28.10.2019
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 363/20
Προσφυγή της 21ης Αυγούστου 2019 – Sophia Group κατά Κοινοβουλίου
(Υπόθεση T-578/19)
(2019/C 363/29)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Sophia Group (Saint-Josse-ten-Noode, Βέλγιο) (εκπρόσωποι: Y. Schneider και C.-H. De la Vallée Poussin, δικηγόροι)
Καθού: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να κρίνει την παρούσα προσφυγή ακυρώσεως παραδεκτή και βάσιμη·
—
κατά συνέπεια, να ακυρώσει την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί αναθέσεως της παρτίδας 1 του διαγωνισμού με αντικείμενο παροχές υπηρεσιών διαχείρισης γραφείου εξυπηρέτησης κτιρίων (Πρόσκληση προς υποβολή προσφορών αριθ. 06A0010/2019/M011) στην Computer Ressources International S.A. η οποία έχει την έδρα της στη διεύθυνση rue de l’Industrie 11, 8399 Windhof, Λουξεμβούργο·
—
εφόσον είναι αναγκαίο, να ακυρώσει:
—
την αγνώστου ημερομηνίας απόφαση του Κοινοβουλίου περί υπογραφής της σύμβασης που αφορά την παρτίδα 1 του διαγωνισμού με αντικείμενο παροχές υπηρεσιών διαχείρισης γραφείου εξυπηρέτησης κτιρίων (Πρόσκληση προς υποβολή προσφορών αριθ. 06A0010/2019/M011)·
—
τη σύμβαση που συνήφθη με τον ανάδοχο που ορίστηκε ως προς την παρτίδα 1 του διαγωνισμού με αντικείμενο παροχές υπηρεσιών διαχείρισης γραφείου εξυπηρέτησης κτιρίων (Πρόσκληση προς υποβολή προσφορών αριθ. 06A0010/2019/M011)·
—
να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, συμπεριλαμβανομένης της δικηγορικής αμοιβής.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους.
1.
Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται παράβαση των άρθρων 160, 167 και των σημείων 16.3 και 18.2 και 21.1 του παραρτήματος I του κανονισμού 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012, υπέρβαση εξουσίας και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, παραβίαση των γενικών αρχών του ανταγωνισμού, της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων στις δημόσιες συμβάσεις. Στο πλαίσιο του πρώτου αυτού λόγου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ορισμένα από τα κριτήρια ανάθεσης βάσει των οποίων ορίστηκε ο ανάδοχος αφορούν την ποιοτική επιλογή και όχι την ανάθεση, μολονότι τα κριτήρια επιλογής συνδέονται αυστηρά με την αξιολόγηση των υποψηφίων ή των διαγωνιζομένων, τα δε κριτήρια ανάθεσης συνδέονται αυστηρά με την αξιολόγηση των προσφορών και πρέπει να καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς.
2.
Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται παράβαση των άρθρων 160, 167 και του σημείου 18.2 του παραρτήματος I του ως άνω κανονισμού 2018/1046, υπέρβαση εξουσίας και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, παραβίαση των γενικών αρχών του ανταγωνισμού, της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων στις δημόσιες συμβάσεις, καθόσον ορισμένα κριτήρια ανάθεσης βάσει των οποίων ορίστηκε ο ανάδοχος της παρτίδας 1 δεν σχετίζονται με το αντικείμενο της σύμβασης και είναι, τουλάχιστον, αόριστα και ασαφή μολονότι τα κριτήρια ανάθεσης πρέπει να καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς, να σχετίζονται και να τελούν σε αναλογία με το αντικείμενο της σύμβασης ή την οικεία παρτίδα, να είναι σαφή και ακριβή και δεν είναι δυνατό να παρέχουν άνευ προϋποθέσεων ελευθερία επιλογής ως προς την ανάθεση της σύμβασης.
3.
Με τον τρίτο λόγο προβάλλεται παράβαση των άρθρων 160, 167 και των σημείων 18.2 και 18.4 του παραρτήματος I του ως άνω κανονισμού 2018/1046, υπέρβαση εξουσίας και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, παραβίαση των γενικών αρχών του ανταγωνισμού, της διαφάνειας, της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων στις δημόσιες συμβάσεις, καθόσον τα δικαιολογητικά που ζήτησε η αναθέτουσα αρχή, με τη συγγραφή υποχρεώσεων, από τους διαγωνιζομένους προκειμένου να αποδειχθεί η τεχνική και επαγγελματική ικανότητά τους για την υλοποίηση της παρτίδας 1 δεν σχετίζονται με το αντικείμενο της σύμβασης, στερούνται αναλογικότητας και είναι αόριστα και ασαφή. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα κριτήρια επιλογής πρέπει να σχετίζονται με το αντικείμενο της σύμβασης και να είναι ανάλογα προς αυτό ώστε να μην προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού και πρέπει να είναι σαφή και ακριβή.
4.
Με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 296 της ΣΛΕΕ, του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 170 και των σημείων 18.6 και 30.2 και 31.1 του παραρτήματος I του ως άνω κανονισμού 2018/1046, παράβαση ουσιώδους τύπου, παραβίαση των γενικών κοινοτικών αρχών της διαφάνειας, του ανταγωνισμού και της ίσης μεταχείρισης, της αρχής της αιτιολόγησης των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπέρβαση εξουσίας και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως. Οι παραβάσεις αυτές διαπράχθηκαν καθόσον οι βαθμολογίες που έλαβαν η προσφορά της προσφεύγουσας και εκείνη του αναδόχου της σύμβασης με γνώμονα τα εννέα κριτήρια ανάθεσης «ποιότητα» στερούνται αιτιολογίας και/ή συνοδεύονται απλώς από αόριστα και ασαφή σχόλια, μολονότι κάθε απόφαση ανάθεσης σύμβασης πρέπει να αιτιολογείται επαρκώς προκειμένου οι διαγωνιζόμενοι να μπορούν να γνωρίζουν τους αντικειμενικούς, συγκεκριμένους και ακριβείς λόγους οι οποίοι δικαιολογούν κάθε βαθμολογία που απονέμεται στις διάφορες προσφορές, από την απόφαση δε αυτή πρέπει να προκύπτουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα όλων των υποβληθεισών προσφορών βάσει των οριζόμενων στη συγγραφή υποχρεώσεων κριτηρίων.
Full & Egal Universal Law Academy