Avis juridique important
Κανονισμός (EOK) αριθ. 3687/81 τού Συμβουλίου τής 15ης Δεκεμβρίου 1981 περί ανοίγματος, διανομής καί τρόπου διαχειρίσεως μιάς κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως γιά ορισμένους ιχθύς τών ειδών Sardinops sagax ή ocellata, ολόκληρους ή αποκεφαλισμένους, προοριζόμενους γιά μεταποίηση, τής διακρίσεως ex 03. 01 B I π) τού Κοινού Δασμολογίου
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 369 της 24/12/1981 σ. 0006
*****
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΟΚ) αριθ. 3687/81 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 15ης Δεκεμβρίου 1981
περί ανοίγματος, διανομής και τρόπου διαχειρίσεως μιας κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως για ορισμένους ιχθύς των ειδών Sardinops sagax η ocellata, ολόκληρους ή αποκεφαλισμένους, προοριζόμενους για μεταποίηση, της διακρίσεως ex 03.01 Β Ι π) του Κοινού Δασμολογίου
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, και ιδίως το άρθρο 28,
Εκτιμώντας:
ότι η παραγωγή ιχθύων των ειδών Sardinops sagax η ocellata είναι επί του παρόντος ανεπαρκής στην Κοινότητα για να ικανοποιήσει τις ανάγκες των βιομηχανιών της Κοινότητος που τα χρησιμοποιούν· ότι, συνεπώς, ο εφοδιασμός στην Κοινότητα με αυτού του είδους προϊόντα εξαρτάται, για ένα σημαντικό τμήμα, από εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών· ότι συμφέρει την Κοινότητα να αναστείλει μερικώς το δασμό του Κοινού Δασμολογίου για τα εξεταζόμενα προϊόντα, εντός του ορίου μιας κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως μιας κατάλληλης ποσότητας· ότι, για να μη θέσει σε κίνδυνο τις προοπτικές αναπτύξεως αυτής της παραγωγής στην Κοινότητα, εξασφαλίζοντας έναν ικανοποιητικό εφοδιασμό των βιομηχανιών που τα χρησιμοποιούν, πρέπει να περιορίσει το ευεργέτημα της δασμολογικής ποσοστώσεως μόνο στα προϊόντα που ανταποκρίνονται σε ορισμένα κριτήρια διαστάσεων και προορισμού, να ανοίξει αυτή την ποσόστωση για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 30 Ιουνίου 1982 και να καθορίσει το ύψος στους 3 000 τόνους, ποσότητα που αντιστοιχεί στις ανάγκες των εισαγωγών των τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, και το δασμό της ποσοστώσεως στο 9 %·
ότι πρέπει να διασφαλισθεί, ιδίως, η ίση και συνεχής πρόσβαση όλων των εισαγωγέων της Κοινότητος στην ποσόστωση αυτή και η χωρίς διακοπή εφαρμογή των ποσοστών που προβλέπονται για την εν λόγω ποσόστωση για όλες τις εισαγωγές, μέχρις εξαντλήσεως αυτής της τελευταίας· ότι ένα σύστημα χρησιμοποιήσεως της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως, βασιζόμενο σε μία κατανομή μεταξύ των Κρατών μελών, φαίνεται πως ανταποκρίνεται στον κοινοτικό χαρακτήρα αυτής της ποσοστώσεως απέναντι στις αρχές που αναφέρονται παραπάνω· ότι αυτή η κατανομή, για να αντανακλά κατά τον καλύτερο τρόπο την πραγματική εξέλιξη της αγοράς των εν λόγω προϊόντων, πρέπει να γίνεται ανάλογα με τις ανάγκες των Κρατών μελών, υπολογιζόμενες με βάση αφ' ενός μεν τα στατιστικά στοιχεία για τις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια μιας αντιπροσωπευτικής περιόδου αναφοράς, αφ' ετέρου δε τις οικονομικές προοπτικές για το συγκεκριμένο έτος ποσοστώσεως·
ότι επειδή αφορά μια αυτόνομη κοινοτική δασμολογική ποσόστωση για τη διασφάλιση της καλύψεως των αναγκών των εισαγωγών, που προκύπτουν στην Κοινότητα, δύναται να γίνει δεκτό εμπειρικά, ότι η κατανομή της ποσότητας της ποσοστώσεως πραγματοποιείται σε σχέση με τις προσωρινές ανάγκες προελεύσεως τρίτων χωρών, όπως εκτιμώνται από κάθε Κράτος μέλος· ότι αυτό το σύστημα κατανομής επιτρέπει επίσης να διασφαλισθεί η ομοιομορφία στην εφαρμογή του Κοινού Δασμολογίου·
ότι, για να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των εισαγωγών των εν λόγω προϊόντων στα διάφορα Κράτη μέλη, πρέπει να διαιρεθεί σε δύο τμήματα το σύνολο της ποσοστώσεως, κατανέμοντας το πρώτο τμήμα μεταξύ ορισμένων Κρατών μελών και συγκροτώντας το δεύτερο τμήμα ως απόθεμα προοριζόμενο να καλύψει τις μετέπειτα ανάγκες αυτών των Κρατών μελών που εξάντλησαν το αρχικό τους μερίδιο καθώς και τις ανάγκες που θα μπορούσαν να εμφανισθούν στα άλλα Κράτη μέλη· ότι, για να δοθεί στους εισαγωγείς κάθε Κράτους μέλους μια κάποια ασφάλεια, ενδείκνυται να ορισθεί το πρώτο τμήμα της κοινοτικής ποσοστώσεως σ' επίπεδο πού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα είναι δυνατό να τεθεί σε 2 900 τόνους·
ότι τα αρχικά μερίδια των Κρατών μελών πιθανόν να εξαντληθούν σχετικά γρήγορα· ότι, για να ληφθεί υπόψη το γεγονός και να αποφευχθεί κάθε διακοπή, θα πρέπει κάθε Κράτος μέλος, που χρησιμοποίησε σχεδόν στο σύνολό του το αρχικό του μερίδιο, να προβαίνει στην ανάληψη ενός συμπληρωματικού μεριδίου από το απόθεμα· ότι αυτή η ανάληψη θα πρέπει να γίνεται από κάθε Κράτος μέλος, όταν καθένα από τα συμπληρωματικά μερίδιά του έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν στο σύνολό του και μάλιστα όσες φορές το επιτρέπει το απόθεμα· ότι τα αρχικά και συμπληρωματικά μερίδια πρέπει να ισχύουν μέχρι το τέλος της περιόδου ποσοστώσεως·
ότι αυτός ο τρόπος διαχειρίσεως απαιτεί μια στενή συνεργασία μεταξύ Κρατών μελών και Επιτροπής, η οποία πρέπει ιδίως να παρακολουθεί το ρυθμό εξαντλήσεως της ποσότητας ποσοστώσεως και να πληροφορεί σχετικά τα Κράτη μέλη·
ότι, αν σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία της περιόδου ποσοτώσεως, υπάρχει ένα σημαντικό υπόλοιπο του αρχικού μεριδίου στο ένα ή στο άλλο Κράτος μέλος, είναι απαραίτητο το Κράτος μέλος αυτό να επιστρέφει ένα σημαντικό ποσοστό στο απόθεμα, έτσι ώστε να αποφεύγεται η περίπτωση όπου ένα μέρος της κοινοτικής ποσοστώσεως μένει αχρησιμοποίητο σ' ενα Κράτος μέλος ενώ θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε άλλα· ότι το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου είναι ενωμένα και αντιπροσωπεύονται από την οικονομική ένωση Μπενελούξ, κάθε δε ενέργεια σχετική με τη διαχείριση των μεριδίων που αναλογούν στην οικονομική αυτή ένωση είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί από ένα από τα μέλη της,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
1. Από την 1η Ιανουαρίου και μέχρι τις 30 Ιουνίου 1982, ο δασμός του Κοινού Δασμολογίου για τους ιχθύς των ειδών Sardinops sagax η ocellata, μήκους 20 εκατοστών ή περισσότερο εάν είναι ολόκληροι, ή 15 εκατοστών ή περισσότερο αν είναι αποκεφαλισμένοι, χρησιμοποιούμενοι για μεταποίηση, της διακρίσεως ex 03.01 Β Ι π) (α) (β), αναστέλλεται στο ύψος του 9 % στα πλαίσια μιας κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως 3 000 τόνων.
2. Στο πλαίσιο αυτής της δασμολογικής ποσοτώσεως, η Ελλάδα εφαρμόζει τους δασμούς που υπολογίζονται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις στην πράξη προσχωρήσεως του 1979.
Άρθρο 2
1. Ένα πρώτο τμήμα 2 900 τόνοι αυτής της κοινοτικής δασμολογικής ποσοτώσεως κατανέμεται μεταξύ ορισμένων Κρατών μελών· τα μερίδια πού, με την επιφύλαξη του άρθρου 6, ισχύουν μέχρι τις 30 Ιουνίου 1982, ανέρχονται για καθένα από αυτά τα Κράτη μέλη στις ακόλουθες ποσότητες:
(α) Η αναστολή χορηγείται για τους ιχθύς που προορίζονται να υποστούν κάθε επεξεργασία, εκτός εάν προορίζονται να υποστούν αποκλειστικώς μία ή περισσότερες των ακολούθων επεξεργασιών:
- καθαρισμό, αποσπλάχνωση, αποκοπή ουρών, αποκεφαλισμό,
- τεμαχισμό, εξαιρέσει του τεμαχισμού εις φιλέτα ή του τεμαχισμού κατεψυγμένων όγκων,
- δειγματοληψία, διαλογή,
- επισήμανση,
- συσκευασία,
- ψύξη,
- κατάψυξη,
- υπέρψυξη,
- απόψυξη, διαχωρισμό.
Η αναστολή δεν χορηγείται για προϊόντα προοριζόμενα να υποστούν, εξ άλλου λόγου, επεξεργασίες παρέχουσες δικαίωμα υπαγωγής στο ευεργέτημα της αναστολής, εάν οι επεξεργασίες αυτές πραγματοποιούνται στο επίπεδο λιανικής πωλήσεως ή της επιδιορθώσεως. Η αναστολή των δασμών εφαρμόζεται αποκλειστικά επί ιχθύων προοριζομένων για την ανθρώπινη κατανάλωση.
(β) Ο έλεγχος της χρησιμοποιήσεως στον ειδικό αυτό προορισμό πραγματοποιείται κατ' εφαρμογή των εκδιδομένων επί του αντικειμένου κοινοτικών διατάξεων.
1.2 // // (σε τόνους) // Μπενελούξ // 356 // Δανία // 5 // Γερμανία // 2 534 // Γαλλία // 5
2. Το δεύτερο τμήμα της ποσοστώσεως, 100 τόνοι, συνιστά το απόθεμα.
Άρθρο 3
Εάν οι ανάγκες σε προϊόντα του είδους παρουσιασθούν στην Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία ή το Ηνωμένο Βασίλειο, αυτά τα Κράτη μέλη αναλαμβάνουν ένα αντίστοιχο μερίδιο από το απόθεμα, στο μέτρο που οι διαθέσιμες ποσότητες που παραμένουν στο απόθεμα αυτό το επιτρέπουν.
Άρθρο 4
1. Εάν το αρχικό μερίδιο ενός από τα Κράτη μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 2, όπως έχει ορισθεί στο άρθρο 2 παράγραφος 1, ή το ίδιο μερίδιο ελαττωμένο κατά το τμήμα που επιστράφηκε στο αντίστοιχο απόθεμα κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι 90 % ή περισσότερο, το εν λόγω Κράτος μέλος προβαίνει αμελλητί, με κοινοποίηση στην Επιτροπή, στην ανάληψη, κατά το μέτρο που το ύψος του αποθέματος το επιτρέπει, ενός δεύτερου μεριδίου ίσου με 10 % αρχικού μεριδίου, στρογγυλοποιημένου ενδεχομένως στην επόμενη ανώτερη μονάδα.
2. Εάν, μετά την εξάντληση του αρχικού μεριδίου, το δεύτερο μερίδιο που έχει αναληφθεί από ένα από τα Κράτη μέλη έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι 90 % ή περισσότερο, το εν λόγω Κράτος μέλος προβαίνει, σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 1, στην ανάληψη ενός τρίτου μεριδίου ίσου με 5 % του αρχικού μεριδίου.
3. Εάν, μετά την εξάντληση του δεύτερου μεριδίου, το τρίτο μερίδιο που έχει αναληφθεί από ένα Κράτος μέλος χρησιμοποιήθηκε μέχρι 90 % ή περισσότερο, το εν λόγω Κράτος μέλος προαβαίνει αμελλητί, σύμφωνα με τους ίδιους όρους, στην ανάληψη ενός τετάρτου μεριδίου ίσου με το τρίτο.
Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται μέχρις εξαντλήσεως του αποθέματος.
4. Κατά παρέκλιση από τις παραγράφους 1, 2 και 3, τα Κράτη μέλη δύνανται να προβούν στην ανάληψη μεριδίων κατωτέρων από τα ορισθέντα στις παραγράφους αυτές, αν ευλόγως κρίνεται ότι αυτά κινδυνεύουν να μην εξαντληθούν. Πληροφορούν την Επιτροπή για τους λόγους που τα ώθησαν στην εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
Άρθρο 5
Τα συμπληρωματικά μερίδια που έχουν αναληφθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 ισχύουν μέχρι τις 30 Ιουνίου 1982. Άρθρο 6
Τα Κράτη μέλη επιστρέφουν στο απόθεμα, το αργότερο στις 15 Μαΐου 1982, το αχρησιμοποίητο τμήμα του αρχικού τους μεριδίου πού, την 1η Μαΐου 1982 υπερβαίνει το 20 % της αρχικής ποσότητας. Δύνανται να επιστρέψουν μια ποσότητα πιο σημαντική, αν ευλόγως εκτιμάται ότι η ποσότητα αυτή κινδυνεύει να μη χρησιμοποιηθεί.
Τα Κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 15 Μαΐου 1982, το σύνολο των εισαγωγών των εν λόγω προϊόντων που πραγματοποιήθηκαν μέχρι και την 1η Μαΐου 1982 και καταλογίσθηκαν στην κοινοτική ποσόστωση, καθώς καί, ενδεχομένως, το τμήμα του αρχικού τους μεριδίου που διαφυλλάσσουν στο απόθεμα.
Άρθρο 7
Η Επιτροπή τηρεί λογαριασμό των μεριδίων που αναλαμβάνονται από τα Κράτη μέλη σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3 και 4 και πληροφορεί καθένα από αυτά, μόλις λάβει τις κοινοποιήσεις, για το ρυθμό εξαντλήσεως του αποθέματος.
Πληροφορεί τα Κράτη μέλη, το αργότερο στις 5 Μαΐου 1982, για το ύψος του αποθέματος μετά τις επιστροφές που πραγματοποιήθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 6.
Μεριμνά ώστε η ανάληψη που εξαντλεί το απόθεμα να περιορίζεται μέχρι το διαθέσιμο υπόλοιπο καί, για το σκοπό αυτό, κάνει γνωστό το ύψος του υπολοίπου αυτού στο Κράτος μέλος που προβαίνει στην τελευταία αυτή ανάληψη.
Άρθρο 8
1. Τα Κράτη μέλη θεσπίζουν κάθε αναγκαία διάταξη ώστε το άνοιγμα των συμπληρωματικών μεριδίων που ανέλαβαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, να επιτρέπει τον χωρίς διακοπή καταλογισμό της κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως στο συνολικό τους μερίδιου.
2. Τα Κράτη μέλη λαμβάνουν όλες τις απαραίτητες διατάξεις για να διασφαλίσουν ότι τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 και που απολαύουν του ευεργετήματος της εξεταζόμενης δασμολογικής ποσοστώσεως, διατίθενται για μεταποίηση.
Ο έλεγχος χρησιμοποιήσεως προς αυτή την ειδική κατεύθυνση γίνεται με την εφαρμογή των σχετικών κοινοτικών διατάξεων.
3. Τα Κράτη μέλη εγγυώνται στους εισαγωγείς των εν λόγω προϊόντων, εγκαταστημένους στην επικράτειά τους, την ελεύθερη πρόσβαση στα μερίδια που τους έχουν χορηγηθεί.
4. Τα Κράτη μέλη προβαίνουν στον καταλογισμό των εισαγωγών του εν λόγω προϊόντος στα μερίδιά τους στο βαθμό που τα προϊόντα αυτά, παρουσιάζονται στο τελωνείο καλυπτόμενα από δηλώσεις ελεύθερης κυκλοφορίας.
5. Ο βαθμός εξαντλήσεως των μεριδίων των Κρατών μελών διαπιστώνεται με βάση τις εισαγωγές που καταλογίσθηκαν σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 4.
Άρθρο 9
Τα Κράτη μέλη πληροφορούν την Επιτροπή, μετά από αίτησή της, για τις εισαγωγές που καταλόγισαν πράγματι στα μερίδιά τους.
Άρθρο 10
Τα Κράτη μέλη και η Επιτροπή συνεργάζονται στενά για την τήρηση του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 11
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1982.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε Κράτος μέλος.
Έγινε στις Βρυξέλλες, στις 15 Δεκεμβρίου 1981.
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
D. HOWELL
Top