Avis juridique important
81/984/EOK: Απόφαση της Επιτροπής της 23ης Νοεμβρίου 1981 για την ενίσχυση την οποία σχεδιάζει να χορηγήσει η κυβέρνηση του Βελγίου σε ορισμένες επενδύσεις που πρόκειται να πραγματοποιηθούν σε διυλιστήριο της Αμβέρσας (Τα κείμενα στη γαλλική και ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 361 της 16/12/1981 σ. 0024 - 0026
*****
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 23ης Νοεμβρίου 1981
περί της ενισχύσεως την οποία σχεδιάζει να χορηγήσει η κυβέρνηση του Βελγίου σε ορισμένες επενδύσεις που πρόκειται να πραγματοποιηθούν σε διυλιστήριο της Αμβέρσας
(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
(81/984/ΕΟΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,
αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου, κάλεσε επισήμως τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους,
Εκτιμώντας ότι:
Ι
Ο βελγικός νόμος της 17ης Ιουλίου 1959 και το βασιλικό διάταγμα περί εκτελέσεώς του της 17ης Αυγούστου 1959 (1) έχουν εισαγάγει γενικά μέτρα ενισχύσεως της βελγικής οικονομίας, τα οποία συνίστανται ιδίως σε ορισμένες επιδοτήσεις επιτοκίων των πιστώσεων που αποσκοπούν στην πραγματοποίηση επενδύσεων, σε κρατικές εγγυήσεις για τις πιστώσεις που συνομολογήθηκαν από επιχειρήσεις με τραπεζικούς οργανισμούς και έτυχαν επιδοτήσεως επιτοκίου και σε πενταετείς απαλλαγές από τη φορολογία ακινήτων.
Κατά την εξέταση του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 93 παράγραφοι 1 και 2 της συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία, η Επιτροπή υποστήριξε ότι συνιστούσε καθεστώς γενικών ενισχύσεων, επειδή δεν περιείχε στόχους που να αναφέρονται σε κάποιον βιομηχανικό κλάδο ή περιφέρεια. Δεδομένου ότι το σύστημα αυτό μπορούσε να εφαρμόζεται, χωρίς διάκριση, σε όλες τις επενδύσεις επιχειρήσεων, περιφερειών ή βιομηχανικών κλάδων, δεν ήταν δυνατόν να τύχει μιας από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται από το άρθρο 92 παράγραφος 3 υπό α ή γ της συνθήκης ΕΟΚ. Λόγω ελλείψεως τέτοιων ειδικών αναφορών, η Επιτροπή βρισκόταν σε αδυναμία να εκτιμήσει τις συνέπειες του εν λόγω καθεστώτος στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και τον ανταγωνισμό, και κατά συνέπεια το κατά πόσο συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Εφ όσον πρόκειται περί του τύπου αυτού των γενικών ενισχύσεων, πολιτική της Επιτροπής είναι να τις εγκρίνει με την επιφύλαξη τηρήσεως της μιας ή της άλλης από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: εφ όσον δηλαδή το ενδιαφερόμενο Κράτος μέλος κοινοποιήσει στην Επιτροπή είτε ένα πρόγραμμα εφαρμογής κατά περιφέρειες ή βιομηχανικούς κλάδους είτε, στην περίπτωση που τούτο θα του φανεί αδύνατο, σημαντικές μεμονωμένες περιπτώσεις εφαρμογής τους.
Σύμφωνα με την απόφαση 75/397/ΕΟΚ της Επι- τροπής (2), η κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου υποχρεούται να κοινοποιεί εκ των προτέρων και εγκαίρως στην Επιτροπή τις σημαντικές μεμονωμένες περιπτώσεις εφαρμογής του νόμου της 17ης Ιουλίου 1959, ο οποίος εισάγει μέτρα για την προώθηση της οικονομικής επεκτάσεως και τη δημιουργία νέων βιομηχανιών, έτσι που να μπορεί να αποφαίνεται κατά πόσο είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.
ΙΙ
Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, η κυβέρνηση του Βελγίου πληροφόρησε την Επιτροπή, στις 23 Φεβρουαρίου 1981, σχετικά με την πρόθεσή της να εφαρμόσει τις ενισχύσεις που προβλέπονται από τον εν λόγω νόμο στις επενδύσεις που θα πραγματοποιηθούν σε διυλιστήριο της Αμβέρσας.
Οι επενδύσεις αυτές θα ανέρχονταν σε 6,67 δισεκατ. FB, που αντιστοιχούν κατά κύριο λόγο στην εγκατάσταση μονάδας καταλυτικής πυρολύσεως, και προορίζονται, χωρίς να επηρεάσουν τη συνολική ικανότητα παραγωγής του διυλιστηρίου, να επιτρέψουν τη μετατροπή των βαρέων κλασμάτων πετρελαίου σε ελαφρά προϊόντα διυλίσεως (βενζίνες, νάφθες ή αποστάγματα).
Η δημοσία ενίσχυση, που θα χορηγηθεί υπό τη μορφή επιδοτήσεων επιτοκίου και φορολογικών διευκολύνσεων, θα ισοδυναμεί με το 6 % περίπου του ποσού των εν λόγω επενδύσεων.
Το εν λόγω διυλιστήριο διοχετεύει την παραγωγή του στο Βέλγιο καθώς και στην αγορά των άλλων Κρατών μελών με περισσότερο από το ήμισυ της παραγωγής αυτής.
ΙΙΙ
Η κατάσταση του τομέα της διυλίσεως παραμένει ανησυχητική στο εσωτερικό της Κοινότητος. Η Επιτροπή υπογράμμισε στις ανακοινώσεις της προς το Συμβούλιο της 17ης Μαρτίου 1977 ότι ο τομέας αυτός αντιμετωπίζει αφ' ενός το διπλό πρόβλημα σημαντικού πλεονάσματος των μονάδων παραγωγής και αφ ετέρου μιας σχετικής ελλείψεως προσαρμογής των δομών της στην εξέλιξη των δομών της ζητήσεως.
Σχετικά με το τελευταίο αυτό θέμα, η ύψωση των τιμών του αργού πετρελαίου και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την ανάπτυξη άλλων πηγών ενεργείας έχουν, στην πράξη, μέχρι σήμερα και θα συνεχίσουν να έχουν ως αποτέλεσμα την αισθητή μείωση της ζητήσεως βαρέων διυλισμένων προϊόντων, και συγχρόνως θα καταστήσουν αναγκαία τη μετατροπή τους σε ελαφρά διυλισμένα προϊόντα, των οποίων η ζήτηση θα εξακολουθήσει να αυξάνεται. Εν τούτοις, οι διαφορές των τιμών που εφαρμόζονται για τα ελαφρά αυτά προϊόντα (ή για τα προϊόντα αργού πετρελαίου που επιτρέπουν τη λήψη πλέον σημαντικών ποσοτήτων από τα προϊόντα αυτά) εν σχέσει προς τα βαρέα διυλισμένα προϊόντα (ή τα βαρέα προϊόντα αργού πετρελαίου) αποτελούν επαρκές κίνητρο και παρέχουν, κατ αρχήν, στις επιχειρήσεις τα απαραίτητα οικονομικά μέσα για την κατασκευή τέτοιων μονάδων μετατροπής. Κατά συνέπεια, οι ενισχύσεις για την κατασκευή τους δεν μπορούν να δικαιολογηθούν, παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η οικονομική κατάσταση των ωφελουμένων επιχειρήσεων καθιστά τούτο πραγματικά αναγκαίο, και κατά την οποία τέτοιες ενισχύσεις δεν αντιτίθενται προς τον στόχο της μειώσεως των μονάδων, επιτρέποντας έτσι έμμεσα τη διατήρηση, στο εσωτερικό της Κοινότητος, πλεονασματικών μονάδων διυλίσεως.
Η εξέταση του κύκλου εργασιών και των κερδών του εν λόγω διυλιστηρίου δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση της ενισχύσεως είναι απόλυτα αναγκαία για την πραγματοποίηση της επενδύσεως· οι ίδιες οι βελγικές αρχές αναγνωρίζουν, στις παρατηρήσεις που υπέβαλαν στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ, ότι η εγκατάσταση της μονάδας πυρολήσεως θα πραγματοποιηθεί, τουλάχιστον εν μέρει, ακόμη και σε περίπτωση αρνήσεως της αιτούμενης ενισχύσεως.
Στις ίδιες παρατηρήσεις, οι βελγικές αρχές υποστήριξαν ότι η πραγματοποίηση της εν λόγω επενδύσεως όχι μόνο θα διατηρήσει την απασχόληση 336 ατόμων, αλλά επί πλέον θα προκαλέσει, κατά τη διάρκεια των επομένων ετών, την πρόσληψη πολλών εκατοντάδων εργαζομένων από τη γειτονική ζώνη του Turnhout, για την οποία έχει γίνει δεκτή η χορήγηση περιφερειακών ενισχύσεων και η οποία πλήττεται από ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό ανεργίας. Πάντως, η Επιτροπή εκτιμά ότι το συνεπακόλουθο αυτό αποτέλεσμα φαίνεται πολύ αβέβαιο, και δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί από τώρα το αποτέλεσμα που θα έχει η χορήγηση της ενισχύσεως στην κατάσταση της απασχολήσεως στη ζώνη του Turnhout.
IV
Η ενίσχυση την οποία σχεδιάζει να χορηγήσει η κυβέρνηση του Βελγίου θα είναι φύσεως τέτοιας που να επηρεάζει τις μεταξύ των Κρατών μελών συναλλαγές και να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ, ευνοώντας την εν λόγω επιχείρηση ή την παραγωγή της.
Το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει το κατ αρχήν ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά των ενισχύσεων που πληρούν τα κριτήρια που αυτό ορίζει· ότι οι παρεκκλίσεις από το ασυμβίβαστο αυτό, προβλεπόμενες από το άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ, προσδιορίζουν τους επιδιωκόμενους στόχους κατά την έννοια του συμφέροντος της Κοινότητος και όχι του συμφέροντος μόνου του ωφελουμένου από την ενίσχυση. Οι παρεκκλίσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά κατά την εξέταση κάθε προγράμματος παροχής περιφερειακής ή κλαδικής ενισχύσεως, ή κάθε μεμονωμένης περιπτώσεως εφαρμογής καθεστώτος γενικών ενισχύσεων· και ειδικότερα, δεν εφαρμόζονται παρά μόνο στην περίπτωση που η Επιτροπή είναι σε θέση να βεβαιωθεί ότι, χωρίς την παροχή της ενισχύσεως, μόνη της η λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς δεν επέβαλε στις ωφελούμενες επιχειρήσεις να υιοθετήσουν συμπεριφορά τέτοια που να συμβάλει στην πραγματοποίηση ενός από τους στόχους των παρεκκλίσεων.
Το να παραχωρηθεί σε ορισμένες ενισχύσεις το ευεργέτημα των εν λόγω παρεκκλίσεων, χωρίς τούτο να συνεπάγεται το κατάλληλο αντιστάθμισμα, θα σήμαινε ότι επιτρέπεται να επηρεάζονται οι μεταξύ των Κρατών μελών συναλλαγές και να νοθεύεται ο ανταγωνισμός, χωρίς αυτό να δικαιολογείται κατά κανέναν τρόπο από το κοινοτικό συμφέρον, ενώ ταυτόχρονα να παρέχονται αδικαιολογήτως πλεονεκτήματα σε ορισμένα Κράτη μέλη.
Όταν εφαρμόζει τις παραπάνω αρχές κατά την εξέταση των μεμονωμένων περιπτώσεων εφαρμογής καθεστώτων γενικών ενισχύσεων, η Επιτροπή πρέπει να βεβαιώνεται ότι παρέχεται εκ μέρους της ωφελούμενης επιχειρήσεως αντιστάθμισμα τέτοιο που να δικαιολογεί τη χορήγηση της ενισχύσεως, με την έννοια ότι η ενίσχυση καθίσταται αναγκαία για την προώθηση της πραγματοποιήσεως ενός από τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ. Εφ όσον τούτο δεν μπορεί να αποδειχθεί καί, ακόμη περισσότερο, αν η σχεδιαζόμενη επένδυση θα πραγματοποιηθεί ούτως ή άλλως, είναι τότε σαφές ότι η ενίσχυση δεν συμβάλλει στην πραγματοποίηση των επιδιωκομένων από τις παρεκκλίσεις στόχων, αλλά χρησιμοποιείται για την αύξηση της οικονομικής ισχύος της σχετικής επιχειρήσεως.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν διαφαίνεται η εκ μέρους της ωφελουμένης από την ενίσχυση επιχειρήσεως παροχή τέτοιου αντισταθμίσματος.
Πράγματι, ούτε η βελγική κυβέρνηση παρέσχε ούτε η Επιτροπή μπόρεσε να διαβλέψει καμία δικαιολόγηση που να επιτρέπει τη διαβεβαίωση ότι η εν λόγω ενίσχυση πληροί τους απαιτούμενους όρους για την εφαρμογή μιας από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται από το άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ.
Εξάλλου, αν το Βέλγιο μαστίζεται από ποσοστό ανεργίας τέτοιο που η Επιτροπή, αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι η βελγική οικονομία επιβαρύνεται ιδιαίτερα από το λόγο αυτόν, να έχει δεχθεί παρέκκλιση ώστε αυτό να εφαρμόζει καθεστώς ενισχύσεων για την απασχόληση, τούτο δεν συνεπάγεται ότι κάθε άλλη ενίσχυση οιασδήποτε φύσεως, προτεινόμενη από την κυβέρνηση του Βελγίου, θα μπορούσε ipso facto, να τύχει μιας από τις
παρεκκλίσεις που προβλέπονται από το άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, κάθε φορά που κοινοποιείται μια ενίσχυση, πρέπει να εξετάζεται η δικαιολογητική της βάση σύμφωνα με τα ιδιαίτερα κριτήρια κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Όσον αφορά τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται από το άρθρο 92 παράγραφος 3 σημεία α και γ της συνθήκης ΕΟΚ, σχετικά με τις ενισχύσεις που προορίζονται να προωθήσουν ή να διευκολύνουν την ανάπτυξη ορισμένων περιοχών, η ζώνη της Αμβέρσας χαρακτηρίζεται πάντοτε από καλύτερη κοινωνική και οικονομική κατάσταση σε σχέση με τις άλλες περιοχές του Βελγίου. Το γενικό πρόβλημα της ανεργίας, που εξίσου επηρεάζει την περιοχή της Αμβέρσας, έχει, σε γενικό επίπεδο, χρησιμοποιηθεί για την προώθηση της απασχολήσεως, και ως εκ τούτου τίποτε δεν δικαιολογεί την εκ νέου επίκληση των παρεκκλίσεων αυτών, ώστε να χορηγηθεί η εν λόγω ενίσχυση υπό το πρόσχημα ότι η τελευταία αυτή θα ευνοούσε ή θα διευκόλυνε την ανάπτυξη της περιοχής, πράγμα το οποίο, πάντως, δεν αποτελεί τον κύριο σκοπό της ενισχύσεως.
Όσον αφορά τις παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 92 παράγραφος 3 σημείο β της συνθήκης ΕΟΚ, κανένα στοιχείο της εν λόγω επενδύσεως δεν αναδεικνύει το χαρακτήρα της ως σχεδίου « κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος» η «κατάλληλου για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας» ενός Κράτους μέλους, και του οποίου η προώθηση να δικαιολογεί παρέκκλιση, σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 σημείο β της συνθήκης ΕΟΚ, από το ασυμβίβαστο της χορηγήσεως ενισχύσεων που προβλέπεται από το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ.
Όσον αφορά την παρέκκλιση του άρθρου 92 παράγραφος 3 περίπτωση γ της συνθήκης ΕΟΚ «υπέρ ενισχύσεων που προορίζονται για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, εφ όσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προ το κοινό συμφέρον», η κρινόμενη ενίσχυση δεν φαίνεται απαραίτητη για την ανάπτυξη του τομέα ή της επιχειρήσεως, ενώ αντίθετα είναι ικανή να αλλοιώσει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον.
Πράγματι, δεδομένης της αποδοτικότητας των σχετικών επενδύσεων, ο μηχανισμός της αγοράς θα μπορούσε μόνος του να επιτρέψει την πραγματοποίησή τους καί, κατά συνέπεια, την προσαρμογή των δομών του τομέα και της επιχειρήσεως στις νέες τάσεις της ζητήσεως.
Επίσης, η οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως δεν χαρακτηρίζεται κατά βάση από την κατάσταση των άλλων κοινοτικών επιχειρήσεων του τομέα, οι οποίες δεν απολαύουν ειδικών ενισχύσεων για την κατασκευή μονάδων μετατροπής, που τους είναι όμως απαραίτητες.
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι, χωρίς κρατικές ενισχύσεις, η επιχείρηση, δεν θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει τις σχετικές επενδύσεις στο σύνολό τους και θα ήταν αναγκασμένη ως εκ τούτου, να μειώσει τις μονάδες διυλίσεως, και τότε η εν λόγω ενίσχυση δεν θα ήταν δικαιολογημένη. Πράγματι μια ενίσχυση που συμβάλλει στη διατήρηση των μονάδων αυτών δεν μπορεί, στο πλαίσιο της υφιστάμενης υπερεπάρκειας σε κοινοτικό επίπεδο, να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στο κοινό συμφέρον εφ' οσον είναι πιθανό να μεταθέσει σε άλλα Κράτη μέλη και χωρίς δικαιολόγηση το βάρος των αναπόφευκτων μειώσεων.
Αν ληφθούν υπόψη τα παραπάνω, το σχέδιο ενισχύσεων της κυβερνήσεως του Βελγίου δεν πληροί τους όρους που απαιτούνται για να τύχει μιας από τις παρεκκλίσεις του άρθρου 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Το Βασίλειο του Βελγίου δεν δύναται να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του, που κοινοποίησε στην Επιτροπή στις 23 Φεβρουαρίου 1981, να χορηγήσει το ευεργέτημα ορισμένων ενισχύσεων, που προβλέπονται από το νόμο της 17ης Ιουλίου 1959 περί προωθήσεως της οικονομικής επεκτάσεως και δημιουργίας νέων βιομηχανιών, σε ορισμένες επενδύσεις που θα πραγματοποιηθούν σε διυλιστήριο της Αμβέρσας.
Άρθρο 2
Το Βασίλειο του Βελγίου ενημερώνει την Επιτροπή, σε προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας αποφάσεως, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί προς αυτήν.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο του Βελγίου.
Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 23 Νοεμβρίου 1981.
Για την 'Επιτροπή
F. ANDRIESSEN
Μέλος της Επιτροπής
(1) Moniteur Belge της 29. 8. 1959.
(2) ΕΕ αριθ. L 177 της 8. 7. 1975, σ. 13.
Top