1) Εμπιστευτικά στοιχεία που δεν αποκαλύπτονται.
Full & Egal Universal Law Academy